&Ταξίδι του Αγαθούλη στην Κωσταντινούπολη.&
Ο πιστός Κακαμπός είχε καταφέρει τον τούρκο πλοίαρχο, που θα
μετέφερνε το σουλτάνο Αχμέτ στην Κωσταντινούπολη, να δεχτή στο
καράβι τον Αγαθούλη και το Μαρτίνο. Κι' ο ένας κι' ο άλλος
επιβιβαστήκανε, αφού πρώτα προσκυνήσανε την άθλια Μεγαλειότητά του.
Ο Αγαθούλης, ενώ βαδίζανε προς το καράβι, έλεγε στο Μαρτίνο:
— Να, ωστόσο, έξι ξεθρονισμένοι βασιλιάδες, με τους οποίους
δειπνήσαμε! Κ' επί πλέον μέσα σ' αυτούς τους έξι υπήρχε κ' ένας, που
τούκανα ελεημοσύνη. Ίσως υπάρχουνε πολλοί άλλοι πρίγκιπες πιο
κακότυχοι. Εγώ έχασα μόνο έξι πρόβατα και τώρα πετώ στην αγκαλιά της
Κυνεγόνδης. Αγαπητέ μου Μαρτίνε, άλλη μια φορά ο Παγγλώσης είχε
δίκιο, πως όλα είναι καλά.
Το εύχομαι, είπε ο Μαρτίνος.
Αλλά, επανάλαβε ο Αγαθούλης, να μια περιπέτεια πολύ ολίγο
αληθοφανής, που μας έτυχε στη Βενετία. Δεν έχει ποτές ακουστή ή
ειπωθή, πως έξι βασιλιάδες ξεθρονισμένοι δειπνήσανε μαζί σε μια
ταβέρνα.
Αυτό δεν είναι περισσότερο παράξενο, είπε ο Μαρτίνος, από τα
περισσότερα πράγματα, που μας συμβήκανε. Είναι πολύ κοινό πράγμα να
ξεθρονίζονται βασιλιάδες. Κ' εξόν από την τιμή, που λάβαμε να
δειπνήσομε μαζί τους, είναι κάτι, που δεν αξίζει το προσέξουμε
περισσότερο. Δεν ενδιαφέρει με ποιους συντρώγει κανείς, αρκεί να
τρώγει καλά!
Μόλις ο Αγαθούλης μπήκε στο καράβι, πήδησε στο λαιμό του παλιού του
υπηρέτη, του φίλου του Κακαμπό.
— Ε, λοιπόν; τον ερώτησε· τι κάμνει η Κυνεγόνδη; Είναι πάντα θαύμα
ομορφιάς; Μ' αγαπά πάντα; Πώς είναι; Της αγόρασες κανένα παλάτι στην
Πόλη;
— Αγαπητέ μου κύριε, απάντησε ο Κακαμπός, η Κυνεγόνδη πλένει στην
Προποντίδα τα πιάτα ενός πρίγκιπα, που δεν έχει αρκετά πιάτα. Είναι
σκλάβα στο σπίτι ενός παλιού ηγεμόνα, που ονομάζεται Ραγκόνσκης,
στον οποίον ο μέγας σουλτάνος δίνει τρία σκούδα την ημέρα κι' άσυλο·
Αλλά το πιο θλιβερό, είναι, που έχασε την ομορφιά της και που έγινε
φριχτά άσκημη.
— Αχ! ωραία ή άσκημη, είπε ο Αγαθούλης, είμαι τίμιος άνθρωπος και
καθήκο μου είναι να την αγαπώ παντοτεινά. Αλλά πώς μπόρεσε να ξεπέση
σ' αυτή την ελεεινή κατάσταση με τα πέντε έως έξι εκατομμύρια, που
είχες πάρει μαζί σου;
— Καλά, είπε ο Κακαμπός· μου χρειαστήκανε να δώσω δυο στο σενόρ
ντον Φερνάνδο ντ' Ιμπαράα, υ Φιγγουέρα, υ Μασκαρένες, υ Λαμπούρδος,
υ Σούζα, κυβερνήτη του Βουέννος-Άυρες, για να λάβω την άδεια να
ξαναπάρω τη δεσποινίδα Κυνεγόνδη· ένας πειρατής κατόπι μας ξεγύμνωσε
απ' ό,τι μας έμεινε. Αυτός ο πειρατής μας έφερε στο ακρωτήριο
Ματαπάν, στη Μήλο, στην Ικαρία, στη Σάμο, στην Πέτρα, στα
Δαρδανέλλια, στο Μαρμαρά, στο Σκούταρι. Η Κυνεγόνδη κ' η γριά
υπηρετούνε σ' αυτόν τον πρίγκιπα, για τον οποίον σας μίλησα, κ' εγώ
είμαι σκλάβος του ξεθρονισμένου σουλτάνου.
— Τι τρομερά δυστυχήματα δεμένα τόνα με τάλλο σαν αλυσίδα! είπε ο
Αγαθούλης. Μα το κάτω-κάτω μου μένουν ακόμα λίγα διαμάντια· θα
λευτερώσω εύκολα την Κυνεγόνδη. Είναι μεγάλη συφορά, που έγινε τόσο
άσκημη!
Έπειτα, γυρίζοντας στο Μαρτίνο:
— Ποιος, νομίζετε, πως είναι πιο αξιολύπητος από το σουλτάνο Αχμέτ,
τον αυτοκράτορα Ιβάν, το βασιλιά Κάρολο-Εδουάρδο και μένα;
Δεν ξέρω, είπε ο Μαρτίνος· θάπρεπε νάμαι μέσα στις καρδιές σας για
να το γνωρίζω.
— Αχ! είπε ο Αγαθούλης· αν ήταν εδώ ο Παγγλώσσης, θα τόξερε και θα
μας το μάθαινε.
Δεν ξέρω με ποια ζυγαριά ο Παγγλώσσης σας μπορούσε να ζυγιάζη τα
δυστυχήματα των ανθρώπων να εχτιμά τις λύπες τους. Ό,τι πιστεύω
είναι, πως υπάρχουν εκατομμύρια άνθρωποι πάνω στη γη πιο αξιολύπητοι
από το βασιλιά Εδουάρδο, τον αυτοκράτορα Ιβάν και το σουλτάνο Αχμέτ.
— Αυτό είναι πολύ πιθανό, είπε ο Αγαθούλης.
Σε λίγες μέρες φτάσανε στο Βόσπορο. Ο Αγαθούλης πρώτα-πρώτα ξαγόρασε
τον Κακαμπό πολύ ακριβά· και, δίχως να χάνη καιρό, ρίχτηκε σε μια
γαλέρα με τους συντρόφους του, για να πάη στις αχτές της Προποντίδας
να ζητήση την Κυνεγόνδη, όσο άσκημη κι' αν ήτανε.
Υπήρχανε μέσα στους κατάδικους, που τραβούσανε κουπί, δυο, που
τραβούσανε πολύ κακά και στους οποίους ο λεβαντίνος πλοίαρχος έδινε
από καιρό σε καιρό μερικές χτυπιές μ' ένα βούνευρο στις γυμνές τους
πλάτες. Ο Αγαθούλης μ' ένα πολύ φυσικό κίνημα τους κοιτούσε
προσεχτικά και τους πλησίασε με σπλάχνος. Μερικά χαραχτηριστικά του
μεταμορφωμένου προσώπου των του φανήκανε, πως μοιάζουνε λιγάκι με
του Παγγλώσση και του δυστυχισμένου Ιησουίτη, αυτού του βαρώνου, του
αδερφού της Κυνεγόνδης. Αυτή η σκέψη τον συγκίνησε και τον λύπησε.
Τους παρατήρησε ακόμα πιο προσεχτικώτερα.
— Αληθινά, είπε στον Κακαμπό, αν δεν είχα ιδεί με τα μάτια μου να
κρεμάνε το δόχτορα Παγγλώσση κι' αν δεν είχα τη δυστυχία να σκοτώσω
το βαρώνο, θα πίστευα, πως είναι αυτοί, που τραβούνε κουπί μέσα σ'
αυτή τη γαλέρα.
Μόλις ακούσανε τα ονόματα Παγγλώσσης και βαρώνος, οι δυο κατάδικοι
βγάλανε μεγάλο ξεφωνητό, σταματήσανε πάνω στον μπάγκο τους,
αφήνοντας τα κουπιά τους να πέσουνε.
Ο λεβαντίνος πλοίαρχος έτρεξε καταπάνω τους και οι χτυπιές του
βούνευρου πέφτανε βροχή.
— Στάσου! στάσου! άρχοντα, φώναξε ο Αγαθούλης, θα σας δώσω όσα
χρήματα θέλετε.
— Πώς! είναι ο Αγαθούλης, έλεγε ο ένας από τους κατάδικους.
— Πώς! είναι ο Αγαθούλης, έλεγε ο άλλος.
— Είναι όνειρο; έλεγε ο Αγαθούλης· είμαι ξύπνιος; είμαι μέσα σ'
αυτή τη γαλέρα; Αυτός είναι ο κύριος βαρώνος, που τον σκότωσα; Αυτός
είναι ο διδάσκαλος Παγγλώσσης, που τον είδα να τον κρεμάνε;
— Είμαστε μεις, είμαστε μεις! απαντούσαν εκείνοι
— Πώς! αυτός είναι ο μέγας φιλόσοφος; έλεγε ο Μαρτίνος.
— Ε! κύριε λεβαντίνε πλοίαρχε, πόσα θέλετε για την αγορά του κυρίου
Τούντερ-τεν-τρονκ, ενός από τους πρώτους βαρώνους της αυτοκρατορίας,
και του κυρίου Παγγλώσση, του βαθύτερου μεταφυσικού της Γερμανίας;
— Σκύλλε χριστιανέ, απάντησε ο λεβαντίνος πλοίαρχος, αφού αυτοί οι
δυο σκυλλοχριστιανοί κατάδικοι είναι βαρώνοι και μεταφυσικοί, κι'
αυτά θάναι μεγάλα αξιώματα στον τόπο τους, θα μου δώσης πενήντα
χιλιάδες τσεκίνια.
Θα τα λάβετε, κύριε· οδηγήστε με σαν αστραπή στην Κώσταντινούπολη
και θα πληρωθήτε αμέσως. Αλλ' όχι, οδηγήστε με στη δεσποινίδα
Κυνεγόνδη.
Ο λεβαντίνος πλοίαρχος με την πρώτη προσφορά του Αγαθούλη είχε
γυρίσει την πλώρη προς την Πόλη και το καΐκι έτρεχε με τα κουπιά
γρηγορώτερα απ' όσο ένα πουλί σκίζει τους αέρες.
Ο Αγαθούλης φίλησε εκατό φορές τον Παγγλώσση και το βαρώνο.
Και πώς συνέβη να μη σας έχω σκοτώσει, κύριε βαρώνε; και σεις,
αγαπητέ μου Παγγλώσση, πώς βρίσκεστε στη ζωή, αφού σας κρεμάσανε;
— Και γιατί κ' οι δυο είστε καταδικασμένοι σε καταναγκαστικά έργα
στην Τουρκία;
— Είναι αλήθεια, πως η αγαπημένη μου αδερφή βρίσκεται σ' αυτόν τον
τόπο; ρωτούσε ο βαρώνος.
— Ναι, απαντούσε ο Κακαμπός.
— Ξαναβλέπω λοιπόν τον αγαπητό μου Αγαθούλη, έλεγε ο Παγγλώσσης.
Ο Αγαθούλης τους παρουσίασε το Μαρτίνο και τον Κακαμπό. Φιληθήκανε
όλοι τους. Μιλούσανε όλοι μαζί. Η γαλέρα πετούσε· σε λίγο ήσαν μέσα
στο λιμάνι. Φώναξαν έναν Εβραίο, στον οποίον ο Αγαθούλης πούλησε για
πενήντα χιλιάδες τσεκίνια ένα διαμάντι, που κόστιζε εκατό χιλιάδες.
Ο Εβραίος ωρκιζότανε στ' όνομα του Αβραάμ, πως δε μπορούσε να δώση
περισσότερα. Πλήρωσε αμέσως τη ξαγορά του βαρώνου και του Παγγλώσση.
Ο τελευταίος έπεσε στα πόδια του ευεργέτη του και τάβρεξε με δάκρυα.
Ο βαρώνος τον ευχαρίστησε με μια κλίση της κεφαλής και υποσχέθηκε να
επιστρέψη αυτά τα χρήματα σε πρώτη ευκαιρία.
— Αλλ' είναι δυνατό η αδερφή μου να βρίσκεται στην Τουρκία;
— Τίποτε δεν είναι δυνατώτερο απ' αυτό, απάντησε ο Κακαμπός, αφού
πλένει τα πιάτα ενός πρίγκιπα της Τρανσυλβανίας.
Φωνάξανε αμέσως άλλους δυο Εβραίους· ο Αγαθούλης, πούλησε κι' άλλα
διαμάντια· και φύγανε όλοι τους με μιαν άλλη γαλέρα για να πάνε να
βρούνε την Κυνεγόνδη.