{238} Εν τω μεταξύ εν Αιγύπτω η δυναστεία των Φατιμιδών χαλιφών

κατελύθη υπό του γενναίου Κούρδου το γένος στρατηγού Σαλαδίνου.

Ούτος γενόμενος κύριος του Αίγυπτιακού κράτους υπέταξε την χώραν

υπό την πνευματικήν αρχήν του εν Βαγδατίω Αββασίδου χαλίφου,

αυτός εν ονόματι αυτού ως σουλτάνος κυβερνών την χώραν (1175). Ο

Σαλαδίνος εστράτευσεν είτα εναντίον του βασιλείου της Ιερουσαλήμ

και μετά την νίκην, ήν ήρατο παρά την Τιβεριάδα λίμνην (1187),

κατέλαβε την Ιερουσαλήμ• ούτω δε των Χριστιανών το κράτος

περιωρίσθη μόνον εις την βόρειον Παλαιστίνην. {239} Το γεγονός

τούτο ακουσθέν εν Ευρώπη προυκάλεσε την τρίτην Σταυροφορίαν, ής

ηγέται εγένοντο ο αυτοκράτωρ Φρειδερίκος Α' Βαρβαρόσσας, ο

βασιλεύς της Γαλλίας Φίλιππος Β' ο Αύγουστος και ο βασιλεύς της

Αγγλίας Ριχάρδος Α'. Και ο μεν Φρειδερίκος μετά στρατού 40 χιλ.

περίπου μαχητών ήλθε διά ξηράς εις τον Ελλήσποντον (1189) και

διαπεραιωθείς εις την Ασίαν προήλασε νικηφόρως εις τα ένδον της

μικράς Ασίας και νικήσας τους Σελτζούκους κατέλαβε την

πρωτεύουσαν αυτών Ικόνιον. Αλλά γενόμενος είτα εν Κιλικία κατά

την διάβασιν του ποταμού Καλυκάδνου (Σαλέφ) παρασυρθείς επνίγη.

Το πλείστον του Γερμανικού στρατού επέστρεψε τότε οίκαδε• μικρόν

δε μέρος μετέβη εις Συρίαν, ένθα ηνώθη προς τους άλλους

Σταυροφόρους. Το μόνον άξιον λόγου αποτέλεσμα της στρατείας του

Φρειδερίκου Α' υπήρξεν η κατά ταύτην συγκρότησις του Τευτονικού

λεγομένου νέου μοναχικού ιπποτικού τάγματος, όπερ ειργάσθη υπέρ

της διαδόσεως του Χριστιανισμού ουχί εν Παλαιστίνη, αλλ' εν τοις

παρά την Βαλτικήν θάλασσαν Σλαυικαίς χώρας.

Ο δε ηνωμένος στρατός των Γάλλων και των Άγγλων ανερχόμενος εις

100 χιλ. μαχητών αποπλεύσας εκ Μασσαλίας και Γενούης αφίκετο εις

Μεσσήνην της Σικελίας. Εντεύθεν δε έπλευσαν εις τα παράλια της

Φοινίκης (οι Άγγλοι κατά τον πλουν τούτον αφήρεσαν από των

Ελλήνων την Κύπρον, ής ο διοικητής Ισαάκιος είχεν αποστή από του

εν Κωνσταντινουπόλει αυτοκράτορος Ισαακίου Αγγέλου), ένθα

επολιόρκησαν και εξεπόρθησαν το ισχυρόν φρούριον Πτολεμαΐδα. Μετά

τούτο δε πολλάς συνεκρότησαν μάχας προς τον Σαλαδίνον και ικανάς

ανεκτήσαντο πόλεις εν Παλαιστίνη, αλλά της Ιερουσαλήμ δεν

κατώρθωσαν την ανάκτησιν. Τέλος δε συνωμολόγησαν ανακωχήν τριετή

προς τον Σαλαδίνον, επιτρέπουσαν τοις Χριστιανοίς προσκυνηταίς

την ειρηνικήν εις Ιερουσαλήμ μετάβασιν.

4. Αι λοιπαί Σταυροφορίαι.

Περί της τετάρτης ή Λατινικής καλουμένης Σταυροφορίας δεν

ποιούμεθα λόγον ενταύθα, διότι αύτη παρεκτραπείσα του σκοπού

εστράφη κατά της Κωνσταντινουπόλεως και επήνεγκε την υπό των

Φράγκων κατάλυσιν του Ελληνικού κράτους. Αλλά περί τούτων

γενήσεται λόγος εν τη ιστορία του Ελληνικού κράτους.

Εννέα έτη μετά την τετάρτην λεγομένην Σταυροφορίαν εγένετο τω

1212 η λεγομένη Σταυροφορία των παίδων.

Κατά ταύτην χιλιάδες παίδων από Γερμανίας και από Γαλλίας

συναχθέντες υπό μοναχών απεδήμησαν εις την Αγίαν Γην. Αλλ' οι μεν

πλείστοι τούτων ετελεύτησαν εκ των ταλαιπωριών της οδού, οι δε

υπολειφθέντες άπρακτοι επέστρεψαν οίκαδε.

Τω 1217 εγένετο άλλη Σταυροφορία υπό τον βασιλέα των Ούγγρων

Ανδρέαν Β'. Οι Σταυροφόροι ούτοι ενωθέντες μετά των εν Παλαιστίνη

Σταυροφόρων εκυρίευσάν τινα φρούρια εν Γαλιλαία και ιδίως το επί

του όρους Θαβώρ οχυρόν φρούριον, μεθ' ό επέστρεψαν οίκαδε τω

1218.

{240} Πάσαι αύται αι μικραί Σταυροφορίαι ως και η τω 1229

γενομένη εις Αίγυπτον άνευ αποτελέσματος διαρκούς σταυροφορία

πολλών Βελγών και Ολλανδών δεν λογίζονται εν ταις μεγάλαις

Σταυροφορίαις. Πέμπτη δε Σταυροφορία καλείται η τω 1229 υπό του

αυτοκράτορος Φρειδερίκου Β' (εγγόνου του Φρειδερίκου Α', σελ.

239) γενομένη, καθ' ήν ο αυτοκράτωρ ούτος υπεχρέωσε τον Αιγύπτιον

σουλτάνον Καμίλ (έγγονον του Σαλαδίνου) να παραδώση αυτώ την

Ιερουσαλήμ, την Βηθλεέμ και τη Ναζαρέτ, εστέφθη δε (1229) και εν

Ιερουσαλήμ ως βασιλεύς (του βασιλείου της Ιερουσαλήμ). Αλλ' η

ανάκτησις αύτη της αγίας πόλεως δεν ενίσχυσε το κράτος των

χριστιανών. Η Ιερουσαλήμ κατελήφθη αύθις τω 1244 υπό των

Χοβαρεσμίων, έπειτα δε υπό Αιγυπτίων μωαμεθανών (ίδ. κατωτέρω).

Ο βασιλεύς της Γαλλίας Λουδοβίκος Θ', ο επικαλούμενος Άγιος,

επεχείρησε δυο Σταυροφορίας• την μεν τω 1248 εις Αίγυπτον (έκτην

Σταυροφορίαν) ίνα εξαναγκάση τον Σουλτάνον της Αιγύπτου να

παραδώση την Ιερουσαλήμ, την δε τω 1270 εις Τύνητα. Αλλ' εν μεν

τη πρώτη μετά τινας επιτυχίας συνελήφθη αιχμάλωτος και ηλευθερώθη

επί λύτροις, εν δε τη δευτέρα, ήτις εγένετο επί τη ελπίδι της εις

τον Χριστιανισμόν προσαγωγής των Τυνησίων, απέθανεν υπό νόσου

(1270).

Εν τω μεταξύ κατελύθη εν Αιγύπτω η δυναστεία του οίκου του

Σαλαδίνου (των Εγιουβιδών Σουλτάνων, ως καλούνται ούτοι από του

πατρός του Σαλαδίνου Εγιούπ) υπό των Μαμελούκων (171), οίτινες

ίδρυσαν ιδίαν δυναστείαν Σουλτάνων. Οι Μαμελούκοι σουλτάνοι

κατέλυσαν οριστικώς το εν Παλαιστίνη και Συρία χριστιανικόν

Φραγκικόν κράτος καταλαβόντες αλλεπαλλήλως την Αντιόχειαν (1268),

Τρίπολιν (1289), Τύρον και Πτολεμαΐδα (1291). Τω 1300 δεν υπήρχε

κτήσις χριστιανική εν Συρία και Παλαιστίνη και αμφότεραι αύται αι

χώραι ήσαν υποτεταγμέναι εξ ολοκλήρου εις τους Μαμελούκους

μωαμεθανούς σουλτάνους της Αιγύπτου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ'.

ΚΑΤΑΛΥΣΙΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΥΠΟ ΤΩΝ ΦΡΑΓΚΩΝ. Η ΦΡΑΓΚΟΚΡΑΤΙΑ

ΕΝ ΤΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΑΤΟΛΗ

1. Ο βασιλεύς Ισαάκιος (Β') Άγγελος (1185-1195). Αλέξιος Γ'

(1195-1203).

Ο τω 1185 ανελθών εις τον θρόνον της Κωνσταντινουπόλεως Ισαάκιος

Β' ήτο ανήρ αδρανής και ανίκανος, το δε πρώτον ευτυχές γεγονός

της βασιλείας αυτού, την ήτταν και την καταστροφήν των εναντίον

της Κωνσταντινουπόλεως στρατευσάντων Νορμανδών, την προελθούσαν

εκ της ευνοίας μάλλον της τύχης (εκ της τρικυμίας) ή εκ της

δυνάμεως και ενεργείας του βασιλέως, διεδέξαντο πολλά ατυχήματα.

Το δεύτερον έτος της βασιλείας αυτού (1186), οι Βούλγαροι, οι από

200 περίπου ετών διατελούντες υπήκοοι του κράτους, πιεζόμενοι υπό

φόρων βαρέων επανέστησαν και ενωθέντες μετά των πέραν του

Δανουβίου οικουσών Βλαχικών νομαδικών φυλών ίδρυσαν νέον φοβερόν

Βουλγαροβλαχικόν κράτος, αποβάν κινδυνωδέστατον εις το Ελληνικόν

κράτος. Και άλλαι δε εγένοντο στάσεις και αποστασίαι εν άλλαις

επαρχίαις του κράτους και ιδίως εν Κύπρω, επενεγκούσαι την

απώλειαν της μεγάλης ταύτης νήσου. Την αδράνειαν δε της

κυβερνήσεως του Ισαακίου Β' και την επικρατούσαν κατ' αυτού

δυσαρέσκειαν επωφελούμενος ο του βασιλέως αδελφός Αλέξιος Άγγελος

εξέβαλεν αυτόν του θρόνου διά συνωμοσίας και τυφλώσας ενέκλεισεν

εν φυλακή (1195). Αλλά και ο Αλέξιος Γ', ο διά τοιαύτης ασεβούς

πράξεως ανελθών εις τον θρόνον, ουδαμώς εφάνη κρείττων του

αδελφού εν τη κυβερνήσει του κράτους και ουδέν έπραξεν υπέρ του

κράτους, εξωτερικώς τουλάχιστον, δικαιολογούν τον τρόπον, καθ' όν

κατέλαβε την αρχήν. Στάσεις εν ταις επαρχίαις και Βουλγάρων

επιδρομαί εξηκολούθουν και επ' αυτού αυξάνουσαι την του κράτους

ασθένειαν. Εν μέσω της τοιαύτης καταστάσεως των πραγμάτων ο του

εκβληθέντος του θρόνου βασιλέως υιός και του Αλεξίου αδελφιδούς

Αλέξιος (Δ') κατώρθωσε να φύγη από Κωνσταντινουπόλεως (1201),

όπως ζητήση βοήθειαν εν Ευρώπη υπέρ του εκπτώτου πατρός και υπέρ

εαυτού εναντίον του Αλεξίου Γ'. Μεταβάς δε εις Γερμανίαν προς τον

επ' αδελφή γαμβρόν αυτού Φίλιππον τον δούκα Σουηβίας επέμφθη υπ'

αυτού μετά συστάσεων προς τους Βενετούς (172), καθ' όν ακριβώς

χρόνον συνωμολόγουν ούτοι συνθήκην μετά των Σταυροφόρων (της Δ'

Σταυροφορίας) ίνα μεταβιβάσωσιν αυτούς επί πλοίων Βενετικών εις

Παλαιστίνην (1203).

2. Στρατεία των Σταυροφόρων εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως.

Οι Σταυροφόροι της Δ' Σταυροφορίας ήσαν το πλείστον Ιταλοί και

Γάλλοι, έχοντες αρχηγούς Ιταλούς και Γάλλους ευγενείς ή

φεουδάρχας, και ουχί βασιλείς και αυτοκράτορας ως η Β' και η Γ'.

Επισημότατοι δε των αρχηγών ήσαν ο κόμης Φλανδρίας Βαλδουίνος και

ο Βονιφάτιος ο Μομφερρατικός της Σαβοΐας. Συνέρρεον δε οι

Σταυροφόροι εις την Βενετίαν, ίνα αποφεύγοντες τας κακουχίας και

τας διά ξηράς πορείας μεταβώσιν εντεύθεν κατά θάλασσαν εις τους

Αγίους τόπους. Ο τότε _δόγης_ (δουξ δηλαδή, ήτοι αιρετός ισόβιος

άρχων), ο γηραιός, αλλά πανούργος Δάνδολος, έπεισε τους αρχηγούς

των Σταυροφόρων ίνα μέρος της χρηματικής αμοιβής, ήν συνεφωνήθη

να δώσωσιν ούτοι ως πορθμεία εις τους Βενετούς, αποτίσωσι δι'

άλλης υπηρεσίας βοηθούντες αυτώ εις την καθυπόταξιν της τότε από

των Βενετών αποστάσης παραλίοτ Δαλματικής πόλεως Ζάρας. Ότε δε

ήλθεν ενταύθα ο του Ισαακίου υιός Αλέξιος μετά συστάσεως του

Φιλίππου της Σουηδίας, ο Δάνδολος έπεισε πάλιν τους αρχηγούς ίνα

την εις Παλαιστίνην πορείαν εκτελέσωσι διά Κωνσταντινουπόλεως,

αφού πρώτον πλεύσαντες ενταύθα αποκαταστήσωσιν εις τον θρόνον τον

Ισαάκιον Β'. Ούτως η Σταυροφορική στρατεία διηυθύνθη προς την

Κωνσταντινούπολιν, παρά πάσας τας διαμαρτυρίας του πάπα

Ιννοκεντίου Γ', κατά Ιούνιον δε του 1203 ο στόλος των Σταυροφόρων

εφάνη προ της μεγάλης πόλεως. Οι Σταυροφόροι απέβησαν ευθύς εις

την Ασιατικήν όχθην και εκείθεν επί πλοιαρίων μετεβιβάσθησαν εις

τον Γαλατάν καταλαβόντες δε εξ εφόδου τον τε Γαλατάν και το Πέραν

και περιοδεύσαντες τας ακτάς του Κερατίου Κόλπου (ήτοι του

λιμένος Κωνσταντινουπόλεως) αφίκοντο έμπροσθεν των χερσαίων

τειχών. {243} Εξ άλλου δε οι Βενετοί πλησίστιοι πλέοντες εις τον

Κεράτιον κόλπον διά των πλοίων αυτών έθραυσαν διά του εμβόλου

ενός μεθ' ορμής πλέοντος πλοίου την μεγάλην σιδηράν άλυσιν την

εκτεινομένην από του πύργου του Γαλατά μέχρι της απέναντι

παραλίας του Βυζαντίου και φράττουσαν την είσοδον του λιμένος. Ο

στόλος ο Βενετικός εναυλόχει και οι Σταυροφόροι εστρατοπέδευον ου

μακράν των ανακτόρων των Βλαχερνών. Τη 17 Ιουλίου εγένετο μεγάλη

από γης και θαλάσσης έφοδος εναντίον των τειχών, αλλ' απέτυχε,

γενναίως αποκρουσάντων των εν τη πόλει Βαράγγων την επίθεσιν.

Αλλ' οι Βενετοί πλησιάσαντες διά των πλοίων εις τα τείχη είχον

θέσει πυρ εις τας παρακειμένας οικίας. Τούτο επτόησε τον δειλόν

Αλέξιον Γ', όστις, ενώ η έφοδος απεκρούσθη, έφυγε διά νυκτός από

της πόλεως λαβών μεθ' εαυτού μόνον τους θησαυρούς αυτού,

εγκαταλιπών δε εις την τύχην αυτών και πόλιν και λαόν και την

ιδίαν αυτού γυναίκα και θυγατέρας. Τότε οι κάτοικοι περιελθόντες

εις απορίαν εξήγαγον τον Ισαάκιον εκ της φυλακής και

αποκατέστησαν αυτόν εις τον θρόνον. Ο Ισαάκιος συνενοήθη νυν διά

του εν τω στρατοπέδω των Σταυροφόρων υιού αυτού Αλεξίου (Δ') μετά

των Σταυροφόρων, και φιλικαί νυν συνήφθησαν σχέσεις μεταξύ αυτού

και των αρχηγών του Σταυροφορικού στρατού, συνωμολογήθη δε και

συνθήκη, δι' ής ο Ισαάκιος υπισχνείτο να συνδράμη τοις

Σταυροφόροις και διά χρημάτων και διά στρατού. Αλλά μέχρις

εκπληρώσεως των υπό του Ισαακίου αναληφθεισών υποχρεώσεων οι

Σταυροφόροι έμενον εν τη πόλει, έχοντες μεν το στρατόπεδον αυτών

έξωθεν της πόλεως, ελευθέρως δε κοινωνούντες τη πόλει. Αλλ' ο μεν

Ισαάκιος δεν ηδύνατο να εκπληρώση τας υποσχέσεις αυτού, οι δε

Σταυροφόροι μείναντες εν Κωνσταντινουπόλει μέχρι του επομένου

έτους από φίλων εγένοντο εχθροί, άτε μισούμενοι υπό των κατοίκων.

Τέλος δε, ότε οι Σταυροφόροι υπό θρησκευτικού φανατισμού

ελαυνόμενοι επεχείρησαν να καταστρέψωσι το τέμενος το

μωαμεθανικόν, όπερ προ ολίγων ετών είχε κτισθή εν

Κωνσταντινουπόλει (διά συνθήκης του αυτοκράτορος Ισαακίου προς

τον σουλτάνον Σαλαδίνον, σ. 238-239) χάριν των ενταύθα

παρεπιδημούντων μωαμεθανών εμπόρων, οι δε Έλληνες προσέδραμον εις

βοήθειαν των υπέρ του ευκτηρίου ναού αυτών αμυνομένων μωαμεθανών,

οι Σταυροφόροι έθεσαν πυρ και κατέστρεψαν μέρος της πόλεως. Τούτο

επέτεινε το κατά των Φράγκων μίσος. Ο δε λαός οργιζόμενος κατά

του Ισαακίου ως φίλου των Φράγκων εξέβαλεν αυτόν του θρόνου και

ανεβίβασεν εις αυτόν επίσημόν τινα πολίτην, τον Νικόλαον Καναβόν.

Αλλά τότε φαύλος τις και πανούργος ανήρ, ο συγγενής των Αγγέλων,

Αλέξιος Μούρζουφλος, εφόνευσε διά δόλου τον τε Καναβόν και τον

του Ισαακίου υιόν Αλέξιον (Δ') και εσφετερίσθη την εξουσίαν.

Μικρόν δε μετά το γεγονός αποθανόντος και του γέροντος Ισαακίου,

οι Φράγκοι μετ' ατυχείς τινας περί ειρήνης διαπραγματεύσεις

επετέθησαν τη 9 Απριλίου εναντίον της πόλεως. Η έφοδος της ημέρας

εκείνης απέτυχεν. Αλλ' εν τω μεταξύ ο Αλέξιος Ε' ο Μούρζουφλος

έφυγεν, οι δε Φράγκοι τότε ορμήσαντες εις τα τείχη από τινων λίαν

πλησιασάντων εις αυτά πλοίων έθεσαν αύθις πυρ εις την πόλιν, καί

τινες των Σταυροφόρων κατελθόντες εκ των τειχών εντός αυτής

ηνέωξαν μίαν πύλην των χερσαίων τειχών. Τότε οι Σταυροφόροι εν τω

μέσω της εκ του πυρός επελθούσης συγχύσεως των κατοίκων εγένοντο

κύριοι της πόλεως και υπό το φως του επί ημέρας ολοκλήρους και

νύκτας διαρκέσαντος πυρός διέπραξαν φοβεράς ωμότητας εν αυτή,

σφαγάς, αιχμαλωσίας, ατιμίας, βεβηλώσεις ιερών και μυρία άλλα

πολλώ χείρονα των μετά 249 έτη υπό των μωαμεθανών Τούρκων

διαπραχθέντων, καταισχύνοντα την ιδιότητα των διαπραξάντων αυτά

ως χριστιανών και δη και ιπποτών και Σταυροφόρων. Διηρπάγησαν δε

τότε και πλείστα μνημεία τέχνης μετενεχθέντα εις την δυτικήν

Ευρώπην και ιδίως εις την Βενετίαν.

3. Το Φραγκικόν ή Λατινικόν κράτος της Κωνσταντινουπόλεως.

Οι Φράγκοι, οι Βενετοί δηλονότι και οι Σταυροφόροι, μετά την υπ'

αυτών άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως ίδρυσαν εν αυτή κράτος

Φραγκικόν προτιθέμενοι να περιλάβωσιν εν αυτώ άπαν το Ελληνικόν

κράτος, ήτοι απάσας τας χώρας τας αποτελούσας κατά τον χρόνον

τούτον το Ελληνικόν κράτος, και διενεμήθησαν τας χώρας ταύτας

έχοντες σκοπόν να καταλάβωσιν αυτάς ύστερον ειρηνικώς ή και διά

των όπλων. Ούτω το όλον Ελληνικόν κράτος διενεμήθη εν συμβουλίω

μεταξύ Βενετών και Σταυροφόρων. Αυτοκράτωρ του νέου κράτους

εξελέγη ο κόμης Φλανδρίας Βαλδουίνος, εις όν ως άμεσος κτήσις

εδίδετο η Θράκη• όλη δε η υπό την άμεσον εξουσίαν αυτού χώρα

(Θράκη μετά Κωνσταντινουπόλεως) εκλήθη Ρωμανία. Πάσαι αι λοιπαί

του κράτους χώραι διενεμήθησαν ως φέουδα, ήτοι ως κράτη ιδιαίτερα

υπαγόμενα εις την υπερτάτην αρχήν του αυτοκράτορος, μεταξύ των

Βενετών και του Βονιφατίου του Μομφερρατικού. Και ο μεν

Βονιφάτιος ελάμβανε πάσας τας Ασιατικάς επαρχίας και την Κρήτην,

οι δε Βενετοί ελάμβανον μεγάλην τινά συνοικίαν της

Κωνσταντινουπόλεως ως όλως αυτοτελή Βενετικήν αποικίαν και το

λεγόμενον βασίλειον της Μακεδονίας, ήτοι πάσας τας από Μακεδονίας

μέχρι Πελοποννήσου χώρας. Αλλά ταύτας έδοσαν μετ' ολίγον εις τον

Βονιφάτιον λαβόντες ως αντάλλαγμα, την Κρήτην, τας Ασιατικάς

επαρχίας και τας άλλας νήσους του Αιγαίου (η Κύπρος κυριευθείσα

πρότερον υπό των Σταυροφόρων της Γ' σταυροφορίας απετέλει τότε

ίδιον κράτος Φραγκικόν, υπαγόμενον εις το βασίλειον της

Ιερουσαλήμ). Έλαβον δε οι Βενετοί το δικαίωμα ίνα εξ αυτών εκλεγή

ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, και τοιούτος εξελέγη ο Βενετός

Θωμάς Μοροζίνης, μη αναγνωριζόμενος, εννοείται, ως πατριάρχης υπό

των ορθοδόξων Ελλήνων, ών ο πατριάρχης έφυγεν εις την Νίκαιαν. Οι

λοιποί μικροί ηγεμόνες των Σταυροφόρων έλαβον κτήσεις εντός των

κτήσεων των Βενετικών και των του αυτοκράτορος και του

Βονιφατίου. Ούτω δε το Ελληνικόν κράτος διένειμαν οι Φράγκοι προς

αλλήλους. Αλλ' ούτοι δεν κατώρθωσαν να καταλάβωσι πάσας τας χώρας

του κράτους τούτου, διότι πολλαχού ιδρύθησαν Ελληνικά κράτη.

Ούτως εν Νικαία της Βιθυνίας ίδρυσεν Ελληνικόν κράτος ο κατά τον

χρόνον της εισόδου των Φράγκων εις Κωνσταντινούπολιν ενταύθα

αναγορευθείς, αλλά ταχέως εις Ασίαν μετά του Πατριάρχου και των

άλλων λογάδων του έθνους φυγών Θεόδωρος Λάσκαρις. Εν Τραπεζούντι

και τη περί αυτήν χώρα ίδρυσε κράτος ή αυτοκρατορίαν ο Αλέξιος

Κομνηνός, εγγονός του Ανδρονίκου του Κομνηνού. Εν Ηπείρω ίδρυσε

κράτος, ήτοι δεσποτάτον, εκταθέν επί πάσαν την Δυτικήν Ελλάδα,

επί μικρόν δε και εις την Πελοπόννησον, ο Μιχαήλ Άγγελος ο και

Κομνηνός λεγόμενος, εκ του οίκου των Αγγέλων, εξάδελφος του

Ισαακίου Β' και Αλεξίου Γ' (προσωνυμούμενος _δεσπότης_). Εν δε τη

κυρίως Ελλάδι τας από Θηβών μέχρι Κορίνθου και Άργους και

Ναυπλίου χώρας κατέλαβεν ο Λέων ο Σγουρός, αφαιρεθείς μετ' ολίγον

τινάς τούτων υπό του Βονιφατίου.

Η ούτως ιδρυθείσα εν τη Ελληνική Ανατολή Λατινική αυτοκρατορία

ευθύς εξ αρχής υπήρξεν ασθενής εσωτερικώς τε και εξωτερικώς.

Εσωτερικώς μεν, διότι ένεκα του φεουδαλικού οργανισμού του

κράτους η πραγματική εξουσία του αυτοκράτορος δεν υπερέβαινε τα

όρια της Θράκης, των Βενετών και των λοιπών Φράγκων ηγεμόνων

υποχρεουμένων να παρέχωσιν αυτώ απλώς στρατιωτικήν συνδρομήν και

τούτο εν ωρισμένη περιόδω του έτους• εξωτερικώς δε, διότι

περιεστοιχίζετο υπ' εχθρικών κρατών, εν Ευρώπη μεν υπό του νέου

μεγάλου Βουλγαρικού κράτους προς βορράν και υπό του Ελληνικού

κράτους της Ηπείρου προς δυσμάς, εν Ασία δε υπό του Ελληνικού

κράτους της Νικαίας. Προς τούτοις οι υπήκοοι του κράτους Έλληνες

εμίσουν τους Φράγκους αυτών ηγεμόνας και ουδεμίαν παρείχον αυτοίς

δύναμιν ηθικήν ή υλικήν. Το μίσος δε τούτο των Ελλήνων της

Ρωμανίας ήτοι της Θράκης κατά των Φράγκων ήτο τόσον σφοδρόν, ώστε

δεν εδίστασαν να συνεννοηθώσι προς τον τότε βασιλέα των Βουλγάρων

Ιωαννίσην και να υποσχεθώσι ν' αναγνωρίσωσιν αυτόν ως βασιλέα

Ελλήνων (Ρωμαίων) και Βουλγάρων. Επί προσδοκία δε της του

Βουλγάρου ηγεμόνος εις Ρωμανίαν εισβολής επανέστησαν κατά των

Φράγκων, κέντρον της επαναστάσεως καταστήσαντες την

Αδριανούπολιν. Πράγματι δε ο Βούλγαρος ηγεμών εισέβαλεν εις την

Θράκην αλλ', αφού ενίκησε τους Φράγκους και συνέλαβεν αιχμάλωτον

αυτόν τον αυτοκράτορα Βαλδουίνον (1205), θανόντα εν τη αιχμαλωσία

μετά δεινών βασάνων, δεινοτάτας διέπραξε σφαγάς και λεηλασίας και

εξανδραποδισμούς από βασιλέως _Ρωμαίων_ γενόμενος _Ρωμαιοκτόνος._

Τον αυτοκράτορα Βαλδουίνον διεδέξατο ως επίτροπος εν αρχή, μετά

δε την βεβαίωσιν του θανάτου του Βαλδουίνου, ως αυτοκράτωρ, ο

αδελφός αυτού Ερρίκος (1205-1216). Ούτος εν τη πολιτική αυτού

φρονήσει έδειξε μείζονα προς τους Έλληνας ευμένειαν και ειργάσθη

ειλικρινώς ίνα προσοικειωθή αυτούς, μετανοήσαντας άλλως πικρώς

διά την προς τους Βουλγάρους συμμαχίαν. Εν τω μεταξύ ο

Βονιφάτιος, όστις είχε στρατεύσει εις την Μέσην Ελλάδα και την

Πελοπόννησον ίνα καταλύση την αρχήν του Λέοντος Σγουρού, έσπευσε

δ' εκείθεν εν τω κατά Βουλγάρων πολέμω, απέθανεν ηρωικώς μικρόν

μετά την ανάρρησιν του Ερρίκου πολεμών εναντίον των Βουλγάρων.

Τότε δε το κράτος της Θεσσαλονίκης επί του ασθενούς υιού και

διαδόχου του Βονιφατίου Δημητρίου (1207-1222) ήρξατο διαλυόμενον•

και ο μεν δεσπότης της Ηπείρου Μιχαήλ εξέτεινε το κράτος αυτού

και επί την Μακεδονίαν• εν δε τη Ανατολική Ελλάδι (Αθήναις και

Θήβαις) ίδρυσεν ηγεμονίαν ο Γάλλος Όθων Δελαρός (Otto de la

Roche), ο ζώντος του Βονιφατίου επιτραπείς παρά τούτου την

διοίκησιν της χώρας ταύτης και μετά τον θάνατον του Βονιφατίου

προσαγορευόμενος νυν συνήθως Μέγας Κύριος ή μεγασκύρ υπό των

Ελλήνων υπηκόων αυτού• εν Φωκίδι δε ίδρυσεν ίδιον κράτος ο Θωμάς

Στρομογκούρ, ως κόμης Σαλώνων. {247} Εν Πελοποννήσω δε προ του

θανάτου έτι του Βονιφατίου, καθ' όν χρόνον ούτος εστράτευεν

εναντίον του Λέοντος Σγουρού εις την χερσόνησον, δύο Γάλλοι, ο

Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος, ανεψιός του εκ των αρχηγών των

Σταυροφόρων ομωνύμου Βιλλεαρδουίνου, του και συγγράψαντος την

ιστορίαν της Σταυροφορίας (της Δ'), μετά τινος Γάλλου εκ των περί

τον Βονιφάτιον Γάλλων ευπατριδών, Γουλιέλμου Σαμπλίτ καλουμένου,

επινεύσει του Βονιφατίου αυτού ασχολουμένου εις την πολιορκίαν

του υπό του Σγουρού κατεχομένου Ναυπλίου, κατέλαβον το πλείστον

της Πελοποννήσου, του Μιχαήλ Α' Κομνηνού αναγκασθέντος να

καταλίπη την Πελοπόννησον και να φύγη εις Άρταν. Των

κατακτηθεισών χωρών ο Γουλιέλμος Σαμπλίτ κατέστη κύριος, κληθείς

πρίγκιψ της Αχαΐας, εις δε τον Βιλλεαρδουίνον επέτρεψε τινας των

χωρών τούτων υπό την φεουδαλικήν αυτού κυριότητα. Μετ' ολίγον δε

(τω 1209) απελθόντος του Σαμπλίτ εις Γαλλίαν και αποθανόντος

ενταύθα ο Βιλλεαρδουίνος κατέλαβε πάσαν την τούτου αρχήν, ιδρύσας

ούτως εν Πελοποννήσω ηγεμονίαν φεουδαλικώς και στρατιωτικώς

ωργανωμένην, διατηρηθείσαν μέχρι του τέλους του 14 αιώνος.

Ενώ δε εν Πελοποννήσω και εν τη Μέση Ελλάδι ιδρύοντο κράτη

Φραγκικά οπωσούν βιώσιμα, έχοντα ιδίαν ιστορίαν, το εν

Θεσσαλονίκη μετά τον θάνατον του υιού του Βονιφατίου Δημητρίου

κατελύθη ταχέως, των αποτελουσών αυτό χωρών καταληφθεισών υπό του

Δεσποτάτου της Ηπείρου και υπό του εν Ασία Ελληνικού κράτους. Διά

τούτο δε η ιστορία της Ελληνικής Ανατολής περιστρέφεται νυν

κυρίως περί τρία κράτη, το κράτος της Ρωμανίας, ήτοι την

αυτοκρατορίαν της Κωνσταντινουπόλεως, ονόματι άρχουσαν πασών των

Φραγκικών κτήσεων, πράγματι δε περιοριζομένην εις μέρος της

Θράκης, το Ελληνικόν δεσποτάτον της Ηπείρου και το Ελληνικόν

κράτος (την αυτοκρατορίαν) της Νικαίας.

4. Το Φραγκικόν κράτος επί του αυτοκράτορος Ερρίκου μέχρι της υπό

των Ελλήνων καταλύσεως αυτού.

Ο Ερρίκος αναρρηθείς αυτοκράτωρ τω 1206 εβασίλευσε μέχρι του 1246

εν μέσω απαύστων σχεδόν πολέμων, εν Ασία μεν προς την εν Νικαία

Ελληνικήν αυτοκρατορίαν, εν Ευρώπη δε προς τους Βουλγάρους και

προς τους Έλληνας δεσπότας της Ηπείρου, έτι δε και διηνεκών

πολιτικών ενεργειών προς εμπέδωσιν της κυριαρχίας αυτού εν τοις

κατ' όνομα εις την κυριαρχίαν ταύτην υπαγομένοις εν Μακεδονία και

τη κυρίως Ελλάδι Φραγκικοίς κράτεσιν. Υπήρξε δ' ομολογουμένως

βασιλεύς ου μόνον εν πολέμοις γενναίος, αλλά και πολιτικώς

συνετός και καθόλου αγαθός και προς τους Έλληνας υπηκόους αυτού

πράος και ευμενής, μετά πατρικής ευμενείας προσφερόμενος αυτοίς,

και αξιώματα και τιμάς απονέμων και προστατεύων την θρησκευτικήν

αυτών ελευθερίαν εναντίον των επιβουλών και καταπιέσεων του εν

Κωνσταντινουπόλει εγκαθιδρυθέντος Λατίνου πατριάρχου και του

αυτόθι Λατινικού κλήρου. Και οι μεν πόλεμοι και οι πολιτικοί

αυτού αγώνες δεν απέβησαν τελεσφόροι ως εκ της καθόλου δυσχερούς

καταστάσεως των πραγμάτων• αλλ' ο Ερρίκος κατέλιπε μνήμην αγαθού

βασιλέως. Ετελεύτησε δε τω 1216 έν τινι κατά του δεσπότου της

Ηπείρου Θεοδώρου στρατεία.

Μετά τον άπαιδα θανόντα Ερρίκον οι ευγενείς της αυτοκρατορίας

εξέλεξαν ως διάδοχον αυτού τον εν Γαλλία ευρισκόμενον επ' αδελφή

(Ιολάνθη) γαμβρόν αυτού Πέτρον Κουρτεναίην (κόμητα Ναμούρ). Αλλ'

ούτος ερχόμενος εις Κωνσταντινούπολιν διά της Ηπείρου και

επιχειρήσας την κατάληψιν του Δυρραχίου ηχμαλωτίσθη υπό του

δεσπότου Θεοδώρου και απέθανεν εν τη αιχμαλωσία (1219).

Γνωσθέντος δε του θανάτου αυτού εν Κωνσταντινουπόλει, οι Φράγκοι

ευγενείς εξέλεξαν ως αυτοκράτορα, τον πρεσβύτατον αδελφόν του

Πέτρου Φίλιππον Ναμούρ τούτου δ' αποποιηθέντος, τον νεώτατον

Ροβέρτον. Μόλις τω 1221 ο Ροβέρτος ήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν

και εβασίλευσεν ενταύθα μέχρι του 1227 εν μέσω δεινοτάτων

δυσχερειών εξωτερικών και εσωτερικών. Εξωτερικώς η θέσις του

κράτους κατέστη δυσχερεστάτη ένεκα της υπό του δεσπότου της

Ηπείρου καταλήψεως απάσης της Μακεδονίας και μεγάλου μέρους της

Θράκης και αυτής της Αδριανουπόλεως, εσωτερικώς δε ένεκα της

άκρας πενίας, εις ήν περιήλθε το κράτος (η Ρωμανία), το

περιοριζόμενον κατ' ουσίαν εις την Κωνσταντινούπολιν και μικρόν

μέρος της Θράκης, και ουδεμίαν σχεδόν λαμβάνον στρατιωτικήν ή

χρηματικήν δύναμιν εκ των Φραγκικών κρατών της Ελλάδος ή εκ των

εν τω Αιγαίω Βενετικών κτήσεων (αίτινες εθεωρούντο και αύται

φέουδα του κράτους), ελάχιστα δε καρπούμενον και εξ αυτού του

φεουδαλικώς ωργανωμένου, εκ μικρών φεούδων ήτοι βαρωνιών

συγκειμένου ιδιαιτέρου αυτού κράτους (της Ρωμανίας), όπερ

αποτελείτο, ως είρηται, νυν εκ της Κωνσταντινουπόλεως και μέρους

της Θράκης. Εν μέσω της αθλίας ταύτης καταστάσεως βαρυνθείς την

αρχήν μετέβη εις Ρώμην, καταλιπών το κράτος εις την τύχην αυτού•

ότε δε τω 1228 επέστρεψεν εις Κωνσταντινούπολιν, συμβουλή του

Πάπα, ετελεύτησε τω αυτώ έτει.

Διάδοχος αυτού άπαιδος θανόντος εξελέγη ο του Πέτρου Κουρτεναίη

τρίτος υιός (ανεψιός του Ροβέρτου) ενδεκαετής Βαλδουίνος Β',

διατελών υπό κηδεμονίαν και επιτροπείαν του Ιωάννου κόμητος

Βριέννης, μέχρι του κατά το 1237 επελθόντος θανάτου του ανδρός

τούτου. Επί της κυβερνήσεως του Ιωάννου Βριέννης η

Κωνσταντινούπολις, ήτοι η των Φράγκων αυτοκρατορία, περιήλθεν εις

τον έσχατον κίνδυνον υπό των συμμαχησάντων κατ' αυτής Ελλήνων

(της Νικαίας) και Βουλγάρων υπό τους βασιλείς αυτών Ιωάννην

Βατάτζην και Ιωάννην Ασάν. Η Κωνσταντινούπολις επολιορκήθη υπό

των συμμάχων, αλλ' εσώθη διά της ηρωικής ανδρείας του Ιωάννου

Βριέννης, αποκρούσαντος τους πολεμίους διά γενναιοτάτης αμύνης

και τρέψαντος αυτούς εις φυγήν διά κρατεράς εξόδου.

Μετά τον θάνατον του Ιωάννου Βριέννης (1237) ο Βαλδουίνος Β'

περιελθών εις εσχάτην αμηχανίαν ένεκα δεινοτάτης οικονομικής

ενδείας και της παντελούς στρατιωτικής αδυναμίας του κράτους ως

και της απειλητικής θέσεως, ήν ελάμβανε κατ' αυτού ιδίως το εν

Νικαία Ελληνικόν κράτος, απήλθεν εις Δύσιν, ίνα επαιτήση παρά των

ενταύθα ηγεμόνων χρήματα και στρατόν. Και επανήλθε μεν τω 1239

εις Κωνσταντινούπολιν μετά πολυαρίθμου μισθοφορικού στρατού, αλλ'

ένεκα της οικονομικής ενδείας, υφ' ής επιέζετο πάντοτε, δεν

ηδυνήθη να διατηρήση τους μισθοφόρους αυτού, οίτινες προθύμως

μετέβαινον νυν εις υπηρεσίαν παρά τω αντιπάλω αυτού Έλληνι

αυτοκράτορι της Νικαίας. Αφού δε περιήλθεν εις την εσχάτην

ένδειαν, αναγκαζόμενος να πορίζηται τα προς το ζην εκ της

υποθηκεύσεως των εκκλησιαστικών κτημάτων και εκ των ελεημοσυνών,

άς εις αυτόν τε και την σύζυγον αυτού έδιδεν η βασίλισσα της

Γαλλίας (γυνή του Λουδοβίκου Θ' του Αγίου), μετέβη μετά τινα

χρόνον αύθις εις Ευρώπην χάριν επαιτείας• αλλ' ουδέν σπουδαίον

κατορθώσας επανήλθεν εις το κράτος αυτού, εν εσχάτη νυν διατελών

πενία ουχί απλώς ως άρχων, αλλά και ως ιδιώτης. Τοιαύτη ήτο η

θέσις των πραγμάτων εν τω Φραγκικώ κράτει, ότε κατελύθη τούτο υπό

των Ελλήνων του εν τη Μικρά Ασία Ελληνικού κράτους της Νικαίας.

5. Η Ελληνική αυτοκρατορία της Νικαίας και το δεσποτάτον της

Ηπείρου.

Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας · 第 21 / 31 段