Ο Διογένης κατά τα τρία έτη της βασιλείας αυτού εφάνη αληθής ήρως

αγωνισάμενος γενναιότατα μετά σμικρών στρατιωτικών δυνάμεων, και

τούτων από μισθοφόρων Νορμανδών και άλλων βαρβάρων συγκειμένων

(165), εναντίον των πολυπληθών και άριστα συγκεκροτημένων και

πολεμικωτάτων στρατιών του Αλπ-αρσλάν. Διά δύο μεγάλων στρατειών,

άς επεχείρησεν εναντίον του Αλπ-αρσλάν, υπερήσπισε τας εν Ασία

ελληνικάς κτήσεις και απώθησε σχεδόν τους Τούρκους πέραν των

ορίων της Μικράς Ασίας. Αλλ' εν τω τρίτω πολέμω, εισβαλών

επιθετικός εις την Αρμενίαν, ηττήθη εν μάχη τινί και ηρωικώς

μαχόμενος και τραυματισθείς συνελήφθη αιχμάλωτος. Ο μεγάθυμος

σουλτάνος των Σελτζούκων Αλπ-αρσλάν, θαυμάσας την γενναιότητα του

ανδρός και επαξίως τιμών αυτήν ηξίωσε τον Διογένην βασιλικών

τιμών και συνωμολόγησε προς αυτόν ειρήνην, αποδούς πάσαν σχεδόν

την Μικράν Ασίαν, αρκεσθείς δε μόνον εις υπόσχεσιν χρηματικής

αποζημιώσεως (ή λύτρων του βασιλέως), και ταύτης διδομένης απλώς

διά του βασιλικού λόγου του Ρωμανού. Έδωκε δε τω βασιλεί Διογένει

και στολήν και φρουράν βασιλικήν. Αλλ', ενώ ο Ρωμανός επέστρεφεν

ούτω διά της Μικράς Ασίας εις την πρωτεύουσαν, οι ενταύθα

συγγενείς του οίκου Δούκα, ο του Κωνσταντίνου Ι' αδελφός Ιωάννης

Δούκας και οι περί αυτόν, επωφεληθέντες την περί αιχμαλωσίας του

βασιλέως είδησιν, εκήρυξαν αυτόν έκπτωτον και ανεβίβασαν εις τον

θρόνον τον πρεσβύτατον του Κωνσταντίνου Ι' υιόν Μιχαήλ Ζ',

πέμψαντες δε στρατόν κατά του Διογένους ηνάγκασαν αυτόν να

παραιτηθή την βασιλικήν αρχήν επί τω όρω της ασφαλείας της ζωής

αυτού. Αλλ' ο Ρωμανός Διογένης συλληφθείς είτα παρανόμως εξωρύχθη

τους οφθαλμούς και απέθανεν οικτρώς εκ της από του παθήματος

τούτου επελθούσης φρικτής νόσου, γενναίως μέχρι τέλους τα πάντα

υπομείνας.

Η βασιλεία του Μιχαήλ Ζ', του επικληθέντος Παραπινακίου (166),

υπήρξε και εσωτερικώς και εξωτερικώς λίαν ασθενής. Και ενώ αυτός

ο βασιλεύς έχων πρωθυπουργόν τον σοφώτατον εν τοις γράμμασιν

άνδρα των τότε χρόνων Μιχαήλ τον Ψελλόν, τον και διδάσκαλον αυτού

γενόμενον, ησχολείτο μόνον εις ανάγνωσιν βιβλίων και εις σύνθεσιν

στίχων εμμέτρων, οι Τούρκοι συνεπλήρουν την κατάκτησιν της Μικράς

Ασίας. Οι Σελτζούκοι του Αλπ-αρσλάν, μετά την καθαίρεσιν του

Ρωμανού, ώρμησαν αύθις εις την Μικράν Ασίαν, απαλλαγέντες της

συνομολογηθείσης προς τον βασιλέα εκείνον ειρήνης. Αποθανόντος δε

τω 1072 του Αλπ-αρσλάν, επί του υιού και διαδόχου αυτού Μαλέκ-σαχ

(σελ. 226) ο τούτου συγγενής Σουλεϊμάν κατελάμβανε το πλείστον

της Μικράς Ασίας, καθιστών την Νίκαιαν πρωτεύουσαν του ενταύθα

Σελτζουκικού κράτους.

Εν μέσω της αθλίας ταύτης καταστάσεως επαναστάσεις εξερράγησαν

εναντίον του Μιχαήλ Ζ', όστις τω 1078 αποθέσας το στέμμα

απεχώρησεν εις μοναστήριον. Τότε δε οι επιφανέστατοι των

στρατηγών ήρισαν προς αλλήλους περί του βασιλικού θρόνου,

μεχρισού τω 1081 κατέλαβε τούτον οριστικώς ο του

προμνημονευθέντος βασιλέως Ισαακίου του Κομνηνού ανεψιός Αλέξιος

ο Κομνηνός, γενόμενος ο πραγματικός ιδρυτής της δυναστείας των

Κομνηνών.

3. Η δυναστεία των Κομνηνών.

Οι μεγάλοι Κομνηνοί βασιλείς Αλέξιος Α' (1081-1118), Ιωάννης

(1118-1143) και Μανουήλ (1143-1180 μ. Χ.) επί αιώνα ολόκληρον

ηγωνίσαντο γενναιότατα ίνα αποτρέψωσι τους απ' ανατολών και

δυσμών επικρεμαμένους τω Κράτει δεινοτάτους κινδύνους και έδοσαν

εις το κράτος τούτο την τελευταίαν αυτού εν τη ιστορία πολιτικήν

και στρατιωτικήν αίγλην.

{230} Καθ' όν χρόνον ο Αλέξιος ανήλθεν εις τον θρόνον (1081), οι

Σελτζούκοι είχον στήσει, καθά είρηται, ου μακράν των Ασιατικών

οχθών του Βοσπόρου, εν Νικαία, την έδραν του κράτους αυτών του

περιλαμβάνοντος ήδη σχεδόν άπασαν την Μικράν Ασίαν πλην των

δυτικών παραλίων. Αλλά μείζων κίνδυνος ηπείλει το κράτος κατά τον

αυτόν ακριβώς χρόνον από δυσμών. Ο γνωστός ημίν Ροβέρτος

Γυσκάρδος ορμηθείς από της Ιταλίας και καταλαβών την Κέρκυραν

ώρμησεν εις την κατάκτησιν της όλης Ευρωπαϊκής Ελληνικής

χερσονήσου, νικήσας λαμπρώς τον Αλέξιον περί το Δυρράχιον εν

μεγάλη μάχη το αυτό έτος της αναρρήσεως του βασιλέως• κατέλαβε δε

πάσαν σχεδόν την Ήπειρον και μέρος της Μακεδονίας και Θεσσαλίας,

απειλών και την Κωνσταντινούπολιν. Αλλ' ο Αλέξιος, μη

καταβαλλόμενος ευκόλως υπό των συμφορών του πολέμου, κατώρθωσε

διά της επιμονής, καρτερίας και δραστηριότητος αυτού να

συγκροτήση νέον στρατόν και να εκδιώξη των Ελληνικών χωρών τους

Νορμανδούς, νικήσας τον του Ροβέρτου υιόν και επίτροπον

Βοημούνδον (1083). Μετά την εκδίωξιν δε των Νορμανδών εστράφη και

κατά των Σελτζούκων Τούρκων της Μικράς Ασίας• αλλ' ενταύθα μικράς

μόνον ήρατο επιτυχίας, ανακτησάμενος την απέναντι σχεδόν της

Κωνσταντινουπόλεως υπό Τούρκων κατεχομένην Νικομήδειαν και την

Σινώπην (1087). Εξ άλλου δε οι Τούρκοι νέας κατέλαβον εν τη Μικρά

Ασία χώρας, προχωρήσαντες μέχρι των δυτικών παραλίων, ένθα

συγκροτούντες στόλους πειρατικούς ελυμαίνοντο τας Ελληνικάς

νήσους και τας ακτάς του Αιγαίου.

Ενώ δε ο Αλέξιος εν μέσω τοιούτων δυσχερειών εξωτερικών ηγωνίζετο

υπέρ της εξωτερικής αμύνης του κράτους και υπέρ της εσωτερικής

διοικητικής και οικονομικής ανορθώσεως αυτού, νέοι από δυσμών

επήλθον επικίνδυνοι πολεμισταί, οι λεγόμενοι Σταυροφόροι.

Οι Σταυροφόροι, ήτοι οι πολυπληθείς χριστιανοί ιππόται μαχηταί,

οι κατά τους χρόνους τούτους εξ Ευρώπης μεταβαίνοντες εις τους

Αγίους τόπους των χριστιανών (εις Παλαιστίνην), ίνα ελευθερώσωσιν

αυτούς από των Μωαμεθανών, δεν ήσαν απ' ευθείας πολέμιοι του

Ελληνικού κράτους, αλλ' οπωσδήποτε απετέλουν στρατόν πολυπληθή,

διερχόμενον διά των χωρών του Κράτους άνευ πολλής τάξεως και

πειθαρχίας, περιέχοντα δε και πολλά άτακτα στοιχεία ταχέως

παρεκτρεπόμενα εις ληστείας. Προς τούτοις τινές των αρχηγών

εφάνησαν θρασείς και αλαζόνες προς τους Έλληνας και προυκάλεσαν

ρήξεις. Πλην τούτων μίσος αμοιβαίον εχώριζε τους Ευρωπαίους

τούτους από των Ελλήνων, διότι οι μεν Έλληνες εθεώρουν αυτούς

βαρβάρους, ως ήσαν οι κατά τον 4, 5 και 6 μ. Χ. πρόγονοι αυτών•

ούτοι δε τουναντίον επαιρόμενοι εκ της στρατιωτικής αυτών

δυνάμεως και ανδρείας περιεφρόνουν τους Έλληνας ως ανάνδρους. Εις

πάντα δε ταύτα προσετίθετο και το εκ του Εκκλησιαστικού σχίσματος

προερχόμενον μεταξύ Ανατολικών και Δυτικών αμοιβαίον θρησκευτικόν

μίσος. Μεθ' όλα ταύτα ο Αλέξιος μετά σπανίας συνέσεως κατώρθωσε

ν' αποτρέψη πάντα κίνδυνον εκ μέρους των Σταυροφόρων και να

επωφεληθή μάλιστα τους τούτων κατά των Τούρκων εν Ασία πολέμους

ίνα ανακτήσηται την Νίκαιαν και πολλάς Ελληνικάς εν Ασία χώρας.

Τον Αλέξιον τελευτήσαντα τω 1118 διεδέξατο ο υιός αυτού Ιωάννης,

ο επικληθείς, ένεκα της αγαθότητος του χαρακτήρος αυτού,

Καλοϊωάννης. Ο Ιωάννης Κομνηνός και εν τοις έργοις της ειρήνης

εφάνη ηγεμών και κυβερνήτης άριστος και εν τοις πολέμοις ανδρείος

μαχητής και στρατηγός. Πολεμήσας εν Μικρά Ασία κατά των

Σελτζούκων αφήρεσεν απ' αυτών αξιόλογον μέρος εν Μικρά Ασία και

ιδίως εν Παφλαγονία, ένθα ανακτησάμενος την Κασταμώνα, ήτις ην

κοιτίς του οίκου των Κομνηνών, ετέλεσε θρίαμβον κατά την εις την

βασιλεύουσαν επάνοδον αυτού. Στρατεύσας δε και εις την Συρίαν,

ένθα ικανάς πόλεις κατείχαν οι Φράγκοι

(167) Σταυροφόροι, ενέπνευσε σεβασμόν άμα και φόβον τοις τε

Μωαμεθανοίς και τοις Φράγκοις και ηνάγκασε τους εν Συρία Φράγκους

ηγεμόνας να αναγνωρίσωσι την κυριαρχίαν του Έλληνος βασιλέως. Ο

Ιωάννης ετελεύτησε τω 1143, καταλιπών την βασιλείαν εις τον υιόν

αυτού Μανουήλ Α'.

Ο Μανουήλ Α' (1143-1180) κατά την γενναιότητα και ιδίως την

προσωπικήν ανδρείαν ήτο πολλώ υπέρτερος του τε πάππου και του

πατρός, ίσως μάλιστα ην ο ανδρειότατος πάντων των εις τον θρόνον

της Κωνσταντινουπόλεως ανελθόντων αυτοκρατόρων αλλά κατά την

σύνεσιν την πολιτικήν υπελείπετο αμφοτέρων των ενδόξων προγόνων

αυτού. Ο βασιλεύς ούτος και υπό της όλης περί το κράτος

καταστάσεως των πραγμάτων αναγκαζόμενος, αλλά και υπό της ιδίας

αυτού ακαθέκτου πολεμικής ορμής ελαυνόμενος, διεξήγαγε δι' όλης

της μακράς αυτού βασιλείας πολέμους κατά πάσας τας διευθύνσεις.

Προς βορράν επολέμησεν εναντίον των πέραν του Δανουβίου βαρβάρων

και ιδίως των Πατσινάκων, έτι δε και εναντίον των Ούγγρων,

οίτινες εις στενωτέρας νυν περιήλθον σχέσεις προς το Ελληνικόν

κράτος, και Σέρβων και Δαλματών, των αποστάντων κατά τους χρόνους

τούτους από της Βυζαντινής αυτοκρατορίας προς δυσμάς εναντίον των

από Ιταλίας και Σικελίας Νορμανδών, οίτινες αύθις υπό τον ηγεμόνα

αυτών Ρογήρον Β' (ανεψιόν του Ροβέρτου Γυσκάρδου) επετέθησαν

εναντίον των Ευρωπαϊκών επαρχιών του κράτους καταλαβόντες την

Κέρκυραν και είτα προχωρήσαντες μέχρι Κορίνθου και Θηβών (1147),

εξεβλήθησαν δε του κράτους υπό του Μανουήλ διά δυσχερών αγώνων,

των συγκροτηθέντων ιδίως περί την Κέρκυραν, ήν ανεκτήσατο αύθις ο

γενναίος βασιλεύς. Δεν περιωρίσθη δε ο Μανουήλ απλώς εις

απόκρουσιν των πολεμίων, αλλά και επιθετικός γενόμενος ικανάς

αφήρεσε πόλεις και φρούρια εν Ιταλία από του κράτους των

Νορμανδών, άτινα απολέσας μετά νέας αποτυχίας πολεμικάς

συνωμολόγησεν επί τέλους ειρήνην προς τον εν τω μεταξύ

διαδεξάμενον τον πατέρα αυτού ηγεμόνα των Νορμανδών Γουλιέλμον Α'

(1155 ή 1158). Ο Μανουήλ εταπείνωσε προς τούτοις τον αρνούμενον

εις αυτόν υποταγήν Φράγκον δούκα της Αντιοχείας Ρενάλδον και

κατέστησεν αυτόν ευπειθέστατον υποτελή.

Αλλ' οι πλείστοι και επιτυχέστατοι των πολέμων του Μανουήλ

εγένοντο εναντίον των εν Μικρά Ασία Σελτζούκων Τούρκων, όντων νυν

διηρημένων εις πολλά μικρά κράτη, και πολλάς αξιολόγους

ανεκτήσατο εν Μικρά Ασία χώρας, κατεσκεύασε δε ενταύθα χάριν των

πολέμων και στρατιωτικήν οδόν αξιόλογον, παραβαλλομένην προς τα

μέγιστα των τοιούτων αρχαίων δημοσίων έργων των Ρωμαίων.

Εν μέσω δε των ατελευτήτων τούτων πολέμων περιεσπάτο ο Μανουήλ

και υπό των εκ δυσμών, ιδίως από Γαλλίας και Γερμανίας,

σταυροφόρων. Οι ηγεμόνες της δευτέρας σταυροφορίας Λουδοβίκος Β'

της Γαλλίας και Κορράδος Γ' της Γερμανίας, κατά το 1149

διερχόμενοι δι' Ελληνικών χωρών, περιήλθαν εις εχθρικάς σχέσεις

προς τους Έλληνας και πολλάς παρεσκεύασαν δυσχερείας εις τον

Μανουήλ, αλλά ταύτας υπερενίκησεν ο Μανουήλ διά τε της τόλμης και

της φρονήσεως αυτού. Επί τέλους όμως αποφασίσας να ταπεινώση

εντελώς το εν Μικρά Ασία Σελτζουκικόν κράτος, επεχείρησε

στρατείαν μεγάλην (1174), ήτις μετά τας πρώτας επιτυχίας απέληξεν

(1176) εις μεγάλην ήτταν και την απώλειαν πολλών διά των

προηγουμένων πολέμων του Μανουήλ ανακτηθεισών χωρών. Αλλά και

μετά τας ατυχίας ταύτας εξηκολούθησεν ο Μανουήλ τον κατά Τούρκων

πόλεμον, περιορίζων τας επιδρομάς αυτών, εωσού ο κατά το 1180

επελθών θάνατος του βασιλέως έθηκε τέρμα εις τον πόλεμον τούτον.

4. Αλέξιος Β' και Ανδρόνικος Α'.

Ο Μανουήλ Α' κατέλιπε τον θρόνον εις τον δευτερότοκον υιόν αυτού

Αλέξιον διατελούντα υπό την κηδεμονίαν της Γαλλίδος μητρός αυτού

Μαρίας, δευτέρας συζύγου του Μανουήλ (η πρώτη ήτο Γερμανίς

γυναικαδέλφη του αυτοκράτορος Κορράδου Γ') θυγατρός του δουκός

της Aντιοχείας Ραιμούνδου. Η κυβέρνησις της Μαρίας ως Γαλλίδος

και καθολικής και περιστοιχιζομένης υπό πλήθους Γάλλων, και τα

διαδιδόμενα περί του ηθικού μέρους του ιδιωτικού βίου αυτής

ήγειραν δυσαρεσκείας μεγάλας εν τω λαώ της Κωνσταντινουπόλεως.

Ταύτας δε επωφελήθη ανήρ τις εκ του οίκου του βασιλικού

πολυτροπώτατος και κακοτροπώτατος, Ανδρόνικος ο Κομνηνός, εγγονός

του Αλεξίου Α' (εκ του δευτέρου υιού αυτού Ισαακίου), ανεψιός του

Ιωάννου Α' και εξάδελφος του Μανουήλ Α'. Ο Ανδρόνικος ήτο το

τερατώδες μίγμα αρετών επιπλάστων και πονηρίας και μοχθηρίας

μεγάλης, ακολαστότατον διάγων βίον, έχων μεν το εξωτερικώς και

κατ' επιφάνειαν επαγωγόν και αξιαγάπητον του ήθους και σωματικόν

κάλλος και παραβαλλόμενος υπό τινων προς τον Αλκιβιάδην, αλλά των

μεν αρετών τούτου ουδαμώς ή κατ' επιφάνειαν μετέχων, των δε

κακιών αυτού το ανυπέρβλητον μέγεθος εν τω βίω αυτού εικονίζων,

τύπος ων καθόλου χαρακτήρος φαύλου και κιβδηλοτάτου και ανθρώπου

ουδέν έχοντος όσιον και ιερόν και ουδεμίαν αρχήν ηθικήν. Μετά

πολλάς περιπετείας του βίου και πλάνας, εν αίς πολλά έπραξε και

εκακούργησε, πολλά δ' έπαθε, και μετά επιβουλάς γενομένας υπ'

αυτού εναντίον αυτού του Μανουήλ, ο πολύτροπος ανήρ τυχών

συγγνώμης είχε διορισθή διοικητής της εν Πόντω Οινόης και

διέμενεν εκεί καθ' όν χρόνον ετελεύτησεν ο Μανουήλ. Ο Ανδρόνικος

μαθών νυν την παρά τω πλήθει της Κωνσταντινουπόλεως επικρατούσαν

κατά της Μαρίας δυσαρέσκειαν έσπευσεν εκ του Πόντου και ως πατήρ

υπό του λαού της Κωνσταντινουπόλεως γενόμενος δεκτός κατέλαβε την

αρχήν ως κηδεμών και επίτροπος του Αλεξίου και δεινότατον ήγειρε

κατά των Λατίνων διωγμόν. Μετ' ολίγον εφόνευσε την Μαρίαν και

αυτόν τον Αλέξιον και κατέλαβε την υπερτάτην αρχήν, λαβών βία ως

γυναίκα και την του Αλεξίου νεαράν σύζυγον Αγνήν, την θυγατέρα

του βασιλέως της Γαλλίας Λουδοβίκου Ζ'. Ως βασιλεύς εκυβέρνησεν ο

Ανδρόνικος (1183-1185) φαυλότατα καταδιώκων απηνώς πάντα

άνθρωπον, όν εθεώρει ως έχοντα αξίαν τινά, όμοιος κατά τούτο προς

τον Ιουστινιανόν Β' τον Ρινότμητον, επιδιώκων δε δημοτικότητα δι'

αισχράς δημαγωγίας και προστατεύων τα γράμματα και την παίδευσιν.

Επί του τυράννου τούτου το κράτος έπαθε δεινήν συμφοράν. Όσοι των

Λατίνων Κωνσταντινουπόλεως κατώρθωσαν να διαφύγωσι τας ενταύθα

κατ' αυτών διαταχθείσας υπό του Ανδρονίκου και υπό του όχλου

τελουμένας σφαγάς, συγκροτήσαντες στόλον δεινώς ελυμαίνοντο τας

κατά την Προποντίδα και το Αιγαίον Ελληνικάς παραλίας, στίφη δε

Νορμανδών πολυπληθή ορμήσαντα αύθις από Ιταλίας εις την Ήπειρον

και καταλαβόντα αμαχητί το Δυρράχιον διηυθύνθησαν διά Μακεδονίας

εις την Θεσσαλονίκην, καθ' όν χρόνον και στόλος 200 πλοίων

κατελάμβανε τας Ιονίους νήσους και είτα έπλεεν εις τον λιμένα

Θεσσαλονίκης (1185). Η πόλις αύτη εκυριεύθη εξ εφόδου μετά

ολιγοήμερον πολιορκίαν και έπαθε τα πάνδεινα υπό των καταλαβόντων

αυτήν Λατίνων• φόνοι, αιχμαλωσίαι, αρπαγαί, λεηλασίαι και παντός

είδους συμφοραί επλήρωσαν την μεγάλην ταύτην δευτέραν του κράτους

πόλιν, όπως προ 300 περίπου ετών, ότε εκυριεύθη υπό του

αρνησιθρήσκου αρχηγού των Σαρακηνών πειρατών Λέοντος του

Τριπολίτου (σ. 198). Τότε δε συλληφθείς εκακώθη δεινώς υπό των

Φράγκων και ο περίφημος αρχιεπίσκοπος ων τότε Θεσσαλονίκης

Ευστάθιος, ο σοφός σχολιαστής του Ομήρου, όστις μετά πολλά

παθήματα κάμψας διά της αγαθότητος αυτού και αυτούς τους

βαρβάρους κατακτητάς αποκατέστη αύθις εις τον θρόνον αυτού.

Οι Νορμανδοί μετά την κατάληψιν της Θεσσαλονίκης εκινήθησαν

εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως κατά γην και κατά θάλασσαν

επερχόμενοι κατ' αυτής. Αλλ' εν τω μεταξύ επανάστασις εκραγείσα

ενταύθα κατά του Ανδρονίκου επήνεγκε την πτώσιν και τον οίκτιστον

[168] υπό του επαναστάντος λαού τελεσθέντα φόνον αυτού. Εις τον

θρόνον ανήλθεν ο εκ του συγγενούς προς τους Κομνηνούς οίκου των

Αγγέλων Ισαάκιος ο Άγγελος. Ούτος επωφελούμενος την εν τω λαώ και

τω στρατώ εκ της πτώσεως του Ανδρονίκου επελθούσαν ηθικήν έξαρσιν

κατενίκησε τους Νορμανδούς διά του γενναίου στρατηγού Βρανά κατά

γην και κατά θάλασσαν και ηνάγκασεν αυτούς να αποχωρήσωσι πασών

των υπ' αυτών καταληφθεισών Ελληνικών χωρών πλήν τινων Ιονίων

νήσων.

Και ούτω μεν ο τω 1185 απειλήσας την ύπαρξιν του κράτους κίνδυνος

απεσοβήθη. Αλλ' ο κίνδυνος ούτος ενέσκηψεν αύθις από Φράγκων μετά

18 έτη επενεγκών την κατάλυσιν του Κράτους. Επειδή δε το γεγονός

τούτο συνδέεται μετά της λεγομένης Τετάρτης ή Λατινικής

Σταυροφορίας, ανάγκη, πριν προχωρήσωμεν περαιτέρω, να διαλάβωμεν

ενταύθα διά βραχέων περί των Σταυροφοριών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'

ΑΙ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑΙ

1. Πρώτη Σταυροφορία.

Σταυροφορίαι εν τη ιστορία εκλήθησαν, καθά είδομεν, στρατείαι

γενόμεναι προς ελευθέρωσιν των αγίων τόπων εκ των Μωαμεθανών. Ως

και αλλαχού είπομεν, ανέκαθεν εν τη Δύσει εθεωρείτο ευσεβεστάτη

πράξις θρησκευτική η εις Παλαιστίνην χάριν προσκυνήσεως των Αγίων

Τόπων αποδημία. Και ενόσω μεν της Παλαιστίνης ήρχον οι Ουμμεϊάδαι

και μετ' αυτούς οι Αββασίδαι χαλίφαι, δεν παρενεβάλλοντο πολλά

κωλύματα εις τους από Δύσεως προσκυνητάς. Αλλ' αφ' ού χρόνου οι

Φατιμίδαι χαλίφαι της Αιγύπτου κατέλαβον την Παλαιστίνην (από των

αρχών του 11 αιώνος), ιδίως επί του Φατιμίδου χαλίφου Χακήμ (996-

1021), σφοδρός εγένετο καταδιωγμός των χριστιανών• ο ναός της

Αναστάσεως κατηδαφίσθη τότε, εκτίσθη δε ύστερον τω 1055 υπό του

αυτοκράτορος του Ελληνικού κράτους δι' ιδιαιτέρας προς τον

Φατιμίδην χαλίφην Μουστασίρ συνθήκης. Και αφ' ού δε περί το τέλος

του 11 μ. Χ. αιώνος οι Σελτζούκοι Τούρκοι επί του σουλτάνου

Μαλέκ-σαχ αφήρεσαν την Παλαιστίνην από των Φατιμιδών,

εξηκολούθησαν οι κατά της χριστιανικής πίστεως εν τοις Αγίοις

τόποις διωγμοί. Τούτους δε βλέποντες οι εκ Δύσεως προσκυνηταί

μετά την εις Ευρώπην επάνοδον περιέγραφον τα γινόμενα κατά τρόπον

εξεγείροντα την ιεράν αγανάκτησιν των χριστιανών. Εντεύθεν παρά

πολλοίς των χριστιανικών λαών και ηγεμόνων της Δύσεως παρήχθη η

ιδέα μεγάλης υπέρ των Αγίων Τόπων προς την Ανατολήν στρατείας. Οι

πάπαι ασμένως υπέθαλπον την ιδέαν ταύτην, βλέποντες εν τη

πραγματώσει αυτής την εις Ανατολήν επέκτασιν της ιδίας αυτών

δυνάμεως και ροπής. Ότε δε τω έτει 1093-1094 μοναχός τις ερημίτης

από Νορμανδίας (εξ Αμβιανού) της Γαλλίας καταγόμενος Πέτρος ή

Κουκούπετρος, εν Παλαιστίνη γενόμενος, είδε τους ενταύθα εναντίον

των χριστιανών και της Εκκλησίας αυτών διωγμούς, επιστρέψας εις

την Ευρώπην εξέθηκε πάντα όσα είδε τω πάπα Ουρβανώ Β'. Ούτος δε

προθύμως επελάβετο της ευκαιρίας ίνα διά του Πέτρου και δι' άλλων

μοναχών και ιερέων και επισκόπων κηρύξη εν τοις Ευρωπαϊκοίς λαοίς

μέγαν ιερόν πόλεμον υπέρ των τόπων, «ένθα έστησαν οι πόδες του

Κυρίου». Το κήρυγμα επέτυχε λαμπρώς, και το επόμενον έτος 1095

συνεκροτήθη εν Κλερμών της Γαλλίας μεγάλη Εκκλησιαστική

Συνέλευσις, εις ήν παρέστησαν χιλιάδες κληρικών και λαϊκών, αυτός

δε ο πάπας ελθών τότε εις Κλερμών, αφού ετέλεσε μεγαλοπρεπή

εκκλησιαστικήν τελετήν, ελάλησεν εις το μέγα πλήθος, ως ο Μωυσής,

ανελθών εις το όρος, και ενέπνευσεν άρρητον τοις πάσιν

ενθουσιασμόν και κοινή εγένετο νυν απόφασις περί ιερού πολέμου.

Εντεύθεν ευθύς πολυπληθή στίφη υπό την αρχηγίαν διαφόρων μοναχών,

και αυτού του Κουκουπέτρου, ή ιπποτών εξεχύθησαν εις τας

ανατολικάς χώρας της Ευρώπης, μεταβαίνοντα εις την Παλαιστίνην.

Αλλά τα πρώτα ταύτα άτακτα στίφη, παρεκτραπέντα εις πολλάς καθ'

οδόν αταξίας, κατεστράφησαν άλλα μεν εν Ουγγαρία και εν Βουλγαρία

υπό των κατοίκων των χωρών τούτων, άλλα δε (τα υπό τον Πέτρον),

αφού διήλθον τας εν Ευρώπη Ελληνικάς επαρχίας και διεπεραιώθησαν

τον Βόσπορον, εξωλοθρεύθησαν υπό του ξίφους των Σελτζούκων της

Νικαίας. Το επόμενον έτος εξεκίνησαν εξ Ευρώπης τα κύρια

σταυροφορικά στρατεύματα των ηγεμόνων και των ιπποτών, συγκείμενα

το πλείστον εκ Γάλλων και Νορμανδών (της Γαλλίας και της Κάτω

Ιταλίας). Ως σύμβολον οι στρατευόμενοι νυν υπέρ του Χριστού

έφερον επί του δεξιού ώμου ερυθράν εικόνα του σταυρού, όθεν

εκλήθησαν και σταυροφόροι. Οι ονομαστότατοι των αρχηγών της

πρώτης ταύτης στρατείας ήσαν ο Λοθαρίγγιος Γοδεφρείδος ο

Βουιλλώνος, ο Νέστωρ κληθείς της στρατείας (ένεκα της ηλικίας,

της ανδρείας, της ευσεβείας και της πολιάς φρονήσεως), μετά των

αδελφών αυτού Βαλδουίνου και Ευσταθίου, Ροβέρτος ο δουξ της εν

Γαλλία Νορμανδίας, υιός του Γουλιέλμου του Κατακτητού (σελ. 154),

Ροβέρτος ο κόμης Φλανδρίας, αδελφός του βασιλέως της Γαλλίας

Φιλίππου Α', Ραϊμούνδος ο κόμης Τολώσης, ο γνωστός ημίν εκ της

Βυζαντινής ιστορίας Βοημούνδος ο υιός του Ροβέρτου Γυσκώρδου

(σελ. 230) ως αρχηγός των Νορμανδών της Κάτω Ιταλίας και ο τούτου

αδελφιδούς [169] Ταγκρέδος, ο Αχιλλεύς κληθείς της Σταυροφορίας

ένεκα της ανδρείας αυτού, και ο επίσκοπος Αδείμαρος (έχων ως

επισκοπήν την παρά τα Πυρηναία κειμένην Γαλλικήν πόλιν Puy), ο

και πρώτος εκ των ηγεμόνων άρξας της στρατείας. Ούτος ως

επίτροπος του Πάπα εθεωρείτο τιμητικώς αρχιστράτηγος• πράγματι δ'

όμως ουδεμία υφίστατο αρχιστρατηγία. Ούτοι πάντες μετά των

μαχητών αυτών εκ διαφόρων τόπων διά διαφόρων οδών διηυθύνθησαν

εις Κωνσταντινούπολιν ως τόπον συνενώσεως. Ενταύθα δε, αφού

υπεχρεώθησαν να δώσωσιν όρκον φεουδαλικής πίστεως εις τον Αλέξιον

Α' (ωρκίσθησαν δηλονότι ότι των χωρών, άς έμελλον να κυριεύσωσιν

από των Μωαμεθανών εν Ασία, ως ανηκουσών πρότερον εις το

Ελληνικόν κράτος, υπέρτατον κυρίαρχον έμελλον να θεωρώσι τον

Έλληνα αυτοκράτορα, αυτοί κυβερνώντες αυτάς ως φεουδαλικοί

υποτελείς άρχοντες), διεπεραιώθησαν επί Ελληνικών πλοίων,

ανερχόμενοι εις 400 περίπου χιλιάδας μαχητών, εις την Ασιατικήν

όχθην του Βοσπόρου, και μετ' ολίγον επολιόρκησαν την πρωτεύουσαν

του εν Μικρά Ασία Σελτζουκικού κράτους Νίκαιαν. Προχωρησάσης δε

της πολιορκίας ο σουλτάνος του κράτους τούτου Κιλίτζ-αρσλάν Α'

(υιός του Σουλεϊμάν, ίδε σελ. 226) παρέδωκε ταύτην ουχί εις τους

Σταυροφόρους, αλλ' εις τον παρακολουθούντα μετά στρατού τους

Σταυροφόρους αυτοκράτορα Αλέξιον (170). Τούτο δυσηρέστησε τοις

αρχηγοίς των Σταυροφόρων, αλλ' ο Αλέξιος κατώρθωσε να εξευμενίση

αυτούς δια δώρων. Οι δε Σταυροφόροι διέσχισαν νυν την Μικράν

Ασίαν καθ' όλον το μήκος από της βορειοδυτικής άκρας προς την

νοτιανατολικήν, πολλάς συγκροτούντες μάχας νικηφόρους προς τον

Κιλίτζ-αρσλάν, αλλ' αποδεκατιζόμενοι και αυτοί. Εισελάσαντες δε

(1087) εις την βόρειον Συρίαν κατέλαβον την Αντιόχειαν και

εντεύθεν πορευόμενοι διά της παραλίας το πλείστον, εν μέσω πολλών

ταλαιπωριών αφίκοντο (1098) εις την αγίαν πόλιν, την προ μικρού

ανακτηθείσαν υπό του Φατιμίδου χαλίφου της Αιγύπτου, ήν και

κατέλαβον εξ εφόδου και διέπραξαν δεινήν σφαγήν των Μωαμεθανών

κατοίκων. Ίδρυσαν δε τότε και κράτος Χριστιανικόν καλέσαντες αυτό

βασίλειον της Ιερουσαλήμ και βασιλέα εξέλεξαν τον Γοδεφρείδον

Βουιλλώνος διανείμαντες εν εαυτοίς οι αρχηγοί τας κυριευθείσας

χώρας ως φέουδα του βασιλείου. Το βασίλειον της Ιερουσαλήμ

ιδρυθέν εν μέσω του μωαμεθανικού κόσμου και διατελούν εις

πολέμους διηνεκείς προς τους μωαμεθανούς ηγεμόνας της Αιγύπτου

και της Συρίας, διετηρήθη επί 100 περίπου έτη διά της διηνεκούς

στρατιωτικής υπηρεσίας αυτών τούτων των εν Παλαιστίνη και Συρία

Σταυροφόρων, και διά των εξ Ευρώπης διηνεκώς συρρεόντων νέων

Σταυροφόρων, προ πάντων δε διά των εν Ιερουσαλήμ συγκροτηθέντων

τότε μοναχικών ιπποτικών ταγμάτων των ενούντων τον βίον του

Χριστιανού μοναχού προς τον του Χριστιανού ιππότου και μαχητού

(σελ. 168). Τοιαύτα τάγματα μοναχικά συνεστάθησαν το των

Ιωαννιτών (κληθέντων ούτως από του προστάτου του τάγματος αγίου

Ιωάννου Προδρόμου) και το των Ναϊτών (κληθέντων ούτως εκ της

κατοικίας αυτών, ούσης εγγύς του τόπου, ένθα ην το πάλαι ο ναός

του Σολομώντος.

Αλλά ταύτα πάντα δεν ήρκουν ούτε εις την διατήρησιν του βασιλείου

της Ιερουσαλήμ ούτε εις την καθόλου προστασίαν του Χριστιανισμού

εν Συρία και Παλαιστίνη. Και διά τούτο εγένοντο και άλλαι νέαι

μεγάλαι σταυροφορίαι.

2. Δευτέρα Σταυροφορία.

Οι Σταυροφόροι πλην του βασιλείου της Ιερουσαλήμ ίδρυσαν και

άλλας εν Συρία ηγεμονίας, ιδίως την της Αντιοχείας (το δουκάτον

κληθέν της Αντιοχείας), και της εν Μεσοποταμία Εδέσσης (ήν δεν

αφήρεσαν από των Μωαμεθανών, αλλά κατέλαβον ούσαν Χριστιανικήν

και αυτόνομον, την μόνην εν Μεσοποταμία μη υπό Μωαμεθανών

κυριευθείσαν πόλιν). Αλλά την Έδεσσαν κατέλαβε και κατέστρεψε

δεινώς (1144) ο Νουρεδδίν ηγεμών του Μοσούλ (Ασσυρίας), ενός των

εν Μεσοποταμία και Συρία Σελτζουκικών φεουδαλικών κρατών (σελ.

226). Τούτο εξήγειρε μεγάλην αγανάκτησιν εν τη Ευρώπη,

παρεσκευάσθησαν δε σταυροφορίαι γενόμεναι νυν υπό αρχηγίαν ουχί

φεουδαρχών ηγεμόνων, ως η πρώτη σταυροφορία, αλλ' αυτού του

αυτοκράτορος Κορράδου Γ', στρατεύσαντος μετά 70 χιλ. ιπποτών

Γερμανών, και του βασιλέως της Γαλλίας Λουδοβίκου Ζ', άγοντος και

τούτου σημαντικόν στρατόν ιπποτών Γάλλων. Οι Σταυροφόροι ούτοι

διελθόντες τας Ευρωπαϊκάς Ελληνικάς επαρχίας (1147) αφίκοντο εις

Κωνσταντινούπολιν επί του βασιλέως Μανουήλ Α', προς όν περιήλθον

και εις εχθρικάς σχέσεις, μη λαβούσας μείζονας διαστάσεις ιδίως

ένεκα της φρονήσεως, ήν έδειξεν ο Λουδοβίκος Ζ'. Από

Κωνσταντινουπόλεως μετέβησαν εις Ασίαν και μετά πολλάς κατά την

οδόν ταλαιπωρίας, καθ' άς απώλετο μέγιστον μέρος ιδίως του

Γερμανικού στρατού, μικρά μόνον λείψανα του στρατού αφίκοντο εις

Συρίαν και επολιόρκησαν την Δαμασκόν άνευ αποτελέσματος. Ο

Κορράδος Γ' και ο Λουδοβίκος επέστρεψαν μετ' ολίγον (τω 1149) εις

την Ευρώπην ουδέν πράξαντες έργον άξιον λόγου.

3. Τρίτη Σταυροφορία.

Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας · 第 20 / 31 段