Λουδοβίκου του Γερμανού, υιού του Λουδοβίκου Α' του Ευσεβούς και
εγγόνου του Καρόλου του Μεγάλου. Είπομεν δε ότι η δυναστεία του
Λουδοβίκου τούτου ήτοι ο εκ του Καρόλου του Μεγάλου καταγόμενος
εν Γερμανία βασιλικός οίκος εξέλιπε τω 911 μετά του Λουδοβίκου
του Παιδός καλουμένου. Τότε οι ιδιαίτεροι ηγεμόνες των διαφόρων
Γερμανικών φυλών και τόπων απέστησαν οριστικώς από του εν Γαλλία
έτι βασιλεύοντος οίκου του Καρόλου και εξέλεξαν ένα εξ εαυτών ως
βασιλέα της Γερμανίας (912), τον δούκα της Φραγκονίας Κορράδον
Α'. Μετά τούτον δε (αποθανόντα τω 918) εξελέγη βασιλεύς ο της
Σαξονίας δουξ Ερρίκος ο Ορνιθοθήρας βασιλεύσας ισχυρώς μέχρι 936
και πολεμήσας εναντίον του τότε από της Ασίας επιδραμόντος εις
την Ευρώπην βαρβάρου Τουρκικού έθνους των Ούγγρων ή Μαγιάρων.
{151} Τον Ερρίκον διεδέξατο ως βασιλεύς των Γερμανών ο υιός αυτού
Όθων Α', ισχυρότατος ηγεμών, όστις κατανικήσας ολοσχερώς τους
Ούγγρους (955) παρά την Αυγούσταν της Βαυαρίας έθηκε τέρμα
οριστικόν εις τας επί την Γερμανίαν επιδρομάς του λαού τούτου. Ο
γενναίος ούτος βασιλεύς των Γερμανών ήνωσεν, όπως ο Κάρολος ο
Μέγας, μετά του κράτους αυτού (962) το λεγόμενον βασίλειον της
Ιταλίας (το περιλαμβάνον κυρίως την άνω Ιταλίαν), όπερ, αφού
εξέλιπεν εν Ιταλία ο οίκος του Καρόλου (τω 875 ο εξ αρρενογονίας
ευθύς κλάδος, τω δε 923 ο εκ θηλυγονίας πλάγιος κλάδος), ήτο
μήλον έριδος μεταξύ των διαφόρων εγχωρίων της Άνω Ιταλίας μικρών
ηγεμόνων. Επειδή δε ο της Ιταλίας ταύτης βασιλεύς ελέγετο και
αυτοκράτωρ, ο Όθων μετά της προσωνυμίας του βασιλέως της Ιταλίας
έλαβε και το αξίωμα ή την τιμητικήν προσωνυμίαν του αυτοκράτορος
του Ρωμαϊκού κράτους. Έκτοτε τα τρία αξιώματα του βασιλέως των
Γερμανών, βασιλέως της Ιταλίας και αυτοκράτορος του Ρωμαϊκού
κράτους συνεδέθησαν αδιαρρήκτως προς άλληλα, και πας Γερμανός
βασιλεύς, είτε διά κληρονομίας λαμβάνων το αξίωμα τούτο είτε δι'
εκλογής (115), εγίνετο και βασιλεύς της Ιταλίας περιτιθέμενος
συνήθως εν Μεδιολάνω το στέμμα το Λαγγοβαρδικόν το καλούμενον
Σιδηρούν (116) , είτα δε μεταβαίνων εις Ρώμην εχρίετο υπό του
Πάπα αυτοκράτωρ του Αγίου Ρωμαϊκού κράτους (imperator sancti
imperii Romani), όπερ από του χρόνου τούτου ωνομάζετο και άγιον
Ρωμαϊκόν κράτος του Γερμανικού έθνους. {152} Ο Όθων Α' ακολουθών
τω παραδείγματι του Καρόλου του Μεγάλου εζήτησε την αναγνώρισιν
του αυτοκρατορικού αυτού αξιώματος υπό του εν Ανατολή βασιλέως
του Ελληνικού κράτους του «βασιλέως και αυτοκράτορος Ρωμαίων» και
σύναψιν κηδεστίας προς τον οίκον τον αυτοκρατορικόν της Ανατολής.
Και κατ' αρχάς μεν απέτυχεν εν αμφοτέροις τοις διαβήμασι, διότι,
όπως ο Κάρολος, ούτω και ο Όθων Α', ο Μέγας και ούτος επικληθείς,
ένεκα της υπ' αυτού καταλήψεως μεγάλου μέρους της Ιταλίας
περιήρχετο εις πολεμίας εν Ιταλία σχέσεις προς το ελληνικόν
κράτος• αλλ' είτα επέτυχεν εν αμφοτέροις. Η Ελληνίς βασίλισσα
Θεοφανώ (ίδ. κατωτέρω εν τη Βυζαντιακή ιστορία) εγένετο νύμφη του
ομωνύμου υιού και διαδόχου του Όθωνος Α' (Όθωνος Β'). Ούτος,
καίπερ ων στενός συγγενής του εν Κωνσταντινουπόλει αυτοκρατορικού
οίκου, ακριβώς ένεκα της τοιαύτης συγγενείας περιήλθεν εις
εχθρότητα εν τη Κάτω Ιταλία προς τους Έλληνας, ως έχων αξίωσιν να
καταλάβη την χώραν ταύτην ως προίκα της γυναικός αυτού. Τον Όθωνα
Β' (965-982) διεδέξατο ο από Θεοφανούς υιός αυτού Όθων Γ' (982-
1002) και τούτον έπειτα θανόντα διεδέξατο ο εξάδελφος αυτού
(ανεψιός του Όθωνος Α' από αδελφού) Ερρίκος Β' (1002-1024), {153}
μεθ' ού εξέλιπεν ο Σαξονικός οίκος. Επί των Οθώνων, ένεκεν των
προς την αυλήν της Κωνσταντινουπόλεως συγγενικών σχέσεων, ήρξατο
κατά πρώτον συγκοινωνία και επικοινωνία μεταξύ Ελλήνων και
Γερμανών και διεδόθησαν εν Γερμανία τα πρώτα ασθενή σπέρματα της
ελληνικής παιδεύσεως και των ελληνικών γραμμάτων. Τοιαύτη εν
συντόμω η μέχρι του 11 μ. Χ. αιώνος ιστορία του περί τα μέσα του
9 αιώνος εκ της διαλύσεως του μεγάλου Φραγκικού κράτους
προκύψαντος Γερμανικού.
9. Η Γαλλία κατά τον 9 και 10 αιώνα.
Το βασίλειον της Γαλλίας (France) εδημιουργήθη, ως είδομεν, ως
τμήμα ιδιαίτερον αυτοτελές του μεγάλου Φραγκικού κράτους του
Καρόλου του Μεγάλου, του διαλυθέντος κατ' ουσίαν τω 843 διά της
συνθήκης του Βεροδούνου. Μετά τον Κάρολον τον Φαλακρόν, όστις
είναι ο πρώτος εκ του οίκου του Καρόλου βασιλεύς του νέου
κράτους, εβασίλευσαν ασθενώς από του 877-987 (ως βασιλείς της
Γαλλίας) ο υιός αυτού Λουδοβίκος Β' ο Τραυλός, και οι εγγονοί
Λουδοβίκος Γ' και Καρλόμανος και Κάρολος ο Απλούς, Λουδοβίκος Δ'
Λοθάριος, Λουδοβίκος Ε' ο επικαλούμενος Σαπρός (986), μεθ' ού τω
987 εξέλιπε και εν Γαλλία, πολλώ βραδύτερον ή εν Ιταλία και
Γερμανία ο οίκος του Καρόλου του Μεγάλου. Τότε δε Ούγων ο
Καπέτος, ιδιαίτερος ηγεμών των Παρισίων, εξελέγη υπό των ηγεμόνων
των Γαλλικών χωρών βασιλεύς της Γαλλίας. Και ούτω μεν έχει μέχρι
του 1000 μ. Χ. η ιστορία της Δύσεως εν τοις τρισίν εκ του
Φραγκικού κράτους παραχθείσιν Ευρωπαϊκοίς κράτεσι, Γερμανία,
Ιταλία και Γαλλία. Νυν δε μεταβαίνομεν εις την ιστορίαν των άλλων
Ευρωπαϊκών χωρών.
10. Ιστορία της Αγγλίας από του 449 μέχρι 1066 μ. Χ.
Το Αγγλικόν κράτος ιδρύθη, ως είδομεν, τω 449 υπό των εκ
Γερμανίας εις την Βρεττανίαν ελθόντων Αγγλοσαξόνων των συνήθως
καλουμένων Άγγλων. Οι Άγγλοι ούτοι, αφού εγένοντο κύριοι πάσης
της Βρεττανίας περιορίσαντες τους Βρεττανούς εν Ουαλλία και
Κορνουαλλία, πανταχού δ' αλλαχού εξολοθρεύσαντες αυτούς, ίδρυσαν
εν τη κατακτηθείση χώρα επτά ιδιαίτερα κράτη. Η περίοδος αύτη της
_Επταρχίας_ διήρκεσε μέχρι του 826 μ. Χ., ότε ο ηγεμών ενός των
επτά κρατών, ο της Ουεσσεξίας (Wessex) κατώρθωσε να ενώση τα επτά
κράτη εις έν και να γείνη ιδρυτής της Αγγλικής μοναρχίας. Εν τω
μεταξύ περί τα τέλη του 7 και τας αρχάς του 8 αιώνος οι Άγγλοι,
οίτινες συν τη εξαφανίσει των Βρεττανών είχον εξαφανίσει μετ'
αυτών και παν ίχνος χριστιανισμού και Ρωμαϊκού πολιτισμού,
εγένοντο χριστιανοί. Και κατά τρόπον αξιοσημείωτον, ενώ ήσαν είς
των βαρβαρωτάτων Γερμανικών λαών των επιδραμόντων εις Ρωμαϊκάς
χώρας, οι βαρβαρώτατοι ίσως πάντων μετά τους Βανδήλους, αφ' ού
χρόνου εγένοντο Χριστιανοί, προηγήθησαν πάντων των άλλων εν τη
οδώ του πολιτισμού, των γραμμάτων και της παιδεύσεως γενόμενοι
διδάσκαλοι των άλλων λαών της Δύσεως και πλέον ευνομούμενοι
εσωτερικώς ή πας άλλος εκ των νέων λαών της Ευρώπης. Αλλ' η διά
του Εγβέρτου ιδρυθείσα Αγγλική μοναρχία επ' αυτού τε και επί των
πρώτων διαδόχων αυτού, αντί να καταστήση ισχυρότερον το Αγγλικόν
κράτος διά της μοναρχίας, εξησθένωσεν αυτό ένεκεν των εκ θαλάσσης
επιδρομών. Τας επιδρομάς ταύτας εποιούντο οι λεγόμενοι Νορμανδοί
ήτοι βόρειοι ανθρώποι (ίδ. κατωτέρω), οι κάτοικοι δηλονότι των
βορειοτάτων χωρών της Ευρώπης Δανίας, Σουηδίας και Νορβηγίας,
ιδίως οι Δανοί, οίτινες και κατέλαβον κατά τους χρόνους τούτους
ικανόν μέρος των παραλίων της Αγγλίας καταπιέζοντες εντεύθεν τον
Αγγλικόν λαόν. Εν μέσω της τοιαύτης χαλεπής καταστάσεως των
πραγμάτων ανήλθεν εις τον θρόνον τω 871 ο εκ των εγγόνων του
Εγβέρτου περίφημος Αλφρέδος, ο επικληθείς Μέγας, όστις μετά
μεγάλης συνέσεως κυβερνών την χώραν και τους Δανούς κατά μικρόν
ενίκησε και ολοσχερώς υπέταξε και την εσωτερικήν ευνομίαν και
τάξιν διά σοφών νόμων εστερέωσε και την υλικήν ευημερίαν της
χώρας και την πολιτικήν ελευθερίαν του Αγγλικού λαού διά θεσμών
φιλελευθέρων προήγαγε και περί αναπτύξεως και παιδεύσεως
εφρόντισε.
Αλλά μετά τον Αλφρέδον (τελευτήσαντα τω 900 μ. Χ.) επανελήφθησαν
αι Δανικαί επιδρομαί, υποβοηθούμεναι και υπό εσωτερικών ταραχών
των επελθουσών μετά τον θάνατον του Αλφρέδου. Τέλος δε περί το
τέλος του 10 αιώνος Σουήνων ο βασιλεύς της Δανίας κατέλαβε το
πλείστον της χώρας. Ο δε του Σουήνωνος υιός Κανούτος ο Μέγας, ο
βασιλεύς Δανίας άμα και Νορβηγίας, συνεπλήρωσε την κατάκτησιν
της, Αγγλίας, κυβερνήσας άλλως την χώραν μετά δυνάμεως και
συνέσεως. Μετά τον θάνατον του Κανούτου καί τινας περί της
κτήσεως της Αγγλίας μεταξύ των τούτου υιών έριδας, το κράτος
περιήλθε πάλιν εις τον εκ του Αγγλοσαξονικού οίκου του Εγβέρτου
και Αλφρέδου Α' Εδουάρδον τον Ομοληγητήν (1042-66). {154}
Αποθανόντος δε του Εδουάρδου (1066) άπαιδος, κατέλαβε τον θρόνον
του Άγγλος τις ευπατρίδης ισχυρός, Αράλδος, αλλά κατά τούτου
επήλθε νυν από Γαλλίας ο ηγεμών των εν τη βορείω Γαλλία από του
911 εγκαταστάντων Νορμανδών (ίδε κατωτέρω) Γουλιέλμος ο λεγόμενος
Κατακτητής. Ούτος νικήσας εν Άστιγγι τον Αράλδον (14 Οκτωβρίου
1066), φονευθέντα εν τη μάχη, έγινε κύριος της Αγγλίας και
ίδρυσεν εν αυτή βασιλικόν οίκον βασιλεύοντα διά των πλαγίων αυτού
γραμμών μέχρι νυν εν Αγγλία. Η Νορμανδική κατάκτησις του 1066
επέδρασε μεγάλως επί τον Αγγλικόν βίον, ου μόνον δυναστικώς και
πολιτικώς, αλλά και εθνικώς και γλωσσικώς και κοινωνικώς και
αντικατέστησε τον καθαρώς Γερμανικόν Αγγλοσαξονικόν λαόν διά του
νέου Αγγλικού έθνους, του προελθόντος εκ της αναμίξεως του έθνους
του Αγγλοσαξονικού μετά του έθνους των εν Γαλλία εκγαλλισθέντων ή
εκρωμανισθέντων Νορμανδών. Τοιαύτη η ιστορία της Αγγλίας μέχρι
του 1066, αφ' ού χρόνου νέα άρχεται περίοδος εν τη ιστορία της
χώρας ταύτης.
11. Τα τρία Σκανδιναυικά κράτη.
Αι τρεις βορειόταται χώραι της Ευρώπης, αι καλούμεναι
Σκανδιναυικαί, ήτοι η Δανία, η Νορβηγία και η Σουηδία, πολύ
βραδέως εισέρχοται εις την ιστορίαν. Εκ τούτων η Δανία ωκείτο
ανέκαθεν υπό λαών Γερμανικών βαρβάρων, ών η ιστορία μέχρι των
χρόνων του Καρόλου του Μεγάλου είνε όλως μυθώδης. Επί του Καρόλου
δε του Μεγάλου αναφέρεται βασιλεύς τις ισχυρός εν Δανία
καλούμενος Γοδοφρείδος, καταβληθείς και ούτος υπό της δυνάμεως
του Καρόλου. Επί των διαδόχων δε του Καρόλου φέρεται ο βασιλεύς
Γώρμος ο πρεσβύτερος (863 μ. Χ.) υποτάξας πάντας τους μικρούς
ηγεμόνας της Δανίας (ήτοι της Κιμβρικής ή Ιουτλανδικής χερσονήσου
και των περί αυτήν νήσων) και διά τούτο γενόμενος πραγματικός
ιδρυτής του Δανικού κράτους. Εκατόν και επέκεινα έτη μετά τούτον
αναφέρεται ο βασιλεύς Αράλδος Β', εφ' ού πρώτον ο Χριστιανισμός
και μετά του Χριστιανισμού πολιτισμός τις εισήχθη εις την Δανίαν,
εστερεώθη δε επί του εγγόνου αυτού Κανούτου του Μεγάλου, όστις,
ως θα ίδωμεν, εξέτεινε το κράτος αυτού και επί την Νορβηγίαν και
επί την Αγγλίαν αυτήν.
{155} Εν Σουηδία ανέκαθεν ώκουν λαοί δύο διακεκριμένων γλωσσικώς
απ’ αλλήλων φυλών, ο μεν Γερμανικής καταγωγής (οι Σουηδοί), ο δε
Τουρκικής ή Φιννοτουρκικής (την γλώσσαν) καταγωγής. Ο Τουρκικής
καταγωγής ούτος λαός, όστις κατώκει και εν ταις ανατολικαίς
ακταίς της Βαλτικής, εν τη νυν Φιλλανδία της Ρωσίας (ένθα
λαλείται έτι η Φιννική γλώσσα) (117), εν Σουηδία εξηφανίσθη ή
απερροφήθη υπό των ΓερμανοΣουηδών. Οι Γερμανικής καταγωγής
Σουηδοί, οίτινες μετά την εξαφάνισιν των Φίννων απετέλεσαν τον
μόνον λαόν, της Σουηδίας, παρήχθησαν εκ της αναμίξεως δύο λαών,
των κυρίως Σουηδών και των Γότθων. Εκ της Σουηδικής δε ταύτης
χώρας των Γότθων, της μέχρι νυν καλουμένης Γοθλανδίας (= χώρας
Γότθων) και των απέναντι ακτών της Βαλτικής, κατέβησαν και εις
τας μεσημβρινωτέρας χώρας της Ευρώπης οι γνωστοί ημίν Βησιγότθοι
και Ουστρογότθοι. Αι Σουηδικαί Γοτθικαί φυλαί έζων εν Σουηδία
βίον βάρβαρον μέχρι του 9 μ. Χ. αιώνος, ότε διά τινος εκ της
βορείου Γαλλίας καταγομένου ιεραποστόλου Άνσγαρ, του καλουμένου
«ιεραποστόλου του Βορρά», διεδόθησαν εν τη χώρα τα πρώτα σπέρματα
του Χριστιανισμού (830). Αλλ' η Χριστιανική πίστις μόλις επί του
βασιλέως Ολάφ (βαπτισθέντος τω 1001 μ. Χ.) διεδόθη οριστικώς εν
τη χώρα. Και μόλις από των χρόνων τούτων η Σουηδία ήρξατο να
εκπολιτίζηται.
Εν δε τη Νορβηγία κατώκουν ανέκαθεν λαοί Γερμανικής καταγωγής,
εις πολλάς διαιρούμενοι φυλάς βαρβάρους υπό ιδίων ηγεμόνων
αρχομένας, άς πάσας ήνωσεν εις έν κράτος περί τα τέλη του 9 μ. Χ.
αιώνος ο ηγεμών Αράλδος, ο εκ της ωραίας αυτού κόμης κληθείς
Χααρφάγαρος (Haarfagar = έχων ωραίαν κόμην). Επί δε του εγγόνου
τούτου Ολάφ Α' (συγχρόνου του Ολάφ Α' της Σουηδίας βασιλεύσαντος
περί τα 1000 μ. Χ.), είτα δε επί του Ολάφ Β' (1020) διεδόθη ο
Χριστιανισμός εν Νορβηγία. Οι κάτοικοι Νορβηγίας, Δανίας,
Σουηδίας καλούνται και δι' ενός κοινού ονόματος _Νορμανδοί_, ήτοι
βόρειοι ανθρώποι (Nordmannen και κατά νεώτερον τύπον Normannen),
και υπό το όνομα τούτο εποιήσαντο από του 8 μέχρι του 10 αιώνος
πολλάς επιδρομάς κατά θάλασσαν εις διαφόρους ευρωπαϊκάς χώρας και
ίδρυσαν διάφορα κράτη.
12. Νορμανδοί ή Βάραγγοι.
_Νορμανδοί_ εκλήθησαν οι κάτοικοι των τριών Σκανδιναυικών χωρών
Δανίας, Νορβηγίας, Σουηδίας, ουχί εν τη ιδία αυτών χώρα, ούτε
αυτοί εις εαυτούς έδοσαν το τοιούτον όνομα, αλλ' εκλήθησαν ούτως
υπό των Γερμανών και έπειτα υπό των άλλων κατοίκων της Δυτικής
Ευρώπης, των Ρωμανικών δηλονότι λαών, εν ταις μεγάλαις
επιδρομικαίς αυτών θαλασσοπορίαις, άς ήρξαντο να επιχειρώσιν από
του τέλους του 8 μ. Χ. αιώνος. Τω 787 εγένοντο αι πρώται
Νορμανδικαί επιδρομαί εις τα ανατολικά παράλια της Αγγλίας,
αίτινες μικρόν κατά μικρόν υπήγαγον την χώραν κατά τον 10 αιώνα
καθ' ολοκληρίαν υπό το κράτος του Κανούτου. Από δε των αρχών του
9 αιώνος ήρξαντο Νορμανδικαί επιδρομαί γενόμεναι εις τα παράλια
των βορείων Γερμανικών χωρών, ζώντος έτι του Καρόλου του Μεγάλου.
Επί δε των διαδόχων του Καρόλου, ιδίως εν τοις εμφυλίοις τούτων
προς αλλήλους πολέμοις, οι Νορμανδοί δεν περιωρίζοντο να
προσβάλλωσι τα παράλια της Γερμανίας, αλλά διά των στομίων των
μεγάλων Γερμανικών ποταμών εισέπλεον διά των πειρατικών ή
επιδρομικών αυτών πλοίων εις τα ένδον των Γερμανικών χωρών,
λεηλατούντες και καίοντες τας μεγάλας παραποταμίους πόλεις της
νυν Ολλανδίας και της Γερμανίας (ιδίως το Αμβούργον, το
Ακουίσγρανον και την Κολωνίαν). Συγχρόνως δε οι επιδρομικοί
στόλοι των Νορμανδών ελυμαίνοντο τα βόρεια και τα δυτικά παράλια
της Γαλλίας (τας πόλεις Ρουέν, Βορδώ, Νάντην). Τω 845 εισεχώρησαν
μέχρι Παρισίων. Ωσαύτως δε τω 885-886 πολλά στίφη Νορμανδικά
επολιόρκησαν τους Παρισίους, οίτινες εσώθησαν τότε διά του
ισχυρού Παρισινού ευπατρίδου Όδωνος. Και τα παράλια δε της
Ιβηρικής χερσονήσου τα κατά τον Ατλαντικόν έπαθον ουκ ολίγα από
Νορμανδικών πειρατικών επιδρομών. Ταυτοχρόνως δε οι πειρατικοί
ούτοι στόλοι διά του Ηρακλείου πορθμού (ή πορθμού Γιβραλτάρ)
εισέπλεον εις την Μεσόγειον και ελυμαίνοντο τα νότια παράλια της
Γαλλίας και εισέδυον εισπλέοντες διά του Ροδανού εις τα ένδον της
νοτίου Γαλλίας, συγχρόνως δε επετίθεντο και κατά των δυτικών
παραλίων της Ιταλίας, λεηλατήσαντες και καύσαντες προς τοις
άλλοις την Πίσαν. Άλλοι Νορμανδοί κατά τους αυτούς χρόνους
κατελάμβανον χώρας παραλίους της Σκωτίας και της Ιρλανδίας• άλλοι
απώκισαν την Ιρλανδίαν, άλλοι δε προυχώρησαν μέχρι της
Γροιλλανδίας και της βορειανατολικής Ευρώπης, αιώνας ολοκλήρους
προ της ανακαλύψεως της ηπείρου ταύτης υπό του Κολόμβου, χωρίς,
εν τούτοις, να νοήσωσιν ότι ευρίσκοντο επί νέας ηπείρου. Αλλ' αι
υπερθαλάσσιαι επιδρομαί των Νορμανδών εξετάθησαν και εις τας
ανατολικάς ακτάς της Βαλτικής, οπόθεν εισέδυσαν μετ' ου πολύ και
εις τα ένδον της Ρωσίας και κατήλθον μέχρι του Κιέβου ιδρύσαντες
εν ταις χώραις ταύταις δύο κράτη Ρωσικά (862), εξ ών παρήχθη μετ'
ολίγον το ενιαίον Ρωσικόν κράτος. Αλλά περί της ιδρύσεως του
Ρωσικού κράτους υπό των Νορμανδών ποιησόμεθα λόγον εν τη ιστορία
τη Βυζαντιακή.
{158} Νορμανδοί είναι γνωστοί εν Βυζαντίω υπό το έτερον όνομα
αυτών Βάραγγοι ή Βαριγαίοι (Wäringen = θαλασσοπόροι (118)),
χρησιμεύοντες ως μισθοφόροι, ιδίως δε αποτελούντες την
αυτοκρατορικήν φρουράν.
Εν ταις τοιαύταις υπερθαλασσίαις επιδρομικαίς στρατείαις αυτών οι
Νορμανδοί ίδρυσαν, ως είπομεν, και κράτη. Εκ των κρατών τούτων τα
σπουδαιότατα είνε, πλην του Ρωσικού και του εν Αγγλία Δανικού
κράτους του Σουήνωνος και Κανούτου, το Νορμανδικόν κράτος το
ιδρυθέν εν αρχή του 10 αιώνος (911) εν τη βορείω Γαλλία, ής μέγα
μέρος φέρει μέχρι νυν το όνομα αυτών (καλούμενον Νορμανδία,
Normandie). Κατά τον χρόνον τούτον οι Νορμανδοί υπό τον αρχηγόν
αυτών Ρόλλωνα απέσπασαν από του εν Γαλλία ασθενούς βασιλέως της
Γαλλίας Καρόλου του Απλού την ειρημένην χώραν και ίδρυσαν κράτος,
όπερ ανεγνωρίσθη και υπό του βασιλέως της Γαλλίας ως υποτελές,
αλλ' ονόματι μόνον, τη Γαλλία κράτος. Οι εν Γαλλία Νορμανδοί
παρέλαβον παρά των κατοίκων της χώρας, ήν υπέταξαν, τον
Χριστιανισμόν και την γλώσσαν την Γαλλικήν ή Φραγκορωμανικήν,
λησμονήσαντες, όπως προ αυτών αυτοί οι Φράγκοι, την ιδίαν αυτών
Σκανδιναυικήν Γερμανικήν γλώσσαν αλλά διετήρησαν τα πολεμικά ήθη
και τον πολεμικόν αυτών χαρακτήρα. Εκ της Νορμανδίας δε της εν
Γαλλία ορμηθέντες οι Νορμανδοί υπό τον ηγεμόνα αυτών Γουλιέλμον
τον κατακτητήν, καθά ήδη είπομεν (σ. 154), κατέλυσαν εν Αγγλία το
των Αγγλοσαξόνων κράτος και ίδρυσαν νέον κράτος Αγγλικόν μετά
νέων θεσμών (1066). Εκ της αυτής δε Νορμανδίας στίφη Νορμανδών
κατελθόντα εις την κάτω Ιταλίαν έλαβον μισθοφορικήν στρατιωτικήν
υπηρεσίαν υπό τους άρχοντας της χώρας Βυζαντινούς Έλληνας, αλλά
μετ' ολίγον από μισθοφόρων στρατιωτών κατέστησαν αυτοί κύριοι της
χώρας• υποτάξαντες δε και την Σικελίαν ίδρυσαν νέον κράτος ένθεν
και εκείθεν του Σικελικού πορθμού• είτα δε επεχείρησαν την
κατάλυσιν αυτού του Ελληνικού κράτους στρατεύσαντες επί τας εν
Ευρώπη Ελληνικάς χώρας. Αλλά περί τούτων γενήσεται λόγος εν τη
Βυζαντιακή ιστορία.
13. Σαρακηνοί πειραταί.
Καθ' ούς χρόνους οι από του όλως ζοφερού έτι βορρά και των
υπερβορείων χωρών της Ευρώπης υπερθαλάσσιοι επιδρομείς
ελυμαίνοντο δεινώς πάσας τας Ευρωπαϊκάς παραλίας από των ακτών
της Βαλτικής και της Γερμανικής θαλάσσης μέχρι των παραλίων της
Ιταλίας, εισδυόμενοι πολλαχού και εις μεσογείους χώρας, άλλοι
υπερθαλάσσιοι πειραταί από Νότου και Αφρικής ενέβαλλον τρόμον εις
τας Ευρωπαϊκάς ακτάς της Μεσογείου. Ήσαν δε ούτοι οι λεγόμενοι
Σαρακηνοί (ίδε την λ. εν σ. 37 και σημ. 68), ήτοι Άραβες
Μωαμεθανοί πειραταί ορμώμενοι από των απέναντι της Σικελίας
βορείων ακτών της Αφρικής. {159} Οι Σαρακηνοί πειραταί, οι
ενεργούντες όλως ανεξαρτήτως του Αραβικού κράτους του Χαλιφικού,
μικρόν κατά μικρόν κατέλαβον, κατά τον 9 αιώνα, άπασαν την
Σικελίαν, ως θέλομεν ιδεί εν τη Βυζαντιακή ιστορία, ελεηλάτησαν
δε 150 πόλεις της νοτίου Ιταλίας (Καλαβρίας και Καμπανίας) και
εξέτειναν τας πειρατείας μέχρι των προθύρων της Ρώμης απειλούντες
αυτήν διηνεκώς και διαρπάζοντες και λεηλατούντες τα έξωθεν των
τειχών της πόλεως ιερά ιδρύματα. Εισέδυον δε ούτοι και εις τα
ένδον των περί την Μεσόγειον χωρών, εις το Πεδεμόντιον και εις
την Προβηγκίαν• εν Σαβοΐα μάλιστα εξέτειναν τας επιδρομάς μέχρι
των οχθών της Λεμάνης λίμνης (λίμνης της Γενεύης) και μέχρι
Λοθαριγγίας. Οι αυτοί δε πειραταί, ως θέλομεν ιδεί, ελυμαίνοντο
και Ελληνικάς παραλίους χώρας της Πελοποννήσου και τας νήσους του
Αιγαίου. Εις την δύναμιν των Σαρακηνών πειρατών έθεσαν τέρμα,
κατ' αξιομνημόνευτον σύμπτωσιν, οι από Γαλλίας και Ιταλίας
μεταναστεύσαντες Νορμανδοί.
14. Τα εν Ισπανία.
Αλλ' ενώ ούτως αι χριστιανικαί ακταί της Μεσογείου δεινότατα
έπασχον υπό μωαμεθανών πειρατών, εν τη μόνη μεγάλη χώρα της
Ευρώπης τη υποκυψάση προ μικρού ολοσχερώς εις το κράτος των
Αράβων μωαμεθανών, ήρξατο να διεξάγηται μέγας αγών μεταξύ
Μωαμεθανισμού και Χριστιανισμού. Η δύναμις των Αράβων κατά τον 9
και 10 αιώνα είναι έτι μεγίστη εν Ισπανία• αλλ' εξ άλλου και τα
μικρά χριστιανικά κράτη και ιδίως η Καστιλία και η Αραγωνία,
άτινα εσχηματίσθησαν κατά μικρόν εν ταις ορεινοτάταις βορείοις
χώραις της χερσονήσου, ήρξαντο κατά τους χρόνους τούτους
δεικνύοντα ύπαρξιν και δύναμιν. Η από του Καρόλου του Μεγάλου
κατάληψις της μεταξύ Πυρηναίων και Ίβηρος ποταμού χώρας (σ. 142)
ενίσχυσε την θέσιν των χριστιανών. Ούτοι διά των διηνεκών κατά
Μωαμεθανών αγώνων αυτών εγένοντο κατά τον 11 αιώνα κύριοι του
ημίσεος της χερσονήσου, καταστάντες ισχυρότεροι των Μωαμεθανών
πολεμίων, ούς περί το τέλος του 15 αιώνος εξέβαλον ολοσχερώς της
πατρίδος αυτών.
15. Ούγγροι και Σλαύοι.
{160} Εν οίς ακριβώς χρόνοις Νορμανδοί από Βορρά και Σαρακηνοί
από Νότου ετάραττον και ελυμαίνοντο δεινώς την νέαν Χριστιανικήν
Ευρώπην, η Ανατολική Ευρώπη, μετ' αυτήν δε και η Μέση και Δυτική
εις νέας εξετίθεντο φοβεράς εξ Ασίας επιδρομάς. Αφού μόλις διά
του στιβαρού βραχίονος του Καρόλου του Μεγάλου κατεστράφησαν τα
τελευταία λείψανα του Αραβικού κράτους, ήλθον ευθύς νέα πολυπληθή
στίφη βαρβαρικά εκ της Ασίας διά της Ανατολικής Ευρώπης,
καλούμενοι Ούγγροι, Πατσινάκοι, Ούζοι, λαοί τουρκικής πάντες
καταγωγής. Τούτων οι φοβερώτατοι υπήρξαν οι Ούγγροι, ή όπως αυτοί
εαυτούς καλούσιν Μαδζάροι ή Μοδζάροι (Μαγιάροι). Ο τουρκικός
ούτος λαός των Ούγγρων άγνωστον πότε και εκ τίνος ακριβώς χώρας
τουρκικής της Μέσης Ασίας ορμηθείς ήλθεν εις την Ανατολικήν
Ευρώπην, ένθα, αφού επί τινα χρόνον διετέλεσεν υπό την κυριαρχίαν
των ομοφύλων τούρκων Χαζάρων, προυχώρησε δυτικώτερον, εις τας
νοτιοδυτικάς χώρας της νυν Ρωσίας (περί τας αρχάς του 9 αιώνος),
χωριζόμενος από των Γερμανών διά των Σλαυικών λαών των οικούντων
προς ανατολάς της Γερμανίας. Οι Σλαύοι ούτοι διά της Μεγάλης
Μεταναστεύσεως των λαών απεώσθησαν από των ένδον της νυν Ρωσίας
προς δυσμάς επί τους Γερμανικούς λαούς και υπό τούτων επί το
ελληνικόν κράτος. Ο Κάρολος ο Μέγας, ούτινος το κράτος
περιελάμβανε πάσαν την Γερμανίαν, ήλθεν εις συνάφειαν εχθρικήν
προς τους Σλαύους, καθ' ών πολεμήσας κατέλιπε παρ' αυτοίς όνομα
μέγα και φοβερόν συνώνυμον προς το του ισχυρού ηγεμόνος (ίδ. σημ.
109). Αλλ' οι πολυώνυμοι ούτοι Σλαύοι, οι οικούντες
ανατολικώτερον της Γερμανίας και κατέχοντες πάσας σχεδόν τας προς
ανατολάς του Άλβιος χώρας, της νυν Γερμανίας (ολόκληρον σχεδόν
την Πρωσσίαν, ής το όνομα είναι Σλαυικόν, και μέγα μέρος της νυν
Σαξονίας), επί των ασθενών διαδόχων του Καρόλου ήρξαντο
ποιούμενοι δεινάς επιδρομάς επί τας Γερμανικάς, χώρας, τινές δε
των Σλαυικών φυλών, οι Μοραυοί, ίδρυσαν και ισχυρόν κράτος, όπερ,
επί του ηγεμόνος Ζβεντεπόλδου, εξετάθη και επί την Βοημίαν και
Παννονίαν και μέχρι της νυν Σερβίας και των οχθών της Αδριατικής.
Ο Λουδοβίκος ο Γερμανός, ο πρώτος βασιλεύς της Γερμανίας, και οι
διάδοχοι αυτού δεινούς διεξήγαγον πολέμους εναντίον των Σλαύων,
ιδίως εναντίον του μνημονευθέντος Ζβεντεπόλδου, αποθανόντος
διαρκούντων έτι των πολέμων τούτων (895).