Οι Βούλγαροι γενόμενοι Χριστιανοί απέβαλον οπωσούν την προτέραν

αγριότητα των ηθών την συνδεομένην μετά της πρώην παχυλής

κτισματολατρικής θρησκείας αυτών, και μετά βαρβάρων ταύτης

μαγικών τελετών και ανθρωποθυσιών. Ήρξαντο δε νυν μετερχόμενοι

και εμπορίαν και έργα βιοτεχνικά, οι δε ηγεμόνες και ευπατρίδαι

αυτών να σπουδάζωσι και γράμματα ελληνικά. Αυτός ο υιός του

πρώτου Χριστιανού Βουλγάρου βασιλέως Συμεών επαιδεύθη εν

Κωνσταντινουπόλει τα ελληνικά γράμματα. Εννοείται δε ότι εν μέσω

της ούτω μεταβληθείσης υπό καθόλου έποψιν καταστάσεως των

πραγμάτων και της επικρατούσης επί 75 έτη ειρήνης ως και του

τρόμου όν ενέπνεον εις τους Βουλγάρους τα όπλα τα Ελληνικά από

του 814, και προ πάντων ένεκα της εμπορίας, ήν μετήρχοντο,

ησθάνοντο την ανάγκην της ειρηνικής προς τας Ελληνικάς χώρας

συγκοινωνίας και επικοινωνίας. Και όμως νυν επί της βασιλείας

Λέοντος ΣΤ' ακριβώς λόγοι μετ' εμπορικών συμφερόντων συνδεόμενοι

έδοσαν αφορμήν εις νέους μεγάλους μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων

πολέμους, τάχιστα προσλαβόντας χαρακτήρα πολέμων κατακτητικών,

εντεύθεν δε και σφοδρού φυλετικού ανταγωνισμού.

Οι Βούλγαροι διεξήγον κατά τους χρόνους του Βασιλείου Α' και

Λέοντος ΣΤ' εμπορίαν κατά γην εξικνουμένην από του Ελληνικού

κράτους μέχρι των ένδον της Γερμανίας. Αλλ', επειδή το μόνον μέγα

εμπόριον της Ευρώπης όλης ήτο τότε η Κωνσταντινούπολις,

σπουδαιότατον τοις Βουλγάροις ήτο να έχωσιν ελευθέραν εμπορικήν

επικοινωνίαν και συναλλαγήν προς την πόλιν ταύτην και προς την

Θεσσαλονίκην. Τα βαρέα δ' όμως τελωνιακά τέλη τα επιβαλλόμενα τη

Βουλγαρική εμπορία καταχρηστικώς υπό των εν Θεσσαλονίκη

διεξαγόντων το μονοπώλιον της Βουλγαρικής εμπορίας Ελλήνων

παρήγαγον σχέσεις εχθρικάς μεταξύ των δύο κρατών. Και ο τω 993

ηγεμονεύων εν Βουλγαρία συνετός, πεπαιδευμένος και Ελληνομαθής,

αυτός δη ο εν Κωνσταντινουπόλει παιδευθείς τα Ελληνικά γράμματα

Συμεών (υιός του Βογόρεως ή Μιχαήλ Α', διαδεξάμενος εν τη αρχή

τον πρεσβύτερον αδελφόν αυτού Βλαδίμηρον) ήρξατο φοβερού εναντίον

του Ελληνικού κράτους πολέμου διαρκέσαντος, μετά μικρών

διαλειμμάτων, έτη 36. Κατά τον πόλεμον τούτον οι Έλληνες καίπερ

έχοντες κατά τα νώτα των Βουλγάρων ως συμμάχους τον φοβερόν τότε

και άγριον Τουρκικόν λαόν των Ούγγρων ή Μαγιάρων (σελ. 160-61)

και τους άλλους πέραν του Δανουβίου αγρίους Τουρκικούς λαούς

Ούζους, Πατσινάκους, ως και τους γνωστούς χριστιανούς Τούρκους

Χαζάρους, τους πιστούς πάντοτε συμμάχους των Ελλήνων, πολλά δεινά

έπαθον και ήττας υπό του στρατού του Συμεών, όστις δεν ήρχε μόνον

της νυν Βουλγαρίας, αλλά και των πέραν του Δανουβίου χωρών, της

νυν Βλαχίας, Μολδαυίας, Τρανσυλβανίας και μέρους της νυν

Ουγγαρίας. Ο πόλεμος ούτος, καθ' όν αι Βουλγαρικαί επιδρομαί

εξετάθησαν καθ' όλας τας Ευρωπαϊκάς χώρας του κράτους μέχρι

Πελοποννήσου, ηπειλήθη δε και αυτή η πρωτεύουσα, διήρκεσε καθ'

όλην την βασιλείαν του Λέοντος ΣΤ' και επί των διαδόχων αυτού

μέχρι του κατά το 929 επελθόντος θανάτου του φοβερού Συμεών.

4. Αι των Σαρακηνών πειρατικαί επιδρομαί.

Καθ' όν χρόνον αι εν Ευρώπη Ελληνικαί χώραι έπασχον φοβεράς εκ

της Βουλγαρικής επιδρομής καταστροφάς, πειρατικοί στόλοι

Σαρακηνών ορμώμενοι από Κρήτης, ενεργούντες εκ συμφωνίας προς

τους Βουλγάρους επιδρομείς, ενέσπειρον τον τρόμον, τας αρπαγάς

και τας παντοίας καταστροφάς καθ' όλας τας ακτάς και νήσους του

Αιγαίου. {198} Τω δε 904 πειρατικός στόλος Σαρακηνός μέγας υπό

την αρχηγίαν του αρνησιθρήσκου Λέοντος του Τριπολίτου εκυρίευσε

την Θεσσαλονίκην, φοβεράς επενεγκών λεηλασίας και μυριάδας

απαγαγών αιχμαλώτων Ελλήνων εκ της μεγάλης ταύτης, δευτέρας μετά

την Κωνσταντινούπολιν, πόλεως του κράτους.

Και άλλαι δε πόλεις και νήσοι Ελληνικαί (ιδίως η Σάμος και η

Λήμνος) έπαθον καταστροφάς υπό των Σαρακηνών πειρατών. Ούτοι

απεθρασύνοντο τοσούτον εκ των επιτυχιών, ώστε διερχόμενοι διά του

πειρατικού αυτών στόλου και τον Ελλήσποντον αυτόν ελυμαίνοντο τας

ακτάς της Προποντίδος, απειλούντες και την Κωνσταντινούπολιν

αυτήν.

5. Η εμφάνισις των Ρως ή Ρώσων πειρατών.

Ίδρυσις του Ρωσικού κράτους.

Μεγάλη πειρατική επιδρομή επί του Λέοντος ΣΤ' εγένετο εναντίον

της Κωνσταντινουπόλεως από του Ευξείνου Πόντου υπ' άλλου τινός

βορείου έθνους πειρατικού. Οι νέοι πειραταί κατερχόμενοι από

Βορρά διά των μεγάλων ποταμών της Σκυθίας ή της νυν Ρωσίας εις

τον Εύξεινον Πόντον επί απειραρίθμων πειρατικών πλοίων, ως κατά

τον Γ' μ. Χ. αιώνα οι Γότθοι (σελ. 10), έπλεον εις τον Θρακικόν

Βόσπορον λυμαινόμενοι τας ακτάς αυτού και απειλούντες αυτήν την

Κωνσταντινούπολιν. Οι πειραταί ούτοι, οι φέροντες παρά τοις

Βυζαντινοίς το όνομα Ρως ή Ρώσοι, εισίν οι πρόγονοι των σημερινών

Ρώσων και ιδρυταί του κράτους του Ρωσικού.

Το Ρωσικόν κράτος ιδρύθη υπό των Νορμανδών των καταλαβόντων κατά

τον 9 μ. Χ. αιώνα τας δυτικάς ακτάς της Βαλτικής θαλάσσης. Τίνες

ήσαν οι Νορμανδοί ούτοι, οι κατά τους χρόνους τούτους

περιπλέοντες διά του πειρατικού αυτών στόλου πάσας τας Ευρωπαϊκάς

παραλίους χώρας και νήσους, από της Βαλτικής μέχρι του

Ατλαντικού, και εκείθεν μέχρι της Μεσογείου, περί τούτων ικανός

ήδη εγένετο λόγος εν τοις έμπροσθεν. Νυν δε ο λόγος περί των

Νορμανδών των ιδρυσάντων το Ρωσικόν κράτος. Εν ταις από Σλαυικών

(ιδίως Αντικών) λαών οικουμέναις χώραις της Ανατολικής Ευρώπης,

της πάλαι Σκυθίας, είχον ιδρυθή περί τα μέσα του 6 μ. Χ. αιώνος,

ότε ήρξαντο αι μεγάλαι από Βορρά προς Νότον μεταναστεύσεις των

Σλαυικών λαών (ίδε σελ. 57), δύο πόλεις Σλαυικαί, αι μόναι πόλεις

εν τη Σκυθική ερημία, η μεν περί τον Βορυσθένη ή Δάναπριν ποταμόν

καλουμένη Κίεβον, η δε βορειότερον ταύτης Νοβογορόδ (= Νεάπολις).

Αι πόλεις αύται κείμεναι εκτός και ύπερθεν της μεγάλης οδού των

διά της νοτίου Ρωσίας γινομένων βαρβαρικών μεταναστεύσεων και

εισβολών και χρησιμεύουσαι ως σταθμοί εμπορικοί της από της μέσης

και δυτικής Ευρώπης προς την ανατολικήν Ευρώπην και εντεύθεν προς

την Ασίαν διεξαγομένης εμπορίας, ήνθησαν ταχέως και κατά τον 8

αιώνα είχον προέλθει εις ικανήν ακμήν ευημερίας και πολιτικής

προαγωγής, αναπτυξάσης και θεσμούς τινας δημοκρατικούς. Αλλ', ως

συμβαίνει εν τοιαύταις πολιτείαις, την εσωτερικήν πολιτικήν

ανάπτυξιν επηκολούθησαν και εσωτερικαί έριδες. {199} Εν Νοβογορόδ

δε αυτοί οι κάτοικοι προς κατάπαυσιν των πολιτικών ερίδων

επεκαλέσαντο τω 862 την επέμβασιν των παρά την Βαλτικήν

Νορμανδών. Ούτοι δε υπό τρεις αρχηγούς Ρούριχ, Σινάους και

Τρουβώρ καταλαβόντες το έτος εκείνο το Νοβογορόδ ίδρυσαν εν αυτώ

στρατιωτικήν δυναστείαν υπό τον Ρούριχ. Ταυτοχρόνως δε άλλα

Νορμανδικά στίφη υπό αρχηγούς Ασκόλδ και Διρ κατήλθον το αυτό

έτος εις Κίεβον και καταλαβόντες βία την πόλιν ταύτην ίδρυσαν εν

αυτή κράτος Νορμανδικόν. Και οι Νορμανδοί ούτοι υπό τους αυτούς

αρχηγούς Ασκόλδ και Διρ κατελθόντες μετά πειρατικού στόλου 200

τροχαντήρων, ήτοι μικρών πλοίων, διά του Δανάπρεως εις τον

Εύξεινον, ενεφανίσθησαν τω 865 εις τον Βόσπορον επί του Μιχαήλ Γ'

υπό το όνομα Ρως (151). Αλλ' ο πειρατικός ούτος των Ρως στόλος

διασκεδασθείς υπό τρικυμίας επέστρεψεν οίκαδε μετά πολλών

απωλειών, ουδέν δυνηθείς να πράξη εναντίον της

Κωνσταντινουπόλεως, πλην της επενεχθείσης εις τα εν τω Βοσπόρω

προάστεια λεηλασίας.

Μετ' ολίγον εν αυταίς ταις χώραις των Ρως ή Ρώσων σπουδαία επήλθε

μεταβολή πραγμάτων. Αποθανόντος εν Νοβογορόδω του Ρούριχ, ο

τούτου συγγενής Ολέγ, επίτροπος γενόμενος της αρχής ως κηδεμών

του Ιγώρ, του ανηλίκου υιού και διαδόχου του Ρούριχ υπέταξε τους

εν Κιέβω Νορμανδούς υπό το κράτος αυτού, και ούτως εκ των δύο

Ρωσικών κρατών του Νοβογορόδου και του Κιέβου εδημιούργησεν

ενιαίον Ρωσικόν κράτος εκταθέν εν βραχεί μέχρι του Ευξείνου

Πόντου. Ο Ολέγ δε ούτος ως άρχων του Ρωσικού κράτους επήλθε τω

906, διαρκούντος του φοβερού Βουλγαρικού πολέμου, μετά ισχυρού

στόλου πειρατικού εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως επί του Λέοντος

ΣΤ' και ένεκα της αδρανείας και ανικανότητος του βασιλέως τούτου

διέπραξεν ανενοχλήτως λεηλασίας κατά τον Βόσπορον και κατά τα

προάστεια αυτά της Κωνσταντινουπόλεως. Τότε δε πρώτον οι Ρώσοι

ηνάγκασαν τον Λέοντα να συνομολογήση συνθήκην προς το Ρωσικόν

κράτος επιτρέπουσαν τοις Ρώσοις να εμπορεύωνται προς το Ελληνικόν

κράτος και να διαμένωσιν ως έμποροι επί τισιν όροις εν

Κωνσταντινουπόλει.

Τοιαύτη περίπου ήτο η κατάστασις του κράτους η εξωτερική καθ' ό

έτος (912) ετελεύτησεν ο Λέων ΣΤ', καταλιπών την αρχήν εις τον

επταετή υιόν αυτού Κωνσταντίνον Ζ'.

6. Η βασιλεία του Κωνσταντίνου Ζ' του Πορφυρογεννήτου

μέχρι του έτους 945.

{200} Τον Λέοντα ΣΤ' διεδέξατο ο εκ της τετάρτης γυναικός υιός

αυτού Κωνσταντίνος Ζ', Πορφυρογέννητος και ούτος επικληθείς και

υπό το όνομα τούτο κυρίως γνωστός γενόμενος εν τη ιστορία. Ο

Κωνσταντίνος ην επταετής την ηλικίαν ότε ετελεύτησεν ο πατήρ,

διετέλει δ' εν αρχή υπό την κηδεμονίαν του πατραδέλφου θείου

αυτού Αλεξάνδρου. Αλλά και τούτου τελευτήσαντος μετά έν έτος

(913), ανέλαβε την κηδεμονίαν η μήτηρ αυτού Ζωή. Μετ' ολίγον όμως

και η Ζωή αφηρέθη την εξουσίαν υπό του ναυάρχου Ρωμανού

Λεκαπηνού, όστις κατέστησε τον αυτοκράτορα και ως γαμβρόν αυτού,

δους αυτώ εις γάμον την θυγατέρα αυτού Ελένην, εγένετο δε και

συμβασιλεύς αυτού (918). Αλλά μη αρκούμενος εις τούτο κατέστησε

και τους τρεις υιούς αυτού συμβασιλείς• ώστε νυν πενταπλή

βασιλεία διείπε τα του κράτους του Ελληνικού, και εν τη συστάδι

ταύτη των πέντε βασιλέων την εσχάτην θέσιν κατείχεν ο νομιμώτατος

πάντων Κωνσταντίνος Ζ'. Αλλ' επί τέλους, ότε αυτός ο Ρωμανός

εξεβλήθη της αρχής υπό των τριών υιών αυτού (944), ο Κωνσταντίνος

ανδρωθείς, ενεργεία της φιλάρχου γυναικός αυτού Ελένης, εξέβαλε

της αρχής τους ασεβείς σφετεριστάς και έμεινε μόνος κύριος της

αρχής (945) (152). Η μέχρι του 945 πενταρχία, εν ή επρώτευεν ο

Ρωμανός Α'. υπήρξεν ατυχεστάτη και ως προς την εσωτερικήν

διοίκησιν του κράτους και ως προς την εξωτερικήν άμυναν αυτού. Ο

φοβερός των Βουλγάρων ηγεμών ή τσάρος Συμεών και μετά τον θάνατον

του Λέοντος ΣΤ' εξηκολούθει τας καταστρεπτικάς αυτού επιδρομάς,

μέχρι των προθύρων αυτών και των τειχών της Κωνσταντινουπόλεως

εκτείνων αυτάς. Μόλις δε μετά τον θάνατον αυτού τον επελθόντα τω

929 ηδυνήθη να αναπνεύση η πρωτεύουσα και να ανακουφισθώσιν εκ

των συμφορών του φοβερού επιδρομικού πολέμου αι Ευρωπαϊκαί

επαρχίαι του κράτους. Εν τοις αυτοίς δε χρόνοις εξηκολούθουν έτι

αι πειρατικαί επιθέσεις των Σαρακηνών, ει και ούτοι τω αυτώ έτει,

καθ' ό η Κωνσταντινούπολις εκινδύνευσεν από των Βουλγάρων (919),

είχον πάθει δεινήν κατά θάλασσαν ήτταν υπό του Ελληνικού στόλου.

Τω δε 941 νέαν στρατείαν εποιήσαντο εναντίον της

Κωνσταντινουπόλεως οι Ρώσοι υπό τον ηγεμόνα αυτών Ιγώρ τον υιόν

του Ρούριχ (σελ. 199) μετά χιλίων πλοίων. Αλλά νυν κατώρθωσαν οι

εν Κωνσταντινουπόλει, ηγουμένου του γενναίου στρατηγού Θεοφάνους,

διά των υπαρχόντων αυτοίς _δρομώνων_ (ήτοι πλοίων ευδρόμων) και

των πυρφόρων πλοίων να καταστρέψωσι τον Ρωσικόν στόλον παρά το

στόμιον του Βοσπόρου. Τα λείψανα του καταστραφέντος στόλου

κατέφυγον εις τας ασιατικάς ακτάς του Βοσπόρου, ενταύθα δε

κατεστράφησαν και αυτά• και τα πληρώματα δε των πλοίων, άτινα

ένοπλα είχον διασπαρή κατά τας ακτάς ταύτας προς προμήθειαν

τροφών, κατεστράφησαν προσβληθέντα κατά γην υπό των στρατηγών

Βάρδα, Φωκά και Κουρκούα. Ο Ιγώρ επέστρεψεν εκ της ατυχούς αυτού

στρατείας μετά 10 μόνον πλοίων.

Επί της βασιλείας του Κωνσταντίνου Ζ', διατελούντος έτι υπό την

κηδεμονίαν του Ρωμανού, ναυάρχου έτι όντος, σημαντικάς ήραντο

νίκας τω 916 τα Ελληνικά στρατεύματα εναντίον των Αράβων υπό τον

γενναίον στρατηγόν Κουρκούαν. Αλλ' ο εν Ευρώπη επικίνδυνος

καθιστάμενος Βουλγαρικός πόλεμος κατέστησε μετ' ολίγον αναγκαίαν

την εξ Ασίας ανάκλησιν του Κουρκούα και την συνομολόγησιν ειρήνης

προς τον χαλίφην Μοκταδίρ. Εις την πρεσβείαν την Ελληνικήν, την

μεταβάσαν τότε εις το Βαγδάτιον προς τον σκοπόν τούτον, έκτακτος

και πρωτοφανής κατά την λαμπρότητα εγένετο υποδοχή υπό της αυλής

του Χαλίφου. Αλλ' η τότε (917) συνομολογηθείσα ειρήνη βραχύ

διήρκεσεν• ανανεωθέντος δε του πολέμου τα Ελληνικά όπλα

προυχώρησαν νικηφόρως εις την Μεσοποταμίαν, ως περί τούτου

γενήσεται λόγος εν οικείω τόπω. Τοιαύτα τα κατά την πρώτην την

πολυαρχικήν περίοδον της βασιλείας του Κωνσταντίνου Ζ' γενόμενα.

7. Η βασιλεία του Κωνσταντίνου του Πορφυρογενήτου

από του 945 μέχρι του θανάτου αυτού (959).

Ο Κωνσταντίνος Ζ' μείνας μόνος κύριος του κράτους εβασίλευσε 14

έτη. Η νέα αύτη περίοδος της βασιλείας αυτού υπήρξεν ικανώς

ισχυρά και ένδοξος. Και δεν ήτο μεν ο Κωνσταντίνος ανήρ ρέκτης

και δραστήριος, ούτε είχεν αρετάς πολιτικάς και στρατιωτικάς

εξόχους, αλλ' ήν λόγιος υφ' ήν έννοιαν και ο πατήρ αυτού, μεγάλην

αισθανόμενος φιλοδοξίαν προς το συγγράφειν και συγγράψας αληθώς

πολλά και ποικίλης ύλης συγγράμματα. Η καθόλου δ' όμως κατάστασις

των πραγμάτων ήτο τοιαύτη εν τω κράτει και τω περί αυτό πολιτικώ

κόσμω, ώστε ο Κωνσταντίνος Ζ' εκ των πραγμάτων αυτών καθίστατο

ισχυρός και σεβαστός τοις ξένοις λαοίς και ηγεμόσι βασιλεύς του

Ελληνικού κράτους. Παρά τον ήκιστα πολεμικόν χαρακτήρα του

βασιλέως υπήρχον εν τω κράτει ουκ ολίγοι άνδρες στρατιωτικοί

εξόχου ικανότητος. Τουναντίον δε το Αραβικόν κράτος μετά τον

θάνατον του χαλίφου Αλμουτασσέμ περιήλθεν, ως είπομεν και θέλομεν

έτι ιδεί εφεξής, εις μεγάλην εσωτερικήν αδυναμίαν και πραγματικήν

αποσύνθεσιν• οι δε στρατηγοί του Βασιλέως δεν επολέμουν κατά του

όλου στρατού του Χαλίφου, αλλά κατά των κατά τόπους

αντιτασσομένων αυτοίς στρατιωτικών δυνάμεων των διοικητών ή

Αμηρών (Αμηράδων) των τόπων, οίτινες είχον καταστή πραγματικοί

κύριοι των χωρών, άς εκυβέρνων εν ονόματι του Χαλίφου, Ούτως

εχόντων των πραγμάτων, μικρά ανάπτυξις στρατιωτικής δυνάμεως εκ

μέρους του Ελληνικού κράτους ηδύνατο να φέρη μεγάλας επιτυχίας,

ως πράγματι εγένετο. Οι στρατηγοί πολεμούντες επιτυχώς εν Συρία

και Μεσοποταμία εκυρίευσαν από των Αράβων χίλια φρούρια εν τη

βορείω Συρία και εν Μεσοποταμία. Εν Ευρώπη δε οι Βούλγαροι μετά

τον θάνατον του φοβερού Συμεών δεν επανέλαβον τας επιδρομάς,

αρκουμένων των βασιλέων αυτών εις ολίγας χρηματικάς δωρεάς, άς οι

Έλληνες βασιλείς έπεμπον αυτοίς. Του Ελληνικού κράτους η ηθική

δύναμις, περιωπή και αίγλη υψώθη ενώπιον του εξωτερικού κόσμου.

Και μεγάλοι σύγχρονοι ηγεμόνες λαών, ο μέγιστος των εν Ισπανία

αρξάντων Ουμμεϊαδών χαλιφών Αβδουρραχμάν Γ' (σ. 180) και ο

ισχυρός βασιλεύς των Γερμανών Όθων Α', ο γενόμενος βραδύτερον και

αυτοκράτωρ του αγίου Ρωμαϊκού κράτους (σ. 151), έπεμψαν πρέσβεις

εις την αυλήν της Κωνσταντινουπόλεως, ίνα συνάψωσι σχέσεις

φιλικάς προς τον Έλληνα βασιλέα.

Αλλ' η μάλιστα αξιομνημόνευτος προς τους ξένους ηγεμόνας και

δυνάστας σχέσις του Κωνσταντίνου Ζ' ήτο η προς την χήραν του

γνωστού ημίν Ρώσου ηγεμόνος Ιγώρ ηγεμονίδα (153) Όλγαν, την

επιτροπεύουσαν τότε τον ανήλικον του Ιγώρ υιόν και διάδοχον

Σβετοσλαύον. Η Όλγα ήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν τω 954 και έτυχε

τιμών, οίαι προσήκον εις ηγεμόνας κράτους υποδεεστέρου και

ημιβαρβάρου. Σκοπός της εις Κωνσταντινούπολιν επισκέψεως της

Όλγας ήτο να ίδη την μεγάλην και πολυύμνητον εν τοις βαρβάροις

«βασιλικήν πόλιν» (154), ως ωνόμαζον αυτήν έκτοτε οι Ρώσοι, και

να συνάψη σχέσεις φιλικάς προς τους Έλληνας βασιλείς• κατά δε

τους Ρώσους χρονογράφους και να βαπτισθή εν Κωνσταντινουπόλει,

όπερ και εγένετο κατά τας Ρωσικάς παραδόσεις, ενώ οι Έλληνες

χρονογράφοι των χρόνων τούτων ουδέν αναφέρουσι περί της βαπτίσεως

ταύτης. Αληθές εν τούτοις είναι ότι η Όλγα ήτο χριστιανή και

τιμάται παρά των Ρώσων ως πρώτη χριστιανή βασιλίς και

ισαπόστολος, όπως παρ' ημίν η Αγία Ελένη. Υπήρχον δε κατά τους

χρόνους τούτους ικανοί χριστιανοί εν Ρωσία, αλλά το μέγα πλήθος

του έθνους, ιδίως των ευγενών, των βοϊάρων καλουμένων, ήσαν έτι

ειδωλολάτραι, τοιούτος δε ήτο και έμεινε μέχρι τέλους και αυτός ο

υιός της Όλγας «μέγας ηγεμών» Σβετοσλαύος. Πρώτον δε επί του υιού

του Σβετοσλαύου τούτου και επί του εγγόνου της Όλγας Βλαδιμήρου ο

Χριστιανισμός επεκράτησεν εν Ρωσία και εγένετο επίσημος θρησκεία

του κράτους.

Αλλ' από της εις Κωνσταντινούπολιν επισκέψεως της Όλγας αι προς

το Ελληνικόν κράτος σχέσεις των Ρώσων κατεστάθησαν στενώτεραι και

ζωηρότεραι και συνετέλεσαν εις την εν Ρωσία διάδοσιν του

Χριστιανισμού.

Ο Κωνσταντίνος Ζ' ο Πορφυρογέννητος, εφ' ού ταύτα πάντα εγένοντο,

ετελεύτησε τω 959 καταλιπών την βασιλείαν τω υιώ αυτού Ρωμανώ.

8. Ρωμανός Β' (959-963 μ.)

Ο τέσσαρα μόνον έτη βασιλεύσας Ρωμανός Β' ήτο μεν ανήρ αθλητικός

το σώμα και το πνεύμα ουχί ασθενής, αλλ' ουχί των δημοσίων

πραγμάτων πάνυ αντιληπτικός και συνετός επιμελητής. Ουχ ήττον η

βραχυχρόνιος βασιλεία του Ρωμανού Β' υπήρξεν ενδοξοτάτη εις το

κράτος ένεκα των κατορθωμάτων των μεγάλων στρατιωτικών ανδρών της

βασιλείας ταύτης, εν οίς επρώτευσεν ο Νικηφόρος Φωκάς, υιός του

εν τοις έμπροσθεν μνημονευθέντος Βάρδα Φωκά. Λαμπρόν και

ενδοξότατον έργον του Νικηφόρου Φωκά ήτο η υπ' αυτού γενομένη τω

960-961 προς ανάκτησιν της Κρήτης στρατεία, η υπό λαμπροτάτης

στεφθείσα επιτυχίας. Η νήσος αύτη, προ 138 ετών κυριευθείσα (823)

υπό Σαρακηνών Ανδαλουσίων ή Ισπανών πειρατών, διετέλει έκτοτε υπό

την πειρατικήν δυναστείαν την ιδρυθείσαν ενταύθα υπό του

αρχιπειρατού Αβουχαφίζ (σελ. 185) φωλεά και ερμητήριον των ανά

την Μεσόγειον και το Αιγαίον πειρατικών στόλων και στρατειών των

Σαρακηνών. Τω δε 960, ότε ανετέθη τω Νικηφόρω η αρχηγία της

εναντίον της εν τη νήσω πειρατικής δυναστείας στρατείας, ήρχε της

νήσου ο εκ των απογόνων του Αβουχαφίζ αμίρης Αβδούλ-αζίζ. Η

πρωτεύουσα του νησιωτικού Σαρακηνού κράτους Χάνδαξ (το νυν

Ηράκλειον, ούτω καλουμένη εκ του περί την πόλιν χάνδακος, ήτοι

βαθείας τάφρου) επολιορκήθη υπό του Ελληνικού στρατού και

εκυριεύθη μετά 8 μήνας, κατελήφθησαν δε και τα λοιπά μέρη της

νήσου. Ο Νικηφόρος Φωκάς επέστρεψεν εν θριάμβω εις την

βασιλεύουσαν, φέρων άπειρον λείαν εκ της νήσου, ήν είχον σωρεύσει

εν αυτή επί μακρόν χρόνον αι τοσαύται εναντίον των Ελληνικών

παραλίων και νήσων πειρατικαί στρατείαι των πειρατών δυναστών της

νήσου. Και αυτός δε ο τελευταίος Σαρακηνός δυνάστης της νήσου

συλληφθείς αιχμάλωτος ήχθη εις την πρωτεύουσαν μετά του νικηφόρου

στρατού και ηκολούθησε τω θριάμβω του Νικηφόρου. Και αυτός μεν

έζησεν εν Κωνσταντινουπόλει εν ανέσει και τιμή διατηρών την

θρησκείαν αυτού, αλλ' οι παίδες αυτού ησπάσαντο τον Χριστιανισμόν

και απετέλεσαν οικογένειαν λίαν ονομαστήν εν Κωνσταντινουπόλει

κατά τους επομένους χρόνους (155).

Μετά το κατόρθωμα τούτο ο Νικηφόρος εδρέψατο νέας δάφνας νίκης

στρατεύσας τω 961 εις την Ασίαν και πολλάς νίκας αράμενος κατά

των Αράβων των πέραν του Ευφράτου χωρών και 60 κυριεύσας φρούρια.

Ενώ δε μετά τας μεγάλας ταύτας επιτυχίας επέστρεφεν ο Νικηφόρος

εις την πρωτεύουσαν (963), έτι όντος αυτού καθ' οδόν, ετελεύτησεν

εν Κωνσταντινουπόλει ο βασιλεύς Ρωμανός, καταλιπών ως διαδόχους

της αρχής, δύο ανηλίκους υιούς, Βασίλειον και Κωνσταντίνον,

γεννηθέντας εκ της Ελληνίδος γυναικός αυτού Θεοφανούς, ήν είχε

νυμφευθή μετά την άτεκνον θανούσαν Βέρθαν (σελ. 200). Ο Νικηφόρος

ελθών τότε εις Κωνσταντινούπολιν ανέλαβε, συμπράττοντος και του

πατριάρχου Πολυεύκτου, ενός των αγιωτάτων, εναρετωτάτων και

συνετωτάτων πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως, την κηδεμονίαν και

επιτροπείαν των δύο παίδων ως θετός πατήρ αυτών ασκών την

υπερτάτην αρχήν εν ονόματι αυτών. Νυμφευθείς δε τότε και την

χήραν βασίλισσαν και νυν βασιλομήτορα Θεοφανώ ανηγορεύθη και

βασιλεύς, ουδαμώς παραβλαπτομένων των δικαιωμάτων των ειρημένων

Βασιλείου και Κωνσταντίνου, αμφοτέρων βασιλέων και νυν

προσαγορευομένων. Ούτω δε επήλθε κατάστασις πραγμάτων ασυνήθης

μεν εν τοις καθ' ημάς χρόνοις, αλλ' άριστα συμβιβαζομένη μετά των

πολιτικών θεσμών και των πολιτικών ηθών των τότε χρόνων και της

καθόλου καταστάσεως των τότε πραγμάτων εν τω Ελληνικώ κράτει και

αποβαίνουσα σφόδρα ωφέλιμος τω τε κράτει και τη αρχούση δυναστεία

τη βασιλική, ής εσέβετο και εφρούρει τα δίκαια ο Νικηφόρος διά

της συμβασιλείας αυτού.

9. Ο Νικηφόρος Φωκάς ως βασιλεύς.

Γενόμενος βασιλεύς ο Νικηφόρος Φωκάς ως Νικηφόρος Β' νέας

επεχείρησε (964) στρατείας νικηφόρους εν Ασία εναντίον των εν

Κιλικία, Συρία και Μεσοποταμία μωαμεθανών κατά τόπους Αμηρών,

ήτοι ανεξαρτήτων κατ' ουσίαν διοικητών του Χαλίφου του Βαγδατίου.

Εν Κιλικία ανεκτήσατο την περίφημον ιστορικωτάτην πόλιν Ταρσόν,

ήτις ήν προπύργιον του Μωαμεθανισμού εναντίον της Μικράς Ασίας•

ανεκτήσατο δε κατά την στρατείαν ταύτην διά του στόλου του

Ελληνικού την από του 7 ήδη αιώνος κατά μέγα μέρος υπό Σαρακηνών

κατεχομένην Κύπρον. Αφού δε μετά νέων δαφνών ενδόξων νικών

επέστρεψεν εκ της στρατείας ταύτης εις την βασιλεύουσαν (τω 965),

ήλθον ενταύθα πρέσβεις του ηγεμόνος των Βουλγάρων Πέτρου

ζητούντες παρά του βασιλέως τας καθυστερουμένας από τινος χρόνου

χρηματικάς δωρεάς. Είδομεν ότι οι Βούλγαροι μετά τον θάνατον του

Συμεών έπαυσαν τας επιδρομάς αυτών, αρκούμενοι εις τας χρηματικάς

δωρεάς, άς έπεμπεν αυτοίς ο βασιλεύς ουχί ως φόρον, αλλ' ως

χορηγίαν ή δώρον διδόμενον παρ' ισχυρού και πλουσίου βασιλέως

προς πένητα και βάρβαρον ηγεμόνα. Αλλ' ο Νικηφόρος Β' μετά την

εις τον θρόνον άνοδον είχε παύσει τας τοιαύτας δωρεάς. Και νυν ο

ηγεμών των Βουλγάρων εξέλεξε στιγμήν ακαταλληλοτάτην ίνα απαιτήση

διά πρέσβεων παρά του νικηφόρου και τροπαιούχου εξ Ασίας

επιστρέψαντος βασιλέως δωρεάν χρηματικήν και μάλιστα ως φόρον

οφειλόμενον. Ο Νικηφόρος δεξάμενος τους Βουλγάρους πρέσβεις, εν

τη υπερηφάνω συναισθήσει της δυνάμεως και δόξης αυτού καθύβρισε

τον ηγεμόνα αυτών, καλέσας αυτόν «σκυτοτρώκτην και διφθερίαν

[156] και τρίδουλον εκ προγόνων», είπε δε ότι μετ' ολίγον έμελλε

να έλθη εις την Βουλγαρίαν ο κράτιστος και μέγιστος βασιλεύς

Ρωμαίων, ίνα αποτίση αυτώ μετ' ακριβείας τον φόρον, εξαγγέλλων

απειλήν πολέμου κατά Βουλγάρων, εις όν ήρξατο να παρασκευάζηται.

Αλλ' ο πόλεμος ούτος, πριν ή έτι άρξηται, έλαβεν απροσδόκητον

τροπήν από Ελληνοβουλγαρικού γενόμενος Ελληνορρωσικός. Ο

Νικηφόρος Β' δηλονότι, θέλων να περατώση ταχέως τον κατά των

Βουλγάρων πόλεμον, επεζήτησε την συμμαχίαν του τότε ηγεμόνος των

Ρώσων Σβετοσλαύου προτρέπων αυτόν να εισβάλη εις Βουλγαρίαν μετά

στρατού. Ο Σβετοσλαύος εδέξατο προθύμως την πρότασιν και επήλθε

μετά στρατού εναντίον της Βουλγαρίας και εισβαλών εις αυτήν

κατέλαβε μέγα μέρος της χώρας. Αλλ' ο Σβετοσλαύος μετ' ολίγον

μετεβλήθη από συμμάχου εις πολέμιον. Διότι παρασυρθείς και υπό

της ιδίας αυτού πλεονεξίας και κενοδοξίας και υπό των προδοτικών

ραδιουργιών του προς αυτόν πεμφθέντος Έλληνος πρέσβεως, του

πατρικίου Καλοκύρη, ήθελε να προσαρτήση την Βουλγαρίαν εις το

Ρωσικόν αυτού κράτος. Αλλ' η τοιαύτη διαγωγή του Σβετοσλαύου

μετέβαλεν εντελώς την πολιτικήν του βασιλέως Νικηφόρου. Διότι

ούτος ουδαμώς ανεχόμενος την υπό Ρώσων κατάκτησιν της Βουλγαρίας,

ως θεωρών τούτο κινδυνωδέστατον εις το Ελληνικόν κράτος, νυν

παρέστη ως προστάτης της υπό Ρώσων υποτασσομένης Βουλγαρίας και

προέτεινε συμμαχίαν τω προ μικρού υπ' αυτού καθυβρισθέντι ηγεμόνι

της Βουλγαρίας Πέτρω. Ούτος προθύμως εδέξατο την πρότασιν του

Νικηφόρου Β' και έπεμψε πρεσβείαν εις Κωνσταντινούπολιν (968).

Αλλ' η προσδοκωμένη νυν Ελληνοβουλγαρική εναντίον Ρώσων συμμαχία

δεν συνωμολογήθη, διότι ο μεν Πέτρος της Βουλγαρίας απέθανεν

αιφνιδίως τω έτει τούτω (968) προ της συνομολογήσεως της

συμμαχίας, οι δε δύο υιοί και κληρονόμοι της αρχής αυτού Ρωμανός

και Βόρις συνελήφθησαν υπό των Ρώσων. Ούτω τον κατά Ρώσων πόλεμον

έμελλον να αναλάβωσι μόνον οι Έλληνες. Ο πόλεμος όμως ούτος δεν

εγένετο επί του Νικηφόρου Β', αλλ' επί του διαδόχου αυτού Ιωάννου

Τσιμισκή, και διά τούτο τα κατ' αυτόν εκτεθήσονται εν τη ιστορία

του βασιλέως τούτου. Ο δε Νικηφόρος έστρεψεν εν τω μεταξύ την

προσοχήν αυτού εις άλλα μέρη.

Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας · 第 17 / 31 段