Από του 5 και ιδίως από του 6 μ. Χ. αιώνος, αφού η Ρωμαϊκή

αυτοκρατορία κατελύθη εν τη Δύσει, τοιαύτη επήλθε βαρβαρότης εν

ταις δυτικαίς χώραις της Ευρώπης, ώστε η σπουδή και η καλλιέργεια

των γραμμάτων, η τοσούτον προαχθείσα κατά τους χρόνους της

Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας καθ' απάσας τας Ρωμαϊκάς χώρας της Δύσεως,

εντελώς σχεδόν υπεχώρησεν εις το σκότος της αμαθείας και της

απαιδευσίας. Μόνον εν Ιταλία, ήτις συνεδέετο πάντοτε προς την

Ελληνικήν Ανατολήν, εκαλλιεργούντο οπωσούν τα γράμματα, προ

πάντων μετά την επί του Ιουστινιανού γενομένην ανάκτησιν της

Ιταλίας. Εστία των γραμμάτων, ιδίως εν Ρώμη, εγένοντο τα

πολυπληθή εντός της πόλεως και περί αυτήν Ελληνικά μοναστήρια. Η

δε Κάτω Ιταλία, ήτις και μετά την υπό των Λαγγοβάρδων κατάληψιν

της Άνω Ιταλίας και μετά την από του Ελληνικού κράτους αποστασίαν

της Μέσης Ιταλίας μέχρι του 11 αιώνος υπέκειτο εις το Ελληνικόν

κράτος και μέχρι νυν έν τισι γωνίαις αυτής (εν Σαλεντίνη και εν

Καλαβρία) διατηρεί έτι την Ελληνικήν γλώσσαν, έμεινεν εστία

Ελληνικών γραμμάτων και παιδείας• ιδίως από του 8 αιώνος, ότε

πολλοί πεπαιδευμένοι κληρικοί ένεκα της περί εικόνων έριδος

έφευγον από Κωνσταντινουπόλεως και των άλλων Ελληνικών χωρών της

Ανατολής εις την Κάτω Ιταλίαν. Από της Ιταλίας δε κατά μικρόν η

καλλιέργεια των γραμμάτων διεδόθη και εις την άλλην Ευρώπην.

Πρώτοι εκ των νέων Ευρωπαϊκών λαών των πέραν των Άλπεων ήρξαντο

να καλλιεργώσι τα γράμματα οι Αγγλοσάξονες, αφού περί τα τέλη του

6 αιώνος προσήλθον εις τον Χριστιανισμόν. Εισηγητής της παιδείας

και μάλιστα της Ελληνικής εκκλησιαστικής παιδεύσεως υπήρξε παρ'

αυτοίς ο μνημονευθείς εν τοις έμπροσθεν Έλλην πρωθιεράρχης της

Αγγλίας Θεόδωρος ο Ταρσεύς (κατά τον 7 αιώνα). Κατά τον 7 αιώνα

πάντες σχεδόν οι λόγιοι (κληρικοί το πλείστον) ήσαν Αγγλοσάξονες.

Αγγλοσάξων δε ήτο και ο διδάσκαλος των παίδων του Καρόλου του

Μεγάλου Αλκουίνος. Ο Κάρολος ο Μέγας ειργάσθη υπέρ της

καλλιεργείας των γραμμάτων εν τω μεγάλω κράτει αυτού ιδρύων

σχολεία πολλαχού, καίπερ ων αυτός αγράμματος. Αλλ' επί των

διαδόχων αυτού παρημελήθησαν τα σχολεία και η παίδευσις και

περιωρίσθησαν μόνον εις τα Μοναστήρια και τον Κλήρον.

Από του 10 αιώνος, ότε ο βασιλικός οίκος της Γερμανίας συνήψε

συγγένειαν προς τον βασιλικον οίκον της Κωνσταντινουπόλεως, και

πολλοί Έλληνες εκ της πόλεως ταύτης μετέβησαν εις την Γερμανίαν,

ήρξαντο και εν Γερμανία αι πρώται αρχαί της σπουδής των Ελληνικών

γραμμάτων. Αλλ' η παίδευσις η μεσαιωνική συνίστατο κυρίως εν τη

σπουδή της Λατινικής γλώσσης και φιλολογίας, ιδίως της

εκκλησιαστικής. Λατινική δε ήτο και η γλώσσα, εν ή έγραφον πάντες

οι λόγιοι• αύτη δε ήτο και επίσημος γλώσσα των κυβερνήσεων. Αλλ'

εν ταις νεολατινικαίς ή Ρωμανικαίς χώραις η υπό του λαού

λαλουμένη γλώσσα είχε την δημώδη αυτής ποίησιν, εν τη γλώσση δε

ταύτη ανεπτύχθη η ποίησις η ιπποτική του Μεσαίωνος και οι μύθοι

οι ποιητικοί. Ούτω δε ήρξατο να παράγηται κατά μικρόν προς τη

λογία φιλολογία, τη καλουμένη Λατινική, των πεπαιδευμένων η

δημοτική η λεγομένη Romance ήτοι _Ρωμανική_ (ήτοι νεολατινική,

Γαλλική, Ιταλική, Ισπανική) ή Ρωμαντική (132). {175} Επιστήμη

εκαλλιεργείτο εν τω Μεσαίωνι μόνον η Θεολογία καί τις φιλοσοφία

καλουμένη Αριστοτελική, ως δήθεν στηριζομένη επί του φιλοσοφικού

συστήματος του Αριστοτέλους, πράγματι δε μόνον τύποις της λογικής

του Αριστοτέλους χρωμένη (133), φιλοσοφία λίαν πενιχρά, ήν

έλαβον οι εν Ευρώπη από των εν Ισπανία μωαμεθανών Αράβων. Παρά

των Αράβων δε τούτων, παρ' οίς από Βυζαντίου κατά τους χρόνους

τούτους διεδόθησαν ου μόνον η σπουδή του Αριστοτέλους, αλλά και

αι επιστήμαι αι μαθηματικαί, η γεωγραφία, η αστρονομία, η

ιατρική, μεγάλως υπ' αυτών τούτων καλλιεργηθείσαι και

αναπτυχθείσαι, έλαβεν η νέα Ευρώπη και των άλλων επιστημών τας

αρχάς (134), αίτινες από του 13 αιώνος μόνον ήρξαντο λαμβάνουσαι

ελευθέραν και αυτοτελή ανάπτυξιν εν Ευρώπη.

Η ανάπτυξις των καλών τεχνών περιωρίζετο κατά τον Μεσαίωνα εις

την αρχιτεκτονικήν (την Γοτθικού ρυθμού) αναγομένη και αύτη

κυρίως εις την μετά τας σταυροφορίας περίοδον. Η δε της γλυπτικής

και ζωγραφικής επίδοσις ανήκει κυρίως εις τους εσχάτους χρόνους

του Μεσαίωνος. Της μουσικής η ανάπτυξις περιορίζεται κυρίως εν τη

Εκκλησία. Εν ταύτη επικρατεί η Ελληνική εκκλησιαστική μουσική

διαδοθείσα εν τη Δύσει ιδίως κατά τον Δ' μ. Χ. αιώνα διά του

επισκόπου Μεδιολάνων Αμβροσίου, και τον 6 αιώνα διά του πάπα

Γρηγορίου Α'. Από του 8 μ. Χ. αιώνος ήρξεν εν τη Δυτική εκκλησία

η χρήσις του μεγάλου μουσικού οργάνου του καλουμένου _Οργάνου_

(αρμονίου), εισαχθέντος πάλιν από της Ελληνικής Ανατολής, ότε ο

βασιλεύς Κωνσταντίνος Ε' έπεμψεν όργανον ως δώρον εις τον Πιπίνον

τον Βραχύν (757), βραδύτερον δε και έτερον εις τον Κάρολον τον

Μέγαν. Από του 12 αιώνος η Ευρωπαϊκή μουσική ήρξατο λαμβάνουσα

ιδιόρρυθμον ανάδειξιν.

Βιομηχανία και βιομηχάνων τεχνών η ανάπτυξις ήτο λίαν πενιχρά εν

τη μεσαιωνική Ευρώπη προ του 11 αιώνος, ωσαύτως δε και η εμπορία,

ένεκα της περί την συγκοινωνίαν δυσχερείας. Το μέγα εμπόριον της

όλης Ευρώπης ήτο σχεδόν μόνη η Κωνσταντινούπολις. Αλλά και η προς

ταύτην εμπορική επιμιξία έλαβεν επίδοσιν κυρίως από του 11 αιώνος

διά των Ιταλικών πόλεων, και έτι πρότερον εν σμικρώ μέτρω διά της

Μασσαλίας. Κέντρα σπουδαία της προς την ανατολικήν Ευρώπην και

βόρειον Ασίαν συγκοινωνίας ήσαν δύο Σλαυικαί πόλεις Κίεβον και

Νοβογορόδ, ιδρυθείσαι κατά τον 6 μ. Χ. αιώνα (ίδε κατωτέρω). Η

δυτική μεσόγειος ήτο τότε θάλασσα πειρατών Σαρακηνών μη παρέχουσα

ασφάλειαν εις την ναυτιλίαν, αι δε κατά τας βορείους θαλάσσας και

τον Ωκεανόν μέχρι Αμερικής τολμηραί θαλασσοπορίαι των Νορμανδών

ήσαν επιδρομαί πειρατικαί, ουχί μόνον μη προάγουσαι την εμπορίαν,

αλλά και κωλύουσαι τα μέγιστα την εμπορικήν συγκοινωνίαν. Μεγάλη

ανάπτυξις θαλασσοπλοίας και εμπορίας κατά γην και κατά θάλασσαν

ήρξατο κατά την επομένην περίοδον των σταυροφοριών.

Τοιαύτη εν κεφαλαίω η ιστορία της Μεσαιωνικής Ευρώπης μέχρι του

τέλους του 11 μ. Χ. αιώνος. Νυν επανερχόμεθα εις την Ανατολήν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΑΡΑΒΩΝ ΑΠΟ ΤΩΝ ΜΕΣΩΝ ΤΟΥ 8 Μ. Χ.

ΑΙΩΝΟΣ ΜΕΧΡΙ ΤΩΝ ΜΕΣΩΝ ΤΟΥ 9 Μ. Χ. ΑΙΩΝΟΣ

1. Πτώσις των Ουμμεϊαδών. Η δυναστεία των Αββασιδών Χαλιφών.

Καθ' ούς χρόνους ήρχον εν τω Ελληνικώ κράτει οι μεγάλοι της

Ισαυρικής λεγομένης δυναστείας βασιλείς Λέων Γ' και Κωνσταντίνος

Ε' και η δυτική και Μέση Ευρώπη ανεμορφούτο διά του μεγάλου

κράτους Καρόλου του Μεγάλου, εν τω Αραβικώ μωαμεθανικώ κράτει

επήρχετο μεγάλη δυναστική μεταβολή, μεγάλως επιδράσασα επί τας

τύχας του Μωαμεθανικού κόσμου. Η δυναστεία των Ουμμεϊαδών χαλιφών

έπεσε περί τα 750 π. Χ. υπό επαναστάσεις αρξαμένας εν Περσία υπό

τον εκ του οίκου του Μωάμεθ (εκ του αδελφού του πάππου αυτού

Αββά) καταγόμενον Άραβα Αβουλαββά και ταχέως εκταθείσας μέχρι

Συρίας και Δαμασκού. Ο τελευταίος εν Δαμασκώ άρξας Ουμμεϊάδης

χαλίφης Μερβάν Β' ηττήθη και εφονεύθη υπό των επαναστατών. Και ο

Αβουλαββάς ως χαλίφης εισήλασεν εις Δαμασκόν και εγένετο αρχηγός

νέας δυναστείας χαλιφών, της των Αββασιδών. Η δυναστεία αύτη,

καίπερ καταγομένη εκ του οίκου εις όν ανήκεν ο Μωάμεθ (εκ του

οίκου Χασέμ), δεν κατήγετο απ' ευθείας από του Μωάμεθ ως η των

Φατιμιδών (ίδ. σελ. 112), ούτε ήτο Σεϊτική ως αύτη (ίδ. σελ.

113), αλλά Σουννιτική ως η των Ουμμεϊαδών. Αλλ' ως πολεμία των

Ουμμεϊαδών κατεδίωξε τούτους απηνώς εν πάση τη Ανατολή και

κατέσφαξε πάντα τα μέλη της δυναστείας (ενενήκοντα τον αριθμόν).

{177} Είς μόνον Ουμμεϊάδης, ο Αβδουρραχμάν, κατώρθωσε να διαφύγη

το ξίφος του Αββασίδου χαλίφου. Ούτος φυγών κρυφίως από της

Συρίας εις Αίγυπτον και διελθών τας αχανείς εκτάσεις της βορείου

Αφρικής αγνώριστος, εν μέσω μυρίων περιπετειών αφίκετο εις

Ισπανίαν, ένθα οι πολυπληθείς οπαδοί του οίκου αυτού ανεγνώρισαν

αυτόν ως Χαλίφην. Ούτω δε ο Μωαμεθανικός κόσμος διηρέθη περί τα

μέσα του 8 μ. Χ. αιώνος υπό δύο Χαλιφείας, την εν Ασία και Αφρική

άρχουσαν χαλιφικήν δυναστείαν των Αββασιδών, και την εν Ισπανία

άρχουσαν, παροδικώς δε και επί την πέραν του Ηρακλείου πορθμού εν

Αφρική Μαυριτανίαν εκτείνασαν την αρχήν αυτής χαλιφικήν

δυναστείαν των Ουμμεϊαδών. Των δυναστειών τούτων η ασυγκρίτως

ισχυροτέρα και περιφανεστέρα και εν τω μωαμεθανικώ κόσμω και

εκτός αυτού σεβαστοτέρα ην η πρώτη, η εκπροσωπούσα την αληθή

δύναμιν του Ισλάμ. Αλλ' οπωσδήποτε και ούτως ο μωαμεθανικός

κόσμος απώλεσε την πρώτην αυτού ενότητα και ηθικήν δύναμιν. Εν

τούτοις επί ικανόν έτι έλαμψαν αμφότεροι οι χαλιφικοί οίκοι, ο τε

της Ανατολής και ο της Ισπανίας.

2. Ο χαλιφικός οίκος των Αββασιδών.

Ο πρώτος Αβδασίδης χαλίφης Αβουλαββάς ο επικαλούμενος Ελσαφφάχ

ήτοι σφαγεύς, διότι εν ονόματι αυτού ο θείος αυτού Αβδαλλάχ

(135)κατέσφαξε δολίως 90 Ουμμεϊάδας, ήρξε τέσσαρα μόνον έτη (750-

753) και αποθανών τω 753 κατέλιπε την αρχήν εις τον αδελφόν αυτού

Αβού-Δζαφάρ-αλμανσούρ (753-754). Ο χαλίφης ούτος μετέθηκε την

έδραν της χαλιφείας από της Δαμασκού εις την παρά τας όχθας του

Τίγρητος αρχαίαν Βαβυλωνιακήν πόλιν Βαγδάτιον, ευρύνας και

καλλωπίσας την πόλιν ταύτην και καλέσας αυτήν Δαρασσαλάμι = οίκον

σωτηρίας. Τον χαλίφην τούτον, αποθανόντα τω 775, διεδέξατο ο υιός

αυτού Μωάμεθ Α' Αλμαχαδί, ελευθεριώτατος γενόμενος εν ταις

δημοσίαις δαπάναις, κατασκευάσας μεγάλας οδούς ανά παν το κράτος

(εν αίς και την από Βαγδατίου μέχρι Μέκκας οδόν των προσκυνητών)

και σταθμούς και πανδοχεία τα λεγόμενα εν τη Ανατολή συνήθως

Καραβανσαράια (136), έτι δε στήλας λιθίνας σημειούσας τας

αποστάσεις. Ο Αλμαχαδί ήλθεν εις πόλεμον, καθά είδομεν, προς την

αυτοκράτειραν Ειρήνην και υπέβαλεν αυτήν διά του υιού αυτού

Αρούν-αλ-ρασίτ εις φόρου απότισιν. Τον Αλμαχαδί τελευτήσαντα τω

785 διεδέξατο ο υιός αυτού Αρούν-αλ-ρασίτ, ήτοι Αρούν (Ααρών) ο

Δίκαιος, διότι ήτο πεφημισμένος διά την επιμέλειαν αυτού περί

απονομής εν τω κράτει αυστηράς δικαιοσύνης. Η κυβέρνησις του

Αββασίδου τούτου χαλίφου, όστις ενίκησε και εταπείνωσε τον Έλληνα

αυτοκράτορα Νικηφόρον Α', τον διάδοχον της Ειρήνης, και συνήψε

σχέσεις φιλικάς προς τον βασιλέα των Φράγκων Κάρολον τον Μέγαν

(ίδε σελ. 145), θεωρείται το λαμπρότατον σημείον της δυνάμεως και

δόξης του χαλιφικού κράτους των Αββασιδών.

3. Ο χρυσούς αιών του Αραβικού πολιτισμού.

{178} Ο Αρούν μεθ' όλην την επί συνέσει φήμην αυτού διέπραξε το

λάθος να διανείμη το κράτος μεταξύ των τριών υιών αυτού, του

πρεσβυτάτου Αμίν έχοντος ως χαλίφου την υπερτάτην κυριαρχίαν επί

των δύο άλλων. Αλλ' εντεύθεν προέκυψαν μετά τον θάνατον του Αρούν

εμφύλιοι πόλεμοι, εν οίς εφονεύθη ο Αμίν (813), και ο Μαμούν, ο

δεύτερος των αδελφών, έμεινε μόνος κύριος του κράτους, άρξας

μέχρι του 833. Ο Μαμούν, όστις περιήλθεν εις εχθρικάς τε και

φιλικάς σχέσεις προς τον Έλληνα αυτοκράτορα Θεόφιλον, δεξάμενος

παρ' αυτού μεγαλοπρεπή πρεσβείαν, εφημίσθη διά την μεγάλην προς

τα γράμματα και τας επιστήμας αγάπην. Επί του Μαμούν μεγίστην

έλαβεν επίδοσιν εν τω Αραβικώ κράτει η από του Μανσούρ αρξαμένη

και επί του Μαχαδί και του Αρούν-αλ-ρασίτ προαχθείσα θεραπεία της

ποιήσεως, των γραμμάτων και των επιστημών. Ιδίως δε

εκαλλιεργήθησαν λαμπρώς η σπουδή της Χρονογραφικής ιστορίας, της

Φιλοσοφίας της Αριστοτελικής (της Λογικής, ή της διαλεκτικής, ίδε

σελ. 175, εφαρμοζομένης εις την μετά των θεμελιωδών αρχών της

μωαμεθανικής θρησκείας συνδυαζομένην φιλοσοφίαν), της Θεολογίας

της μωαμεθανικής, της Νομικής, της Ιατρικής, της Γεωγραφίας, των

Μαθηματικών και της Αστρονομίας. Και επ' αυτού μετεφράσθησαν εκ

του Ελληνικού εις το Αραβικόν συγγράμματα των αρχαίων Ελλήνων

ιατρών Ιπποκράτους και Γαληνού• μετεφράσθησαν δ' επίσης η

Γεωμετρία του Ευκλείδου και η Γεωγραφία του Πτολεμαίου. Λέγεται

μάλιστα ότι ο Μαμούν έν τινι προς τον Έλληνα αυτοκράτορα συνθήκη

ειρήνης ως όρον κυριώτατον προέτεινε την εις αυτόν παράδοσιν

εκατοντάδων τινών αντιγράφων του Αριστοτέλους και άλλων Ελλήνων

συγγραφέων. Τον Μαμούν αποθανόντα τω 833 διεδέξατο ο αδελφός

αυτού Αλμουτασσέμ (833-842), ο τελευταίος των μεγάλων χαλιφών του

Αββασιδικού οίκου, σύγχρονος του αυτοκράτορος Θεοφίλου, προς όν

ήλθεν εις μέγαν πόλεμον (836), εν ώ κατ' αρχάς ηττήθη, είτα δε

εγένετο νικητής. Μετά τον Αλμουτασσέμ άρχεται η παρακμή του

κράτους των Αββασιδών χαλιφών και καθόλου της Αραβικής δυνάμεως

ως και της Αραβικής φυλής εν Ασία. Η δύναμις και το κράτος του

Μωαμεθανισμού μεταβαίνουσιν εν Ασία κατά μικρόν εις άλλας φυλάς

Ασιατικάς, εις την Περσικήν και προ πάντων εις την Τουρκικήν,

αίτινες νέαν δίδουσι ζωήν και δύναμιν εις το Ισλάμ. Αλλά,

μεχρισού επέλθη αυτή η μεταβολή και μετάστασις δυνάμεως,

εμεσολάβησε χρονική περίοδος εξασθενώσασα το Ισλάμ εν Ασία, καθ'

ήν μεγαλουργοί αυτοκράτορες Έλληνες κατώρθωσαν επί τινα χρόνον ν'

ανυψώσωσιν εν Ασία την δύναμιν του χριστιανικού Ελληνισμού. Αλλά

ταύτα θέλομεν αφηγηθή εν τη ιστορία τη Βυζαντιακή, εις ήν

επανερχόμεθα, αφού είπωμεν ελάχιστα τινα και περί, του εν Ισπανία

χαλιφικού κράτους των Ουμμεϊαδών.

4. Το εν Ισπανία κράτος των Ουμμεϊαδών χαλιφών.

Ο μόνος εκ της σφαγής του οίκου των Ουμμεϊαδών διασωθείς

Ουμμεϊάδης Αβδουραχμάν μετά πλείστας περιπετείας ίδρυσε, καθώς

είπομεν, εν Ισπανία κράτος χαλιφικόν νέον (759). Ο Αβδουραχμάν Α'

(άρξας από 759 μέχρι 788) είναι γνωστός εν τη Ευρωπαϊκή ιστορία

της Δύσεως ιδίως ένεκα του κατ' αυτού πολέμου του Καρόλου του

Μεγάλου (788), νικήσαντος αυτόν και αφαιρέσαντος την μεταξύ των

Πυρηναίων και του Ίβηρος ποταμού Ισπανικήν χώραν, ήν προσέθηκεν

εις το μέγα Φραγκικόν αυτού κράτος. Ο χαλίφης ούτος κατέστησε

πρωτεύουσαν του κράτους αυτού την Κορδούβαν, ένθα έκτισε και την

περίφημον ακρόπολιν και παλάτιον αυτού, το γνωστόν υπό το όνομα

Αλκαζάρ.

Εκ των διαδόχων του Αβδουραχμάν Α' άξιοι μνείας είναι ο Χακήμ Α'

(796-822) ένεκα της προστασίας, ήν έδωκεν εν τω κράτει αυτού εις

τα γράμματα, εις την μουσικήν και εις την ποίησιν. Ο χαλίφης δε

ούτος κατήρτισε πρώτος στόλον μέγαν εν τη Δυτική Μεσογείω

τεταγμένον υπό αρχηγόν, καλούμενον, ως συνήθως παρά τοις Άραψιν,

Αμιρ-αλμά, ήτοι Κύριον επί των υδάτων, οπόθεν εδημιουργήθη κατά

παραφθοράν το κοινόν παρά πάσι τοις Ευρωπαίοις και εν πάσαις ταις

Ευρωπαϊκαίς γλώσσαις όνομα amiral (Γαλλ., ή admiral Γερμαν., μετά

των συνθέτων και παραγώγων αυτού, vice-amiral, contre-amiral,

amirauté). Συγχρόνως δε ανεπτύχθη κατά τους χρόνους τούτους και η

πειρατεία η Αραβοϊσπανική. Επί του υιού και διαδόχου του Χακήμ

Αβδουρραχμάν Β' έτι μάλλον ανεπτύχθη η πειρατεία αύτη, πειραταί

δε εξ Ανδαλουσίας της Ισπανίας ορμώμενοι αφήρεσαν τω 823 από του

Ελληνικού κράτους την Κρήτην. Ο χαλίφης ούτος συνήψε σχέσεις προς

τον Έλληνα αυτοκράτορα Θεόφιλον, δεξάμενος πρεσβείαν αυτού και

πέμψας και αυτός πρεσβείαν εις Κωνσταντινούπολιν. Αλλ' αι

διαπραγματεύσεις αι γενόμεναι τότε μεταξύ των δύο ηγεμόνων προς

συνομολόγησιν συμμαχίας εναντίον του Αββασίδου χαλίφου έμειναν

άνευ αποτελέσματος.

{180} Και ο Αβδουραχμάν εθεράπευσε μεγαλοπρεπώς εν τω κράτει

αυτού τα γράμματα, την μουσικήν και την ποιητικήν. Εκ δε των μετά

τον χαλίφην τούτον ανελθόντων εις τον θρόνον της Κορδούβης

χαλιφών επισημότατος είναι ο Αβδουρραχμάν Γ' (912-961). Επί

τούτου το εν Ισπανία κράτος των Ουμμεϊαδών εξίκετο εις το ύψιστον

σημείον της εξωτερικής δυνάμεως και της εσωτερικής ακμής και

πολιτισμού. Ο χαλίφης ούτος συνήψε σχέσεις προς το Ελληνικόν

κράτος, ένθα εβασίλευεν ο Κωνσταντίνος Ζ' ο Πορφυρογέννητος,

δεξάμενος πρεσβείαν Ελληνικήν εν Κορδούβη και πέμψας εις

Κωνσταντινούπολιν και αυτός πρέσβεις, ανταλλάξας δε ομοίας

πρεσβείας και προς τον ισχυρόν βασιλέα των Γερμανών Όθωνα Α'. Τον

Αβδουραχμάν Γ' τελευτήσαντα τω 961 διεδέξατο ο υιός αυτού Χακήμ

Β' (961-976), όστις εκτήσατο μεγίστην δόξαν εν τη ιστορία, διότι

μετ' αγάπης αφωσιώθη προς την εν τω κράτει αυτού καλλιέργειαν της

ποιήσεως, των γραμμάτων και των επιστημών. Ο χαλίφης ούτος

εποιήσατο τεραστίας δαπάνας εκ των πόρων του κράτους, ίνα

καταρτίση εν Κορδούβη βιβλιοθήκην μοναδικήν εν τω τότε κόσμω διά

τε το πλήθος των εν αυτώ 600 χιλ. τόμων και διά το σπάνιον και

πολύτιμον των εκ πασών των χωρών της Ανατολής μετά μεγίστης

επιμελείας συλλεγέντων βιβλίων (137). Μετά τον Χακίμ Β' το

κράτος των Ουμμεϊαδών ήρξατο να παρακμάζη στρατιωτικώς προ πάντων

ένεκα της διηνεκούς επιδόσεως των εν ταις βορείοις χώραις της

Ιβηρικής χερσονήσου μικρών χριστιανικών κρατών, Λεώνος, Ναβάρρας,

Καστιλίας, Αραγωνίας, εις ά κατά τον επόμενον (11) αιώνα

προσετέθη και το της Πορτογαλλίας. Από του 11 αιώνος η ιστορία

της Ισπανίας περιστρέφεται περί τους αδιαλείπτους πολέμους των

χριστιανικών κρατών εναντίον των Αράβων, οίτινες απωθούμενοι

διηνεκώς κατά μικρόν περιωρίσθησαν εις τα νότια της χερσονήσου,

ένθα τα λείψανα αυτών διατηρηθέντα μέχρι του τέλους του 15 αιώνος

εξεβλήθησαν τότε ολοσχερώς υπό της ηνωμένης μεγάλης χριστιανικής

Ισπανίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι'.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΑΠΟ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ

ΤΟΥ 9 ΜΕΧΡΙ ΤΩΝ ΜΕΣΩΝ ΤΟΥ 11 Μ. Χ. ΑΙΩΝΟΣ

1. Το από του Νικηφόρου Α' μέχρι του Λέοντος Ε'

(803-813 μ. Χ.).

Ο μετά την καθαίρεσιν της Ειρήνης ανελθών εις τον θρόνον

Νικηφόρος Α' ήτο μεν ανήρ δραστήριος και ρέκτης [138], και ως

πρώην υπουργός των Οικονομικών επεμελήθη καλώς της διευθετήσεως

των οικονομικών του Κράτους, αλλ' ένεκα της μεγάλης αυτού

αυστηρότητος περί την διαρρύθμισιν των οικονομικών και ιδίως

διότι εξέτεινε τας υπέρ του κράτους οικονομικάς μεταρρυθμίσεις

και επί τα τέως αφορολόγητα, εκκλησιαστικά και ιδίως μοναστηριακά

κτήματα, εξήγειρε πολλήν καθ' εαυτού κατακραυγήν του Κλήρου.

Υπήρξε δε ατυχής και εν ταις εν Ασία και Ευρώπη πολεμικαίς αυτού

επιχειρήσεσι. Και εν Ασία μεν θελήσας να απαλλαγή του

επονειδίστου φόρου, εις όν είχεν υποβληθή το κράτος επί της

Ειρήνης υπό του Αββασίδου χαλίφου Αλμαχαδί (σ. 130), και διά

τούτο περιελθών εις πόλεμον προς τον υιόν και διάδοχον του

Αλμαχαδί περιώνυμον χαλίφην Αρούν-αλ-ρασίτ έπαθεν ήττας δεινάς,

και υπεβλήθη (808) εις νέους έτι ταπεινωτικωτέρους όρους ειρήνης.

Αλλ' ο κατ' ευτυχή σύμπτωσιν μετ' ολίγον επελθών θάνατος του

Αρούν (809) και οι επακολουθήσαντες τω θανάτω αυτού μεταξύ των

υιών εμφύλιοι περί της διανομής του κράτους πόλεμοι (σελ. 178)

απήλλαξαν το Ελληνικόν κράτος της εκπληρώσεως των ταπεινωτικών

όρων της ειρήνης.

Ατυχέστατος υπήρξε και ο κατά Βουλγάρων εν Ευρώπη πόλεμος, όν

επεχείρησεν ο Νικηφόρος τω 810. Αλλά προ του πολέμου τούτου

έχομεν ν' αναγράψωμεν γεγονός τι ευτυχές της βασιλείας του

Νικηφόρου Α' επελθόν εν Πελοποννήσω τω 807. Κατά το έτος τούτο οι

εν Πελοποννήσω, εν Αχαΐα δηλονότι και Αρκαδία Σλαύοι,

επαναστάντες κατά των Ελλήνων επετέθησαν κατά των Πατρών και

επολιόρκησαν στενώς την λίαν ανθηράν τότε ταύτην πόλιν της

Πελοποννήσου. Μάτην οι πολιορκούμενοι κάτοικοι των Πατρών

προσεδόκων βοήθειαν από της Κορίνθου, ένθα ήδρευεν ο στρατηγός

της Πελοποννήσου, ήτοι ο στρατιωτικός και πολιτικός διοικητής της

χερσονήσου. Αλλά κατά την κρίσιμον ταύτην στιγμήν διαδοθείσης,

ένεκα τυχαίου γεγονότος, της φήμης ότι επήρχετο στρατός προς

ελευθέρωσιν των πολιορκουμένων, τοσούτου επληρώθησαν θάρρους οι

πολιορκούμενοι Πατρείς, ώστε ποιησάμενοι έξοδον κατετρόπωσαν τους

βαρβάρους και τοσούτον όλεθρον επήνεγκον αυτοίς, ώστε επήλθεν

έκτοτε η οριστική εν Πελοποννήσω καταστροφή των Σλαύων. Τούτων οι

κατά Πατρών επελθόντες, όσοι εξ αυτών επέζησαν τη μεγάλη

καταστροφή, εγένοντο δούλοι του Αγίου Ανδρέου του πολιούχου της

πόλεως, ήτοι της Μητροπόλεως των Πατρών διότι, ότε μετά το

γεγονός εγνώσθη ότι δεν ήτο αληθής η φήμη η περί αφίξεως βοηθείας

από Κορίνθου, το θαύμα της απροσδοκήτου νίκης απεδόθη εις την

βοήθειαν του Αγίου Ανδρέου. Το γεγονός τούτο μαρτυρεί προς τοις

άλλοις πόσον αβάσιμα ήσαν τα λεχθέντα υπό του Φαλλμεράυερ περί

της εντελούς, υπό των Σλαύων εξολοθρεύσεως των Ελλήνων της

Πελοποννήσου, αφού το ιστορηθέν γεγονός μαρτυρεί ότι οι Σλαύοι

ήσαν υπήκοοι των Ελλήνων και ότι επαναστάντες κατά τούτων έπαθον

καταστροφήν υπό των κατοίκων μιας μόνης πόλεως εξαφανίσασαν

σχεδόν το όνομα αυτών από της Πελοποννήσου. Ολίγιστα λείψανα

Σλαύων διετηρήθησαν έτι έν τισι ορειναίς χώραις και ιδίως περί

τον Ταΰγετον, απορροφηθέντα και ταύτα βραδύτερον υπό του

Ελληνισμού, αφού προσήλθον εις τον Χριστιανισμόν.

Ηγεμών των Βουλγάρων, οίτινες είχον λίαν αποθρασυνθή εκ των κατά

του στρατού της βασιλίσσης Ειρήνης επιτυχιών, ήτο νυν ο Κρούμμος.

Κατά τούτου επήλθεν ο Νικηφόρος και επιτυχώς πολεμήσας εν αρχή,

αφού υπερβάς τον Αίμον εισεχώρησεν εις τα ένδον της χώρας, ευρέθη

αίφνης περικεκυκλωμένος υπό των εν τοις δάσεσιν ελλοχευόντων

πολυπληθών Βουλγαρικών στιφών. Μετ' απεγνωσμένης ανδρείας

ηγωνίσθησαν νυν ο βασιλεύς και οι περί αυτόν, αλλά κατεστράφησαν

ολοσχερώς, εφονεύθη δε και αυτός ο Νικηφόρος (811). Ο των

Βουλγάρων ηγεμών, ότε ο νεκρός του Νικηφόρου ευρέθη υπό τούτων,

απέκοψε την κεφαλήν του νεκρού και κατ' έθιμον βαρβαρώτατον των

βαρβάρων νικητών μετεποίησε το κρανίον εις ιδιαίτερον αυτού

ποτήριον. Μετά την φοβεράν ταύτην καταστροφήν, ήν έπαθεν ο

Ελληνικός στρατός εν Βουλγαρία, οι Βούλγαροι υπερβάντες υπό τον

Κρούμμον τον Αίμον εξεχύθησαν εις την Θράκην και προυχώρησαν

λεηλατούντες και τα πάντα καταστρέφοντες προς την Αδριανούπολιν,

καθ' όν χρόνον ήριζον περί της αυτοκρατορικής αρχής ο Σταυράκιος

ο υιός του Νικηφόρου και ο επί θυγατρός γαμβρός τούτου Μιχαήλ ο

Ραγγαβέ. Τέλος υπερίσχυσεν ο Μιχαήλ, αφού ο Σταυράκιος μετά

δίμηνον βασιλείαν έλαβε το μοναχικόν σχήμα και απήλθεν εις

μοναστήριον. Αλλ' ο Μιχαήλ Α' έδειξε τοσαύτην αδράνειαν, ώστε οι

Βούλγαροι μετά νέαν περί την Αδριανούπολιν νίκην επολιόρκησαν την

πόλιν ταύτην, επήρχοντο δε συγχρόνως και κατά της

Κωνσταντινουπόλεως, ένθα κατέφυγεν ο Μιχαήλ μετά των λειψάνων του

ηττηθέντος στρατού. Εις τοιαύτην δε προελθόντων των πραγμάτων

κατάστασιν και κινδυνευούσης αυτής της πρωτευούσης και μετ' αυτής

άπαντος του κράτους, τρεις γενναίοι αρχηγοί του στρατού, Λέων ο

Αρμένιος καλούμενος, διότι κατήγετο εξ Αρμενίων προγόνων, Μιχαήλ

ο Παφλαγών ή Φρυξ και Θωμάς ο Καππαδόκης, συνεφώνησαν να σώσωσι

το κράτος καθαιρούντες τον Μιχαήλ και αναβιβάζοντες εις την

βασιλικήν αρχήν ένα εξ εαυτών. Έλαβε δε τον θρόνον τότε διά της

συμφωνίας ταύτης ο Λέων Ε' (813-820), του Μιχαήλ Α' λαβόντος το

μοναχικόν σχήμα.

Καθ' όν χρόνον ο Λέων Ε' ανήλθεν εις τον θρόνον, ο Κρούμμος και

οι Βούλγαροι ευρίσκοντο ήδη προ των τειχών της Κωνσταντινουπόλεως

ένθα ο Κρούμμος ετέλει τας βαρβάρους, μετ' ανθρωποθυσίας

συνδεομένας τελετάς αυτού. Αλλ' η υπό των Βουλγάρων πολιορκουμένη

πόλις κατά θάλασσαν ελευθέραν έχουσα την συγκοινωνίαν δεν ηπόρει

των επιτηδείων, τουναντίον δε οι Βούλγαροι, ενσκήψαντος κατά το

έτος εκείνο, (813-814) βαρέος χειμώνος, υποφέροντες υπ' απορίας

τροφών διεσκεδάσθησαν

[139] προς εύρεσιν τροφής εις τας πέριξ της πόλεως κώμας και

κωμοπόλεις, ας είχον ερημώσει προ μικρού. Εν τω μεταξύ ο Λέων

ενισχύσας τον στρατόν αυτού εκ θαλάσσης εποιήσατο έξοδον εκ της

πόλεως και καταδιώκων τα διεσκεδασμένα Βουλγαρικά στίφη επήνεγκεν

αυτοίς (13 Απριλίου 814) φοβερωτάτην καταστροφήν παρά την

Μεσημβρίαν. Η μάχη αρξαμένη από απροσδοκήτου εναντίον του

στρατοπέδου του Κρούμμου νυκτερινής επιθέσεως ταχέως μετεβλήθη

εις σφαγήν φοβεράν, καθ' ήν επληγώθη και ο Κρούμμος και απέθανε

μετ' ολίγον εκ των πληγών. Έκτοτε οι Βούλγαροι επί 70 περίπου έτη

απέσχον πάσης εις το κράτος επιδρομής και το όνομα της Μεσημβρίας

κατέλιπεν αυτοίς μνήμην εξεγείρουσαν φρίκην.

Ο Λέων, ο τοσούτον γενναίος δειχθείς εν πολέμοις, εφάνη και εν τη

εσωτερική διοικήσει του κράτους ικανώτατος, αντιληπτικώτατος ων

καθόλου των πραγμάτων της κυβερνήσεως και ιδίως επιμεληθείς μετά

ζήλου της δικαιοσύνης. Αλλ' ατυχώς ανακινήσας αύθις, κατ'

απαίτησιν του στρατού το ζήτημα των εικόνων εναντίον των υπό της

Ζ' Οικουμενικής Συνόδου θεσπισθέντων περιεπλάκη εις νέας έριδας

εκκλησιαστικάς προς τον κλήρον και ιδίως προς τους μοναχούς, ών

μέγας αντιπρόσωπος ήτο τότε ο της εν Κωνσταντινουπόλει μονής του

Στουδίου ηγούμενος Θεόδωρος ο Στουδίτης. Η τοιαύτη πολιτική του

βασιλέως πολλάς εξήγειρε κατ' αυτού δυσαρεσκείας. Ταύτας δε

επωφεληθείς ο μνημονευθείς Μιχαήλ ο στρατηγός, όστις ήτο

δυσηρεστημένος κατά του Λέοντος, διότι δεν μετέσχε της εξουσίας

καθ' ό μέτρον ηξίου, συνώμοσε μετ' άλλων εναντίον του βασιλέως. Η

συνωμοσία απεκαλύφθη και οι συνωμόται συνελήφθησαν και έμελλον να

φονευθώσιν. Αλλ' αναβληθείσης της εκτελέσεως του θανάτου αυτών,

ένεκα της παρεμπιπτούσης εορτής της Χριστού Γεννήσεως, οι μήπω

συλληφθέντες εκ των συνωμοτών ακριβώς την ημέραν της μεγάλης

εορτής εισέδυσαν, μετεσχηματισμένοι εις ιερείς, εις τον ναόν των

ανακτόρων και εφόνευσαν εκεί τον βασιλέα, καθ' ήν ώραν έψαλλεν

επί του θρόνου τας _Καταβασίας_ λεγομένας ωδάς της Εορτής (25

Δεκεμβρίου 820).

Οι συνωμόται ώρμησαν ευθύς μετά τον φόνον εις τας φυλακάς και

ελευθερώσαντες τον Μιχαήλ ήγαγον αυτόν εις τον Ιππόδρομον και

ανηγόρευσαν βασιλέα.

2. Μιχαήλ Β' ο Τραυλός (820-829 μ. Χ.).

Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας · 第 15 / 31 段