&Περί Πακέττας και του αδελφού Γαρουφάλη.&
Μόλις ήρθε στη Βενετία, ζήτησε τον Κακαμπό σ' όλες τις ταβέρνες, σ'
όλα τα καφενεία, σ' όλα τα πορνεία, και δεν τον βρήκε πουθενά.
Έστελνε κάθε μέρα να ψάχνουν όλα τα καράβια κι' όλες τις βάρκες·
καμιά είδηση από τον Κακαμπό!
— Πώς! έλεγε στο Μαρτίνο, είχα τον καιρό να περάσω από το Σουρινάμ
στο Μπορντώ, να πάω από το Μπορντώ στο Παρίσι, από το Παρίσι στη
Διέππη, από τη Διέππη στο Πόρτσμουθ, να παραπλεύσω την Πορτογαλία
και την Ισπανία, να διασχίσω όλη τη Μεσόγειο, να μείνω μερικούς
μήνες στη Βενετία, κ' η ωραία Κυνεγόνδη δεν ήρθε ακόμα!
Συνάντησα, αντίς αυτήν, μιαν τιποτένια, κι' έναν περιγουρδίνο αββά!
Η Κυνεγόνδη πέθανε χωρίς άλλο! Δε μου μένει παρά να πεθάνω. Αχ πόσο
θάτανε καλύτερα νάμενα στον παράδεισο του Ελδοράδο παρά να γυρίσω σ'
αυτήν την καταραμένη Ευρώπη. Πόσο έχετε δίκιο, καλέ μου Μαρτίνε! Όλα
είναι πλάνη και συφορά!
Τον έπιασε μαύρη μελαγχολία και δεν έλαβε μέρος στην όπερα alla moda
ούτε στις άλλες διασκεδάσεις του καρναβαλιού· ούτε μια γυναίκα δεν
τούδωσε τον παραμικρότερο πειρασμό. Ο Μαρτίνος του είπε:
— Είστε πολύ απλοϊκός, αλήθεια, να φαντάζεστε πως ένας υπηρέτης
μιγάς, πόχει πέντε ως έξι εκατομμύρια στις τσέπες του, θα πάη να
ζητήση την ερωμένην σας στην άκρη του κόσμου, για να σας τήνε φέρη
στη Βενετία. Θα την πάρη για τον εαυτό του, αν την εύρη: αν δεν την
εύρη, θα πάρη μιαν άλλη: σας συμβουλεύω να ξεχάστε τον υπηρέτη σας
τον Κακαμπό και την ερωμένη σας την Κυνεγόνδη.
Αλλά τα λόγια αυτά δεν παρηγορήσανε τον Αγαθούλη. Η μελαγχολία του
μεγάλωσε κι' ο Μαρτίνος δεν έπαυε να του αποδείχνη, πως υπήρχε πολύ
λίγη αρετή και πολύ λίγη ευτυχία πάνω στη γη, εξόν από το Ελδοράδο,
όπου όμως κανείς δε μπορούσε να πάη.
Ενώ συζητούσανε γι' αυτό το σπουδαίο θέμα, περιμένοντας πάντα την
Κυνεγόνδη, ο Αγαθούλης παρατήρησε ένα νεαρό θεατίνο (5) στην πλατεία
του Αγίου Μάρκου, που κρατούσε στο μπράτσο του μια κοπέλλα. Ο
θεατίνος φαινότανε πολύ δροσερός, παχουλός, δυνατός. Τα μάτια του
λάμπανε, το ύφος του ήτανε όλο πεποίθηση, το ανάστημά του ψηλό, το
βάδισμά του περήφανο. Η κοπέλλα ήτανε πολύ όμορφη και τραγουδούσε·
κύτταζεν ερωτικά το θεατίνο της και από καιρό σε καιρό του τσιμπούσε
τα παχυά του μάγουλα.
— Θα παραδεχτήτε, τουλάχιστο, είπε ο Αγαθούλης στο Μαρτίνο, πως
αυτοί εδώ οι άνθρωποι είναι ευτυχισμένοι. Έως τώρα σ' όλη την
οικουμένη βρήκα, εξόν από το Ελδοράδο, μονάχα δυστυχισμένους, μα γι'
αυτή την κοπέλα και για τούτο τον θεατίνο στοιχηματίζω, πως είναι
πολύ ευτυχισμένα πλάσματα.
— Στοιχηματίζω, πως όχι! είπε ο Μαρτίνος.
— Παρακάλεσέ τους, αν θέλης, είπε ο Αγαθούλης, να δειπνήσουνε μαζί
μας και θα ιδής, αν γελιέμαι.
Ευθύς τους πλησιάζει, τους χαιρετά και τους προσκαλεί νάρθουνε στο
ξενοδοχείο του να φάνε μακαρόγια, πέρδικες της Λομβαρδίας, χαβιάρι
μαύρο, και να πιούνε κρασί του Μοντεπουλστιάνο, δάκρυα του Χριστού,
κυπριώτικο και σαμιώτικο.
Η δεσποινίς κοκκίνησε, ο θεατίνος δέχτηκε κ' εκείνη τον ακολούθησε
κοιτάζοντας τον Αγαθούλη μ' έκπληξη και ταραχή, ενώ δάκρυα θαμπώνανε
τα μάτια της. Μόλις μπήκε στο δωμάτιο του Αγαθούλη, τούπε:
— Πώς λοιπόν, κύριε Αγαθούλη, δεν αναγνωρίζετε πια την Πακέττα;
Σ' αυτά τα λόγια ο Αγαθούλης, που δεν την είχε έως τώρα προσέξει,
απάντησε:
— Αλίμονο, δυστυχισμένο μου παιδί, σεις λοιπόν εφέρατε τον δόχτορα
Παγγλώσση στα όμορφα χάλια, που τον είδα;
— Αλίμονο, κύριε, είμ' εγώ, είπε η Πακέττα. Βλέπω, πως τάχετε
πληροφορηθή όλα. Έμαθα όλα τα τρομερά δυστυχήματα, που πέσανε σ' το
σπίτι της κυρίας Βαρωνέσσας και στη δεσποινίδα Κυνεγόνδη. Σας
ορκίζομαι, πως η μοίρα μου δεν υπήρξε λιγώτερο θλιβερή. Ήμουνε πολύ
αθώα, όταν με γνωρίσατε. Ένας κορδελιέρος, που ήτανε ο εξομολογητής
μου, με πλάνεψε. Οι συνέπειες υπήρξανε φριχτές· βρέθηκα στην ανάγκη
να φύγω από τον πύργο λίγο αργότερα από τότε, που ο κύριος βαρώνος
σας είχε διώξει με δυνατές κλωτσιές στον πισινό. Αν ένας περίφημος
γιατρός δε με λυπότανε, θα πέθαινα. Έκανα λίγον καιρό, από
ευγνωμοσύνη, μαιτρέσσα αυτού του γιατρού. Η γυναίκα του, που λύσσαε
από ζήλεια, μ' έδερνε κάθε μέρα ανελέητα· ήτανε μανιακή. Αυτός ο
γιατρός ήτανε ο πιο άσχημος απ' όλους τους άντρες κ' εγώ η πιο
δυστυχισμένη απ' όλα τα πλάσματα, αφού έτρωγα ξύλο για έναν άντρα,
που δεν τον αγαπούσα. Ξέρετε, κύριε, πόσο είναι επικίνδυνο, για μια
ζηλιάρα νάναι γυναίκα γιατρού. Αυτός, μην υποφέροντας τις γκρίνιες
της, της έδωσε μια μέρα, για να τη γιατρέψη από κάποιο μικρό συνάχι,
ένα γιατρικό τόσο αποτελεσματικό, που πέθανε σε δυο ώρες με φριχτούς
σπασμούς. Οι γονείς της κυρίας καταγγείλανε το γιατρό για φόνο κ'
εκείνος τόσκασε κρυφά, μα βάλανε μένα στη φυλακή. Η αθωότητά μου δε
θα μ' έσωζε, αν δεν ήμουνα λιγάκι όμορφη. Ο δικαστής μ' απάλλαξε με
τον όρο να διαδεχτή το γιατρό. Σε λίγο με υποσκέλισε μια άλλη, με
διώξανε χωρίς να με πλερώσουνε κι' αναγκάστηκα να εξακολουθήσω αυτό
το απαίσιο επάγγελμα, που σας αρέσει τόσο εσάς των αντρών και που
είναι για μας άβυσσο αθλιότητας. Ήρθα να εξασκήσω την εργασία μου
στη Βενετία. Αχ! κύριε, δε μπορείτε να φανταστήτε, τι θα πη νάσαστε
υποχρεωμένη να χαηδεύετε με την ίδια αδιαφορία ένα γέρο έμπορο, ένα
δικηγόρο, έναν καλόγερο, ένα γονδολιέρο, έναν αββά· νάσαστε εκθεμένη
σ' όλους τους εξευτελισμούς, σ' όλους τους διασυρμούς· να καταντάτε
συχνά στο σημείο να δανείζεστε ένα πουκάμισο για να πηγαίνετε να σας
το σηκώνη ένας άντρας συχαμερός: να σας κλέβη ο ένας, ό,τι κερδίσατε
από τον άλλο· να σας φορολογούν οι αστυνόμοι και να σας περιμένουνε
στο βάθος του μέλλοντός σας φριχτά γηρατειά, ένα νοσοκομείο και μια
κοπριά, ε! τότε θα συμπεράνετε, πως είμαι ένα από τα πιο
δυστυχισμένα πλάσματα του κόσμου.
Έτσι η Πακέττα άνοιγε την καρδιά της στον καλόν Αγαθούλη, μέσα σ'
ένα δωμάτιο, μπροστά στο Μαρτίνο, ο οποίος έλεγε στον Αγαθούλη.
— Βλέπετε, πως έχω κερδίσει έως τώρα το μισό στοίχημα.
Ο αδελφός Γαρουφάλης είχε μείνει στην τραπεζαρία κ' έπινε από λίγο-
λίγο προσμένοντας το δείπνο.
— Αλλά, είπε ο Αγαθούλης στην Πακέττα, είχατε το ύφος τόσο εύθυμο,
τόσο ευχαριστημένο, όταν σας συνάντησα, τραγουδούσατε, χαηδεύατε το
θεατίνο με μια χάρη ολότελα φυσική· μου φανήκατε τόσο ευτυχισμένη,
όσο τώρα λέτε, πως είσαστε δυστυχισμένη.
— Αχ! κύριε, απάντησε η Πακκέττα, κι' αυτό ακόμα είναι μια από της
αθλιότητες του επαγγέλματος. Χτες μ' έκλεψε και μ' έδειρε ένας
αξιωματικός και πρέπει σήμερα να φαίνομαι, πως έχω κέφι, για ν'
αρέσω σ' έναν καλόγερο.
Ο Αγαθούλης δε ζήτησε περισσότερα· ωμολόγησε, πως ο Μαρτίνος είχε
δίκιο. Καθήσανε στο τραπέζι με την Πακέττα και το θεατίνο· το δείπνο
στάθηκε πολύ ευχάριστο και στο τέλος μιλήσανε με κάμποση
εμπιστοσύνη.
— Πατέρα μου, είπε ο Αγαθούλης στον καλόγερο, μου φαίνεστε, πως η
μοίρα σας έχει ευνοήσει σε βαθμό, που όλοι να σας ζηλεύουνε· Το
άνθος της υγείας λάμπει στο πρόσωπό σας, η φυσιογνωμία σας δείχνει
την ευδαιμονία· έχετε μια πολύ ωραία κοπέλλα για να σας διασκεδάζη,
και μοιάζετε πολύ ευχαριστημένος, που είσαστε θεατίνος.
— Μα την πίστη μου, είπε ο αδελφός Γαρουφάλης θα πεθυμούσα όλ' οι
θεατίνοι να πνιγούνε στο βάθος της θάλασσας. Εκατό φορές μου ήρθε ο
πειρασμός να βάλω φωτιά στο μοναστήρι και να πάω να γίνω τούρκος. Οι
γονείς μου με αναγκάσανε στην ηλικία των δεκαπέντε μου χρόνων, να
ζωστώ αυτό το απαίσιο ράσο, για ν' αφήσουνε περισσότερη περιουσία σ'
έναν καταραμένο μεγαλύτερο αδερφό μου, που άμποτες ο Θεός να τον
πνίξη!
Η ζήλεια, η διχόνοια, η λύσσα, κατοικούνε στα μοναστήρια. Είναι
αλήθεια, πως έβγαλα μερικούς κακούς λόγους, από τους οποίους κέρδισα
λίγα χρήματα, αλλ' ο ηγούμενος μούκλεψε τα μισά· τα υπόλοιπα τα
διαθέτω να διατηρώ γυναίκες· αλλ' όταν επιστρέφω το βράδυ στο
μοναστήρι, είμ' έτοιμος να σπάσω το κεφάλι μου στους τοίχους του
κοιτώνα· κι' όλοι οι συνάδερφοι μου έχουνε την ίδια επιθυμία.
Ο Μαρτίνος γυρίζοντας προς τον Αγαθούλη με τη συνειθισμένη του
ψυχραιμία:
— Ε! λοιπόν του λέγει, κέρδισα όλο το στοίχημα!
Ο Αγαθούλης έδωσε δυο χιλιάδες πιάστρα στην Πακέττα και χίλια στον
αδερφό Γαρουφάλη.
— Σας απαντώ, είπε, πως μ' αυτά τα χρήματα τους έκανα ευτυχείς.
— Δεν το πιστεύω καθόλου, είπε ο Μαρτίνος· θα τους κάνετε μ' αυτά
τα χρήματα πολύ πιο δυστυχείς.
— Ας γίνη ό,τι θέλη· αλλ' ένα πράγμα με παρηγορεί: βλέπω, πως
ξαναβρίσκει κανείς συχνά πρόσωπα που δεν έλπιζε ποτές να τα
συναντήση. Είναι πολύ πιθανό, αφού ξαναβρήκα το κόκκινό μου πρόβατο
και την Πακέττα, να ξανασυναντήσω επίσης την Κυνεγόνδη.
— Εύχομαι, είπε ο Μαρτίνος, να σας δώση μιαν ημέρα την ευτυχία·
αλλά γι' αυτό αμφιβάλλω πολύ.
— Είστε πολύ σκληρός, είπε ο Αγαθούλης.
— Γιατί έχω ζήσει πολύ, είπε ο Μαρτίνος.
— Αλλά παρατηρήστε αυτούς τους γονδολιέρους, είπε ο Αγαθούλης·
τραγουδούν ακατάπαυτα.
— Να τους ιδήτε σπίτι τους με τις γυναίκες τους και τα κουτσούβελά
τους, είπε ο Μαρτίνος. Ο δόγης έχει τις πίκρες του, οι γονδολιέροι
τις δικές τους. Είναι αλήθεια, πως γενικά η τύχη ενός γονδολιέρου
είναι προτιμότερη από του δόγη· αλλά βλέπω τη διαφορά τόσο ασήμαντη,
ώστε δεν αξίζει τον κόπο να σημειωθή.
— Μιλούνε, είπε ο Αγαθούλης, για κάποιον συγκλητικό Ποκοκουράντη,
που κατοικεί σ' αυτό το ωραίο παλάτι στη Μπρέντα και που δέχεται
αρκετά φιλόφρονα τους ξένους. Ισχυρίζονται πως είναι ένας άνθρωπος,
που δε γνώρισε ποτέ πίκρες.
— Θάθελα να ιδώ ένα τόσο σπάνιο ον, είπε ο Μαρτίνος.
Ο Αγαθούλης αμέσως έστειλε να ζητήση την άδεια από τον εξοχώτατο
Ποκοκουράντη να πάη την επομένη να τον επισκεφθή.