Αι δύο αδελφαί έμειναν νυν μόναι κύριαι του κράτους. Αλλ' αύται,

νοούσαι ότι το κράτος δεν ήτο δυνατόν να κυβερνηθή υπ' αυτών εν

μέσω των περιστοιχιζόντων αυτό πολλών κινδύνων, εξελέξαντο και

τρίτον συνάρχοντα, τον συγγενή προς τον βασιλικον οίκον

Κωνσταντίνον (Θ') τον Μονομάχον, όστις και ενυμφεύθη την παρήλικα

ήδη γενομένην Ζωήν. Ούτω δε η πραγματική του κράτους κυβέρνησις

περιήλθεν εις τον Κωνσταντίνον Θ', άνδρα μετρίας αξίας, έχοντα

μέν τινας αρετάς, αλλά και πολλάς κακίας, μη επαρκούντα δε εν

πάσιν εις τας απαιτήσεις της θέσεως, καθ' όν χρόνον τα του

κράτους ήρξαντο αύθις δεινώς ταρασσόμενα και εσωτερικώς, αλλά προ

πάντων εξωτερικώς και δη και εν τη Ανατολή και από Δύσεως και από

βορρά. Επαναστάσεις εσωτερικαί σοβαραί ετάραττον το κράτος ήδη

από της βασιλείας του Μιχαήλ Δ', ιδίως δ' επανάστασίς τις

Βουλγαρική βιαίως κατασταλείσα. Επί δε του Κωνσταντίνου Θ'

σοβαρωτάτη επανάστασις εγένετο υπό του γνωστού ημίν στρατηγού

Γεωργίου Μανιάκη. Διορισθείς ούτος αρχιστράτηγος των εν τη Κάτω

Ιταλία στρατιωτικών δυνάμεων του κράτους και παυθείς μετά μικρόν

ανηγορεύθη βασιλεύς υπό του στρατού. Αλλ' οι περί τον

Κωνσταντίνον Θ' κατώρθωσαν διά των από της βορείου Γαλλίας

ελθόντων τότε εις την Κάτω Ιταλίαν Νορμανδών μισθοφόρων (σ. 158)

να καταβάλωσι την στάσιν. Ο Μανιάκης όμως και μετά την ήτταν

διαπεραιωθείς μετά του υπολειπομένου έτι αυτού στρατού από

Υδρούντος εις Δυρράχιον εβάδιζεν εντεύθεν κατά της πρωτευούσης

νικήσας τα κατ' αυτού πεμφθέντα στρατεύματα. Αλλ' έν τινι

συμπλοκή πεσών από του ίππου αιφνιδίως απέθανε γενόμενος, ως

φαίνεται, θύμα προδοτικής δολοφονίας. Δύο άλλαι κατά του

Κωνσταντίνου Θ' στάσεις του Λέοντος Τορνικίου και του Θεοφίλου

Ερωτικού ταχέως κατεβλήθησαν διά τε της τόλμης και της ανδρείας

και της επιεικούς προς τους ηττηθέντας διαγωγής του βασιλέως.

Επί του Κωνσταντίνου Θ' τον Οικουμενικόν πατριαρχικόν θρόνον

διέποντος του πατριάρχου Μιχαήλ Κηρουλαρίου, τον δε παπικόν

θρόνον της Ρώμης του Λέοντος Θ', επήλθε και το οριστικόν πλέον

έκτοτε καταστάν μεταξύ της Ανατολικής και της Δυτικής Εκκλησίας

σχίσμα (1054), αναφυεισών νέων τότε μεταξύ των Εκκλησιών

Κωνσταντινουπόλεως και Ρώμης ερίδων, ών κατ' ακολουθίαν πάπας

Ρώμης και πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως αφώρισαν αλλήλους. Πάσαι

λοιπόν αι αυτοκέφαλοι εν Ανατολή ορθόδοξοι Εκκλησίαι και αυτή η

νεοφώτιστος Ρωσική συνηνώθησαν μετά της Εκκλησίας

Κωνσταντινουπόλεως εν τη καταδίκη της Ρωμαϊκής Εκκλησίας ως

αιρετικής, ούτω δε οριστικόν επήλθε Σχίσμα μεταξύ της Ανατολικής

και της Δυτικής Εκκλησίας.

16. Βαρβαρικοί επιδρομαί και πόλεμοι επί του Κωνσταντίνου Θ'.

Πατσινάκοι. Ο τελευταίος Ελληνορρωσικός πόλεμος.

Μεγάλαι βαρβαρικαί επιδρομαί εγένοντο εις τας Ευρωπαϊκάς επαρχίας

του Ελληνικού κράτους υπό των πέραν του Ίστρου οικούντων

Πατσινάκων, διαρκέσασαι έξ έτη, καθ' ά μέρος των Πατσινάκων

εδέξατο τον Χριστιανισμόν.

Σπουδαιότατον πολεμικόν γεγονός της βασιλείας του Κωνσταντίνου Θ'

είναι η του Ρώσου «μεγάλου ηγεμόνος» Ιαροσλαύου επί την

Κωνσταντινούπολιν στρατεία. Οι Ρώσοι, αφού επί του Βλαδιμήρου

προσήλθον εις την χριστιανικήν πίστιν, εις συχνάς και ζωηράς

διετέλουν σχέσεις προς την Κωνσταντινούπολιν και εις αδιάλειπτον

προς αυτήν πνευματικήν επικοινωνίαν. Εν τούτοις δεν έλειπον και

εχθρικαί μεταξύ των δύο κρατών συγκρούσεις αναμιμνήσκουσαι την

κατάστασιν την υφισταμένην μεταξύ των δύο κρατών πριν οι Ρώσοι

προσέλθωσιν εις την χριστιανικήν πίστιν.

Αποθανόντος εν Ρωσία του Βλαδιμήρου τω 1015, το κράτος διενεμήθη

μεταξύ των 8 υιών αυτού• αλλά μεταξύ τούτων την πρωτεύουσαν θέσιν

ως _μέγας ηγεμών_ (σημ. 153) έλαβεν ο Σβετοπόλσκης, άρξας μέχρι

του 1019• μετά τον θάνατον δε τούτου ο αδελφός αυτού Ιαροσλαύος

(1019-1054) υπήγαγεν υπό την αρχήν αυτού πάντας τους άλλους

ηγεμόνας, αδελφούς τε και ανεψιούς. Ο Ιαροσλαύος δε ούτος

εστράτευσεν εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως ζητών εκδίκησιν διά

τον φόνον Ρώσου τινός ευπατρίδου (βοϊάρου), φονευθέντος εν

Κωνσταντινουπόλει έν τινι μεταξύ των Ελλήνων και των αυτόθι

παροικούντων Ρώσων επελθούση έριδι. Επήλθε δε μετά στόλου εξ

απείρου πλήθους τροχαντήρων συγκεκροτημένου και πολυαρίθμου

στρατού συγκειμένου εξ εκατόν χιλιάδων ανδρών, Νορμανδών ή

Βαράγγων, οίτινες δελεαζόμενοι από του ονόματος της

Κωνσταντινουπόλεως και της προσδοκωμένης εκ της κατ' αυτής

στρατείας απείρου λείας, πανταχόθεν έσπευσαν υπό τας σημαίας του

Νορμανδοσλαύου «μεγάλου ηγεμόνος» της Ρωσίας. Αλλ' η μεγάλη αύτη

Ρωσική στρατεία απέτυχεν ολοσχερώς, ένεκα της μεγάλης τρικυμίας

ήν έπαθεν ο Ρωσικός στόλος εν τω στομίω του Βοσπόρου και των

καταστροφών άς επήνεγκεν εις αυτόν το Ελληνικόν πυρ, και ένεκα

της κατά θάλασσαν υπερτέρας δεξιότητος των Ελλήνων ναυτών. Μέγα

μέρος του στόλου διεσκορπίσθη υπό της θυέλλης, το δε λοιπόν

κατέστρεψεν ο υπό τον ναύαρχον Βασίλειον Ελληνικός στόλος. Ολίγοι

των μυριάδων μαχητών του Ιαροσλαύου εσώθησαν επί των τροχαντήρων•

οι δε λοιποί αποβάντες εις την ξηράν υπεχώρουν διά της παρά τον

Εύξεινον Θρακικής και Βουλγαρικής παραλίας. Αλλά και ούτοι

γενόμενοι παρά το στόμιον του Δανουβίου προσεβλήθησαν υπό του εκ

Βάρνης ορμήσαντος κατ' αυτών Έλληνος στρατηγού Κατακαλών, και εν

μέρει μεν κατεστράφησαν, εν μέρει δε ηχμαλωτίσθησαν. Ο Ιαροσλαύος

διεσώθη εις Ρωσίαν μετ' ολίγον εκ των Ρώσων αυτού (161).

Η ατυχής αύτη επί το Βυζάντιον Ρωσική στρατεία ήτο η τελευταία

εναντίον του Ελληνικού κράτους και της χριστιανικής

Κωνσταντινουπόλεως Ρωσική στρατεία. Έκτοτε επήλθε και εν τω

Ελληνικώ κράτει και εν Ρωσία και εν τη καθόλου Ανατολή κατάστασις

πραγμάτων, ποιήσασα ήττον συχνάς και ζωηράς τας μεταξύ Ρωσίας και

του Ελληνικού κράτους σχέσεις. Η Ρωσία μετά τον θάνατον του

Ιαροσλαύου (1054) διηρέθη μεταξύ των τούτου υιών (162) και των

εγγόνων εις πολλά κράτη και περιεπλάκη εις εμφυλίους πολέμους,

κατά δε τας αρχάς του 13 αιώνος υπέκυψεν υπό το κράτος του εξ

Ασίας φοβερού Μογγόλου επιδρομέως Δζεγγίς-χαν και των υιών αυτού.

Το δε Ελληνικόν κράτος, αφού περί τα τέλη του 10 και τας αρχάς

του 11 αιώνος επί των μεγάλων βασιλέων Νικηφόρου Β', Ιωάννου

Τσιμισκή και Βασιλείου Β' εξίκετο εις το ύψιστον, από των χρόνων

του Ηρακλείου, σημείον της δυνάμεως και της δόξης αυτού, επί των

διαδόχων του Βασιλείου Β' και ιδίως επί του Κωνσταντίνου Θ'

ήρξατο διηνεκώς εξασθενούμενον και καταρρέον. Αιτία της νυν

αρξαμένης ταύτης παρακμής και αδυναμίας του κράτους δεν ήτο μόνον

η έλλειψις βασιλέων μεγάλων εφαμίλλων προς τους προειρημένους,

αλλ' η νέα περί το κράτος δημιουργηθείσα κατάστασις των

εξωτερικών πραγμάτων, περί ης ανάγκη να πραγματευθώμεν

ειδικώτερον.

17. Οι νέοι πολέμιοι του κράτους.

Νέοι φοβεροί πολέμιοι προς Βορράν και Δυσμάς και Ανατολάς

εγεννήθησαν κατά του κράτους, εργαζόμενοι δεινώς προς καταστροφήν

αυτού.

Προς βορράν η κατάλυσις του Βουλγαρικού κράτους απήλλαξε μεν το

Ελληνικόν κράτος πολεμίου οχληροτάτου και αγριοτάτου, αλλ' εξ

άλλου ήγαγε το κράτος τούτο εις άμεσον επαφήν προς τους πέραν του

Δανουβίου βαρβάρους πολεμικούς Τουρκικούς λαούς Ούγγρους,

Πατσινάκους, Ούζους (ών μόνοι οι Ούγγροι κατά τους χρόνους του

Κωνσταντίνου Θ' είχον προσέλθει εντελώς εις τον Χριστιανισμόν),

αφ' ών τέως εχωρίζετο ως διά φραγμού διά του Βουλγαρικού κράτους.

Και ενώ υφισταμένου του Βουλγαρικού κράτους οι ειρημένοι βάρβαροι

ήσαν άμεσοι ή έμμεσοι, φανεροί ή λανθάνοντες, σύμμαχοι του

Ελληνικού κράτους εναντίον των Βουλγάρων, νυν από συμμάχων

εγίνοντο πολέμιοι και επιδρομείς επικίνδυνοι, ως μαρτυρεί και η

τω 1048 γενομένη μεγάλη των Πατσινάκων επιδρομή. Αλλ' οι λαοί

ούτοι ουδέ διενοήθησαν ουδέποτε ουδ' ηδύναντο να διανοηθώσι περί

καταλύσεως του Ελληνικού κράτους, και διά τούτο οι εξ αυτών

κίνδυνοι ήσαν πάντοτε παροδικοί.

Τουναντίον νέος κινδυνωδέστατος πολέμιος ηγέρθη εν τη Δύσει. Οι

Νορμανδοί, οίτινες επί του Κωνσταντίνου Θ', καθά είπομεν, ως

μισθοφόροι των Ελλήνων κατέστειλαν την κατά του βασιλέως τούτου

στάσιν του Γεωργίου Μανιάκη, ου πολύ μετά το γεγονός τούτο, επί

των διαδόχων του Κωνσταντίνου Θ', από μισθοφόρων εγένοντο

κατακτηταί της Κάτω Ιταλίας, καταλύσαντες ολοσχερώς εν τη χώρα

ταύτη το Ελληνικόν κράτος. Ο δ' αρχηγός αυτών ο πανουργότατος

Ροβέρτος Γυσκάρδος, ήτοι Διάβολος, όμοιος ων εν πολλοίς κατά το

πανούργον και πολύτροπον εν μέρει δε και κατά την βαρβαρότητα

προς τον Βανδήλον Γεζέριχον (σελ. 52 και 61-62), είς των 12 υιών

του Ταγκρέδου του εξ Ωτεβίλλης (Hauteville) της Γαλλικής

Νορμανδίας και αδελφός Γουλιέλμου του Σιδηρόχειρος επικαλουμένου

(του ιδρυτού του εν Κάτω Ιταλία Νορμανδικού κράτους), ανεγνωρίσθη

επισήμως υπό του Πάπα ηγεμών της Κάτω Ιταλίας. Αφού δε μετά

μικρόν οι Νορμανδοί ούτοι υπέταξαν εαυτοίς και την Σικελίαν,

αφαιρέσαντες αυτήν από των Αράβων, συνεκρότησαν μέγα κράτος εκ

των τέως Ελληνικών τούτων εν τη Δύσει χωρών και διενοήθησαν να

εκτείνωσι το κράτος τούτο προς ανατολάς, Ο μνημονευθείς Ροβέρτος

Γυσκάρδος επεχείρησεν, ορμώμενος από Ιταλίας, να καταλύση

ολοσχερώς το Ελληνικόν κράτος και επί τούτω δεινούς διεξήγαγε

πολέμους εναντίον των Ελλήνων περί τα τέλη έτι του 11 αιώνος.

Ενώ δε τοιούτος φοβερός πολέμιος από Δυσμών επεβούλευε τω

Ελληνικώ κράτει, άλλος κίνδυνος έτι δεινότερος ενέσκηψεν εξ

Ανατολών. Ήτο δ' ούτος ο κίνδυνος η εν Ασία επελθούσα κατά τους

χρόνους τούτους (τον 11 αιώνα μ. Χ.) αναζωογόνησις του

Μωαμεθανισμού διά νέας πολεμικωτάτης φυλής, της των Τούρκων. Και

η αναζωογόνησις ακριβώς αύτη του Μωαμεθανισμού και η εν τη σκηνή

της ιστορίας εμφάνισις μωαμεθανών Τούρκων υπήρξεν ολεθριωτάτη εις

το Ελληνικόν κράτος, αφαιρέσασα εν σμικρώ το πλείστον των

Ασιατικών, των και καλλίστων και ζωτικωτάτων χωρών του Κράτους,

και επενεγκούσα βραδύτερον την οριστικήν κατάλυσιν του κράτους

τούτου.

18. Τουρκικός Μωαμεθανισμός. Άραβες,

Πέρσαι, Τούρκοι.

Οι Άραβες, ών εν μέσω περί τας αρχάς του 7 μ. Χ. αιώνος εγεννήθη

ο Μωαμεθανισμός, επί 2 αιώνας και επέκεινα υπήρξαν οι φοβεροί

σημαιοφόροι της νέας θρησκείας. Δι' αυτών αύτη εξετάθη από των

ερήμων της Πετραίας Αραβίας, ένθεν μεν διά της βορείου Αφρικής

μέχρι του Ατλαντικού και των Πυρηναίων, ένθεν δε διά Συρίας,

Ασσυρίας, Μηδίας και Περσίας μέχρι του Ώξου και του Ινδού. Οι

Άραβες κατέστρεψαν το Περσικόν κράτος, ηκρωτηρίασαν δεινώς το

Ελληνικόν, και προσβαλόντες αυτό εν τη καρδία αυτού, δεν

κατώρθωσαν να κατενέγκωσι θανάσιμον πληγήν. Και αφού επί των

τεσσάρων πρώτων αιρετών Χαλιφών, είτα δε διά δύο αλλεπαλλήλους

αρξάντων δυναστικών οίκων (Ουμμεϊαδών και Αββασιδών) ανέπτυξαν

όλην την δύναμιν του Αραβικού Μωαμεθανισμού επί δύο ολοκλήρους

αιώνας, από των μέσων του 9 μ. Χ. αιώνος εισήλθον οριστικώς εις

την περίοδον της παρακμής και αδυναμίας. Η αδυναμία αύτη

προυχώρει αυξανομένη ακριβώς, καθ' ούς χρόνους το Ελληνικόν

κράτος ετάσσετο υπό την ισχυράν Μακεδονικήν καλουμένην

δυναστείαν, την αναδείξασαν τοσούτους μεγάλους βασιλείς και

στρατηγούς. {222} Η από των μέσων δε του 8 μ. Χ. αιώνος αρξαμένη

διαίρεσις του ενιαίου μεγάλου Χαλιφικού κράτους διά της ιδρύσεως

χαλιφικού Ισπανικού κράτους (σελ. 177) έλαβεν ευρυτέρας

διαστάσεις κατά τον επόμενον αιώνα, ότε ολόκληρος η βόρειος

Αφρική απεχωρίσθη του χαλιφικού κράτους των Αββασιδών διά της εν

ταις χώραις ταύταις ιδρύσεως νέας δυναστείας χαλιφικής, της των

Φατιμιδών, δυναστείας δηλονότι απ' αυτού του Προφήτου

καταγομένης. Η νέα χαλιφεία επί αιώνα ήνθησεν εν Αιγύπτω, εκείθεν

άρχουσα της Β. Αφρικής.

Το κράτος των Αββασιδών χαλιφών του Βαγδατίου, των εκπροσωπούντων

κυρίως την δύναμιν του Ισλάμ περιωρίσθη εις Ασίαν. Αλλά και

ενταύθα από των αρχών του 10 αιώνος η εξουσία του Χαλίφου και η

ενότης του κράτους κατέστησαν εικονικαί. Οι διοικηταί, ήτοι

Αμίραι (ή Αμηράδες), των επαρχιών κατέστησαν κατ' ουσίαν

ανεξάρτητοι, και το χαλιφικόν κράτος κατεκερματίσθη εις πλήθος

μικρών κρατών, ών οι Αμίραι κατά τύπον και κατ' όνομα ανεγνώριζον

την αρχήν του Χαλίφου• ιδρύθησαν δε και κράτη πειρατικά

ανεξάρτητα εν τη Μεσογείω και τω Αιγαίω, ως το της Κρήτης. Ταύτην

δε την κατάστασιν ακριβώς επωφελούμενοι οι μεγάλοι Έλληνες

βασιλείς της Μακεδονικής δυναστείας ανεκτήσαντο από των

μωαμεθανών τοσαύτας εν Μεσοποταμία, Συρία, Αρμενία και παρά τον

Καύκασον χώρας• και περί τας αρχάς δε του 11 αιώνος εφαίνετο το

Ελληνικόν κράτος αναλαμβάνον σχεδόν τα επί του Ηρακλείου προ της

εμφανίσεως του Ισλάμ εν Ασία όρια αυτού εν μέσω του προς εαυτό

διηρημένου και τεταπεινωμένου χαλιφικού κράτους. Αλλ' ακριβώς

κατά τους χρόνους εκείνους επήλθεν απότομος και ριζική μεταβολή

πραγμάτων, επενεγκούσα εντός βραχυτάτου χρόνου την ολοσχερή

σχεδόν εν Ασία κατάλυσιν του Ελληνικού κράτους και την εκ νέου

φοβεράν κραταίωσιν του Ισλάμ εν τη ηπείρω ταύτη. Η τοιαύτη

απότομος μεταβολή δεν προήλθεν απλώς εκ του ότι μετά τον

Βασίλειον Β' δεν εφάνησαν επί τινα χρόνον εν τω Ελληνικώ κράτει

μεγάλοι βασιλείς και στρατηλάται, ουδ' εκ του ότι το χαλιφικόν

κράτος ανέδειξε τοιούτους άνδρας, αλλ' εκ νέας όλως νεωστί

παραχθείσης εν τω Ασιατικώ Ισλάμ και κόσμω μεταβολής. Το Αραβικόν

μωαμεθανικόν κράτος παρήκμασε και εξησθένησεν, αλλά δεν

εξησθένησε μετ' αυτού και το Ισλάμ. Τουναντίον, όπως ο από του 4

αιώνος εν τη Δυτική Ευρώπη πολιτικώς και στρατιωτικώς εξασθενήσας

Λατινικός Χριστιανισμός ανεζωογονήθη υπ' αμφοτέρας τας επόψεις

διά των βαρβάρων Γερμανικών φυλών, αίτινες έμπλεοι σφρίγους

ενεφανίζοντο εν τη ιστορία• ούτω και εν Ασία από του 11 αιώνος ο

Μωαμεθανισμός, ο εν τοις Άραψι στρατιωτικώς και πολιτικώς

παρακμάσας και εξασθενήσας, ανεβίω εν άλλοις Ασιατικοίς λαοίς και

διά των λαών τούτων. Δύο δε λαοί εν Ασία, πλην των Αράβων,

εδέξαντο το Ισλάμ οι Πέρσαι και οι Τούρκοι.

Τούτων οι μεν Πέρσαι, όντες σπουδαίος οπωσδήποτε ιστορικός λαός

και ίδιον έχοντες πολιτισμόν δι' αιώνων αναπτυχθέντα, ετήρησαν

απέναντι του Ισλάμ εν αρχή θέσιν όλως παθητικήν, αναγκασθέντες

ούτω ν' αποβάλωσι την αρχαίαν αυτών θρησκείαν και μέρος του

αρχαίου βίου. Αλλά χρόνου προϊόντος ο Περσικός βίος ανεγεννήθη εν

τω Ισλάμ διατηρών μεν την μωαμεθανικήν θρησκείαν, αλλ'

αναζωογονήσας και την εθνικήν συνείδησιν, και εν ταύτη ίδιον

αναπτύξας βίον εθνικόν, ιδίαν φιλολογίαν, τέχνην και ποίησιν. Η

τοιαύτη εν τω Ισλάμ αναβίωσις του Περσικού βίου εξετάθη και επί

τον χώρον τον πολιτικόν, και από των μέσων του 9 μ. Χ. αιώνος,

ότε ήρξατο η εξασθένησις της κεντρικής εξουσίας της Χαλιφείας,

ιδρύθησαν εν ταις αρχαίαις Περσικαίς χώραις πολλαί μωαμεθανικαί

Περσικαί δυναστείαι και κράτη, μεγάλως προαγαγόντα τον

μωαμεθανικόν πολιτισμόν. Αλλ' η καθόλου πολιτική ανάπτυξις των

Περσών υπήρξε περιορισμένη. Ουδέν των μωαμεθανικών Περσικών

κρατών συνέλαβε την μεγάλην μωαμεθανικήν ιδέαν του υποτάξαι τον

κόσμον εις το Ισλάμ η δε κατακτητική αυτών ορμή υπήρξεν ασθενής.

Και αυτά δε τα Περσικά μωαμεθανικά κράτη, άτινα υπήρξαν εν μέρει

κατακτητικά, είχον δυναστείαν ηγεμονικήν Τουρκικήν. {224}

Τοιούτον λ. χ. κράτος υπήρξε το κατά τον 10 αιώνα ιδρυθέν και

κατά τον 11 αιώνα σφόδρα ακμάσαν κράτος των _Γασναυιδών_, όπερ

ιδρυθέν εν τω νυν Αφγανιστάν εξετάθη εκείθεν επί του μεγάλου

_σουλτάνου_ Μαχμούτ Γασναυή επί μέγα μέρος της Ινδικής και

διέδωκεν εν τη χώρα ταύτη, τον Μωαμεθανισμόν. Καθόλου όμως ο

Περσικός Μωαμεθανισμός δεν εμεγαλούργησε πολιτικώς, αλλά

πνευματικώς, παραγαγών ιδίως ποίησιν πλουσιωτάτην και μεγάλους

ποιητάς και αριστουργήματα επικής και λυρικής ποιήσεως. Ο μέγας

Πέρσης επικός ποιητής Φερδουσί (ακμάσας κατά τον 11 αιώνα), ο

Όμηρος των Περσών, και ο μέγας λυρικός Σααδί (ακμάσας κατά τας

αρχάς του 13 αιώνος) εισίν οι μεγάλοι αντιπρόσωποι της τοιαύτης

ακμής της Περσικής ποιήσεως. Αλλά το έργον της πολιτικής και

στρατιωτικής αναζωογονήσεως και νέας κοσμοκρατορικής ορμής και

κινήσεως του Ισλάμ έλαχεν εις άλλην φυλήν Ασιατικήν ήττον

πεπολιτισμένην, αλλά και νεαρωτέραν, και υπό ισχυροτέρου σφρίγους

κατεχομένην, και φύσει πολεμικωτέραν και αρχικωτέραν. Ήτο δε η

φυλή αύτη η Τουρκική.

Οι Τουρκικοί ή, ως λέγονται συνηθέστερον εν τη εθνολογία και τη

γλωσσική, Τουρανικοί λαοί, αποτελούντες γλωσσικήν ενότητα

εκτεινομένην από των ακτών της Βαλτικής μέχρι των ακτών της

Σινικής θαλάσσης, διαιρούνται ανθρωπολογικώς εις λευκούς, τους

καλουμένους ιδιαιτέρως Τούρκους, τους οικούντας εν τη Μέση και τη

Δυτική Ασία και εν τη βορείω και τη ανατολική Ευρώπη, και

κιτρίνους, τους καλουμένους ιδιαιτέρως Τα(ρ)τάρους και Μογγόλους,

τους οικούντας εν τη βορειανατολική Ασία. Ονομαστότεροι εν τη

ιστορία απέβησαν ανέκαθεν οι Τούρκοι.

Εν Ευρώπη ώκουν Τουρκικοί λαοί προ αμνημονεύτων χρόνων εν ταις

ανατολικαίς ακταίς της Βαλτικής, καλούμενοι Φίννοι (ίδε σημ. 117)

και σποράδην εν ταις νυν Ρωσικαίς Ευρωπαϊκαίς χώραις• εν Ασία δε

ιδίως εν ταις προς ανατολάς της Κασπίας χώραις. Πολλοί δε των

λαών τούτων, ως είδομεν, μετενάστευσαν κατά τους μεσαιωνικούς

χρόνους εις Ευρώπην. Πάντες δε οι εν Ευρώπη Τουρκικοί λαοί, οι τε

αρχαίοι ιθαγενείς Φίννοι και οι εξ Ασίας μεταναστάντες Βούλγαροι,

Χάζαροι, Μαγιάροι, Πατσινάκοι, Ούζοι, Κουμάνοι, όντες εν αρχή

βάρβαροι κτισματολάτραι ή έχοντες την θρησκείαν των μάγων,

εγένοντο χριστιανοί. Οι δε εν Ασία, οίτινες, ως είδομεν, ίδρυσαν

μέγα κράτος κατά τον 6 μ. Χ. διαλυθέν κατά τον 9 αιώνα, έμενον

μέχρι του 10 αιώνος κτισματολάτραι ή οπαδοί της θρησκείας των

μάγων. Χριστιανισμός εισεχώρησεν εις αυτούς από του 6 μ. Χ.

αιώνος, ιδίως ο Νεστοριανός Χριστιανισμός από των εν Περσία

Νεστοριανών μεταδοθείς, και ικαναί φυλαί Τουρκικαί από του 6

μέχρι του 11 αιώνος είχον προσέλθει εις τον Χριστιανισμόν. Αλλ' η

από του 7 μ. Χ. αιώνος εν ταις Περσικαίς χώραις διαδοθείσα και

εμπεδωθείσα μωαμεθανική θρησκεία διεδόθη κατά τους επομένους

αιώνας και εν ταις Τουρκικαίς χώραις. Μία δε των Τουρκικών φυλών,

η δεξαμένη τον Μωαμεθανισμόν κατά τον 11 αιώνα, είναι η ισχυρά

φυλή των Σελτζούκων, ούτω κληθείσα υπό του γενάρχου Σελτζούκου. Η

φυλή αύτη προσήλθεν εις τον Μωαμεθανισμόν και ίδρυσεν ισχυρόν

μωαμεθανικόν κράτος, καλούμενον Σελτζουκικόν, καταστάν

ονομαστότατον εν τη ιστορία του τε Ισλάμ και του Ελληνικού

κράτους.

19. Οι Σελτζούκοι Τούρκοι.

Πρώτος ονομαστός ηγεμών των επί Σελτζούκου ήδη ή βραδύτερον εις

τον Μωαμεθανισμόν προσελθόντων Σελτζούκων είναι ο του Σελτζούκου

εγγονός Τογρούλ βέης (163). Επί τούτου οι Σελτζούκοι μεταβάντες

εκ των πέραν του Ώξου Τουρκικών χωρών εις τας εντεύθεν του

ποταμού τούτου Ιρανικάς ή Περσικάς χώρας ίδρυσαν εν Περσία κράτος

Τουρκικόν ισχυρόν υπό ηγεμόνας καλουμένους Σουλτάνους (164),

καταλύσαντες τας εν ταις Περσικαίς χώραις Περσικάς μωαμεθανικάς

δυναστείας. Ο χαλίφης του Βαγδατίου ανέθηκεν εις τον Τογρούλ βέην

την διοίκησιν του όλου χαλιφικού κράτους, ονομάσας αυτόν «βασιλέα

Ανατολής και Δύσεως» και επίτροπον του Χαλίφου. {226} Επί του

Τογρούλ βέη, συγχρόνου του Κωνσταντίνου Θ' του Μονομάχου,

εγένοντο αι πρώται μεταξύ των Σελτζούκων και των Ελλήνων εν

Αρμενία πολεμικαί συγκρούσεις, καθ' άς οι Έλληνες απώλεσαν μέρος

των Αρμενικών αυτών κτήσεων. Τον Τογρούλ βέην θανόντα τω 1063

διεδέξατο ο γενναίος ανεψιός αυτού Αλπ-αρσλάν (1063-1075). Επί

τούτου δε τα πολυπληθή των μωαμεθανών Σελτζούκων στίφη μετά

φανατισμού νεοφωτίστων μωαμεθανών εισέβαλον ως κατακτηταί από

Αρμενίας εις την Μικράν Ασίαν και εκυρίευσαν άπαν το ανατολικόν

τμήμα της Ελληνικής ταύτης χερσονήσου μεθ' όλην την γενναίαν

αντίστασιν, ήν αντέταξεν αυτοίς ο γενναίος βασιλεύς Ρωμανός Δ' ο

Διογένης. Ταυτοχρόνως δε οι Σελτζούκοι κατέλαβον πάσαν την

Μεσοποταμίαν (πλην της Εδέσσης) και πάσαν την προ ενός αιώνος υπό

των Ελλήνων ανακτηθείσαν Συρίαν (μετά της Αντιοχείας). Και η

Παλαιστίνη, ήν είχον προ μικρού προσαρτήσει εις το κράτος αυτών

οι Φατιμίδαι της Αιγύπτου (σελ. 222-223), κατελήφθη νυν υπό των

Σελτζούκων. Επί του υιού και διαδόχου του Αλπ-αρσλάν Μαλέκ-σαχ οι

Σελτζούκοι εξέτειναν τας εν Μικρά Ασία κατακτήσεις μέχρι Βιθυνίας

και των ακτών της Προποντίδος και του Αιγαίου, το δε κράτος των

Σελτζούκων ανήλθεν εις το ύψιστον σημείον της δυνάμεως αυτού,

εκτεινόμενον από του Ώξου και του Ινδού μέχρι Αιγύπτου και των

Ασιατικών ακτών της Προποντίδος, των προθύρων της

Κωνσταντινουπόλεως. Ο Μαλέκ-σαχ άρχων αυτός εν Περσία τας

μεμακρυσμένας χώρας του κράτους Μικράν Ασίαν, Μεσοποταμίαν και

Συρίαν κατέστησεν ίδια φεουδαλικά κράτη (σελ. 164) κυβερνώμενα

κληρονομικώς υπό των συγγενών αυτού. Τότε δε και αι εν Μικρά Ασία

από των Ελλήνων κυριευθείσαι χώραι απετέλεσαν ίδιον κράτος

υποτελές τω Σελτζούκω σουλτάνω, δοθέν ως φέουδον εις τον συγγενή

του Μαλέκ-σαχ Σουλεϊμάν τον Σελτζούκον. Ο Σουλεϊμάν κατέστησε

πρωτεύουσαν του κράτους αυτού την περίφημον Νίκαιαν της Βιθυνίας

(1080)• διά τούτο δε και το κράτος το Σελτζουκικόν εκλήθη εν αρχή

κράτος της Νικαίας. Ούτω περί τα τέλη του 11 αιώνος οι Σελτζούκοι

Τούρκοι έστησαν την έδραν του κράτους αυτών εις ολίγων ωρών από

του Βοσπόρου και της Κωνσταντινουπόλεως απόστασιν, τα δε ύδατα

της ανατολικής Μεσογείου και του Αιγαίου πελάγους διεσχίζοντο υπό

πειρατικών πλοίων Τουρκικών. Αλλ' είναι ήδη ανάγκη να επανέλθωμεν

εις την Βυζαντινήν ιστορίαν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗΣ

ΔΥΝΑΣΤΕΙΑΣ ΜΕΧΡΙ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ ΤΗΣ ΔΥΝΑΣΤΕΙΑΣ ΤΩΝ ΚΟΜΝΗΝΩΝ

1. Το τέλος της Μακεδονικής δυναστείας.

Ο Κωνσταντίνος Θ' ο Μονομάχος εβασίλευσε μέχρι του 1054. Επειδή

δε η Ζωή είχε τελευτήσει πρότερον, μόνη κληρονόμος της αρχής

έμεινε νυν η Θεοδώρα, ήτις και μέχρι νυν ήτο συνάρχουσα τη τε Ζωή

και τω Κωνσταντίνω. Εκυβέρνησε δε το κράτος η Θεοδώρα μετά τον

θάνατον του Κωνσταντίνου Θ' μόνον δύο έτη, καθ' ά ουδέν

ιδιαίτερον συνέβη άξιον λόγου. Μετά της Θεοδώρας δε αποθανούσης

τω 1056 εξέλιπε και η Μακεδονική δυναστεία.

2. Μιχαήλ ΣΤ' ο Στρατιωτικός (1056-1057). Ισαάκιος ο Κομνηνός

(1057-1059). Κωνσταντίνος Ι' ο Δούκας (1059-1067). Διογένης

Ρωμανός Δ' (1068-1071) και Μιχαήλ Ζ' (1071-1078).

Μετά τον θάνατον της Θεοδώρας και την έκλειψιν του Μακεδονικού

οίκου, δύο μερίδες ήριζον περί της αρχής, η των πολιτικών και η

των στρατιωτικών. Η πρώτη μερίς, ήτις ήρχεν επί της Θεοδώρας,

ανεβίβασεν επί τέλους εις τον θρόνον τον γηραιόν και αδρανή

Μιχαήλ ΣΤ', τον επικαλούμενον Στρατιωτικόν. Αλλ' η μερίς η

στρατιωτική θεωρούσα τούτον όλως ανίκανον εν μέσω της σοβαράς

εξωτερικής καταστάσεως των πραγμάτων και ιδίως του από Τούρκων

κινδύνου, απεμάκρυνεν αυτόν μετ' ολίγους μήνας και ανεβίβασεν εις

τον θρόνον τον γενναίον στρατιωτικόν άνδρα Ισαάκιον τον Κομνηνόν

(1057). Ο Ισαάκιος εβασίλευσε δύο μόνον έτη, καθ' ά επολέμησεν

επιτυχώς εναντίον των Ούγγρων και των Πατσινάκων και υπεχρέωσεν

αμφοτέρους να διάγωσιν εν ειρήνη προς το κράτος. {227} Συνέστησε

δε ως διάδοχον αυτού επί του θρόνου τον άνδρα, όν εθεώρει άριστον

προς τας περιστάσεις, τον Κωνσταντίνον Δούκαν. Ούτος μετά τον

θάνατον του Ισαακίου γενόμενος βασιλεύς έδειξε μεν αρετάς

πολιτικώς, αλλά στρατιωτικώς εφάνη ανίκανος να υπερασπίση το

κράτος ιδίως εναντίον των Σελτζούκων Τούρκων, οίτινες υπό τον

μέγαν Σουλτάνον αυτών Αλπ-αρσλάν ήρξαντο τότε να εισβάλλωσιν εις

την Μικράν Ασίαν. Διέπραξε δε ο Κωνσταντίνος Ι' και το μέγιστον

σφάλμα να καταλίπη διά διαθήκης την βασιλικήν αρχήν εις τους

τρεις υιούς αυτού και να καταστήση κηδεμόνα αυτών και επίτροπον

της αρχής την λογίαν γυναίκα αυτού βασίλισσαν Ευδοκίαν, καθ' όν

χρόνον το κράτος είχεν ανάγκην κυβερνητών γενναίων στρατιωτικών

ανδρών. Αλλά προς ευτυχίαν του κράτους μικρόν μετά τον θάνατον

του Κωνσταντίνου Ι' (1067) ο γενναίος στρατιωτικός Ρωμανός

Διογένης κατηγορηθείς επί εγκλήματι εσχάτης προδοσίας, καθ' όν

χρόνον εδικάζετο εφείλκυσε την προσοχήν της Ευδοκίας διά του

ανδρικού παραστήματος και του αρρενωπού κάλλους αυτού ως και διά

του τρόπου, καθ' όν ανέμνησε τους δικαστάς τα υπ' αυτού υπέρ του

κράτους πεπραγμένα• ούτω δε από κατηγορουμένου και υποδίκου υψώθη

εις τον θρόνον υπ' αυτής της Ευδοκίας, καταστησάσης αυτόν σύζυγον

και συμβασιλέα παρά την ένορκον υπόσχεσιν ήν είχε δώσει αύτη τω

Κωνσταντίνω Ι', ότι δεν έμελλε να έλθη προς ουδένα εις δευτέρου

γάμου κοινωνίαν.

Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας · 第 19 / 31 段