&Για ένα δείπνο, που έκανε ο Μαρτίνος μ' έξι ξένους και ποιοι ήτανε
αυτοί.&
Ένα βράδι, που ο Αγαθούλης κι' ο Μαρτίνος πηγαίνανε να καθήσουνε στο
τραπέζι μαζί με τους ξένους, που μένανε στο ίδιο ξενοδοχείο, ένας
άνθρωπος καρβουνοπρόσωπος τον πλησίασε από πίσω και πιάνοντάς τον
από το μπράτσο του είπε:
— Ετοιμαστήτε ν' αναχωρήσετε μαζί μας, μην αρνηθήτε.
Γυρίζει και βλέπει τον Κακαμπό. Ε, μονάχα η θέα της Κυνεγόνδης θα
μπορούσε να τον εκπλήξη και τον χαροποιήση περισσότερο. Λίγο έλειψε
να τρελαθή από χαρά. Αγκαλιάζει τον αγαπημένο του φίλο.
— Η Κυνεγόνδη είν' εδώ, χωρίς άλλο; Πού είναι; Πήγαινέ με κοντά
της, για ν' αποθάνω από χαρά!
— Η Κυνεγόνδη δεν είν' εδώ, είπεν ο Κακαμπός· είναι στην
Κωσταντινούπολη.
— Α! ουρανέ! στην Πόλη! Αλλά και στην Κίνα νάτανε, θα πετούσα έως
εκεί· πάμε!
— Θα φύγουμε μετά το δείπνο, είπε ο Κακαμπός. Δε μπορώ να σας πω
περισσότερα· είμαι σκλάβος· ο αφέντης μου με περιμένει· πρέπει να
πάω να του σερβίρω στο τραπέζι· μη λέτε λέξη, φάτε και νάσαστε
έτοιμος.
Ο Αγαθούλης, μισός χαρά, μισός λύπη, γοητευμένος, που ξανάδε τον
πιστό του υπηρέτη, ξαφνισμένος, που τον είδε σκλάβο, γεμάτος από τη
σκέψη να ξανάβρη την αγαπημένη του, με την καρδιά ταραγμένη το
πνεύμα άνω κάτω, κάθισε στο τραπέζι με το Μαρτίνο, που
παρακολουθούσε με ψυχραιμία όλες αυτές τις περιπέτεις, μαζί με τους
άλλους έξι ξένους, που είχαν έρθει να περάσουνε τα καρναβάλια στη
Βενετία.
Ο Κακαμπός, που έχυνε κρασί σ' έναν απ' αυτούς τους έξι ξένους,
πλησίασε στ' αυτί του αφέντη του, κατά το τέλος του δείπνου, και
τούπε:
— Η Μεγαλειότητά σας ημπορεί ν' αναχωρήση όποτε θέλη, το καράβι
είναι έτοιμο.
Αφού είπε αυτές τις λέξεις, βγήκε έξω. Οι άλλοι, που τρώγανε στο
ίδιο τραπέζι, κοιταζόντανε μ' έκπληξη χωρίς να προφέρουνε λέξη, όταν
ένας δεύτερος υπηρέτης πλησιάζει τον αφέντη του και του λέγει:
— Το φορείο της Μεγαλειότητά σας είναι στην Πάδοβα κ' η βάρκα
έτοιμη. Ο αφέντης έκαμε ένα σημάδι κι' ο υπηρέτης βγήκε έξω. Όλοι οι
άλλοι ξανακοιταχτήκανε πάλι κ' η κοινή έκπληξη διπλασιάστηκε. Ένας
τρίτος υπηρέτης πλησίασε επίσης έναν τρίτο ξένο και τούπε:
— Η Μεγαλειότητά σας δε θα μείνη πολύν καιρό εδώ· θα τα ετοιμάσω
όλα.
Κ' ευθύς εξαφανίστηκε.
Ο Αγαθούλης κι' ο Μαρτίνος δεν αμφιβάλανε πως είχαν εμπρός τους
μασκαράδες του καρναβαλιού. Ένας τέταρτος υπηρέτης είπε στον
τέταρτον αφέντη.
— Η μεγαλειότητά σας θ' αναχωρήση, όποτε θέλη, και βγήκε έξω σαν
τους άλλους.
Ο πέμτος υπηρέτης είπε τα ίδια στον πέμτο αφέντη. Αλλά ο έχτος
υπηρέτης, μίλησε διαφορετικά στον έχτο αφέντη, που καθότανε πλάι
στον Αγαθούλη.
— Μα την πίστη μου, Μεγαλειότατε, δε θέλουνε πια να κάνουνε πίστωση
στη μεγαλειότητά σας, ούτε και σε μένα· και μπορεί αξιόλογα απόψε να
μας φυλακίσουνε και σας και μένα· πάω να φροντίσω για τον εαυτό μου!
Χαίρετε!
Αφού όλοι οι υπηρέτες εξαφανιστήκανε, οι έξι ξένοι, ο Αγαθούλης κι'
ο Μαρτίνος μένανε βυθισμένοι σε βαθυά σιγή. Επί τέλους ο Αγαθούλης
τη διάκοψε!
— Κύριοι, είπε, να μια μοναδική αστειότητα. Γιατί ήσαστε όλοι
βασιλιάδες; Όσο μια μένα, σας ομολογώ, πως δεν είμαι βασιλιάς, καθώς
κι' ο φίλος ο Μαρτίνος.
Ο αφέντης του Κακαμπό έλαβε τότε με πολλή σοβαρότητα το λόγο και
είπε Ιταλικά!
— Δεν αστειεύομαι καθόλου! Ονομάζομαι Μεχμέτ ο Γος. Έκανα Σουλτάνος
πολλά χρόνια· είχα εκθρονίσει τον αδερφό μου· ο ανεψιός μου μ'
εκθρόνισε, κόψανε τον λαιμό των βεζύρηδών μου· αποτελειώνω τις μέρες
της ζωής μου μέσα στο παλιό Σαράι. Ο ανεψιός μου, ο μέγας σουλτάνος
Μαχμούτ, μου επιτρέπει να ταξιδεύω κάποτε για την υγεία μου· κ' έτσι
ήρθα να περάσω τα καρναβάλια στη Βενετία.
Ένας νέος, που βρισκότανε πλάι στον Αχμέτ μίλησε κατόπι και είπε:
— Ονομάζομαι Ιβάν· ήμουν αυτοκράτορας πασών των Ρωσσιών· μ'
εκθρόνισαν, όταν ακόμα ήμουνα στην κούνια· τον πατέρα μου και τη
μητέρα μου τη φυλακίσανε· μ' αναθρέψανε μέσα στη φυλακή· έχω κάποτε
την άδεια να ταξιδεύω, συνοδευμένος από τους φυλακές μου· κ' ήρθα να
περάσω τα καρναβάλια στη Βενετία.
Ο τρίτος είπε:
— Είμαι ο Κάρολος Εδουάρδος, βασιλιάς της Αγγλίας· ο πατέρας μου,
μου παραχώρησε τα δικαιώματά του στη βασιλεία· πολέμησα για να τα
υποστηρίξω· ξερρριζώσανε την καρδιά από οχτακόσιους του κόμματός
μου, και τους τη χτυπήσανε στα μούτρα· με βάλανε στη φυλακή· πάω στη
Ρώμη να επισκεφτώ τον πατέρα μου, εκθρονισμένον όπως κ' εγώ κι' ο
παπούς μου· κ' ήρθα να περάσω τα καρναβάλια στη Βενετία.
Ο τέταρτος είπε:
— Είμαι βασιλιάς των Πολάκων· η τύχη του πολέμου μου στέρησε τις
κληρονομικές μου χώρες κι' ο πατέρας μου έπαθε το ίδιο· αφήνομαι στη
Θεία Πρόνοια, όπως ο Σουλτάνος Αχμέτ, ο αυτοκράτορας Ιβάν κι' ο
βασιλιάς Κάρολος Εδουάρδος, στους οποίους άμποτε ο Θεός να δίνει
χρόνια πολλά· κ' ήρθα να περάσω τα Καρναβάλια στη Βενετία.
Ο πέμτος είπε:
— Κ' εγώ είμαι βασιλιάς των Πολάκων· έχασα δυο φορές το βασίλειό
μου· αλλ' η Πρόνοια μου έδωσε άλλο κράτος, στο όποιο έκανα τόσα
αγαθά, όσα δεν κάνανε όλοι οι βασιλιάδες των Σαρματών μαζί στις
όχθες του Βιστούλα. Αφήνομαι κ' εγώ στη Θεία Πρόνοια· κ' ήρθα να
περάσω τα καρναβάλια στη Βενετία.
Έμενε να μιλήση ο έχτος μονάρχης.
Κύριοι, είπε, δεν είμαι τόσο μέγας Αφέντης όπως εσείς· αλλ' επί
τέλους υπήρξα βασιλιάς, όπως κάθε βασιλιάς· είμαι ο Θεόδωρος· μ'
εκλέξανε βασιλιά της Κορσικής· με ωνομάσανε, &Μεγαλειότατον&, αλλά
τώρα μόλις μ' ονομάζουνε &Κύριο&· έκοψα νομίσματα και δεν έχω ούτ'
ένα δηνάριο· Είχα δυο γραμματείς της Επικρατείας, και δεν έχω έναν
υπηρέτη· είχα καθήσει σε θρόνο κ' έμεινα πολύν καιρό, στη Λόντρα,
φυλακή πάνω στ' άχερα· φοβούμαι πολύ, μην πάθω τα ίδια κ' εδώ, αν κ'
ήρθα να περάσω, όπως οι Μεγαλειότητές σας, τα καρναβάλια στη
Βενετία.
Οι άλλοι πέντε βασιλιάδες ακούσανε αυτά τα λόγια μ' ευγενική
συμπάθεια: Ο καθένας απ' αυτούς έδωκε είκοσι τσεκίνια στο βασιλιά
Θεόδωρο, για ν' αγοράση ρούχα και πουκάμισα· ο Αγαθούλης του χάρισε
ένα διαμάντι, πόκανε δυο χιλιάδες τσεκίνια.
— Ποιος νάναι άραγε αυτός ο άνθρωπος, λέγανε οι πέντε βασιλιάδες,
που μπορεί να δίνη εκατό φορές περισσότερα από μας και τα δίνει;
Μήπως ήσαστε και σεις βασιλιάς, κύριε;
— Όχι, κύριοι, και δεν το επιθυμώ καθόλου! Την ώρα, που φεύγανε από
το τραπέζι, φτάσανε στο ίδιο ξενοδοχείο έξι γαληνότατες υψηλότητες,
που είχανε χάσει ομοίως τα κράτη τους εξ αιτίας του πολέμου και που
ήρθανε να περάσουνε τα καρναβάλια στη Βενετία. Αλλ' ο Αγαθούλης δεν
τους πρόσεξε καθόλου: ήτανε ολότελα απασχολημένος να πάη νάβρη την
αγαπημένη του Κυνεγόνδη στην Κωνσταντινούπολη.