Από του έτους 687 ήρχεν άπαντος του Φραγκικού κράτους ως αυλάρχης

ο Πιπίνος Εριστάλιος (υπό τον Μερουιγγαίον βασιλέα Δειδέριχον Γ')

κυβερνήσας ισχυρώς το κράτος μέχρι του κατά το 714 θανάτου αυτού.

Τότε δε μετά τινας έριδας και ταραχάς έλαβε την αρχήν του

μαϊορδόμου ο του Πιπίνου Ερισταλίου υιός Κάρολος Μάρτελλος, άρχων

και ούτος πραγματικώς του κράτους υπό τον κατά τύπους και όνομα

βασιλεύοντα Μερουιγγαίον Δειδέριχον Δ'. Ο Κάρολος πολλούς

διεξήγαγε νικηφόρως πολέμους εναντίον των Γερμανικών φυλών, ιδίως

των δύο ισχυροτάτων, των Σαξόνων δηλονότι και των Βαυαρών (ούτοι

υποταχθέντες εις τους Φράγκους επί Δαγοβέρτου Α' συχνώς

αφίσταντο)• αλλά την ενδοξοτάτην και ονομαστοτάτην εν τη ιστορία

και σπουδαιοτάτην ένεκα των μεγάλων αποτελεσμάτων αυτής νίκην

ήρατο εναντίον των Αράβων. Ούτοι μετά την καθυπόταξιν απάσης της

Ιβηρικής χερσονήσου υπερβάντες τα Πυρηναία εισήλασαν υπό τον

στρατηλάτην αυτών Αβδουραχμάν εις τα ένδον της νυν Γαλλίας και

προυχώρησαν μέχρι Τορώνης και Πικταυίας, απειλούντες σύμπαν το

Φραγκικόν κράτος, ού καταλυομένου ηδύναντο να καθυποτάξωσι το

πλείστον της Ευρώπης εις το Ισλάμ. Αλλά τον κίνδυνον τούτον

απέτρεψεν από του Χριστιανισμού ο Κάρολος Μάρτελλος μετά των

Φράγκων αυτού, νικήσας τους Άραβας εν επταημέρω μάχη (18-25

Οκτωβρίου του 732) μεταξύ Τορώνης και Πικταυίας (Tours και

Poitiers) και αναγκάσας αυτούς να υποχωρήσωσι πέραν των

Πυρηναίων, επικληθείς διά τούτο Μάρτελλος (martelus), ήτοι σφύρα.

Τω δε 743 έτος μετά τον θάνατον του Καρόλου Μαρτέλλου εισέβαλον

μεν οι Άραβες αύθις εις την Γαλλίαν και προυχώρησαν μέχρι

Λουγδούνου (Λυών) λεηλατούντες, αλλ' απεκρούσθησαν και αύθις•

έκτοτε δε δεν υπερέβησαν πλέον τα Πυρηναία. Ούτως εν τη Δύσει ο

Χριστιανισμός εσώθη και ο Μωαμεθανισμός απεκρούσθη διά των

Φράγκων, όπως κατά τους αυτούς περίπου χρόνους (τω 718 και τω

740) εν Ανατολή διά του Ελληνικού κράτους και του μεγάλου

βασιλέως αυτού Λέοντος Γ'.

Η δύναμις, ήν ηρύετο ο Κάρολος Μάρτελλος από της κατά των Αράβων

νίκης, ήτο τοσούτο μεγάλη, ώστε κατέστη ούτος σχεδόν πραγματικός

ηγεμών του Φραγκικού κράτους. Και ότε τω 738 ετελεύτησεν ο

Μερουιγγαίος βασιλεύς Δειδέριχος Δ', εις ουδένα Μερουιγγαίον

επέτρεψεν ο Κάρολος να ανέλθη εις τον θρόνον, αλλ' εκυβέρνησε το

κράτος μόνος μέχρι του 741 πάντοτε εν τη ιδιότητι του αυλάρχου.

4. Πιπίνος ο Βραχύς ως αυλάρχης. |

Τον Κάρολον Μάρτελλον αποθανόντα τω 741 διεδέξατο ως αυλάρχης ο

υιός αυτού Πιπίνος αναβιβάσας εις τον θρόνον καί τινα

Μερουιγγαίον Χιλδέριχον Γ'. Και ο Πιπίνος, όπως ο πατήρ αυτού,

ήρξεν ισχυρώς, επενέβη δ' ούτος ισχυρώς και εις τα πράγματα της

Ιταλίας κατ' αίτησιν του Πάπα.

Ο Πάπας Γρηγόριος Γ', όστις είχεν αποστήσει τον λαόν της Μέσης

Ιταλίας από του βασιλέως και αυτοκράτορος Λέοντος Γ', είδε μετ'

ολίγον τας ούτως από του Βυζαντίου χωρισθείσας Ιταλικάς χώρας και

την Ρώμην αυτήν εκτιθεμένας εις τον κίνδυνον της των Λαγγοβάρδων

επιθέσεως. Τότε δε εζήτησεν επιμόνως την συνδρομήν του Καρόλου

Μαρτέλλου, όν είχεν ήδη διορίσει Πατρίκιον Ρώμης, υποσχόμενος

αυτώ και το αξίωμα της υπατείας (104). Αλλ' ο Μάρτελλος απέφυγε

να υπακούση εις την φωνήν του Πάπα μη θέλων να επιχειρήση πόλεμον

εν Ιταλία. Αλλά νυν επί του Πιπίνου ο πάπας Ζαχαρίας ευρέθη εν

ομοία δυσχερεία απέναντι των Λαγγοβάρδων, απηλλάγη δ' εκ ταύτης

διά τινος σπουδαίας προς τον Πιπίνον προσενεχθείσης υπηρεσίας.

Ούτος βαρυνθείς να άρχη του κράτους χωρίς να φέρη και το όνομα το

επίσημον της υπερτάτης αρχής ήτοι το του βασιλέως (105), εξέβαλε

τω 752 της αρχής τον Χιλδέριρον Γ' και ανηγορεύθη αυτός βασιλεύς

υπό της συνόδου των Φράγκων ηγεμόνων των συνελθόντων τότε εν

Συεσσιώνι. Αλλ' ο Πιπίνος θέλων να περιάψη μείζον ηθικόν κύρος

εις το αξίωμα ή μάλλον εις την πράξιν αυτού, ήτις ήτο κατ' ουσίαν

αρπαγή και σφετερισμός, έπεμψε πρεσβείαν εις Ρώμην ίνα ερωτήση

την γνώμην του Πάπα. Διά της τοιαύτης ερωτήσεως ο Πάπας εθεωρείτο

και ανεγνωρίζετο εμμέσως ως υπέρτατος αρχηγός και κριτής του

Χριστιανικού κόσμου και εν τοις αφορώσιν εις τα των εξουσιών και

αξιωμάτων εν τοις έθνεσι και πολιτείαις• αναγνωρίζων δ' ο Πάπας

το νόμιμον της αρχής του Πιπίνου ανεγνωρίζετο υπ' αυτού υπέρτατος

άρχων. Ο εξ Ελλήνων (από Καλαβρίας) καταγόμενος πάπας Ζαχαρίας

ανεγνώρισε το βασιλικόν αξίωμα του Πιπίνου, ειπών ότι «το αξίωμα

τούτο ανήκει δικαιότερον εις τον πράγματι έχοντα την βασιλικήν

εξουσίαν». Μετ' ολίγον δε άλλος Πάπας ο Στέφανος Β' μετέβη αυτός

εις την χώραν των Φράγκων και _έχρισεν_ ως βασιλέα (106) τον

Πιπίνον (754 μ. Χ.). Ούτω τω 754 κατελύθη επισήμως εν τω Φραγκικώ

κράτει ο αρχαίος οίκος των Μερουιγγαίων και η βασιλεία περιήλθεν

εις τον οίκον του Πιπίνου του Βραχέος ή ως εκαλείτο των

Καρλοβιγγαίων (εκ του ονόματος του υιού του Πιπίνου Καρόλου του

Μεγάλου). Ο βασιλεύς Πιπίνος ανταμείβων τον Πάπαν εστράτευσε τω

754 εις την Ιταλίαν εναντίον του βασιλέως των Λαγγοβάρδων

Αϊστόλφου και υπεχρέωσε τούτον να παραδώση πολλάς πόλεις (και την

Ράβενναν) της Μέσης Ιταλίας εις το κράτος του Αγίου Πέτρου ήτοι

εις τον Πάπαν (754). Αλλ', επειδή μετ' ολίγον ο Αϊστόλφος επελθών

επολιόρκησε την Ρώμην (755), ο Πιπίνος επελθών αύθις ηνάγκασε τον

βασιλέα των Λαγγοβάρδων να εκτελέση τους όρους της ειρήνης του

754. Έκτοτε δε οριστικώς πλέον ιδρύθη το Παπικόν κράτος. Ο Πάπας

έδωκε το αξίωμα του Πατρικίου της Ρώμης εις τον Πιπίνον και τους

δύο υιούς αυτού. Ο Πιπίνος ήτο σύγχρονος του εν Κωνσταντινουπόλει

αυτοκράτορος Κωνσταντίνου Ε', προς όν συνήψε και φιλικάς

πολιτικάς σχέσεις. Ετελεύτησε δε ο Πιπίνος τω 768.

5. Κάρολος ο Μέγας ως βασιλεύς Φράγκων και

αυτοκράτωρ του Δυτικού Ρωμαϊκού Κράτους.

Τον Πιπίνον διεδέξατο ως βασιλεύς των Φράγκων ο υιός αυτού

Κάρολος Α', ο επικληθείς ύστερον Μέγας (εγεννήθη τω 742 μ. Χ.). Ο

Κάρολος υπήρξεν ο μέγιστος των τε Φράγκων και πάντων των βαρβάρων

ηγεμόνων, όσοι από της εν τη Δύσει καταλύσεως του Ρωμαϊκού

κράτους ίδρυσαν ή εκυβέρνησαν κράτη βαρβαρικά, πολλά και μεγάλα

τελέσας έργα εν τε πολέμοις και εν ειρήνη και μέγας εν πάσιν

αναδειχθείς. Τω 773 κατέλυσεν οριστικώς το εν Ιταλία

Λαγγοβαρδικόν κράτος ενώσας αυτό μετά του Φραγκικού υπό την

δυναστείαν του οίκου αυτού. (107)

Κατά την στρατείαν ταύτην μετέβη ο Κάρολος εις Ρώμην, ένθα

εδόθησαν αυτώ τιμαί, οίαι εδίδοντο εις πατρικίους και εις τον

έξαρχον τον πεμπόμενον από Κωνσταντινουπόλεως. Επί πλέον δε χοροί

παίδων φέροντες κλάδους ελαιών και βαΐα φοινίκων ανευφήμουν αυτόν

λέγοντες• «Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου υπέρμαχος

της Εκκλησίας». Μετά μεγίστης ευσεβείας εισήλθεν εις τον ναόν του

Αγίου Πέτρου γονυπετώς ασπαζόμενος εκάστην βαθμίδα της εισόδου.

Τότε δε λέγεται ότι υπεγράφη μεταξύ αυτού και του Πάπα συνθήκη

ασφαλίζουσα τω Πάπα την κυριαρχίαν πάσης της Μέσης και μέρους της

Άνω Ιταλίας. {142} Ο Κάρολος πολλούς επεχείρησε και διεξήγαγε

νικηφόρως πολέμους εναντίον των εν Ισπανία Αράβων, αφ' ών αφήρεσε

την μεταξύ των Πυρηναίων και του Ίβηρος ποταμού χώραν, υπέταξε

διά μακρών πολέμων πάντας τους Γερμανικούς λαούς, επολέμησε δε

και εναντίον των Δανών και των προς ανατολάς της Γερμανίας

οικούντων Σλαύων, και ηνάγκασε τους Σάξονας και άλλους τινάς μη

χριστιανικούς Γερμανικούς λαούς να δεχθώσι τον Χριστιανισμόν.

Τέλος δε διά πολλών στρατειών κατέλυσεν εντελώς το εν ταις χώραις

ταις νυν καλουμέναις Αυστρία και Ουγγαρία σωζόμενον κράτος των

Αβάρων, ών το όνομα εξηλείφθη πλέον οριστικώς από της ιστορίας,

και συνεκρότησεν ούτω κράτος μέγα Ρωμαιογερμανικόν περιλαμβάνον

σύμπασαν ομού την νυν Γαλλίαν και Γερμανίαν, εκτεινόμενον από της

Ισπανίας μέχρι των ανατολικών ορίων της Γερμανίας, συνορεύον δε

παρά τον Δανούβιον και εν Δαλματία και εν Ιταλία προς το κράτος

το Ελληνικόν. Διωργάνωσε δε και εσωτερικώς το κράτος τούτο διά

νόμων και θεσμών και εξέτεινε την ηθικήν πολιτικήν ροπήν αυτού

και επί την Αγγλίαν. Προς το Ελληνικόν κράτος συνήψε σχέσεις εν

αρχή φιλικάς και εμνήστευσε την θυγατέρα αυτού Ρότρουδιν ή ως

καλούσιν αυτήν οι Βυζαντινοί χρονογράφοι ερμηνεύοντες το όνομα

Ερυθρώ, προς τον υιόν του Λέοντος Δ' και της Ειρήνης Κωνσταντίνον

τον Πορφυρογέννητον, πεμφθέντος εκ Κωνσταντινουπόλεως εις την

αυλήν του Φράγκου βασιλέως ανδρός πεπαιδευμένου, καλουμένου

Ελισσαίου, ίνα διδάσκη την ελληνικήν γλώσσαν την μέλλουσαν

βασίλισσαν και αυγούσταν του Ελληνικού κράτους. Αλλ' η μνηστεία

μεν αύτη διελύθη (108), βραδύτερον δε, ότε ο Κάρολος ανηγορεύθη

αυτοκράτωρ του Δυτικού Ρωμαϊκού κράτους εποιήσατο, καθώς είπομεν,

γάμου πρότασιν προς την Ειρήνην γενομένην αφορμήν της πτώσεως της

βασιλίδος ταύτης.

Αυτό δε το αυτοκρατορικόν αξίωμα του Ρωμαίου αυτοκράτορος, όπερ

έλαβεν ο Κάρολος τω 800, ήτο η λαμπρά κορωνίς και το επιστέγασμα

της μέχρι τότε υπερτριακονταετούς ενδόξου βασιλείας αυτού. Ο

Κάρολος είχεν ιδρύσει κράτος μέγα, μη ελαττούμενον κατά την

έκτασιν του Δυτικού Ρωμαϊκού κράτους. Και έλειπε μεν εξ αυτού

μέγιστον μέρος της Ιβηρικής χερσονήσου, όπερ ανήκε ποτε εις το

δυτικόν Ρωμαϊκόν κράτος, και μέρος της Ιταλίας και η Αφρική, η

Βρεττανία η Αγγλία, αλλ' εξ άλλου σύμπασα η Γερμανία, ής

ελάχιστον μέρος είχον υποτάξει οι Ρωμαίοι, είχεν υποταχθή εις το

κράτος του Καρόλου. Προς τούτοις η Αγγλία υπέκειτο εις την ηθικήν

ροπήν αυτού, οι δε μικροί ηγεμόνες της Ιρλανδίας παρείχαν αυτώ

δείγματα υποταγής. Και εις τοιούτον μέγαν ηγεμόνα, τοιούτον

κράτος ιδρύσαντα και τον Χριστιανισμόν εις άπασαν την Γερμανίαν

επιβαλόντα και ενιαίον χριστιανικόν κράτος εν τη Δύσει

δημιουργήσαντα και προστάτην της Εκκλησίας γενόμενον, απλή

προσωνυμία βασιλέως των Φράγκων εθεωρείτο υπό του χριστιανικού

κόσμου της Δύσεως λίαν σμικρόν. Εξ άλλου οι Πάπαι, οι μη θέλοντες

πλέον να υποτάσσωνται εις τον νόμιμον Ρωμαίον αυτοκράτορα της

Ανατολής, ενόμιζον ότι έπρεπε να ανασυστήσωσι την δυτικήν

Ρωμαϊκήν αυτοκρατορίαν κατά τρόπον μη βλάπτοντα τα συμφέροντα

αυτών. Διά ταύτα πάντα, ότε ο Κάρολος περί τα τέλη του 800 μ. Χ.

μεταβάς εις Ρώμην εώρταζεν ενταύθα την εορτήν της Χριστού

Γεννήσεως, εν αυτή τη ημέρα της μεγάλης εορτής, καθ' ήν ώραν ο

Κάρολος εν τω ναώ του Αγίου Πέτρου προσήρχετο προς την Αγίαν

Τράπεζαν, ίνα προσευχηθή, ο Πάπας Λέων Γ' έθηκεν επί την κεφαλήν

αυτού στέφανον, του λαού αναφωνούντος: «Καρόλω τω αυγούστω τω

στεφομένω υπό του Θεού, μεγάλω και ειρηνοποιώ αυτοκράτορι των

Ρωμαίων, δοίη ο Θεός έτη πολλά και νίκην». Τότε δε ο Πάπας

προσελθών έκλινεν ενώπιον αυτού, ως εποίουν οι πάπαι προ των

αυτοκρατόρων εν αρχαιοτέροις χρόνοις• και έκτοτε ο τέως πατρίκιος

Ρώμης καλούμενος Κάρολος εκαλείτο αυτοκράτωρ (imperator) και

_αύγουστος_ (109).

Διά του αξιώματος δε τούτου και της προσωνυμίας ελάμβανεν

επίσημον κύρωσιν η εις χριστιανικόν κράτος ένωσις της δυτικής

Ευρώπης. Αλλ' ο Κάρολος, ίνα καταστή αληθής αυτοκράτωρ του

δυτικού Ρωμαϊκού κράτους, ως εκαλείτο νυν η νέα χριστιανική

αυτοκρατορία της Δύσεως, έδει ν' αναγνωρισθή υπό του νομίμου

Ρωμαίου αυτοκράτορος της Ανατολής, όστις ην ο βασιλεύς του

Ελληνικού κράτους (καλούμενος επισήμως βασιλεύς και αυτοκράτωρ

Ρωμαίων). Αλλ' η μεν Ειρήνη, προς ήν ανήγγειλεν επισήμως ο

Κάρολος την αναγόρευσιν αυτού ως αυτοκράτορος, έπεσε πριν λάβη

καιρόν να αναγνωρίση, τον Κάρολον, ο δε Νικηφόρος Α' δεν

ανεγνώρισεν αυτόν. Μόνον ο μετά Νικηφόρον βασιλεύς Μιχαήλ Α'

ανεγνώρισε τον Κάρολον, μεθ' ό ούτος ως αντάλλαγμα απέδωκε την

Δαλματίαν και Βενετίαν εις τους Έλληνας. Αλλ' οι βασιλείς καθόλου

του Ελληνικού κράτους, πλην σπανίων εξαιρέσεων, δεν ανεγνώριζον

το αυτοκρατορικόν αξίωμα των διαδόχων του Καρόλου, και διά τούτο

δεν προσηγόρευον αυτούς ούτε ως βασιλείς (διά του ελληνικού

ονόματος) ούτε αυτοκράτορας, αλλ' απλώς _ρήγας_ (110) .

{145} Ο Κάρολος συνήψε σχέσεις φιλικάς και προς τον περιώνυμον

Αββασίδην χαλίφην του Βαγδατίου Αρούν-αλ-ρασίτ, όστις προς τοις

άλλοις δώροις έπεμψεν εις την αυλήν του Καρόλου, εις το

Ακουΐσγρανον δηλονότι (Aachen ή, ως λέγουσιν οι Γάλλοι, Aix-la-

Chapelle) της Γερμανίας, και ελέφαντα, ούτινος η εν Ευρώπη τότε

εμφάνισις και ο μετά μικρόν θάνατος (810) σημειούνται ως μέγα τι

γεγονός εν τοις χρονικοίς της Φραγκικής ιστορίας των τότε χρόνων.

Λέγεται υπό των Φράγκων, αλλ' αδεσπότως, ότι ο Αρούν-αλ-ρασίτ

έπεμψε δήθεν τότε και τας κλεις του Παναγίου Τάφου εις τον

Κάρολον ως αναγνώρισιν της προστασίας του Φράγκου τούτου ηγεμόνος

επί τους Αγίους τόπους της Παλαιστίνης. Τοιαύτη εν κεφαλαίω η

ιστορία του πρώτου μεγάλου και μεγαλοφυούς βαρβάρου ηγεμόνος της

μεσαιωνικής Ευρώπης, του εκπροσωπούντος την περίοδον της από της

βαρβαρότητος εις οπωσούν ανώτερον βίον μεταβάσεως της νέας

Ευρώπης (111). Ο Κάρολος ετελεύτησε τω 814 μ. Χ.

6. Η Εκκλησία εν τη Δύσει και ο Παπισμός.

Η ιστορία του Καρόλου και του πατρός αυτού Πιπίνου μαρτυρεί

οπόσην δύναμιν ηθικήν είχε προσλάβει κατά τους χρόνους, ών

αφηγούμεθα την ιστορίαν, η Εκκλησία της Ρώμης και ο επίσκοπος

αυτής ή, ως ελέγετο κοινώς, ο Πάπας. Και εν αρχαιοτέροις χρόνοις,

από του Β' και Γ' αιώνος μ. Χ., οι επίσκοποι Ρώμης ως αρχιερείς

της κοσμοκρατείρας πόλεως και ως διάδοχοι του κορυφαίου των

Αποστόλων Πέτρου, χρηματίσαντος, κατά τινα παράδοσιν, πρώτου

επισκόπου Ρώμης, ηξίουν υπέρ εαυτών πρωτείον τι και ενίοτε

υπερτάτην εν τη όλη Εκκλησία αρχήν. Αλλ' αι Εκκλησίαι της

Ελληνικής Ανατολής, εν ή υπήρχον Εκκλησίαι υπό Αποστόλων

ιδρυμέναι και άλλως περιφανείς γενόμεναι ένεκα των διαλαμψάντων

εν αυταίς πατέρων, ουδεμίαν ουδέποτε άλλην ανεγνώριζον τω

επισκόπω Ρώμης υπεροχήν ή απλούν τι πρεσβείον τιμής ως επισκόπω

της πρωτευούσης εν τω κράτει πόλεως και διαδόχω του Πέτρου, και

τούτου μόνον κατά το πρεσβείον της τιμής διακρινομένου από των

άλλων Αποστόλων. Εθεώρουν δε τον Επίσκοπον Ρώμης πρώτον εν ίσοις

(primus inter pares) και κατεπολέμουν ανέκαθεν πάσαν αξίωσιν του

επισκόπου τούτου περί οιασδήποτε άλλης υπεροχής και κυριαρχίας εν

τη Εκκλησία. Αλλ' εν τη Δύσει, ένθα ουδεμία μεν, πλην της Ρώμης,

υπήρχεν εκκλησία Αποστολική, ολίγιστα δε, εκτός της Ρώμης, κέντρα

εκκλησιαστικά περίλαμπρα, η Εκκλησία της Ρώμης ήδη κατά τους

αρχαιοτέρους χρόνους μεγάλης απέλαυε τιμής, ο δ' επίσκοπος αυτής

εθεωρείτο αρχηγός της Εκκλησίας. Μόνον αι εκκλησίαι της Αφρικής,

ιδίως της Καρχηδόνος και της Ιππώνος (ής επίσκοπος ην ο Άγιος

Αυγουστίνος κατά τον 5 αιώνα) αι αναδείξασαι επιφανεστάτους

πατέρας της Εκκλησίας, ήσαν εν τη Δύσει αντίρροποι της δυνάμεως

της Ρωμαϊκής Εκκλησίας. Αλλά και αύται κατά την επιδρομήν των

Βανδήλων υπετάγησαν εις την Εκκλησίαν της Ρώμης διά του πάπα

Λέοντος Α'.

Αφού δε από του Ε' αιώνος η Δύσις κατελήφθη το πλείστον υπό

βαρβάρων λαών, ών τινές μεν ήσαν χριστιανοί αιρετικοί, τινές δε

_εθνικοί_ η Ρωμαϊκή Εκκλησία μεγάλους κατέβαλεν αγώνας, ίνα τους

μεν αιρετικούς προσαγάγη εις την καθολικήν και ορθόδοξον

Εκκλησίαν, τους δε εθνικούς, εις τον Χριστιανισμόν. Και οι μεν

Αρειανοί Βησιγότθοι, Βουργούνδιοι, Λαγγοβάρδοι προσήλθον κατά

μικρόν εις την Ορθοδοξίαν και αφωσιώθησαν εις την Εκκλησίαν της

Ρώμης. Αλλά και οι μη χριστιανοί Γερμανικοί λαοί προσήλθον εις

τον Χριστιανισμόν ενεργείαις του Πάπα. Εις τους Φράγκους δεν

έστειλεν ιεραποστόλους ο Πάπας, αλλ' η Καθολική Εκκλησία η εν

Γαλατία, δι' ής προσήλθον οι Φράγκοι εις τον Χριστιανισμόν, και ο

καθολικός κλήρος ήσαν σφόδρα αφωσιωμένοι εις την Ρωμαϊκήν

Εκκλησίαν.

Αλλ' εις τα άλλα έθνη τα Γερμανικά, τα μη Χριστιανικά κατά τον 5

αιώνα, έπεμψεν αυτός ο Πάπας ιεραποστόλους, δι' ών προσήγαγεν

αυτούς εις την Χριστιανικήν εκκλησίαν. Περί τα τέλη του 6 μ. Χ.

αιώνος ο πάπας Γρηγόριος Α' ο Μέγας έπεμψεν εις την Αγγλίαν τον

ηγούμενον της εν Ρώμη μονής του Αγίου Ανδρέου Αυγουστίνον, όστις

προσήγαγε τους Άγγλους εις τον Χριστιανισμόν. Κατά δε τον 7 μ. Χ.

αιώνα ο πάπας Βιταλιανός έπεμψεν εις Αγγλίαν τον εκ Ταρσού της

Μικράς Ασίας μοναχόν Θεόδωρον ως αρχιεπίσκοπον Κανταουρίας και

πρωθιεράρχην της Αγγλίας. Ο Θεόδωρος διωργάνωσε την Εκκλησίαν της

Αγγλίας ιεραρχικώς. Οι δ' Άγγλοι γενόμενοι χριστιανοί διά του

Πάπα κατέστησαν θερμότατοι ζηλωταί της τε χριστιανικής Εκκλησίας

και της παπικής εξουσίας. Και νυν πεπαιδευμένοι Άγγλοι μοναχοί ως

ιεραπόστολοι της Ρωμαϊκής Εκκλησίας διέδιδον την χριστιανικήν

πίστιν εν τοις κυρίως Γερμανικοίς λαοίς. Περί τα τέλη του 7

αιώνος (696) μοναχός Αγγλοσάξων, Ουιλλίβροδος (Willibrod)

καλούμενος, διέδωκε την χριστιανικήν πίστιν μεταξύ των Φρεισίων

εν τη νυν Ολλανδία και ίδρυσε την περίφημον επισκοπήν της

Ουτρέχτης. Αλλά περιφημότερος ιεραπόστολος εν Γερμανία υπήρξεν ο

του Ουιλλιβρόδου σύντροφος, και αυτός Αγγλοσάξων μοναχός,

Ουιμφρείδος (Wynfrith), ο γνωστότερος υπό το λατινιστί

μεταφρασθέν όνομα αυτού Βονιφάτιος, ο κατ' εξοχήν απόστολος των

Γερμανών, ο προσαγαγών εις τον Χριστιανισμόν τα Γερμανικά έθνη

των Θουριγγίων και των Εσσίων και άλλων Γερμανικών λαών και

διορισθείς έπειτα επίσκοπος της τότε εν Γερμανία ιδρυθείσης

επισκοπής της Μογουντίας.

Αλλά πλην των Αγγλοσαξόνων και Ιρλανδοί κληρικοί ως ιεραπόστολοι

της Ρώμης διέδιδον την Χριστιανικήν θρησκείαν μεταξύ των

Γερμανών. Οι Ιρλανδοί είχον παραλάβει τον Χριστιανισμόν πολλώ

πρότερον των Αγγλοσαξόνων και δη κατ' αξιοσημείωτον τρόπον παρά

των χριστιανών Βρεττανών, των εξολοθρευθέντων είτα κατά μέγιστον

μέρος υπό των εθνικών Άγγλων (112). Εξ Ιρλανδίας δε από του

τέλους του 6 μ. Χ. ορμώμενοι πολλοί ιεραπόστολοι μοναχοί, ών

ονομαστότατοι είναι ο Πατρίκιος, Βρίγιττος, Κολούμβας,

Κολουμβανός, διέδοσαν τον Χριστιανισμόν εν τοις Γερμανικοίς

λαοίς. Πάντες ούτοι οι ιεραπόστολοι, οι πεμπόμενοι από Ρώμης,

διδάσκοντες την χριστιανικήν πίστιν τους Γερμανικούς λαούς,

εδίδασκον συγχρόνως και την εις τον επίσκοπον της Ρώμης, ως

υπέρτατον αρχηγόν της Εκκλησίας, και εις την Εκκλησίαν της Ρώμης,

ως έδραν του Αποστόλου Πέτρου, ως Πέτραν της πίστεως, υπακοήν και

σεβασμόν. {148} Το ούτω παρά τοις λαοίς της Ευρώπης αυξηθέν κατά

μικρόν και μεγαλυνθέν αξίωμα του επισκόπου Ρώμης, συνδυαζόμενον

και μετά της ηθικής αίγλης, ήν πάντοτε η Ρώμη και μετά την

πολιτικήν πτώσιν αυτής περιεβάλλετο απέναντι των βαρβάρων ως

μεγίστη πόλις του κόσμου και κέντρον του πολιτισμού, έτι μείζονα

προσελάμβανε δύναμιν ηθικήν και αντικαθίστα ηθικώς και

θρησκευτικώς την πολιτικώς εκλιπούσαν κοσμοκρατορίαν της Ρώμης.

Οι δε Φράγκοι ηγεμόνες Πιπίνος ο Βραχύς και Κάρολος ο Μέγας,

επωφελούμενοι αυτοί υπέρ εαυτών το ηθικόν αξίωμα και κύρος της

παπικής αρχής, έτι μείζονα λεληθότως περιήψαν δύναμιν πραγματικήν

αύτη, αναγνωρίσαντες εις αυτήν το δικαίωμα του καθαιρείν και

αναγορεύειν βασιλείς και απονέμειν (άρα και αφαιρείν)

αυτοκρατορικόν αξίωμα. Η τοιαύτη δε εξ ιστορικών καθαρώς αιτίων

προελθούσα και ευλόγως ένεκα των υπό της Ρωμαϊκής Εκκλησίας προς

τον Χριστιανισμόν παρασχεθεισών μεγάλων υπηρεσιών αυξηθείσα

δύναμις του Παπισμού παρεστάθη υπό της παπικής Εκκλησίας ως

θεόθεν τεταγμένη εις τον κόσμον αρχή και εξουσία. Και ο επίσκοπος

Ρώμης εθεωρήθη ως διάδοχος του Πέτρου, όν κατέστησε δήθεν ο

Χριστός εν τω κόσμω ποιμένα των λογικών προβάτων αυτού, επίτροπος

και τοποτηρητής αυτού του Χριστού έχων πάσαν εξουσίαν εν τω

κόσμω, υπέρτατος ηγεμών και κριτής πάντων των ηγεμόνων.

Τα εν τη Δύσει αποτελέσματα της τοιαύτης επιδόσεως της παπικής

εξουσίας θέλομεν ιδεί εν τη ιστορία των μετά τον Κάρολον χρόνων.

Αλλ' εν Ανατολή, αντιθέτως προς τα εν τη Δύσει γινόμενα και κατ'

αντίστροφον τούτοις αναλογίαν, εμειούτο διαρκώς το κύρος του

επισκόπου Ρώμης. Διότι ούτος, μη προσέχων τον νουν εις την

μεγάλην διαφοράν την υφισταμένην μεταξύ της Ελληνικής Ανατολής

και της βαρβάρου Δύσεως και μη θέλων να εννοή τους πραγματικούς

λόγους της εν τη Δύσει δυνάμεως αυτού, ήθελε να επιβάλη το μέγα

εκείνο κράτος αυτού και εις την Ανατολήν. Αλλ' η Ανατολή ουδέν

άλλο ήθελε να βλέπη εν τω Πάπα ή εκείνο, όπερ έβλεπε και ήτο το

μόνον αληθές, επίσκοπον της πρεσβυτέρας Ρώμης, πρώτον εν ίσοις,

ένα (και πρώτον εν τη σειρά) των πέντε πατριαρχών (Ρώμης,

Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων),

υπήκοον του αυτοκράτορος γενόμενον νυν αποστάτην, αναγορεύοντα

αυθαιρέτως, καθ' υπέρβασιν των δικαιωμάτων αυτού, αυτοκράτορας εν

τη Δύσει και σφετεριζόμενον ούτω δικαίωμα ανήκον εις τον μόνον

νόμιμον κληρονόμον της αρχής του παγκοσμίου Ρωμαϊκού κράτους, τον

εν Κωνσταντινουπόλει αυτοκράτορα. Η τοιαύτη τοσούτο διάφορος εν

τη Ανατολή και εν τη Δύσει αντίληψις της εννοίας της παπικής

αρχής συνδυαζομένη μετά της γενικής εξ ιστορικών αιτίων

προερχομένης μεταξύ της Ελληνικής ή Ρωμαϊκής Ανατολής και της

Λατινικής Δύσεως διαφοράς, και η ανίδρυσις δυτικής αυτοκρατορίας

λεγομένης μεν Ρωμαϊκής, ούσης δ' αληθώς βαρβαρικής Φραγκικής,

ηύρυνον διηνεκώς το μεταξύ Ανατολής και Δύσεως χάσμα, όπερ

συνδυαζόμενον και μετά θρησκευτικών διαφορών και ερίδων

συνεπλήρωσε το προ πολλού παρασκευαζόμενον μεταξύ της Ανατολικής

και της Δυτικής Εκκλησίας Σχίσμα.

7. Οι διάδοχοι του Καρόλου. Αρχή του συστήματος

της ευρωπαϊκής συμπολιτείας των κρατών.

Του μεγάλου αυτού κράτους διάδοχον κατέλιπεν ο Κάρολος τον υιόν

αυτού Λουδοβίκον τον Ευσεβή (814-840). Επί της βασιλείας του

αγαθού μεν και ευσεβούς και λογίου, αλλ' αδρανούς και ασθενούς

χαρακτήρος αυτοκράτορος τούτου πολλαί συνέβησαν έριδες και

ταραχαί εν τω αυτοκρατορικώ οίκω και τω κράτει. Οι πρεσβύτεροι

υιοί και ο Λοθάριος και ο Λουδοβίκος εξηγέρθησαν κατά του πατρός

ένεκα της υπό τούτου δεικνυομένης ευνοίας εις τρίτον τινά υιόν

Κάρολον, και αι ταραχαί αύται δεν έπαυσαν ούτε μετά του κατά το

840 επελθόντος θανάτου του Λουδοβίκου. Διότι νυν οι νεώτεροι

αδελφοί Λουδοβίκος και Κάρολος εξηγέρθησαν κατά του πρεσβυτάτου

Λοθαρίου αμφισβητούντες αυτώ την επί του όλου κράτους αρχήν, και

μετά πολλάς αιματηράς μάχας συνήψαν οι τρεις αδελφοί προς

αλλήλους την περί ειρήνης συνθήκην του Βεροδούνου (843). Διά

ταύτης το μέγα Φραγκογερμανικόν κράτος διηρείτο εις τρία

ιδιαίτερα αυτοτελή κράτη, της ενότητος της δυτικής αυτοκρατορίας

διατηρουμένης μόνον εν τη προσωνυμία τη αυτοκρατορική του

πρεσβυτάτου (Λοθαρίου). Και ο μεν Λοθάριος, ο και Αυτοκράτωρ,

έλαβεν εντεύθεν μεν των Άλπεων το κράτος της Ιταλίας ήτοι το

πρώην Λαγγοβαρδικόν κράτος, όπερ ο Κάρολος είχεν ενώσει μετά του

μεγάλου Φραγκικού κράτους, πέραν δε των Άλπεων πάσας περίπου τας

μεταξύ του Ροδανού, Άραρος (Saône), Μεύσου και Σκάλδιος προς

δυσμάς και του Ρήνου προς ανατολάς χώρας. Πάσας τας προς δυσμάς

των ποταμών τούτων χώρας, ήτοι τα 2|3 περίπου της νυν Γαλλίας,

έλαβεν ο Κάρολος (ο επικαλούμενος Φαλακρός)• πάσας δε περίπου τας

εκείθεν του Ρήνου χώρας, τας ακραιφνώς Γερμανικάς, έλαβεν ο

Λουδοβίκος, όστις διά τούτο εκλήθη _Γερμανός_. Και ο μεν Λοθάριος

ετήρησε την προσωνυμίαν του αυτοκράτορος (imperator), ως δε

ελέγετο τότε έτι Γερμανιστί Καίσαρος (Kaiser), εννοείται, του

Ρωμαϊκού κράτους, οι δε αδελφοί αυτού βασιλείς υπό την Ευρωπαϊκήν

έννοιαν του ονόματος τούτου (ήτοι rex roi και König), ο μεν

Κάρολος της Φραγκίας (France) ή Γαλλίας (113), ο δε Λουδοβίκος

της Γερμανίας. Εν τη τοιαύτη δε διαιρέσει του κράτους, ει και οι

την τοιαύτην διανομήν προς αλλήλους ποιούμενοι αδελφοί ωρμώντο

απλώς υπό φιλοκτημοσύνης και φιλαρχίας, ουδεμιάς ιδέας ή

φρονήματος υψηλοτέρου εμφορούμενοι, όμως εκ της φύσεως αυτής και

της λογικής των πραγμάτων υπήρχον σπέρματα της κατά έθνη και

φυλάς δημιουργίας μεγάλων κρατών και αρχή λεληθυία του κατά

μικρόν αναπτυχθέντος συστήματος της συμπολιτείας των Ευρωπαϊκών

κρατών, ήτις μέχρι σήμερον είνε η εδραία βάσις του πολιτειακού

βίου της Ευρώπης. Έκαστον δηλονότι των τριών κρατών είχε και

σπέρματα ιδίας εθνότητος, το μεν του Λοθαρίου (το εν Ιταλία) της

Ιταλικής, το του Καρόλου της Γαλλικής, το δε του Λουδοβίκου της

Γερμανικής (114).

Ούτως ο οίκος του Καρόλου του Μεγάλου διηρέθη εις τρεις

δυναστικούς οίκους. Τούτων ο μεν του Λοθαρίου μετά την αποχώρησιν

αυτού από του θρόνου (855) διηρέθη εις τρία ελάσσονα κράτη υπό

τους τρεις υιούς αυτού Λουδοβίκον Β' (λαβόντα την Ιταλίαν και το

αυτοκρατορικόν αξίωμα, ή μάλλον την προσωνυμίαν), Λοθάριον Β'

(λαβόντα την απ' αυτού Λοθαριγγίαν κληθείσαν χώραν• ούτω καλείται

μέχρι νυν μέρος της πάλαι μεγάλης Λοθαριγγίας) και Κάρολον

(λαβόντα την Προβηγγίαν ή Βουργουνδίαν). Και ο μεν οίκος του

Λοθαρίου εξέλιπεν ήδη τω 875. Αι δε χώραι αι εκτός των Άλπεων αι

αποτελούσαι το κράτος τούτο, απαρτίσασαι μικρά κράτη,

κατελήφθησαν συν τω χρόνω άλλαι υπό του Γερμανικού κράτους, άλλαι

υπό του Γαλλικού. Η Ιταλία, δηλαδή το εν Ιταλία Φραγκικόν κράτος,

απετέλεσεν ίδιον κράτος υπό διαφόρους ηγεμόνας. Εν Γερμανία ο

οίκος του Καρόλου εξέλιπε τω 911, εν δε Γαλλία διήρκεσε μέχρι του

987. Ώστε εκ της διαλύσεως του κράτους, του Καρόλου δύο μεν

προέκυψαν κράτη μεγάλα, το Γερμανικόν και το Γαλλικόν, πολλά δε

μικρά, εν οίς το αξιολογώτερον ην το της Ιταλίας. Το

αυτοκρατορικόν αξίωμα ελάμβανεν ο εξ οιουδήποτε των κρατών τούτων

κατορθών να λάβη αυτό. {151} Αλλ', αφού ο οίκος του Καρόλου

εξέλιπεν εν Γερμανία, οι βασιλείς της χώρας ταύτης υπό νέαν

δυναστείαν κατώρθωσαν να ενώσωσι το αξίωμα του αυτοκράτορος μετά

του αξιώματος του βασιλέως της Γερμανίας.

8. Το Γερμανικόν κράτος και η νέα αυτοκρατορία.

Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας · 第 12 / 31 段