το κράτος το Μοραυικόν διενεμήθη μεταξύ άλλων μικροτέρων Σλαυικών
Κρατών (Βοημίας, Πολωνίας) και των Ούγγρων. Καθόλου δε οι Σλαύοι
ούτως εταπεινώθησαν υπό των Γερμανών κατά τον επόμενον (10)
αιώνα, ιδίως επί του Όθωνος, ώστε το όνομα αυτών εκ των συχνών
εξανδραποδισμών, ούς έπαθον, κατέστη συνώνυμον παρά τοις
Ευρωπαίοις προς το ανδράποδον (esclave, Sklave = δούλος). (119)
Από του 9 μ. Χ. αιώνος οι Σλαύοι της Μοραυίας περιήλθον κατά
μικρόν εις τον Χριστιανισμόν διά των Ελλήνων ιεραποστόλων
Μεθοδίου και Κυρίλλου. Αλλ' η εντελής παρ' αυτοίς και παρά τοις
άλλοις Σλαυικοίς λαοίς του βορρά (πλην των Ρώσων) επικράτησις του
χριστιανισμού υπήρξεν έργον των Γερμανών μετά αιώνας κατορθωθέν.
Διά του χριστιανισμού δε και διά Γερμανικών αποικισμών οι
πλείστοι των βορείων τούτων Σλαύων εξεγερμανίσθησαν ολοσχερώς.
(120) Αλλ' η κατάλυσις του Μοραυικού κράτους είχεν ολέθρια
αποτελέσματα εις τε την Γερμανίαν και την Ευρώπην. Οι Ούγγροι, οι
βαρβαρώτατοι πάντων των τέως εξ Ασίας εις την Ευρώπην εισβαλόντων
λαών, εξαιρουμένων των Ούννων και των Βουλγάρων, και προς τους
δύο μόνον τούτους λαούς δυνάμενοι να συγκριθώσι κατά την
βαρβαρότητα και αγριότητα, ήλθον νυν εις άμεσον συνάφειαν προς
την Γερμανίαν. Αυτός ο βασιλεύς της Γερμανίας Αρνούλφος ο του
Λουδοβίκου του Γερμανού υιός, πολεμών εναντίον των Μοραυών, είχε
καλέσει τους Ούγγρους εις βοήθειαν αυτού εναντίον του
Ζβεντοπόλδου. {162} Αλλ' οι Ούγγροι, οι συμπράξαντες τοις
Γερμανοίς προς κατάλυσιν της των Σλαύων Μοραυών δυνάμεως, μετά
την κατάλυσιν του κράτους τούτου επέπεσον επ' αυτούς τους
Γερμανούς. Επτά φυλαί Ουγγρικαί υπό επτά φυλάρχους τεταγμένους
υπό τον υπέρτατον φύλαρχον Αρπάδον, τον μέγαν θεωρούμενον
γενάρχην των εν Ευρώπη Ούγγρων, εισήλασαν εις την Παννονίαν, ένθα
προ αυτών είχον εισβάλει οι ομόφυλοι αυτών, αλλ' εχθρικώς αυτοίς
διακείμενοι Πατσινάκοι. Πανταχού όθεν διήρχοντο τα Ουγγρικά
στίφη, έφερον την καταστροφήν και ερήμωσιν, ως πρότερον οι
Ούννοι. Και το γραφόμενον περί αυτών υπό των συγχρόνων, ότι
έτρωγον τα πτώματα των υπ' αυτών φονευομένων και έπινον το αίμα
αυτών, καν θεωρηθή ως υπερβολή αφισταμένη της αληθείας, μαρτυρεί
ουδέν ήσσον τίνα φρίκην ενεποίει εις τους τότε Ευρωπαίους το
όνομα των Ούγγρων. Αι επιδρομαί αι Ουγγρικαί εξετάθησαν καθ' όλην
την νότιον Γερμανίαν εξικνούμεναι μέχρι Ιταλίας και Γαλλίας και
Λοθαριγγίας και βραδύτερον μέχρι Μοραυίας και Σαξονίας. Τρεις
μεγάλαι Γερμανικαί στρατιαί κατεστράφησαν αλλεπαλλήλως. Ουδείς δε
πλέον Γερμανός πολεμιστής ετόλμα ν' αντιμετωπίση την αγρίαν ορμήν
των φοβερών στρατιών του Αρπάδου. Μάτην οι Γερμανοί επίσκοποι
εκήρυξαν τας πρώτας σταυροφορίας εναντίον των Ούγγρων, μάτην επί
του βασιλέως Λουδοβίκου του παιδός εκηρύχθη θανατική ποινή κατά
παντός Γερμανού μη προσερχομένου υπό τας σημαίας. Οι Ούγγροι, επί
ικανόν χρόνον εξηκολούθουν ατιμώρητοι τας σφαγάς, τους εμπρησμούς
και τους εξανδραποδισμούς αυτών. Πρώτος ο βασιλεύς της Γερμανίας
Ερρίκος Α', ως είδομεν, εδάμασεν οπωσούν την ορμήν των Ούγγρων
(121), ο δε Όθων Α' μετά την μεγάλην καταστροφήν, ήν επήνεγκεν
αυτοίς τω 955, έθηκε τέρμα εις τας Ουγγρικάς επιδρομάς. Έκτοτε οι
Ούγγροι περιωρίσθησαν κατά μικρόν εν ταις μέχρι νυν υπ' αυτών
οικουμέναις χώραις, και, αφού εξ ανάγκης έπαυσαν τας επιδρομάς,
επεδόθησαν εις ειρηνικάς εργασίας, γενόμενοι ποιμένες και
γεωργοί. Κατά δε τον επόμενον αιώνα ίδρυσαν βασίλειον, ούτινος ο
πρώτος βασιλεύς Στέφανος Α' (997-1038) κατέστη και απόστολος των
Ούννων γενόμενος χριστιανός και προσαγαγών τον λαόν αυτού εις τον
Χριστιανισμόν, κληθείς δε Αποστολική Μεγαλειότης (ίδε σημ. 12).
Είναι δε οι Ούγγροι πλην των εξ αρχαιοτάτων χρόνων εν Ευρώπη
οικούντων Φιννικών Τουρκικών λαών (ίδε σελ. 155), ο μόνος εξ
Ασίας εις Ευρώπην μεταναστεύσας Τουρκικός λαός, διατηρηθείς
αμιγής σχεδόν Τουρκικός και διατηρών την Τουρκικήν αυτού γλώσσαν
(122), καταταχθείς δε εις την χορείαν των χριστιανικών
πεπολιτισμένων Ευρωπαϊκών λαών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.
Η ΕΥΡΩΠΗ ΜΕΤΑ ΤΟΝ 8 Μ. Χ. ΑΙΩΝΑ
1. Ο Μεσαιωνικός βίος υπό καθόλου έποψιν. —
Στοιχεία κοινωνικής, πολιτικής, θρησκευτικής
και ηθικής αναπτύξεως εν τω Μεσαίωνι
κατά την Δυτικήν Ευρώπην.
Ο νέος εν Ευρώπη μετά την Μεγάλην Μετανάστευσιν των Λαών και την
κατάλυσιν του Ρωμαϊκού κράτους εν τη Δύσει παραχθείς βίος, η νέα
ούτως ειπείν Ευρώπη, μετά τεσσάρων αιώνων περίπου (από του 5
μέχρι του 9) έλαβεν επί τέλους περί τα τέλη του 8 αιώνος
ωρισμένην μορφήν και χαρακτήρα και στερεάν βάσιν και αφετηρίαν
αναπτύξεως. Ο σχηματισμός του μεγάλου Φραγκογερμανικού κράτους
του Καρόλου, αύτη η εν τη ιστορία εμφάνισις του μεγάλου τούτου
ανδρός και ηγεμόνος και τα πολλά και μεγάλα έργα αυτού, η δι'
αυτού εν μορφή Φραγκορωμανική ανόρθωσις της δυτικής
αυτοκρατορίας, η διάδοσις του Χριστιανισμού εις άπαντα τον
Φραγκορωμανικόν και Γερμανικόν Ευρωπαϊκόν κόσμον, η διά των
Ελλήνων εν Ανατολή και των Φράγκων εν τη Δύσει κατορθωθείσα
αναχαίτισις του μωαμεθανισμού εν Ευρώπη, η επίδοσις της παπικής
εξουσίας και η συνείδησις της ενότητος του Χριστιανικού κόσμου,
ήν έλαβον οι λαοί διά των δύο ανωτάτων αρχών, της αυτοκρατορικής
και της παπικής, ταύτα πάντα απετέλεσαν τα γενικά στοιχεία του
Ευρωπαϊκού βίου και της ιστορικής αναπτύξεως. Αι μετά τον Μέγαν
Κάρολον από των αρχών του 9 αιώνος αρξάμεναι νέαι από Βορρά και
Νότου και Ανατολών βαρβαρικαί επιδρομαί των Νορμανδών, Αράβων και
Ούγγρων έσεισαν μεν ισχυρώς το νέον οικοδόμημα, αλλά δεν
εκλόνησαν, ουδ' ανέτρεψαν αυτό. Τουναντίον μάλιστα δύο των
επιδρομέων τούτων, οι Νορμανδοί και οι Ούγγροι, εισήλθον μετ'
ολίγον εις τον νέον χριστιανικόν Ευρωπαϊκόν βίον και απετέλεσαν
ισχυρά ερείσματα αυτού. {164} Η δε υπό του καθόλου Μωαμεθανισμού
κατά τον 7 και 8 αιώνα γενομένη από των δύο σκελών της Ευρώπης
(της Ελληνικής και της Ιβηρικής χερσονήσου) ισχυρά διάσεισις της
ανεγειρομένης Χριστιανικής Ευρώπης εν τη αποτυχία αυτής απέδειξε
την μεγάλην στερεότητα του κορμού. Ούτως η νέα Ευρώπη και μετά
τας ισχυράς, αλλά παροδικάς θυέλλας του 9 και 10 αιώνος,
ηκολούθησε στερρώς την ιστορικήν εξέλιξιν, ής τα στοιχεία υπό
γενικήν μορφήν εσκιαγραφήσαμεν εν τοις έμπροσθεν. Ενταύθα
πραγματευόμεθα περί τινων ιδιαιτέρων στοιχείων και θεσμών του
μεσαιωνικού Ευρωπαϊκού βίου, και εν πρώτοις περί του κοινωνικού
και πολιτειακού συστήματος του φεουδαλισμού ή τιμαριωτισμού.
2. Φεουδαλισμός.
Φεουδαλισμός καλείται το σύστημα το κοινωνικόν και πολιτειακόν
της κληρονομικής αριστοκρατίας της συνδεομένης μετά κληρονομικής
εξουσίας, επί ωρισμένης χώρας εκάστου μεγάλου ευπατρίδου. Ούτω
διά του φεουδαλικού πολιτεύματος το κράτος συγκροτείται από
πολλών ιδιαιτέρων κρατών _φεούδων_ (123) ή _τιμαρίων_
καλουμένων, ών οι άρχοντες εισι και λέγονται ηγεμόνες _υποτελείς_
(vassal, vassaux) προς το όλον κράτος και τον ηγεμόνα αυτού, όντα
και καλούμενον κυρίαρχον ή υπέρτατον άρχοντα, (suzerain). Ο
φεουδαλισμός ή τιμαριωτισμός είναι συνήθως αποτέλεσμα κατακτήσεως
συστηματικής, διότι εν ταύτη η κυριευομένη γη διανέμεται εις τους
καταλαμβάνοντας αυτήν διά του ξίφους αυτών. Εν Ευρώπη το σύστημα
τούτο παρήχθη μετά την υπό των βαρβάρων Γερμανών κατάληψιν
Ρωμαϊκών χωρών, και είχεν αναπτυχθή ήδη προ του Καρόλου του
Μεγάλου εν τε τω Φραγκικώ κράτει και εν άλλοις Γερμανικοίς
κράτεσιν. Ο Κάρολος επειράθη να καταλύση αυτό διοργανώσας το μέγα
Φραγκογερμανικόν αυτού κράτος διοικητικώς ούτως, ώστε πάντες οι
διοικηταί ή, ως ελέγοντο Λατινιστί, comites (124), κόμητες,
εισίν απλώς ανώτεροι λειτουργοί του κράτους, ουχί κληρονομικοί.
Αλλ' επί των διαδόχων αυτού επανήλθεν ισχυρότερον το σύστημα και
διωργανώθη συστηματικώς. Ούτως εν παντί κράτει υπό τον ανώτατον
άρχοντα _ρήγα_ ή βασιλέα υπήρχεν η πρώτη τάξις ευγενών γερμανιστί
μεν λεγομένων Herzog, λατινιστί δε dux (δουξ), υπό τούτους οι
κόμητες γερμανιστί δηλούμενοι διά του αρχαίου γερμανικού ονόματος
Graf = άρχων δικαστής, μεταξύ δε των δουκών και των κομήτων οι
κόμητες των ορίων, επί του Καρόλου, οι έχοντες μείζονα εξουσίαν
των συνήθων κομήτων καλούμενοι μαρκήσιοι, (Γερμανιστί Markgrafen,
Γαλλιστί marquis εκ της Γερμανικής λέξεως mark = όριον), υπό τους
κόμητας οι _βαρώνοι_ (125), οι αποτελούντες την τελευταίαν και
πολυπληθεστάτην τάξιν των φεουδαρχών, άρχοντες ούτοι απ' ευθείας
των αγροτών ή των δουλοπαροίκων (Serf). Υπήρχον δε εν εκάστω
ανωτέρου βαθμού φεούδω, οίον εν δουκάτω, φεουδάρχαι κατωτέρου
βαθμού μαρκήσιοι ή κόμητες, και υπό τούτους βαρώνοι. {165} Και
αυτοί δε οι ανώτατοι άρχοντες ή βασιλείς είχον ίδια φέουδα
περιέχοντα κομητίας ή βαρωνίας ιδίας, και εις αυτά μικρά ή μεγάλα
(ενίοτε ελάσσονα ή τα των ισχυρών υποτελών) περιωρίζετο η
πραγματική αυτών κτήσις. Τα φέουδα ήσαν κληρονομικά,
κληρονομούμενα και κατ' ιδίους νόμους φεουδαλικούς. Τα ένεκεν
ελλείψεως κληρονόμων κενά μένοντα φέουδα διένεμεν ο ανώτερος
φεουδάρχης, συνήθως δε ο ανώτατος, ήτοι ο βασιλεύς, εις άλλους
ευγενείς. Η διανομή εγίνετο εν ταις γενικαίς συνόδοις των
ευγενών. Εν τω φεουδαλικώ κτήματι ουδείς φεουδάρχης ηγεμών ήτο
απολύτως ελεύθερος και ανώτατος άρχων ή κυρίαρχος (souverain εκ
του μεσαιωνικού Λατινικού superanus = supremus) πλην των
βασιλέων. Και παν φέουδον (δουκάτον τι λ. χ.), και πράγματι
ανεξάρτητον αν ήτο, συνεδέετο πάντοτε, ως υποτελές, κατά θεωρίαν
προς το βασίλειον. Αλλά κατά τας μετά του φεουδαλικού συστήματος
συνδυασθείσας θρησκευτικάς και πολιτικάς θεωρίας της Μεσαιωνικής
Ευρώπης, ουδ' οι βασιλείς (οι ρήγες δηλονότι re, roi ή k2onig
καλούμενοι Ευρωπαίοι άρχοντες, ουχί ο εν Κωνσταντινουπόλοι
_βασιλεύς_ και αυτοκράτωρ Ρωμαίων) ήσαν κυρίαρχοι (souverain),
διότι δύο μόνον υπήρχον, κατά τας θεωρίας ταύτας, εν τω
Χριστιανικώ βασιλείω αληθείς και νόμιμοι κυρίαρχοι, ο πάπας και ο
αυτοκράτωρ, εκπροσωπών εκάτερος την ετέραν των μαχαιρών του
Ευαγγελίου, αίτινες εθεωρούντο αναφερόμεναι εις την πνευματικήν
και κοσμικήν εξουσίαν. Και τοιαύτη μεν ιδέα επί του Καρόλου του
Μεγάλου είχε σημασίαν πραγματικήν κατά μέγιστον μέρος• αλλ' επί
των διαδόχων αυτού το αυτοκρατορικόν αξίωμα ελάμβανον πολλάκις οι
ασθενέστεροι του οίκου. Ότε δε από του Όθωνος Α' το
αυτοκρατορικόν αξίωμα συνεδέθη διαρκώς μετά του αξιώματος του
βασιλέως της Γερμανίας, ούτε οι της Γαλλίας βασιλείς (καίπερ του
βασιλείου τούτου προελθόντος εκ της Φραγκογερμανικής
αυτοκρατορίας του Καρόλου, ής κληρονόμοι εθεωρούντο νυν οι
βασιλείς της Γερμανίας) ούτε άλλοι βασιλείς της Ευρώπης
ανεγνώριζον την κυριαρχίαν του αυτοκράτορος του αγίου Ρωμαϊκού
κράτους του Γερμανικού έθνους. Μόνοι οι βασιλείς της Βοημίας
(οίτινες άλλως έλαβον το βασιλικόν αξίωμα παρά των Γερμανών
αυτοκρατόρων του αγίου Ρωμαϊκού κράτους) και οι βασιλείς της
Ουγγαρίας παροδικώς ανεγνώριζον την κυριαρχίαν του λεγομένου
Ρωμαίου αυτοκράτορος της Δύσεως (εν τη βορείω Ιταλία αυτός ο
ίδιος αυτοκράτωρ ήτο πάντοτε βασιλεύς, ίδε σ. 151-152). Μεθ' όλα
ταύτα θεωρητικώς ο αυτοκράτωρ ήτο ο μόνος κυρίαρχος, ηγεμών του
Χριστιανικού κόσμου, υπέρτατος πάντων των άλλων ηγεμόνων, έχων
πάντας κατά θεωρίαν _υποτελείς_, καίπερ μη τελούντας φόρον, και
μόνον ούτος έφερε την μεγαλειότητα του Ρωμαϊκού λαού (majestas
populi Romani), την από του Ρωμαϊκού λαού και των αυτοκρατόρων
αυτού κληρονομηθείσαν τιμήν της Μεγαλειότητος (Majestas, Sacera
Majestas = αγία μεγαλειότης) (126). Και ουδείς φεουδάρχης,
εννοείται δουξ, ηδύνατο να λάβη το αξίωμα του βασιλέως και να
προσαγορεύηται βασιλεύς, αν μη ανεγνωρίζετο υπό του Αυτοκράτορος,
εννοείται και υπό του Πάπα. Αλλά και του Αυτοκράτορος η εξουσία,
κατά τας παπικάς αξιώσεις, ήτο απλούν τι σεληναίον φως, δάνειον
του φωτός του ηλίου, της μόνης υπερτάτης εν τω Χριστιανικώ
Παπισμώ εξουσίας, της παπικής. Και ο Πάπας, ο αξιών ότι ήτο
Τοποτηρητής του Χριστού, ιδιοποιείτο και την εξουσίαν του
διορίζειν και αναγορεύειν αυτοκράτορας (ούς αυτός μόνος έχριεν).
Εντεύθεν μεταξύ των δύο υπερτάτων εξουσιών του Χριστιανικού
κόσμου υπήρχον σπέρματα ερίδων και συγκρούσεων, αίτινες κατά
καιρούς, ως θέλομεν ιδεί, έλαβον μεγάλας διαστάσεις.
Το φεουδαλικόν κοινωνικόν και πολιτειακόν σύστημα εγένετο μεν
πάροχον αγαθού τινος εις τον βίον τον μεσαιωνικόν, διότι
εδημιούργησε πολλά κέντρα κυβερνήσεων και διοικήσεων πατρικών,
αλλά επιβλαβώς επί μακρόν επέδρασεν επί την ανάπτυξιν την
πολιτικήν και κοινωνικήν διότι μέγιστον μέρος του λαού
κατεδίκασεν εις δουλοπαροικίαν, εκώλυσε την ανάπτυξιν μεγάλων
πόλεων και δημοτικών και πολιτικών ελευθεριών, έτι δε και την
ανάπτυξιν της εμπορίας και βιομηχανίας (διότι οι δουλοπάροικοι
ήσαν αγρόται), και μάλιστα της συγκοινωνίας (127), περιώρισε δε
την παίδευσιν και πάσαν υψηλοτέραν ανάπτυξιν εις μόνην την
αριστοκρατίαν.
3. Ιπποτισμός.
Μετά του φεουδαλισμού συνδέεται εν μέρει και ο ιπποτισμός. Ο
ιπποτισμός ήτο κυρίως στρατιωτική υπηρεσία, _ιππότης_ δε
(chevalier γαλλιστί, γερμανιστί Ritter) ελέγετο ο στρατιώτης ο
έφιππος. Καθ' όν δε χρόνον εν Ευρώπη ο φεουδαλισμός κατέστρεψε
πάσαν λαϊκήν ελευθερίαν και διήρεσε τους ανθρώπους εις ευγενείς
και δουλοπαροίκους, μόνη τάξις πολιτών ελευθέρα έμεινε των
πολεμιστών και δη των ιπποτών, διότι τέλειος στρατιώτης ήτο ο
ιππότης μεθ' όλης αυτού της στρατιωτικής πανοπλίας. Συνεδυάσθη δε
ο ιπποτισμός μετά του φεουδαλικού συστήματος κατά τρόπον
τοιούτον, ώστε πας ιππότης ήτο και μικρός τις τιμαριούχος, έχων
μικρόν τι τιμάριον ήτοι κτήσιν γης μικράν, λαμβάνων αυτήν παρ'
οιουδήποτε φεουδάρχου δι' αμοιβήν της προς αυτόν στρατιωτικής
υπηρεσίας. Εντεύθεν ο ιππότης απετέλεσε κατά μικρόν τάξιν τινά
ευγενείας, την κατωτάτην ευγένειαν. Επειδή δε η εις την τάξιν των
ιπποτών είσοδος ήτο ουχί λίαν δυσχερής, και είχον το δικαίωμα
τούτο προ πάντων οι εν τη οικιακή και στρατιωτική υπηρεσία των
ηγεμόνων υπηρετούντες αυλικοί θεράποντες, ο αριθμός των ιπποτών
ηυξάνετο εν πάσαις ταις χώραις αποτελών δεσμόν τινα μεταξύ της
φεουδαλικής αριστοκρατίας και των πολλών υπηκόων ή μάλλον
υποδούλων λαών. Αλλ' οι ιππόται, ενώ κοινωνικώς απετέλουν την
κατωτάτην τάξιν της ευγενείας, ηθικώς εξεπροσώπουν την αρίστην
και τελείαν. Ου μόνον διότι η ανδρεία εθεωρείτο, ως πάντοτε, ούτω
προ πάντων εν τω Μεσαίωνι, ως κύριον γνώρισμα ευγενείας, πας δε
ιππότης εθεωρείτο τύπος τέλειος ανδρείου, αλλά προ πάντων διότι
αυτός ο βίος του ιππότου συνεδυάσθη μετ' επιτηδεύσεως ηθικών
αρετών. Ούτω προσόν μέγα και γνώρισμα ανδρείου ιππότου εθεωρείτο
ουχί απλώς τα ανδρείως μάχεσθαι εν πολέμοις, αλλά και το
υπερασπίζειν πανταχού το δίκαιον, ιδίως το δίκαιον του ασθενούς
εναντίον του ισχυρού, το προστατεύειν τον ασθενή και πένητα
εναντίον της βίας των ισχυρών, το λέγειν πάντοτε την αλήθειαν, το
τηρείν απαράτον τον λόγον της υποσχέσεως, το εμμένειν πιστώς εν
τη φιλία.
{168} Επειδή η θρησκεία είχεν εν τω Μεσαίωνι μεγάλην ροπήν εφ'
άπαντα τον βίον, και ο ιπποτισμός εθεωρήθη χριστιανική αρετή και
ο ιππότης τέλειος χριστιανός πολεμιστής, καθόσον αι αρεταί του
ιπποτικού βίου εθεωρούντο συμφωνόταται προς τα του Ευαγγελίου και
της χριστιανικής Εκκλησίας ηθικά παραγγέλματα. Ούτω δε διεμορφώθη
κατά μικρόν ίδιος βίος ιπποτικός, υπό ιδιαιτέρων ηθικών κανόνων
διεπόμενος. Εφιλοτιμούντο δε και οι μεγάλοι φεουδάρχαι και αυτοί
οι βασιλείς και αυτοκράτορες να επιτηδεύωσιν αρετήν ιπποτικήν και
να λέγωνται ιππόται. Εντεύθεν δ' ο ιπποτικός βίος ελαβεν αίγλην
τινά και γοητείαν ηθικήν παρεμφερή προς την του αρχαίου ηρωικού
κόσμου (128) και εγένετο υπόθεσις ποιήσεως και φιλολογίας, ιδίως
της ρωμαντικής (ίδ. κατωτέρω). Κατά τους χρόνους δε των
σταυροφοριών (ίδ. κατωτέρω), ότε χρέος παντός χριστιανού
εθεωρείτο να στρατεύη εις τους αγίους τόπους αγωνιζόμενος
εντεύθεν υπέρ του Τάφου του Χριστού και των άλλων ιερών και
καθόλου υπέρ της χριστιανικής πίστεως, οι ιππόται επρωταγωνίστουν
εν τω αγώνι τούτω. Εντεύθεν δε οι ιππόται εγένοντο και στρατιώται
της πίστεως. Έλαβε δε τότε μεγίστην επίδοσιν ο ιπποτισμός και
διότι συνεδυάσθη μετά του βίου του μοναχικού. Εκ του συνδυασμού
δε τούτου παρήχθησαν τα διάφορα μοναχικά ιπποτικά τάγματα, έχοντα
ιδίας στολάς και ίδια διακριτικά σημεία (παράσημα), διδόμενα εις
τους κατατασσομένους εις το τάγμα. Τα τάγματα ταύτα, εν οίς η
ιδιότης του στρατιώτου του Χριστού και της Εκκλησίας συνηνούτο
μετά της του ιππότου μαχητού, μεγάλας προσήνεγκον υπηρεσίας εις
τον Χριστιανισμόν και εν Παλαιστίνη και εν ταις βορείοις χώραις
της Ευρώπης (εν Πρωσσία, Λιθουανία, εν ταις ακταίς καθόλου της
Βαλτικής, ένθα διά τοιούτων ιπποτικών ταγμάτων διεδόθη ο
Χριστιανισμός. Κατά μίμησιν δε των τοιούτων ταγμάτων ήρξαντο και
ηγεμόνες και κυβερνήσεις να ιδρύωσι διάφορα τάγματα, στρατιωτικά
μετά διαφόρων παρασήμων προς ανάπτυξιν στρατιωτικών αρετών.
Επειδή δε και αφού από του 15 αιώνος και έπειτα ο ιπποτισμός ο
στρατιωτικός έπεσεν ένεκα της εν τοις όπλοις χρήσεως της
πυρίτιδος και της υπεροχής ήν έλαβεν έκτοτε το εκηβόλον όπλον και
της εντεύθεν προελθούσης ελαττώσεως της αξίας της προσωπικής
ανδρείας, ιππότης εσήμαινεν ηθικώς πάντοτε τον ηθικώς γενναίον
και χρηστόν άνδρα, ιδρύθησαν και ιπποτικά τάγματα, ού τα παράσημα
απενέμοντο και απονέμονται εις μη στρατιωτικούς, αλλ' εις πάντα
χρηστόν και γενναίον άνδρα, εκτιμώμενον υπό του ηγεμόνος ή υπό
της πολιτείας και αμειβόμενον διά του παρασήμου τοιούτου τινός
τάγματος (129).
Εκ των ειρημένων εννοείται ότι ο ιπποτισμός, αντιθέτως προς τον
φεουδαλισμόν, υπήρξε στοιχείον λίαν ευεργετικόν και
εκπολιτιστικόν υπό καθόλου έποψιν, διότι συνδυάσαν τας
στρατιωτικάς αρετάς και τον φεουδαλικόν βίον προς τας αρετάς τας
πολιτικάς, ηθικάς και θρησκευτικάς και εξευγενίσαν εν μέρει τον
Μεσαιωνικόν βίον έδωκεν αυτώ μορφήν και αίγλην ποιητικήν•
εντεύθεν δε παρέσχε και ύλην και τροφήν εις την ποίησιν και
φιλολογίαν (όπως ο αρχαίος Ελληνικός ηρωικός βίος παρήγαγεν
ηρωικήν επικήν ποίησιν) και συνετέλεσεν εις την πρόοδον του
Χριστιανισμού.
4. Ο βίος των πόλεων.
Στοιχείον βίου μεσαιωνικού προαγαγόν την εκπολιτιστικήν εξέλιξιν
του βίου τούτου είναι και ο βίος των πόλεων, ο βίος ο αστικός. Εν
τω Ευρωπαϊκώ κόσμω, τω προελθόντι εκ της καταλύσεως του Ρωμαϊκού
κράτους εν τη Δύσει και της συγκροτήσεως των Ρωμανογερμανικών και
των ακραιφνώς Γερμανικών κρατών, πολλαί υπήρχον πόλεις, ιδίως εν
Ιταλία, Γαλλία, Βρεττανία και Ισπανία, εν χώραις δηλονότοι, ών
ήρξαν οι Ρωμαίοι. Διότι το Ρωμαϊκόν κράτος προήγε λίαν την κτίσιν
πόλεων και σταθμών ή αποικιών στρατιωτικών (Coloniae). Πλην
τούτων εν Γαλλία, Βρεττανία και Ισπανία και ο προ του Ρωμαϊκού
Κελτικός βίος δεν απεστρέφετο τον αστικόν βίον εν μικροίς
περιτετειχισμένοις πολίσμασι. Μόνος ο Γερμανικός βίος απεστρέφετο
τας πόλεις και τον αστικόν βίον ηδόμενος τη εν μικραίς κώμαις
εντός δασών οικήσει. Και διά τούτο εν ολίγοις μόνον τόποις της
Γερμανίας, ένθα κατώρθωσε να θέση πόδα ο Ρωμαίος, παρά τον Ρήνον
και έν τισι τόποις της νοτίου Γερμανίας υπήρχoν τινες πόλεις. Εν
ταις Γερμανικαίς χώραις οι ηγεμόνες είχον απλώς τας εαυτών
ακροπόλεις, εν αίς ήσαν και τα παλάτια αυτών, ως είχον τα
πράγματα εν Ελλάδι εν τοις Πελασγικοίς χρόνοις. Αλλά και εν ταύτη
τη χώρα ως πανταχού η διάδοσις του χριστιανισμού συνετέλεσεν εις
ίδρυσιν πόλεων, δι' ιδρύσεως επισκοπών αποτελουσών πυρήνα πόλεως.
Αλλ' εις την ανάπτυξιν των πόλεων κατά μεσαίωνα μεγάλα κωλύματα
παρενέβαλλον το μεν ο φεουδαλισμός, το δε αυτοί οι επίσκοποι. Οι
φεουδάρχαι ηξίουν να διοικώσιν αυτοί τας εν τοις φεούδοις αυτών
κειμένας πόλεις δι' ιδίων διοικητών ή κομήτων, αναγνωρίζοντες μεν
εις τους κατοίκους αυτούς ελευθερίαν τινά, και μη φερόμενοι προς
αυτούς ως προς τους δουλοπαροίκους πενέστας [130] των αγροτικών
κωμών, αλλά και μη επιτρέποντες την ελευθέραν δι' ελευθέρων αυτών
θεσμών ανάπτυξιν. Οι δε επίσκοποι ήθελον να άρχωσιν αυτοί, ως ο
Πάπας εν Ρώμη, εν ταις επισκοπικαίς πόλεσι. Και υπήρχε πλήθος
τοιούτων μικρών επισκοπικών κρατών, ιδίως εν Γερμανία. Αλλά κατά
μεν των επισκόπων αυτών αυτός ο Πάπας προσήλθε βοηθός εις τους
κατοίκους των πόλεων προς κατάλυσιν της κοσμικής αυτών ταύτης
δυνάμεως, καθ' ής αντέπραττον οι Πάπαι. Αι δε εν τοις
φεουδαλικοίς κράτεσι πόλεις διά μακρών αγώνων προς τους
φεουδάρχας κατώρθωσαν μικρόν κατά μικρόν να αναπτύξωσιν ελεύθερον
αστικόν βίον. Το τοιούτον εγένετο πρώτον εν Ιταλία από του 11
αιώνος και εντεύθεν, είτα δε εν Γαλλία και εν Αγγλία. Και εν
Γερμανία δε από του 10 αιώνος ήρξατο κατά μικρόν η επίδοσις των
πόλεων και του αστικού βίου, καθ' όν τρόπον είπομεν ανωτέρω (σημ.
121), διά συστάσεως στρατιωτικών αποικιών εν τοις προς Ουγγαρίαν
μεθορίοις. Είτα δε καθ' άπασαν την Γερμανίαν ιδρύθησαν αι
λεγόμεναι αυτοκρατορικαί πόλεις, αι απ' ευθείας από του
αυτοκράτορος εξαρτώμεναι και διά τούτο _ελεύθεραι_ (131). Η
μεγάλη επίδοσις των ελευθέρων πόλεων εν τε τη Γερμανία και Ιταλία
και εν άλλαις χώραις Ευρωπαϊκαίς ανήκει εις την επομένην περίοδον
του Μεσαίωνος την μετά τας Σταυροφορίας.
Ο βίος των πόλεων και καθόλου η ανάπτυξις και πρόοδος των πόλεων
και του αστικού βίου συνετέλεσαν λίαν εις την εκπολιτιστικήν
εξέλιξιν του Μεσαιωνικού βίου, διότι αι πόλεις κατά μικρόν
κατεστάθησαν κέντρα αστικού βίου ελευθέρου, προδρόμου του
ελευθέρου πολιτειακού βίου, έτι δε τέχνης, εμπορίας, βιομηχανίας
και παιδεύσεως και γραμμάτων.
5. Τα μεσαιωνικά πολιτειακά συντάγματα.
Τα πολιτειακά συντάγματα ή τα πολιτεύματα της Μεσαιωνικής Ευρώπης
ήσαν μοναρχικά φεουδαλικά πολιτεύματα, ήτοι πολιτεύματα μοναρχικά
άμα και αριστοκρατικά επί φεουδαλικής κληρονομικής αριστοκρατίας
στηριζόμενα, εν οίς ο βασιλεύς ήτο είς των αριστοκρατικών
αρχόντων, ο ανώτατος πάντων κατά την τιμήν, ουχί πάντοτε και κατά
την δύναμιν, εκπροσωπών την ενότητα του κράτους. Η διοίκησις του
κράτους, ανήκεν εις τους κατά τόπους και βαθμούς φεουδάρχας, η δε
γενική του κράτους κυβέρνησις, η διεξαγωγή δηλονότι των εις τα
γενικά συμφέροντα αναφερομένων υποθέσεων, εγίνετο υπό του
ανωτάτου ηγεμόνος, συγκαλούντος κατά χρονικάς περιόδους συμβούλια
των διαφόρων φεουδαλικών τάξεων της τε κοσμικής και της του
κλήρου αριστοκρατίας. Εν Γερμανία του τοιούτου συμβουλίου
(Reichstag = συμβούλιον του κράτους) μετείχον πάντες οι
φεουδάρχαι και οι προϊστάμενοι των αυτοκρατορικών πόλεων, εν
Γαλλία δε αι δύο μνημονευθείσαι αριστοκρατικαί τάξεις, εις άς
προϊόντος του χρόνου προσετέθη και τρίτη τις τάξις των ελευθέρων
γαιοκτημόνων δημιουργηθείσα εν Γαλλία κατά μικρόν από του 11
αιώνος διά της ελευθερίας των δουλοπαροίκων. Εν Αγγλία και προ
της Νορμανδικής κατακτήσεως ήσαν αι σύνοδοι του λαού (Witen
agemot), περιλαμβάνουσαι πάντας τους εν οιωδήποτε κλάδω του βίου
εξέχοντας πολίτας (διότι εν Αγγλία προ της Νορμανδικής
κατακτήσεως δεν υπήρχε φεουδαλισμός αυστηρός, οίος εν τη
ηπειρωτική Ευρώπη)• μετά δε την Νορμανδικήν κατάκτησιν (1666) το
συμβούλιον πάντων των βαρώνων ή λόρδων του βασιλείου, το
λεγόμενον παρλαμέντον (parliament), ήτο βουλή εν αρχή απλώς των
λόρδων. Εκ των τοιούτων συμβουλίων κατά μικρόν προέκυψαν εν
Αγγλία, εν δε τοις νεωτάτοις χρόνοις εν τη λοιπή Ευρώπη, αφού διά
μεγάλων πολιτικών αγώνων κατέπεσεν ο φεουδαλισμός και επήλθε
μάλλον ή ήττον κοινωνική ισοπέδωσις του λαού, αι νυν λεγόμεναι
εθνικαί αντιπροσωπείαι, ή τα κοινοβούλια των Ευρωπαϊκών λαών.
6. Εκκλησιαστικά νόμιμα και θεσμοί μεσαιωνικοί.
Η Εκκλησία, πλην της καθόλου θρησκευτικής ηθικής ροπής αυτής επί
την εκπολιτιστικήν εξέλιξιν του μεσαιωνικού βίου, της
προερχομένης εκ του όλου ηθικού χαρακτήρος της Χριστιανικής
πίστεως και ηθικής διδασκαλίας, συνετέλει εις την τοιαύτην
εξέλιξιν και διά των ιδιαιτέρων αυτής καταστημάτων και θεσμών. Η
Ρώμη μετά της ισχυρώς ωργανωμένης ιεραρχίας της Δυτικής Εκκλησίας
εδημιούργει και εστερέου συνείδησιν της Χριστιανικής ενότητος εν
τοις λαοίς από άκρου εις άκρον της Δύσεως, από των νοτιωτάτων
ακτών της Μεσογείου μέχρι των βορειοτάτων παραλίων της
Σκανδιναυικής χερσονήσου. Και η συνείδησις αυτή ήνου ηθικώς λαούς
εντελώς άλλως, ένεκεν ελλείψεως πάσης άλλης υλικής και
πνευματικής συγκοινωνίας, κεχωρισμένους απ' αλλήλων. Τάγματα
πολυώνυμα μοναχικά διατρέχοντα την Ευρώπην από άκρου εις άκρον
και μοναστήρια πλείστα κατά τόπους απετέλουν δεσμόν τινα
κοινωνικόν και ηθικόν μεταξύ των λαών. Η Ρώμη ως πρωτεύουσα του
Χριστιανικού κόσμου, ως «αιώνιος πόλις», και ο επίσκοπος αυτής ως
υπέρτατος αρχηγός της Εκκλησίας και τοποτηρητής του Χριστού ήσαν
σημείον ενώσεως ου μόνον εσωτερικής, αλλά και εξωτερικής.
Μυριάδες χριστιανών εκ πάσης γωνίας της Δύσεως συνέρρεον εις την
πόλιν ταύτην ως εις μέγα προσκυνητήριον του χριστιανικού κόσμου,
ιδίως κατά παν πεντηκοστόν έτος (ως έτος Ιωβιλαίου), ότε εδίδετο
και άφεσις αμαρτιών εις τους επιχειρούντας τοιαύτην προσκύνησιν.
Ωσαύτως δε και η Παλαιστίνη και η αγία πόλις διά των εκ πάσης γης
χριστιανικής συρρεόντων αυτόσε προσκυνητών ήτο δεσμός ενότητος
ηθικής μεταξύ πάντων των χριστιανικών λαών της Ευρώπης. Πλην
τούτου μεθ' όλας τας ατασθαλίας και την κατάχρησιν της αρχής, εις
ήν παρεξετρέποντο οι δύο την ανωτάτην εν τω χριστιανικώ κόσμω
αρχήν εκπροσωπούντες πάπας και αυτοκράτωρ, και μεθ' όλας τας προς
αλλήλους έριδας αυτών, ενήργουν εκόντες ή άκοντες, φανερώς ή
λεληθότως και αγαθόν τι όπερ του όλου χριστιανικού λαού. {173} Ως
τοιούτον αγαθόν αναφέρομεν την θείαν _εκεχειρίαν_ ή ειρήνην
(Treuga Dei) την εν Βουργουνδία το πρώτον θεσπισθείσαν, είτα δε
υπό του αυτοκράτορος Κορράδου Β' συναινέσει του Πάπα και εις
Ιταλίαν και εις άλλας χώρας της Ευρώπης εισαχθείσαν, τω δε 1057
υπό του αυτοκράτορος Ερρίκου Γ' γενομένην νόμον του Γερμανικού
κράτους. Κατά τον εκκλησιαστικόν άμα και πολιτικόν νόμον τούτον
απηγορεύετο πάσα μεταξύ χριστιανών ένοπλος μικρά ή μεγάλη
σύγκρουσις, καθ' άς ημέρας ετελείτο λειτουργία εν τη Εκκλησία,
ήτοι από της εσπέρας της Τετάρτης μέχρι της πρωίας της Δευτέρας•
ούτω δε το ήμισυ του έτους και πλέον απηλλάσσετο από των δεινών
των ακαταπαύστως εν τοις χρόνοις εκείνοις μεταξύ των διαφόρων
μικρών φεουδαρχών εν πάση χώρα Ευρωπαϊκή πολέμων. Και αυτά τα
επιτίμια και οι αφορισμοί, οι εξακοντιζόμενοι υπό του Πάπα και
της Εκκλησίας δίκην κεραυνών εναντίον ηγεμόνων και εμποιούντες
αυτοίς τρόμον, μεθ' όλην την κατάχρησιν του τοιούτου ισχυροτάτου
ηθικού όπλου την γινομένην υπό του παπισμού, συνετέλουν εις τον
περιορισμόν της αλόγου αυθαιρεσίας και δεσποτείας των ηγεμόνων.
Πλην τούτου υπό της Εκκλησίας, διά των μοναστηρίων και διά του
κλήρου, εκαλλιεργούντο οπωσούν τα γράμματα κατά τους ζοφερούς
εκείνους χρόνους της αμαθείας, και διά των μοναστηρίων και εν
τοις μοναστηρίοις εσώζοντο τα χειρόγραφα βιβλία της αρχαίας
φιλολογίας. Της Εκκλησίας τέλος κατά μέγα μέρος έργον υπήρξε και
το μέγα γεγονός των Σταυροφοριών, περί ών γενήσεται λόγος εν τη
ιστορία, της επομένης περιόδου.
7. Γράμματα και παίδευσις, τέχναι, βιομηχανία και εμπόριον εν
Μεσαιωνική Ευρώπη.