ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXV

&Επίσκεψη στου Άρχοντα Ποκοκουράντη Βενετσάνου άρχοντα.&

Ο Αγαθούλης κι' ο Μαρτίνος πήγανε με γόνδολα στη Μπρέντα και φτάσανε

στο παλάτι του άρχοντα Ποκοκουράντη. Οι κήποι ήταν εξαίσιοι και

στολισμένοι με ωραία μαρμάρινα αγάλματα· του παλατιού η

αρχιτεχτονική κομψότατη. Ο οικοδεσπότης, ηλικίας εξήντα χρονών,

υποδέχτηκε πολύ ευγενικά τους δύο περίεργους αλλά με πολύ ολίγη

προθυμία, κι' αυτό σύγχισε τον Αγαθούλη και δεν άρεσε του Μαρτίνου.

Και πρώτα-πρώτα δυο κορίτσια καθαροντυμένα σερβίρανε σοκολάτα καλά

αφρισμένη. Ο Αγαθούλης δεν κρατήθηκε από το να επαινέση την ομορφιά,

τους καλούς τρόπους και την επιδεξιωσύνη τους.

— Είναι πολύ καλά κορίτσια, είπε ο συγκλητικός Ποκοκουράντης: τις

βάζω κάποτε να κοιμούνται στο κρεββάτι μου γιατί μαι πολύ

αηδιασμένος από τις κυράδες της πολιτείας, από τις κοκκεταρίες τους,

τις ζήλιες τους, τους καυγάδες τους, τα νεύρα τους, τις μικρολογιές

τους, τις αλαζονείες τους, τις ανοησίες τους κι από τα σονέττα, που

πρέπει να τις κάμνω ή να παραγγέλω να τις κάμνουν: αλλά μ' όλα αυτά,

κι' αυτές η δυο κοπέλλες αρχίζουνε να μου γίνονται κουραστικές.

Ο Αγαθούλης μετά το γεύμα περιδιαβάζοντας μέσα σε μια μακρυά

γαλαρία, θαύμαζε την ομορφιά των ζωγραφικών πινάκων. Ρώτησε ποιανού

μεγάλου τεχνίτη ήτανε οι δυο πρώτοι.

— Είναι του Ραφαήλου, είπε ο συγκλητικός· τους αγόρασα πολύ ακριβά

από ματαιότητα δω και λίγα χρόνια· λέγουν, πως είναι ό,τι ωραιότερο

υπάρχει στην Ιταλία, αλλά μένα δε μου αρέσουνε καθόλου: το χρώμα

είναι πολύ σκοτεινό, τα πρόσωπα δεν είναι αρκετά στρογγυλεμένα και

δεν ξεκόβουν αρκετά· οι ενδυμασίες δε φαίνονται καθόλου νάναι από

ύφασμα: με ένα λόγο, ό,τι κι' αν λένε, δε βρίσκω σ' αυτές μιαν

αληθινή ομοιότητα με τη φύση: αλλά τέτοιου είδους δεν υπάρχουν. Έχω

πολλούς πίνακες, μα δεν τους προσέχω πια.

Ενώ περιμένανε το δείπνο, ο Ποκοκουράντης έβαλε να παίξουνε ένα

κοντσέρτο. Ο Αγαθούλης βρήκε τη μουσική υπέροχη.

— Αυτός ο θόρυβος, είπε ο Ποκοκουράντης, ημπορεί να διασκεδάση για

μισή ώρα· αλλ' αν βαστάξει περισσότερο, κουράζει όλους, αν και

κανείς δεν τολμά να το ομολογήση. Η μουσική σήμερα είναι μονάχα η

τέχνη, που εκτελεί πράγματα δύσκολα· ό,τι είναι δύσκολο, δε μπορεί

ναρέση πολλή ώρα.

Θα προτιμούσα ίσως την όπερα, αν δεν είχαν εύρει, το μυστικό να

φτιάνουνε τερατουργήματα που μ' εξοργίζουν. Όποιος θέλει ας πηγαίνη

να βλέπη κακές τραγωδίες βαλμένες σε μουσική, καμωμένες για ένα ή

δυο γελοία τραγούδια, όπου δοκιμάζεται η αξία του λαρυγγιού μιας

ηθοποιού· ας χλωμιαίνη από ηδονή όποιος θέλει ή οποίος μπορεί,

βλέποντας ένα μουνούχο να τσαμπουνά το ρόλο του Καίσαρα ή του Κάτωνα

και να περιφέρεται μ' ένα ύφος αδέξιο πάνου στα σανίδια: όσο για

μένα έπαψα από πολύν καιρό να ενδιαφέρομαι γι' αυτές τις μιζέριες,

που αποτελούνε σήμερα τη δόξα της Ιταλίας και που οι ηγεμόνες τις

πληρώνουνε τόσο ακριβά.

Ο Αγαθούλης το αμφισβήτησε λιγάκι, αλλά με πολλή διάκριση. Ο

Μαρτίνος ήτανε τέλεια σύμφωνος με το συγκλητικό.

Καθίσανε στο τραπέζι· και μετά ένα έξοχο δείπνο, περάσανε στη

βιβλιοθήκη. Ο Αγαθούλης βλέποντας έναν Όμηρο μεγαλόπρεπα δεμένο,

παίνεσε τον εκλαμπρότατο για την καλαισθησία του.

— Να! ένα βιβλίο, που ήταν η απόλαυση του δόχτορα Παγγλώσση, του

καλύτερου φιλοσόφου της Γερμανίας.

— Δεν είναι και δική μου, είπε ψυχρά ο Ποκοκουράντης: με κάνανε

άλλοτες να πιστεύω, πως ευχαριστιόμουνα διαβάζοντάς τον· αλλ' αυτή η

συνεχής επανάληψη μαχών, που όλες μοιάζουν αναμεταξύ τους, αυτοί οι

θεοί που ενεργούνε πάντα, χωρίς να κάμνουνε τίποτε το οριστικό, αυτή

η Ελένη, που είναι η αιτία του πολέμου και που μόλις εμφανίζεται στο

έργο· αυτή η Τροία, που την πολιορκούνε και δεν την κυριεύουνε ποτέ·

όλ' αυτά μου προξενούσανε την πιο θανάσιμη πλήξη. Ρώτησα μερικούς

σοφούς, αν έπλητταν όσο κι' εγώ σ' αυτό το διάβασμα: όλοι οι

ειλικρινείς άνθρωποι μου ομολογήσανε, πως το βιβλίο τους έπεφτε απ'

τα χέρια, αλλ' έπρεπε πάντα να το έχουνε στη βιβλιοθήκη, σαν ένα

μνηνείο της αρχαιότητας, όπως αυτά τα σκουριασμένα νομίσματα, που

δεν περνούνε πια.

— Η εξοχότητά σας σκέπτεται τα ίδια και για το Βιργίλιο; ρώτησε ο

Αγαθούλης,

— Παραδέχομαι, είπε ο Ποκοκουράντης, πως το δεύτερο, το τέταρτο και

το έχτο βιβλίο της Αινειάδας του είναι έξοχα· αλλά για τον ευσεβή

του Αινεία, το δυνατό Κλοάνθη και το φίλο του τον Αχάτη και το

μικρόν Ασκάνιο και τον ηλίθιο βασιλιά Λατίνο και τη χωριάτισσα Αμάτα

και την άνοστη Λαβινία, πιστεύω, πως δεν υπάρχει τίποτε πιο κρύο και

πιο δυσάρεστο. Προτιμώ τον Τάσσο και τους μύθους του Αριόστου, που

σε κάνουνε να κοιμάσαι όρθιος.

— Να τολμήσω να σας ρωτήσω, κύριε, είπε ο Αγαθούλης, αν δε σας

δίνει μεγάλη ευχαρίστηση το διάβασμα του Ορατίου;

— Έχει γνωμικά, είπε ο Ποκοκουράντης, που μπορούνε να ωφελήσουν

έναν άνθρωπο του κόσμου και που όντας βαλμένα σε στίχους

ενεργητικούς, χαράζονται ευκολώτερα στη μνήμη: αλλά λίγο μ'

ενδιαφέρει το ταξίδι του στο Βρινδήσιο κ' η περιγραφή του ενός κακού

δείπνου κ' οι χαμάλικοι καυγάδες μεταξύ ενός κάποιου Πουπίλου, που

τα λόγια του, λέγει, ήτανε γεμάτα έμπυο, κι' ενός άλλου, που τα

λόγια του ήτανε γεμάτα ξίδι. Διάβασα μ' έσχατη αηδία τους

χονδροειδείς στοίχους του ενάντια στις γριές και τις μάγισσες· και

δε βλέπω, τι αξία έχει το να λέγη στο φίλο του Μαικήνα, πως, αν τον

λογαριάση μεταξύ των λυρικών ποιητών, θα χτυπήση τάστρα με το υψηλό

του μέτωπο. Οι μωροί θαυμάζουν όλα σ' έναν ποιητή αναγνωρισμένο. Εγώ

διαβάζω για τον εαυτό μου· αγαπώ μονάχα ό,τι μου κάνει.

Ο Αγαθούλης είχε μάθη να μην κρίνη τίποτα μόνος του κι' απορούσε

πολύ απ' ό,τι άκουε. Αλλ' ο Μαρτίνος εύρισκε τον τρόπο της σκέψης

του Ποκοκουράντη πολύ λογικό:

— Ω, να ένας Κικέρωνας, είπε ο Αγαθούλης· αυτόν το μεγάλον άντρα,

είμαι βέβαιος, πως δεν παύετε να τον διαβάζετε.

— Δεν τον διαβάζω ποτές, απάντησε ο Βενετσάνος· Τι μ' ενδιαφέρει,

αν υπεράσπισε το Ραβίριο ή τον Κλουέντιο; Έχω αρκετές δίκες, που

κρίνω: περισσότερο θα μου κάνανε τα φιλοσοφικά του έργα, μα σαν είδα

πως αμφέβαλλε για όλα, συμπέρανα, πως ήξερα όσα κι αυτός και πως δεν

είχα ανάγκη από κανένανε, για να τ' αγνοώ όλα.

— Α! να ογδόντα τόμοι μιας ακαδημίας των επιστημών, φώναξε ο

Μαρτίνος· μπορεί να υπάρχη δω μέσα κάτι καλό.

— Θα υπήρχε, είπε ο Ποκοκουράντης, αν ένας από τους συγγραφείς

αυτών των ανακατεμένων σωρών είχε εφεύρει την τέχνη να κάμνη

καρφίτσες· μα σε όλ' αυτά τα βιβλία υπάρχουνε μονάχα κούφια

συστήματα και τίποτα ωφέλιμο.

— Ω! πόσα θεατρικά έργα βλέπω εδώ, είπε ο Αγαθούλης, Ιταλικά,

Ισπανικά, Γαλλικά.

Ναι, απάντησε ο συγκλητικός, είναι τρεις χιλιάδες και δεν έχει ούτε

τρεις ντουζίνες καλά. Αυτές τις συλλογές λόγια, που όλες μαζί δεν

αξίζουνε μια σελίδα του Σενέκα, κι' όλους αυτούς τους χοντρούς

τόμους θεολογίας, δεν τους ανοίγω ποτέ, ούτ' εγώ ούτε κανείς άλλος.

Ο Μαρτίνος παρατήρησε θέσεις γεμάτες αγγλικά βιβλία.

— Νομίζω, πως ένας δημοκράτης πρέπει να βρίσκη ευχαρίστηση στα

περισσότερα απ' αυτά τα έργα, τα γραμμένα με τόση ελευθερία.

— Ναι, απάντησε ο Ποκοκουράντης, είναι καλό να γράφη κανείς ό,τι

σκέπτεται: αυτό είναι το προνόμιο του ανθρώπου. Σ' όλη μας την

Ιταλία γράφουν ό,τι δεν σκέπτονται· αυτοί που κατοικούνε στην

πατρίδα των Καισάρων και των Αντωνίνων, δεν τολμούνε νάχουνε μιαν

ιδέα χωρίς την άδεια ενός Ιακωβίνου. Θάμουν ευχαριστημένος από την

ελευθερία, που εμπνέει τους Άγγλους διανοουμένους, αν η εμπάθεια κ'

η προκατάληψη δεν καταστρέφανε ό,τι άξιο έχει αυτή η πολύτιμη

ελευθερία. Ο Αγαθούλης παρατήρησε ένα Μίλτωνα και ρώτησε, αν ο

Ποκοκουράντης θέα εύρισκε αυτόν τον συγγραφέα μεγάλον άνθρωπο.

— Ποιόν; είπεν ο Ποκοκουράντης, αυτόν το βάρβαρο, που υπομνηματίζει

φλυαρώτατα το πρώτο κεφάλαιο της «Γενέσεως» σε δέκα βιβλία και σε

στίχους τραχείς; αυτόν τον χονδροειδή μιμητή των Ελλήνων, που

παραμορφώνει τη δημιουργία, κι' ο οποίος, ενώ ο Μωυσής παρασταίνει

τον Αιώνιο να κάμνη τον κόσμο με το λόγο, βάζει τον Μεσσία να παίρνη

ένα μεγάλο διαβήτη απ' όνα ερμάριο τουρανού και να το δίνει του Θεού

να σχεδιάση το έργο του; Εγώ θα εχτιμήσω εκείνον, που χάλασε την

κόλαση και το διάβολο του Τάσσου· που μεταμορφώνει τον Εωσφόρο

άλλοτε σε βάτραχο, άλλοτε σε πυγμαίο; που τον βάζει να επαναλαβαίνη

εκατό φορές τα ίδια λόγια; που τον βάζει να συζητή Θεολογία; ο

οποίος μιμούμενος σοβαρά την κωμικήν εύρεση των πυροβόλων όπλων από

τον Αριόστο, βάζει τους διαβόλους να τραβούνε κανονιές στον ουρανό;

Ούτε σε μένα ούτε σε άλλον κανένα στην Ιταλία δε μπορέσανε ν'

αρέσουν όλες αυτές οι θλιβερές παραδοξότητες. &Ο γάμος της Αμαρτίας

και του θανάτου& και τα φίδια, που γεννά η Αμαρτία, προκαλούνε τον

έμετο κάθε ανθρώπου με λεπτό γούστο, κι' η μακρυά του περιγραφή ενός

νοσοκομείου είναι καλή μονάχα για νεκροθάφτες. Αυτό το σκοτεινό,

αλλόκοτο, κι' αηδιαστικό ποίημα περιφρονήθηκε στη γέννησή του· το

θεωρώ σήμερα, όπως το θεωρήσανε στην πατρίδα του οι σύγχρονοί του.

Το κάτου-κάτου λέγω ό,τι σκέπτομαι και πολύ λίγο με μέλει, τι

σκέπτονται οι άλλοι για μένα.

Ο Αγαθούλης ήτανε λυπημένος απ' αυτά τα λόγια· σεβότανε τον Όμηρο,

αγαπούσε λίγο το Μίλτωνα.

— Αλίμονο! είπε πολύ σιγά στο Μαρτίνο ω! τι ανώτερος άνθρωπος!

μουρμούρισε ανάμεσα στα δόντια του. Τι μεγαλοφυία αυτός ο

Ποκοκουράντης! Τίποτε δεν μπορεί να του αρέση.

Αφού έτσι επιθεωρήσανε όλα τα βιβλία, κατεβήκανε στον κήπο. Ο

Αγαθούλης παίνεσε όλες του τις ομορφιές.

— Δεν ξέρω τίποτε τόσο κακού γούστου, είπε ο οικοδεσπότης· είναι

μικροπράγματα· αλλά από αύριο θα φυτέψω άλλα με σχέδιο πολύ

ευγενικώτερο.

Όταν οι δυο φιλοπερίεργοι αποχαιρετήσανε την εξοχότητά του:

— Λοιπόν, είπε ο Αγαθούλης στο Μαρτίνο, θα ομολογήσετε, πως αυτός,

είναι ο πιο ευτυχισμένος από όλους τους ανθρώπους, γιατί ναι πάνω

από ό,τι κατέχει.

Δε βλέπετε, πως τον αηδιάζει ό,τι κατέχει; Ο Πλάτων είπε, δω και

τόσον καιρό, πως τα καλύτερα στομάχια δεν είναι κείνα, που

αρνιούνται όλες τις τροφές.

— Αλλά, είπε ο Αγαθούλης, δεν υπάρχει ηδονή στο να κριτικάρη κανείς

τα πάντα, να αισθάνεται ελαττώματα, εκεί που οι άλλοι νομίζουνε, πως

βλέπουν ομορφιές;

— Πάει να πη, απάντησε ο Μαρτίνος, πως είναι μια ηδονή το να μην

έχης καμιά ηδονή!

— Ω! καλά, είπε ο Αγαθούλης, δεν υπάρχει λοιπόν άλλος ευτυχής από

μένα, όταν θα ξαναϊδώ τη δεσποινίδα Κυνεγόνδη.

— Είναι πάντα καλό να ελπίζη κανείς, είπε ο Μαρτίνος.

Ωστόσο οι μέρες, οι μήνες περνούσανε. Ο Κακαμπός δεν ερχότανε

καθόλου κι' ο Αγαθούλης ήτανε τόσο βυθισμένος στη λύπη του, που ούτε

καν συλλογίστηκε, πως η Πακέττα κι' ο αδερφός Γαρουφάλης δεν ήρθανε

να τον ευχαριστήσουνε.

Ο Αγαθούλης · 第 24 / 28 题