&Ο Αγαθούλης κι' ο Μαρτίνος τραβάνε για τις αχτές της Αγγλίας. Τι
βλέπουν εκεί.&
— Αχ! Παγγλώσση! Παγγλώσση! Αχ! Μαρτίνιε, Μαρτίνε! Αχ! αγαπημένη
μου Κυνεγόνδη! Τι είναι αυτός ο κόσμος; λέγει ο Αγαθούλης απάνου στο
ολλανδικό καράβι.
— Κάτι τρελό κι' απαίσιο, απαντούσε ο Μαρτίνος.
— Γνωρίζετε την Αγγλία; Είναι κ' εκεί έτσι τρελοί, όπως στη Γαλλία;
— Άλλου είδους τρελοί, είπε ο Μαρτίνος. Ξέρετε, πως αυτά τα δύο
έθνη βρίσκονται σε πόλεμο για λίγα στρέμματα χιόνια προς το μέρος
του Καναδά, και πως ξοδεύουνε γι' αυτό τον πόλεμο πολύ περισσότερα
απ' όσο κοστίζει ολόκληρος ο Καναδάς; Το να σας πω ακριβώς σε ποιόν
τόπο υπάρχουνε περισσότεροι για δέσιμο, η ασθενής μου μόρφωση δε μου
το επιτρέπει· ξέρω μονάχα, πως γενικά οι άνθρωποι, που θα ιδούμε,
είναι υπερβολικά χολερικοί.
Μιλώντας έτσι ζυγώσανε στο Πόρτσμουθ· πλήθος κόσμου είχε γεμίσει την
παραλία και παρατηρούσε με προσοχή έναν άνθρωπο πολύ χοντρό
γονατισμένο, με τα μάτια δεμένα, πάνω στη γέφυρα ενός πλοίου του
στόλου· τέσσερις στρατιώτες, τοποθετημένοι απέναντί του, του
τραβήξανε καθένας τρεις σφαίρες στο κρανίο, με τον πιο γαλήνιο τρόπο
του κόσμου· κι' όλος ο συναθροισμένος λαός γύρισε σπίτι του
ικανοποιημένος.
— Τι ναι λοιπόν όλ' αυτά; φώναξε ο Αγαθούλης· και ποιος δαίμονας
εξουσιάζει παντού;
Ρώτησε ποιος ήτανε αυτός ο χοντρός άνθρωπος, που τον σκοτώσανε με
τόση πομπή.
— Είν' ένας ναύαρχος, του απαντήσανε.
— Και γιατί τον σκοτώσανε αυτόν το ναύαρχο;
— Γιατί δε σκότωσε πολύν κόσμο εναυμάχησε μ' ένα Γάλλο ναύαρχο κι'
αποδείχθηκε, πως δεν τον επλησίασε αρκετά.
— Αλλά, είπε ο Αγαθούλης, ο γάλλος ναύαρχος ήτανε τόσο μακρυά από
τον άγγλο, όσο τούτος από τον άλλον!
— Αυτό είναι αναμφισβήτητο, του αποκριθήκανε· μα σ' αυτόν τον τόπο
θεωρείται καλό, από καιρό σε καιρό να σκοτώνουν ένα ναύαρχο για να
κάνουνε γενναίους τους άλλους.
Ο Αγαθούλης τόσο ταράχθηκε και τόσο αγανάχτησε απ' ό,τι έβλεπε, ώστε
δε θέλησε ούτε να πατήση το πόδι του στη στεριά και συμφώνησε με τον
ολλανδό πλοίαρχο (κι' ας τον έκλεβε κι' αυτός σαν τον άλλον του
Σουρινάμ), για να τον φέρη χωρίς αναβολή στη Βενετία.
Ο πλοίαρχος ετοιμάστηκε σε δυο μέρες· περάσανε πλάι από τις ακτές
της Γαλλίας· περάσαν αντίκρα από τη Λισσαβώνα κι' ο Αγαθούλης
ανατρίχιασε. Μπήκανε στα στενά του Γιβραλτάρ και στη Μεσόγειο, και
τέλος φτάσανε στη Βενετία.
— Ευλογητός ο Θεός! είπε ο Αγαθούλης, αγκαλιάζοντας το Μαρτίνο. Εδώ
θα ξαναϊδώ την ωραία Κυνεγόνδη. Έχω πεποίθηση στον Κακαμπό, και στον
εαυτό μου. Όλα είναι καλά, όλα πάνε καλά, όλα πάνε όσο το δυνατό
καλύτερα!