και ανήρ νοήμων, αλλ' εστερείτο πάσης υψηλοτέρας ηθικής
φρονήσεως. Εν τω ζητήματι των εικόνων ο βασιλεύς ούτος, ουχί εκ
πεποιθήσεως, διότι ούτε πεποιθήσεις είχε θρησκευτικάς ούτ'
ευσεβής ήτο, αλλ' υπό πολιτικών αγόμενος υπολογισμών ιδιοτελών,
εκήρυξε τοις υπηκόοις ελευθερίαν συνειδήσεως ως προς το ζήτημα
της προσκυνήσεως των εικόνων και ανεκάλεσεν από της εξορίας τον
υπό του Λέοντος Ε' εξορισθέντα Θεόδωρον τον Στουδίτην. Αλλά και
ούτω θρησκευτική ειρήνη εντελής δεν επήλθεν εν τω κράτει επί της
βασιλείας του Μιχαήλ Β'. Επί της βασιλείας ταύτης ενέσκηψεν εις
το κράτος και η μεγάλη συμφορά του εμφυλίου πολέμου, όν ήγειρε
κατά του Μιχαήλ Β' ο προμνημονευθείς Θωμάς. Ούτος μετά τον
θάνατον του Λέοντος Ε' θέλων να καταλάβη την αρχήν εστασίασε κατά
του Μιχαήλ, και απελθών εις το κράτος του Αββασίδου χαλίφου
(Μαμούν) και λαβών παρ' αυτού βοηθείας, στεφθείς δε βασιλεύς υπό
του πατριάρχου Αλεξανδρείας του διατελούντος υπό το κράτος του
Χαλίφου, και πολλάς επαρχίας του Ελληνικού κράτους προσαγαγών εις
εαυτόν, εστράτευσεν εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως μετά στόλου
και στρατού. Αλλ' ο Μιχαήλ υποστηριζόμενος υπό των κατοίκων της
βασιλευούσης πόλεως αντέστη ισχυρώς και κατέστρεψε τον στόλον,
είτα δε και κατά γην τον στρατόν του Θωμά τον αποβάντα εις τα
πέριξ της Κωνσταντινουπόλεως. Τέλος δε συλληφθείς και ο Θωμάς
εφονεύθη υπό του Μιχαήλ διά φρικτών βασάνων. Και ούτω μεν ετέθη
τέρμα εις τον εμφύλιον πόλεμον τον διαρκέσαντα τρία έτη και
τοσαύτας συμφοράς επενεγκόντα εις το κράτος. {185} Αλλά τα έμμεσα
του πολέμου τούτου αποτελέσματα απέβησαν ολεθριώτερα εις το
κράτος, εις την χριστιανικήν θρησκείαν και εις το έθνος το
Ελληνικόν• διότι διαρκούντος του πολέμου τούτου οι Άραβες της
βορείου Αφρικής επωφελούμενοι την αμηχανίαν, εν ή ευρίσκετο η εν
Κωνσταντινουπόλει κυβέρνησις, επετέθησαν κατά της Σικελίας και
κατέλαβον μέρος αυτής. Αλλά το δεινότατον ήτο ότι τότε πειρατικός
στόλος Σαρακηνών ήτοι Αράβων εξ Ισπανίας πειρατών υπό τον
αρχιπειρατήν Αβουχαφίζ κατέλαβε την μεγαλόνησον Κρήτην, αφεθείσαν
υπό των εν Κωνσταντινουπόλει ανυπεράσπιστον, και ίδρυσεν εν αυτή
πειρατικόν κράτος μωαμεθανικόν, διατηρηθέν εν τη νήσω επί 140
περίπου έτη, μη εξαρτώμενον μήτε από του εν Βαγδατίω Αββασίδου
χαλίφου, μήτε από του εν Ισπανία Ουμμεϊάδου, αλλ' αποτελούν καθ'
εαυτό ίδιον πειρατικόν κράτος. Ο Μιχαήλ Β', εφ' ού επήλθεν η
μεγάλη αύτη συμφορά, ετελεύτησε τω 829.
3. Ο αυτοκράτωρ Θεόφιλος (829-842 μ. Χ.).
Ο Θεόφιλος ως βασιλεύς εκέκτητο ουκ ολίγα προτερήματα φυσικά τε
και διά παιδεύσεως προσκτηθέντα. Ήτο φύσει νοήμων και συνετός,
έτυχε δε και παιδεύσεως οπωσούν επιμελούς και πολυμερούς, φίλος
ων ιδίως των καλών τεχνών, και μάλιστα της αρχιτεκτονικής και της
μουσικής, δεν εστερείτο δε και ευγενείας τινός χαρακτήρος και
φρονημάτων αλλ' εδείκνυεν ενίοτε και πολλήν ιδιοτροπίαν εν τοις
έργοις αναμιμνήσκουσαν εν μέρει την κακοτροπίαν του Μιχαήλ Β'. Η
τοιαύτη, δε ιδιοτροπία δεν εμφαίνεται μόνον εν τω δημοσίω, αλλά
και εν τω ιδιωτικώ βίω του βασιλέως τούτου. Περίφημος ως προς
τούτο είναι η ιστορία των σχέσεων αυτού προς την ωραίαν και
πεπαιδευμένην Εικασίαν ή Κασσιανήν, η λαβούσα χαρακτήρα ηθικώς
λίαν τραγικόν (140) • χαρακτηριστικόν δε και το θρυλούμενον περί
του τρόπου, καθ' όν ετιμώρησε τους φονείς του Λέοντος Ε'. τους
σώσαντας τον πατέρα αυτού από θανάτου βεβαίου και επικειμένου
(141). Αλλά και εν ταις προς το Αραβικόν κράτος σχέσεσιν αυτού
και εν τω πολέμω, όν επεχείρησεν εναντίον του χαλίφου Αλμουτασσέρ
έδειξεν ο Θεόφιλος δυστροπίαν μεγάλην γενομένην αιτίαν ανηκέστων
εις το κράτος συμφορών. Ενώ εν τη αρχή της βασιλείας αυτού συνήψε
φιλικωτάτας σχέσεις προς τον χαλίφην Μαμούν πέμψας μεγαλοπρεπή
πρεσβείαν εις την αυλήν του Βαγδατίου και διαπραγματεύσεις
εγίνοντο προς συνομολόγησιν ειρήνης επισήμου και διαρκούς μεταξύ
των δύο κρατών, μετά τον θάνατον του Μαμούν (834) επί του
Αλμουτασσέμ διεκόπησαν αι φιλικαί σχέσεις και επήλθε πόλεμος
μεταξύ των δύο κρατών (833-834). Κατ' αρχάς ο Θεόφιλος προήλασε
νικητής μέχρι της Σωζοπέτρας, γενεθλίου πόλεως του χαλίφου, και
κατέστρεψεν απηνώς την πόλιν ταύτη καθ' ολοκληρίαν παρά τας προς
αυτόν γενομένας υπ' αυτού του Χαλίφου παρακλήσεις ίνα φεισθή της
ιδιαιτέρας αυτού πατρίδος. Η τοιαύτη ασύνετος και ήκιστα
μεγάθυμος διαγωγή του Θεοφίλου προς τον ηττηθέντα αντίπαλον
προυκάλεσε νέον μέγαν πόλεμον θρησκευτικόν κηρυχθέντα υπό του
Χαλίφου καθ' άπασαν την μωαμεθανικήν Ασίαν. Τρεις στρατιαί
μέγισται μωαμεθανικαί εισέβαλον εις την Μικράν Ασίαν, η δε υπό
τον Χαλίφην κυρία στρατιά επήλθε κατ' αυτής της Φρυγικής πόλεως
Αμορίου ήτις ην η πόλις, εν ή είχε γεννηθή ο του Θεοφίλου πατήρ
Μιχαήλ Β' ο Τραυλός και ής το όνομα ην σύνθημα εν τω πολέμω τούτω
γεγραμμένον επί των ασπίδων πάντων των μωαμεθανών στρατιωτών. Το
Αμόριο μετά γενναίαν αντίστασιν εκυριεύθη και έπαθε φοβεράν
καταστροφήν, καθ' ήν πλην των σφαγέντων ηχμαλωτίσθησαν 30
χιλιάδες των κατοίκων (836). Ευτυχώς οι εσωτερικοί περισπασμοί
του Αραβικού κράτους δεν επέτρεψαν εις τον Αλμουτασσέμ να
εξακολουθήση μετά της αυτής ορμής τον κατά του Ελληνικού κράτους
νικηφόρον και καταστρεπτικόν αυτού πόλεμον. Αι πολεμικαί πράξεις
εξηκολούθησαν μέχρι του 840 άνευ μεγάλων καταστροφών. Ο Θεόφιλος
δε καταληφθείς υπό μεγάλης ανίας και θλίψεως επί τη καταστροφή
του Αμορίου προσεβλήθη έκτοτε υπό νόσου, ήτις μετά τινα έτη έθηκε
τέρμα εις την ζωήν αυτού (842).
Τραχύτητα ιδιότροπον έδειξεν ο Θεόφιλος και εν τη εκκλησιαστική
αυτού πολιτεία. Ο βασιλεύς ούτος, καίπερ ων φίλος των καλών
τεχνών, εφάνη αμείλικτος πολέμιος της προσκυνήσεως των εικόνων,
θεωρών ταύτην ως λατρείαν ειδώλων. Διά τούτο δε και απηνώς
κατεδίωξε τους υπέρ των εικόνων αμυνομένους μοναχούς, ένα δε
τούτων, τον Θεοφάνην, τολμήσαντα να ελέγξη τον βασιλέα δημοσία εν
τω ναώ, ετιμώρησε διά στίξεως επί του προσώπου αυτού 28 στίχων
ιαμβικών, δι' ών και ηθικώς εστιγματίζετο ο ταλαίπωρος μοναχός ως
όργανον πονηρού δαίμονος ταράττοντος την Εκκλησίαν.
Αλλά μεθ' όλα ταύτα η του Θεοφίλου βασιλεία δεν υπήρξεν
εσωτερικώς άδοξος, ιδίως ως προς την ανάπτυξιν και καλλιέργειαν
της τέχνης και των γραμμάτων. Ως φίλος της τέχνης εκόσμησε την
Κωνσταντινούπολιν διά λαμπρών πολυτελών αρχιτεκτονικών μνημείων.
Από της βασιλείας δε του Θεοφίλου ήρξατο νέα περίοδος τελεσφόρου
σπουδής και καλλιεργείας των γραμμάτων εν Κωνσταντινουπόλει, η
εξακολουθήσασα αδιάλειπτος κατά τους επομένους αιώνας και
αναδείξασα άνδρας περιωνύμους εν τη ιστορία των γραμμάτων. Αυτός
ο Θεόφιλος έτυχε παιδεύσεως λαμπράς έχων διδάσκαλον ένα των
αρίστων λογίων των χρόνων αυτού, τον πατριάρχην είτα επί της
Θεοφίλου βασιλείας γενόμενον Ιωάννην τον Γραμματικόν. Επί του
Θεοφίλου δε έζη εν Κωνσταντινουπόλει ο περιώνυμος μαθηματικός και
φιλόσοφος Λέων. Επί του Θεοφίλου δε επαιδεύθη εν
Κωνσταντινουπόλει ο εν τη ιστορία των γραμμάτων μεγαλώνυμος
γενόμενος μετ' ολίγον Φώτιος ο Πατριάρχης. Ο Θεόφιλος εδείχθη
προς τούτοις και συνετός κυβερνήτης της δημοσίας οικονομίας,
διότι, καίπερ πλείστα δαπανήσας χρήματα υπέρ της τέχνης,
κατώρθωσεν όμως να καταλίπη το δημόσιον ταμείον πλουσιώτατον εις
τους διαδόχους αυτού. Ετελεύτησε δε ο Θεόφιλος τω 842 μ. Χ.
4. Μιχαήλ Γ' (842-867).
Ο διαδεξάμενος τον πατέρα αυτού Θεόφιλον Μιχαήλ Γ' ήτο έτι
ανήλικος και διά τούτο κατά τα πρώτα έτη της βασιλείας αυτού
διετέλει υπό την κηδεμονίαν της μητρός αυτού Θεοδώρας, εχούσης
συμβούλους τον αδελφόν αυτής Βάρδαν και άλλους επιφανείς άνδρας.
Το πρώτον έργον της κυβερνήσεως της Θεοδώρας ήτο η αναστήλωσις
των εικόνων γενομένη ειρηνικώς, συμφώνως προς τας περί
προσκυνήσεως διατάξεις της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου του 787. Η
ημέρα, καθ' ήν δι' εκκλησιαστικής τελετής επισήμου εγένετο η
αναστήλωσις πρωτοστατούντος εκκλησιαστικώς του πατριάρχου
Μεθοδίου (842), εκλήθη Κυριακή της Ορθοδοξίας (συμπεσούσα κατά το
έτος 842 τη 19 Φεβρουαρίου) και ως τοιαύτη εορτάζεται η ημέρα
αύτη, η πρώτη Κυριακή των Μεγάλων Νηστειών, διότι θεωρείται ημέρα
οριστικής νίκης και θριάμβου της Εκκλησίας εναντίον ουχί απλώς
της εικονομαχίας, αλλά και πάσης αιρέσεως και κακοδοξίας.
Γενόμενος ο Μιχαήλ Γ' ενήλιξ έδειξε φύσιν φαύλην και μοχθηράν,
έχουσαν πάσας τας κακίας του πάππου και τας ιδιοτροπίας του
πατρός, ουδεμίαν δε των τούτων αρετών. Ήτο ηδυπαθής, άσωτος,
ασεβής, εμπαίζων παν θείον και ανθρώπινον, ουδαμώς φροντίζων περί
των συμφερόντων του κράτους και περιστοιχιζόμενος υπό φαυλοτάτων
ανθρώπων εν τω ιδιωτικώ βίω, την δε όλην κυβέρνησιν του κράτους
κατέλιπεν εις τον Βάρδαν. Ούτος και της αδελφής αυτού Θεοδώρας
και των θυγατέρων αυτής την εν τοις ανακτόροις παρά τω Μιχαήλ
παρουσίαν μη ανεχόμενος ενέκλεισεν αυτάς εις μοναστήριον ως
μοναχάς, άρχων αυτός ως Καίσαρ, έχων μεν ούτω την προσωνυμίαν του
δευτέρου μετά τον βασιλέα υπερτάτου άρχοντος του κράτους, ων δε
πράγματι αυτός άρχων υπέρτατος. Και ήτο μεν ο Βάρδας ανήρ νοήμων
και φίλος των γραμμάτων, αλλ' ήτο ασεβής και ανήθικος εν τω
ιδιωτικώ βίω, φαύλος δε και ασυνείδητος εν τω δημοσίω. Επί της
κυβερνήσεως αυτού τα του κράτους είχον εξωτερικώς κάκιστα. {189}
Η Σικελία, η κατά μέρος καταληφθείσα ήδη επί του Μιχαήλ Β' υπό
των Μωαμεθανών της Αφρικής (σ. 185), ολοσχερώς νυν κατεκτήθη υπό
τούτων, απειλούντων εντεύθεν την Κάτω Ιταλίαν, ανήκουσαν έτι καθ'
ολοκληρίαν εις το Κράτος το Ελληνικόν. Στόλος δε πειρατικός
Αραβικός έχων ορμητήριον την από 30 ετών μωαμεθανικήν πλέον ούσαν
Κρήτην δεινάς επέφερε καταστροφάς κατά τας ακτάς του Αιγαίου
πελάγους εις Ελληνικάς πόλεις και τας εν αυτή νήσους. Δεν έπαυον
δε και αι εις Μικράν Ασίαν επιδρομαί των Αράβων• εάν δε δεν
απέβαινον τοσούτο καταστρεπτικαί, τούτο προήρχετο εκ της
αδυναμίας, εις ήν ήρξατο να περιέρχηται το κράτος των Αββασιδών
χαλιφών μετά τον Αλμουτασσέμ. Εν Ευρώπη δε μόνον ο από της εν
Μεσημβρία καταστροφής του 873 συνέχων τους Βουλγάρους φόβος δεν
παρέδιδε τας επαρχίας του κράτους εις την διάκρισιν των
Βουλγάρων. Επί του Μιχαήλ Γ' δε ενεφανίσθησαν (865) έμπροσθεν της
Κωνσταντινουπόλεως και νέοι από βορρά πολέμιοι οι καλούμενοι Ρως
ή Ρώσοι, πολλάκις έκτοτε πειρατικάς ποιησάμενοι επιδρομάς
εναντίον της πρωτευούσης. Αλλά και οι Σέρβοι οι εγκατασταθέντες
υπό του Ηρακλείου εν ταις Ιλλυρικαίς του κράτους χώραις και οι
Δαλμάται απέπτυσαν κατά τους χρόνους τούτους πάσαν εις το κράτος
υπακοήν. Εν μέσω δε της εσωτερικής και εξωτερικής αθλίας ταύτης
καταστάσεως νέον εδημιούργησεν η φαυλότης του Βάρδα ζήτημα
εσωτερικόν εκκλησιαστικόν την τε εσωτερικήν ειρήνην του κράτους
και της Εκκλησίας διαταράξαν και διά των εντεύθεν παραχθεισών
προς τον Πάπαν ερίδων παρασκευάσαν τον οριστικόν χωρισμόν των δύο
Εκκλησιών.
5. Έριδες Εκκλησιαστικαί επί του Μιχαήλ Γ'.
Οι Πατριάρχαι Ιγνάτιος και Φώτιος.
Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως και Πατριάρχης Οικουμενικός
(142) επί του Μιχαήλ και του Βάρδα ήτο ο Ιγνάτιος, ανήρ αυστηρών
ηθών και υπερηφάνου αριστοκρατικού χαρακτήρος, καταγόμενος εκ
γένους βασιλικού, άτε ων υιός του βασιλέως Μιχαήλ Α' και εγγονός
από θυγατρός (της Προκοπίας) του Νικηφόρου Α'. Ο Ιγνάτιος
γινώσκων τον ανήθικον βίον του Βάρδα, διατελούντος εν αθεμίτοις
σχέσεσι προς την νύμφην αυτού, απεστέρησεν αυτόν δημοσία της
μεταλήψεως των Αχράντων Μυστηρίων. Τούτο, ως εικός, παρώργισε τον
καίσαρα Βάρδαν, όστις προέβη νυν εις την εν τω θρόνω τω
Πατριαρχικώ αντικατάστασιν του Ιγνατίου διά του Φωτίου, ανδρός
λογιωτάτου πάντων των συγχρόνων αυτού και συγγραφέως
πολυμαθεστάτου και πολυγραφωτάτου. Ο Φώτιος δεν ήτο κληρικός,
προήχθη δ' ευθύς από λαϊκού εις το υπέρτατον αξίωμα της Ιερωσύνης
και εις τον Πατριαρχικόν θρόνον, διελθών εντός ολίγων ημερών
πάσας τας βαθμίδας της χειροτονίας. Αλλ' η του Ιγνατίου από του
Οικουμενικού θρόνου νόμιμος και οριστική απομάκρυνσις δεν ήτο
κατορθωτή, ενόσω δεν παρητείτο αυτός ή δεν καθηρείτο υπό
κανονικής Συνόδου αρχιερέων. Αλλ' ούτε το πρώτον εγίνετο ούτε το
δεύτερον. Ο δε Βάρδας προς εκτέλεσιν του βουλεύματος αυτού προέβη
εις την αυθαίρετον χρήσιν υλικής βίας, εξορίσας τον Ιγνάτιον εις
τι εν τη Προποντίδι έρημον νησίδιον και καταδιώκων πάντας τους
μένοντας πιστούς εις τον Ιγνάτιον κληρικούς. Αλλά τούτο επήνεγκε
δεινάς ταραχάς εν Κωνσταντινουπόλει, ένθα μεγάλη μερίς κλήρου και
λαού απεκήρυττον τον Φώτων και ως πατριάρχην νόμιμον ανεγνώριζον
τον εξόριστον Ιγνάτιον. Προς τούτοις οι περί τον Ιγνάτιον
επεκαλέσαντο νυν και την υπέρ αυτών επέμβασιν του τότε πάπα Ρώμης
Νικολάου Α'. Η τοιαύτη υπό μερίδος του εν Κωνσταντινουπόλει
κλήρου επίκλησις της διαιτησίας του Πάπα εγένετο ακριβώς καθ' όν
χρόνον η παπική εξουσία είχεν ανέλθει εν τη Δύσει εις μεγάλην
περιωπήν ηθικήν και μεγίστην εκέκτητο δύναμιν ηθικήν αξιούσα να
δικάζη και δικάζουσα μάλιστα έριδας μεταξύ ηγεμόνων ως υπέρτατος
άρχων και διαιτητής του χριστιανικού κόσμου (σελ. 148). Ο
Νικόλαος Α' λοιπόν εθεώρησε νυν την περίστασιν κατάλληλον ίνα
επεκτείνη την δύναμιν αυτού και επί την Ανατολήν. Και εν αρχή μεν
απεδοκίμασε σφοδρώς τα κατά Ιγνατίου γενόμενα εν
Κωνσταντινουπόλει, αλλ' είτα δελεασθείς υπό τινων ελπίδων
συνήνεσεν εις την σύγκλησιν Οικουμενικής Συνόδου προς λύσιν της
έριδος. Η Σύνοδος αύτη συνήλθεν εν Κωνσταντινουπόλει τω 861 και
συναινούντων και των εν αυτή παρισταμένων ληγάτων, ήτοι
απεσταλμένων του Πάπα, καθήρεσε τον Ιγνάτιον και επεκύρωσε την
εκλογήν του Φωτίου. Αλλ' ο πάπας ψευσθείς των ελπίδων αυτού
(143), συγκαλέσας ιδίαν τοπικήν Σύνοδον εν Ρώμη, κατεδίκασε την
τ' εν Κωνσταντινουπόλει Σύνοδον και τους ιδίους αυτού επιτρόπους
ως υπερβάντας τα όρια της δοθείσης αυτοίς εντολής, αφώρισε δε και
τον Φώτιον. Αλλά και ο Φώτιος μετ' ολίγον (τω 867) απέστειλεν
εγκύκλιον εις όλας τας Εκκλησίας της Ανατολής, εν ή δεινώς
εμέμφετο την πολιτείαν και τας πράξεις του επισκόπου Ρώμης,
καταγγέλλων προς τοις άλλοις την παπικήν Εκκλησίαν και επί
καινοτομία αιρετική γενομένη εν τω Συμβόλω της πίστεως (144).
Σύνοδος δε οικουμενική συνελθούσα τω αυτώ έτει κατεδίκασε και
ανεθεμάτισε τον πάπαν. Αλλά τω αυτώ έτει, καθ' ό ταύτα εποίει ο
Φώτιος, ο υπό του Μιχαήλ μετά τον υπ' αυτού γενόμενον φόνον του
καίσαρος Βάρδα εις το αξίωμα τούτο υψωθείς πρώην ιπποκόμος αυτού
Βασίλειος ο Μακεδών φονεύσας αυτόν ανήλθεν εις τον θρόνον
γενόμενος ιδρυτής νέας βασιλικής δυναστείας, της Μακεδονικής
καλουμένης. Ο Βασίλειος ευθύς μετά την εις τον θρόνον άνοδον
κατέπαυσε τας εκκλησιαστικάς έριδας και επανήγαγε παροδικώς και
την προς τον Πάπαν ειρήνην ανακαλέσας από της εξορίας τον
Ιγνάτιον και αποκαταστήσας αυτόν εις τον θρόνον τον πατριαρχικόν,
εξορίσας δε τον Φώτιον και είτα διά Συνόδου Οικουμενικής, επέτυχε
την επικύρωσιν των γενομένων (869)• ο δε Ιγνάτιος έμεινεν επί του
θρόνου εν ειρήνη μέχρι του θανάτου (879). Ότε δε πάλιν ο
Βασίλειος επανήγαγεν εις τον θρόνον τον Φώτιον, Σύνοδος
Οικουμενική συνελθούσα, εις ήν παρίστατο και Επίτροπος του Πάπα,
επεκύρωσε την του Φωτίου ανάρρησιν (145).
Ούτω τα γεγονότα ταύτα τα περί τον Ιγνάτιον και Φώτιον δεν
επήνεγκον οριστικόν σχίσμα μεταξύ των δύο Εκκλησιών• αλλ' η του
Φωτίου σθεναρά προς την παπικήν Εκκλησίαν πολιτεία συνετέλεσεν
εις τον βαθύτερον χωρισμόν των δύο Εκκλησιών. Ως δε είπομεν εν
τοις έμπροσθεν (σ. 148), ο μεταξύ Ανατολής και Δύσεως χωρισμός
προήρχετο εκ γενικωτέρων ιστορικών αιτίων, εις ά νυν προσετέθησαν
και οι λόγοι οι θρησκευτικοί, οι επιτείναντες την διάστασιν και
επενεγκόντες μετά τινα χρόνον το οριστικόν μεταξύ των δύο
Εκκλησιών σχίσμα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.
Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΔΥΝΑΣΤΕΙΑ
1. Βασίλειος Α' ο Μακεδών.
Ο Βασίλειος Α' κατήγετο από Θράκης, εκλήθη δε Μακεδών, διότι
εγεννήθη εκ του τμήματος εκείνου της Θράκης, όπερ υπήγετο εις το
Θέμα (ήτοι την διοικητικήν περιφέρειαν) το καλούμενον Μακεδονικόν
(146). Ήτο καταγωγής ασήμου (147), προήχθη δε εν τη υπηρεσία του
Μιχαήλ Γ', ού ήτο εν αρχή απλούς ιπποκόμος, ων και απαίδευτος•
ανήλθε δε εις τον θρόνον διά φόνου. Αλλ' είχε φυσικάς αρετάς και
νοημοσύνην μεγάλην, ής παρέσχε δείγμα αφ' ού χρόνου ανήλθεν εις
το αξίωμα του καίσαρος. Βασιλεύς δε γενόμενος έτι μάλλον
εξηυγενίσθη εν τη αρχή, και έδειξεν ουχί μόνον σύνεσιν
κυβερνητικήν, αλλά και άλλας αρετάς αληθώς βασιλικάς. Αφού δε
κατέπαυσε ταχέως τας εκκλησιαστικάς έριδας και την προς τον Πάπαν
ρήξιν, καθ' όν τρόπον αφηγήθημεν, έστρεφε την προσοχήν αυτού επί
την εσωτερικήν διοίκησιν και την εξωτερικήν άμυναν του κράτους.
Και εσωτερικώς μεν εβελτίωσε την διοίκησιν και ηνώρθωσε τα επί
του Μιχαήλ Γ' εις αθλιωτάτην κατάστασιν περιελθόντα οικονομικά
του κράτους, είτα δε παρασκευάσας κατά το ενόν [148] την
στρατιωτικήν και ναυτικήν δύναμιν του κράτους, διά του στόλου και
του αξιωτάτου ναυάρχου Ωορύφα έθηκε τέρμα εις την εν τω Αιγαίω
πελάγει και εν πάσαις ταις Ελληνικαίς θαλάσσαις επικρατούσαν
πειρατείαν των Σαρακηνών, αποκαταστήσας συγχρόνως και εν ταις
ακταίς του Αδρίου εν Δαλματία την κυριαρχίαν του κράτους, και
επανήγαγε τους Σέρβους υπό το κράτος αυτού ενεργήσας και την
μεταξύ αυτών διάδοσιν του Χριστιανισμού. Ακολούθως εστράτευσεν
εις Ασίαν εναντίον των Αράβων και αράμενος κατ' αυτών νίκην
μεγάλην και περιφανή εν τη παρά την Μελιτηνήν επί των όχθων του
Ευφράτου μάχη, ανεκτήσατο άπασαν σχεδόν την Μικράν Ασίαν και
εξησφάλισεν αυτήν εναντίον των Αραβικών επιδρομών.
{193} Ο Βασίλειος Α' εξέδωκε και νομοθεσίαν Ελληνιστί, τον
λεγόμενον «Πρόχειρον νόμον» (τω 870), την «Ανακάθαρσιν των νόμων»
(τω 884) και την «Επαναγωγή του νόμου» (τω 885), δι' ών εν μέρει
μετερρυθμίζετο η Ιουστινιάνειος νομοθεσία. Επί του βασιλέως
τούτου προσήλθον εις τον Χριστιανισμόν και οι εν Μαΐνη (Μάνη) της
Πελοποννήσου κατά τας νοτίους κλιτύας του Ταϋγέτου οικούντες και
άχρι τότε την αρχαίαν αυτών Ελληνικήν θρησκείαν διατηρήσαντες
Ελευθερολάκωνες. Ο Βασίλειος ετελεύτησε τω 886 καταλιπών το
κράτος μετά 19 ετών βασιλείαν εις τον υιόν και διάδοχον αυτού
Λέοντα ΣΤ' εξωτερικώς ασφαλές και ισχυρόν, και εσωτερικώς,
διοικητικώς και οικονομικώς, εις αρίστην αναλόγως προελθόν
κατάστασιν.
2. Λέων στ' ο Σοφός (886-912).
Ο Λέων ΣΤ', ο επικαλούμενος Σοφός, ουχί κατά την αρχαίαν του
ονόματος έννοιαν της θεωρητικής και πρακτικής σοφίας, αλλά κατά
την έννοιαν της προς τα κοινά γράμματα ασχολίας (149), ουδαμώς
εφάνη βασιλεύς αληθώς _σοφός_. Η εξουσία αυτού υπήρξε χαλαρά εν
τη κυβερνήσει του κράτους, ο στρατός και το ναυτικόν
παρημελήθησαν, η διοίκησις περιήλθεν εις χείρας ανικάνων και
ραδιουργών αυλικών, αυτός δε ο βασιλεύς ένεκα αδυναμιών εν τω
ιδιωτικώ αυτού βίω διετάραξε την εσωτερικήν ειρήνην της Εκκλησίας
και του Κράτους. Και ευθύς μεν μετά την εις τον θρόνον άνοδον
ενήργησε την διά συνόδου αρχιερέων από του πατριαρχικού θρόνου
έξωσιν του Φωτίου (ός ην πρότερον διδάσκαλος αυτού εξυμνηθείς υπό
του μαθητού δι' επιγραμμάτων) δι' ουδεμίαν άλλην αιτίαν ή μόνον
ίνα αναβιβάση εις τον πατριαρχικόν θρόνον τον νεώτερον (886-893)
αδελφόν αυτού, τον το 16 της ηλικίας έτος μόλις άγοντα Στέφανον.
Μετά τινα δε χρόνον νυμφευθείς μετά τον θάνατον της τρίτης αυτού
συζύγου και τετάρτην γυναίκα (896) παρά τα θέσμια της Εκκλησίας,
τα μη επιτρέποντα τέταρτον γάμον, ήλθεν εις ρήξιν προς τον
πατριάρχην Νικόλαον τον Μυστικόν, τον διαδεξάμενον τον του
Στεφάνου διάδοχον Αντώνιον Β' (893-895), άνδρα δίκαιον και
αυστηρόν, μετ' ατρομήτου παρρησίας επιβαλόντα επιτίμιον τω τε
βασιλεί και τη εκ παρανόμου γάμου συζύγω.
Ο Λέων ΣΤ' προβάς νυν εις την βιαίαν από του θρόνου του
πατριαρχικού έξωσιν του Νικολάου δεν προυκάλεσε μεν σφοδράς
εκκλησιαστικάς εν τω κράτει ταραχάς, οίας ο Βάρδας ένεκα της
βιαίας εξώσεως του Ιγνατίου• διότι, επικαλεσάμενος νυν την του
Πάπα επέμβασιν και δους αυτώ αφορμήν να ασκήση και εν Ανατολή
δικαιοδοσίαν υπερτάτου της Εκκλησίας άρχοντος, εδικαιώθη υπό
τούτου• αλλ' ηθικώς κατεδικάσθη εν τη συνειδήσει του κλήρου και
του λαού. Και αυτός δε ο Λέων ηναγκάσθη μικρόν προ του θανάτου
αυτού ν' ανακαλέση τον Νικόλαον εις τον θρόνον τον πατριαρχικόν
και να εξαιτήσηται παρ' αυτού συγγνώμην των πεπραγμένων, να
εξορίση δε τον υπ' αυτού του ιδίου (βασιλέως) εγκατασταθέντα και
τα αρεστά αυτώ ποιήσαντα πατριάρχην Ευθύμιον. Μετά τινα δε χρόνον
ο Νικόλαος έλυσεν οριστικώς το ζήτημα της τετραγαμίας διά συνόδου
(921), απαγορευτικήν απολύτως εκδούσης κατά ταύτης απόφασιν. Το
μόνον αξιομνημόνευτον ειρηνικόν γεγονός της βασιλείας του Λέοντος
ΣΤ' ήτο η υπ' αυτού τω τελευταίω της βασιλείας έτει γενομένη νέα
έκδοσις της «Ανακαθάρσεως των Νόμων» (σελ. 193), κληθείσα
«Βασιλικά» και διαιρουμένη εις βιβλία εξήκοντα. Άλλως η 26 έτη
διαρκέσασα βασιλεία του Λέοντος ΣΤ' επληρώθη πολέμων και
επιδρομών βαρβαρικών γενομένων υπό Βουλγάρων, Αράβων και Ρώσων.
3. Ο νέος Βουλγαρικός πόλεμος.
Επί της βασιλείας του Λέοντος ΣΤ' επανήρξαντο οι από του 813
λήξαντες προς το Ελληνικόν κράτος πόλεμοι των Βουλγάρων. Νυν δ'
όμως οι πόλεμοι ούτοι δεν ήσαν απλώς ληστρικαί επιδρομαί μεγάλαι
ως αι μέχρι του 813, αλλά, καίπερ διατηρούντες τον ληστρικόν
επιδρομικόν αυτών χαρακτήρα εν τω τρόπω της διεξαγωγής,
κατήντησαν φυλετικοί, εκ φυλετικού μίσους κατά των Ελλήνων
προερχόμενοι, εν μέρει δε και πολιτικοί προς πολιτικούς
αποβλέποντες σκοπούς και συμφέροντα πολιτικά.
Οι Βούλγαροι από του έτους 814, καθ' ό έπαθον την πανωλεθρίαν της
Μεσημβρίας, ή από του 817, ότε ειρήνευσαν προς το Ελληνικόν
κράτος, μέχρι του 893, ότε ήρξατο ο νέος μέγας Βουλγαρικός
πόλεμος, κατά το υπερεβδομηκονταετές τούτο χρονικόν διάστημα
είχον αλλάξει οπωσούν τον πρότερον όλως βάρβαρον ληστρικόν βίον,
επιδιδόμενοι εις έργα ειρηνικώτερα. Εις τούτο συνετέλεσε πρώτιστα
η εις τον Χριστιανισμόν πρόσοδος αυτών γενομένη επί του βασιλέως
Μιχαήλ Γ' και του πατριάρχου Φωτίου διά των τούτου ιδίως
ενεργειών. Συμπίπτει δε το γεγονός τούτο μετά της κατά τους
χρόνους τούτους διαδόσεως του Χριστιανισμού παρά πολλοίς
Σλαυικοίς λαοίς και ιδίως παρά τοις Μοραυοίς και άλλοις νοτίοις
Σλαυικοίς λαοίς. Δύο Έλληνες μοναχοί, καταγόμενοι εκ
Θεσσαλονίκης, ο Μεθόδιος και ο Κύριλλος, από ζήλου θρησκευτικού
ορμώμενοι και μαθόντες τας γλώσσας των ειρημένων Σλαυικών λαών,
εκήρυξαν εν τούτοις και εν άλλοις πέραν του Δανουβίου οικούσι
βαρβάροις (Πατσινάκοις) την Χριστιανικήν πίστιν, και μετέφρασαν
την Ιεράν Γραφήν και τα λειτουργικά της Ανατολικής Εκκλησίας
βιβλία εις την τότε κοινότερον παρά τοις νοτίοις Σλαύοις
λαλουμένην Σλαβωνικήν λεγομένην γλώσσαν, σχηματίσαντες και
αλφάβητον της γλώσσης ταύτης εκ του Ελληνικού, τον καλούμενον
_Κυριλλικόν_ (από του ονόματος του Κυρίλλου), ού ποιούνται χρήσιν
πάντες σήμερον οι ορθόδοξοι Σλαυικοί λαοί.
Αλλ' εν Βουλγαρία ο Μεθόδιος και ο Κύριλλος διέδοσαν τα σπέρματα
μόνον της χριστιανικής πίστεως, το δ' όλον έργον εξετελέσθη διά
των ενεργειών του Φωτίου παρά τω ηγεμόνι των Βουλγάρων Βογόρει.
Ούτος δε βαπτισθείς και λαβών το όνομα Μιχαήλ, ως αναδόχου
γενομένου του βασιλέως Μιχαήλ Γ', συνετέλεσεν εις την διάδοσιν
του Χριστιανισμού εν τω κράτει αυτού. Η επί του Βασιλείου Β'
γενομένη εμπέδωσις της Χριστιανικής θρησκείας παρά τοις Δαλμάταις
και τοις πρότερον (από του Ηρακλείου ήδη, σημ. 85) κατ' όνομα
απλώς προσελθούσιν εις τον Χριστιανισμόν Σέρβοις και Κροάταις
συνετέλεσεν εις την ταχυτέραν επικράτησιν της νέας θρησκείας και
εν ταις Βουλγαρικαίς χώραις. Διά του Χριστιανισμού δε συνετελέσθη
παρά τοις Βουλγάροις και η προ πολλού αρξαμένη και προχωρούσα
εκσλαύισις αυτού. Ο κυρίως Βουλγαρικός καλούμενος λαός, καθά
πολλάκις είπομεν, δεν ήτο Σλαυικός, αλλά Τουρκικός ή Ουννικός.
Αλλ' η Κάτω Μοισία, η μεταξύ δηλονότι του Δανουβίου και του Αίμου
κειμένη χώρα, εν ή από του τέλους του 7 μ. Χ. αιώνος εγκατέστησαν
οι Βούλγαροι, είχε καταληφθή προ της των Βουλγάρων εγκαταστάσεως
υπό Σλαυικών λαών. Ούτοι δε υποταχθέντες εις τους Βουλγάρους
επέδρασαν κατά μικρόν επί την γλώσσαν των κατακτητών και
αφωμοίωσαν τούτους προς εαυτούς. Καθ' όν δε χρόνον οι Βούλγαροι
εγένοντο Χριστιανοί, είχον καταστή ήδη Σλαύοι την γλώσσαν. Άξιον
δε σημειώσεως ότι ο πρώτος Βούλγαρος χριστιανός ηγεμών είναι και
ο πρώτος Σλαυικόν φέρων όνομα Βόγορις, ενώ οι προ τούτου γνωστοί
ηγεμόνες των Βουλγάρων (Κουβράτ, Ασπαρούχ, Τέρβελις, Κρούμμος)
φέρουσιν ονόματα Τουρκικά. Ήρξαντο δε νυν να φέρωσι το πλείστον
ονόματα χριστιανικά (Εβραϊκά ή Ελληνικά ή Ελληνορρωμαϊκά, Μιχαήλ,
Συμεών, Σαμουήλ, Πέτρος, Ρωμανός) ή Σλαυικά (Βόρις ή Βόγορις,
Βλαδίμηρος). Και αυτή δε η τιμητική προσωνυμία των Βουλγάρων
ηγεμόνων από του Τουρκικού Χαν μετέστη νυν εις το Σλαυικόν
_Κνιάζ_ = ηγεμών, είτα δε εις το επίσης Σλαυικόν ή βεβαρβαρωμένον
Λατινικόν Τσαρ (150).