&Τι συνέβη στον Αγαθούλη, στην Κυνεγόνδη, στον Παγγλώσση, στο
Μαρτίνο κ.τ.λ.&
— Συγγνώμην άλλη μια φορά. είπε ο Αγαθούλης στον βαρώνο,
αιδεσιμώτατε πάτερ, που σας έδωκα μια σπαθιά πέρα ως πέρα.
— Ας μη ξαναμιλήσουμε γι' αυτό, απάντησε ο βαρώνος· ομολογώ, πως
υπήρξα λιγάκι ζωηρός· αλλ' αφού θέλετε να μάθετε ποια τύχη μ' έρριξε
σε καταναγκαστικά έργα, θα σας πω, πως αφού με γιάτρεψε από τις
πληγές μου ο αδερφός φαρμακοποιός του κολλεγίου, ένα σώμα Ισπανικό
μας επετέθηκε και μ' αιχμαλώτησε. Με βάλανε φυλακή στο Βουένος
Άυρες, λίγο καιρό μετά που η αδερφή μου είχε αναχωρήσει. Ζήτησα να
με πάνε στη Ρώμη, στον αδερφό στρατηγό. Εκεί με διωρίσανε στην
Κωσταντινούπολη παπά του πρεσβευτή της Γαλλίας. Δεν είχα οχτώ μέρες,
που ανάλαβα τα καθήκοντά μου, όταν συνάντησα κάποιο βράδυ ένα νεαρό
τσογλάνι, πολύ ωραία φκιασμένο. Έκαμνε ζέστη: το παιδί θέλησε να
κάνη μπάνιο· δεν έχασα την ευκαιρία να κάνω κ' εγώ ένα μπάνιο. Δεν
ήξερα, πως θάτανε θανάσιμο έγκλημα για ένα χριστιανό να βρεθή
ολόγυμνος μ' ένα νεαρό μουλσουμάνο. Ένας καδής διάταξε να μου δώσουν
εκατό ξυλιές στις πατούσες των ποδιών και με καταδίκασε σε
καταναγκαστικά έργα. Δεν πιστεύω νάχη γίνη ως τώρα φριχτότερη
αδικία. Αλλά θάθελα να ξέρω, γιατί η αδερφή μου βρίσκεται στην
κουζίνα ενός Τρανσυλβανού ηγεμόνα, πόχει καταφύγει στην Τουρκία.
— Αλλά σας, αγαπητέ μου Παγγλώσση, πώς συνέβη να σας ξαναϊδώ; είπε
ο Αγαθούλης.
— Αληθινά, είπε ο Παγγλώσσης, με είδατε κρεμασμένο· φυσικά ώφειλα
να καώ ζωντανός· αλλά θυμάστε, πως είχε πιάσει καταιγίδα, τη στιγμή,
που πηγαίνανε να με ψήσουν· η καταιγίδα ήτανε τόσο σφοδρή, που
απελπιστήκανε, πως θ' ανάβανε τη φωτιά· με κρεμάσανε λοιπόν γιατί
δεν μπορέσανε να κάνουνε τίποτε καλύτερο· ένας χειρούργος αγόρασε το
σώμα μου, το πήγε σπίτι του για να του κάνει ανατομία. Μούκαμε στην
αρχή μια σταυροειδή τομή από τον αφαλό έως τον ώμο. Αλλά κανείς δεν
μπορεί νάχει κρεμαστή τόσο κακά, όσο εγώ. Ο εκτελεστής των υψηλών
έργων της Ιεράς Εξέτασης, που ήτανε υποδιάκονος, έκαιε τους
ανθρώπους, να πούμε την αλήθεια, θαυμάσια, αλλά δεν ήτανε
συνειθισμένος να τους κρεμά: το σκοινί ήτανε βρεμένο, δε λύγιζε και
δέθηκε άσκημα· τέλος ανάπνεα ακόμα. Αυτή η τομή μ' έκανε να βγάλω
μια τρομερή φωνή, που ο χειρούργος μου έπεσε τ' ανάσκελα· και
νομίζοντας, πως έσκιζε το διάβολο, έφυγε πεθαμένος του φόβου και
μάλιστα, καθώς έτρεχε, γκρεμίστηκε από τη σκάλα. Η γυναίκα του,
απόνα πλαγινό δωμάτιο, έτρεξε, σαν άκουσε το θόρυβο: με είδε
ξαπλωμένο στο τραπέζι με τη σταυροειδή τομή μου· τρόμαξε περισσότερο
από τον άνδρα της, τούδωσε γρήγορα κ' έπεσε πάνω του στη σκάλα. Όταν
συνήρθανε λιγάκι, άκουσα τη γυναίκα του χειρούργου να λέη στον άντρα
της:
— Γιατί, καλέ μου, σου κατέβηκε να κάνης ανατομία σ' έναν αιρετικό;
δεν ξέρεις, πως ο διάβολος κατοικεί πάντα μέσα στο σώμα αυτών των
ανθρώπων; Πάω γρήγορα να φωνάξω έναν παπά να τον ξορκίση. Μ' έπιασε
τρεμούλα, σαν άκουσα αυτήν την απόφαση κ' έμασα τις λίγες δυνάμεις,
που μ ' απόμειναν, για να φωνάξω:
— Λυπηθήτε με!
Τέλος ένας Πορτογάλλος μπαρμπέρης έδειξε κουράγιο: ξανάραψε το δέρμα
μου· ακόμα κ' η γυναίκα του με φρόντισε· σηκώθηκα στο πόδι μέσα σε
δεκαπέντε μέρες. Ο μπαρμπέρης μου βρήκε δουλιά· κ' έγινα λακές ενός
Μαλτέζου ιππότη, που πήγαινε στη Βενετία· αλλ' επειδή ο κύριός μου
δεν είχε να με πληρώση, μπήκα στην υπηρεσία ενός Βενετσάνου εμπόρου
και τον ακολούθησα στην Κωσταντινούπολη.
Μια μέρα μου κατέβηκε να μπω σ' ένα τζαμί· ήτανε μέσα μονάχα ένας
γέρος Ιμάμης και μια νέα θρήσκα, πολύ νόστιμη, που προσευχότανε· το
στήθος της ήτανε όλο ξεσκέπαστο: είχε ανάμεσα στα δυο βυζιά της ένα
ωραίο μπουκέττο από λαλέδες, τριαντάφυλλα, ανεμώνες, βατράχια,
ζουμπούλια, ηράνθεμα.
Ξαφνικά της πέφτει το μπουκέττο· το σήκωσα και το ξανάβαλα στη θέση
του με πολλή προθυμία και σεβασμό. Άργησα όμως τόσο πολύ σ' αυτή τη
δουλιά, που ο Ιμάμης θύμωσε και βλέποντας, πως είμαι χριστιανός,
φώναξε βοήθεια. Με πήγανε στον κατή, ο οποίος έβαλε να μου δώσουν
εκατό ξυλιές μ' ένα πέταυρο στις πατούσες των ποδιών, και μ' έστειλε
στα καταναγκαστικά έργα. Μ' αλυσσοδέσανε ακριβώς στην ίδια γαλέρα
και στον ίδιο μπάγκο με τον κύριο βαρώνο. Ήτανε μαζί μας τέσσερις
νέοι από τη Μασσαλία, πέντε ναπολιτάνοι παπάδες, και δυο καλογέροι
από την Κέρκυρα, που μας είπανε, πως παρόμοια επεισόδια συμβαίνουνε
κάθε μέρα. Ο κύριος βαρώνος υποστήριζε, πως αδικήθηκε πολύ
περισσότερο από μένα· εγώ υποστήριζα, πως ήτανε λιγώτερο κακό να
ξαναβάλη κανείς ένα μπουκέττο στο στήθος μιας γυναίκας, παρά να
βρεθή ολόγυμνος μ' ένα τσογλάνι. Συζητούσαμε ακατάπαυτα και τρώγαμε
είκοσι χτυπιές με βούνευρο την ημέρα, όταν &η αιτιώδης αλληλουχία&
των γεγονότων του κόσμου τούτου σας έφερε στη γαλέρα μας, όπου μας
ξαγοράσατε.
Καλά λοιπόν, αγαπητέ μου Παγγλώσση, του ο Αγαθούλης, όταν σας
κρεμάσανε, σας σκίζανε, σας τσακίζανε στο ξύλο και τραβούσατε κουπί
στις γαλέρες, σκεφτόσαστε πάντα, πως όλα είνε άριστα σ' αυτό τον
κόσμο;
Έχω πάντα την πρώτη μου γνώμη, απάντησε ο Παγγλώσσης· γιατί επί
τέλους είμαι φιλόσοφος· δεν ταιριάζει ν' αναιρώ τα λόγια μου. Ο
Λάιμπνιτς δε μπορεί νάχει λάθος, κ' εξ άλλου &η προϋπάρχουσα
Αρμονία& είναι τ' ωραιότερο πράγμα του κόσμου, όσο και το &πλήρες κ'
η αιθέρια ύλη&.