ΚΕΦΑΛΑΙΟ XX.

&Τι τους συνέβη στο ταξίδι του Αγαθούλη και του Μαρτίνου.&

Ο γέρο-σοφός, που ονομαζότανε Μαρτίνος, επιβιβάσθηκε τέλος με τον

Αγαθούλη για το Μπορντώ. Κι' ο ένας κι' ο άλλος είχανε πολλά ιδεί

και πολλά πάθει. Κι' όταν το καράβι θάνοιγε πανιά από το Σουρινάμ

για την Ιαπωνία περνώντας από το ακρωτήριο της Καλής-Ελπίδας,θάχανε

καιρό να συζητήσουνε σε όλο τους το ταξίδι για το φυσικό και ηθικό

κακό.

Ωστόσο ο Αγαθούλης υπερτερούσε κάπως τον Μαρτίνο, στο ότι έλπιζε

πάντα να ξαναϊδή τη δεσποινίδα Κυνεγόνδη, ενώ ο Μαρτίνος δεν έλπιζε

τίποτα: επί πλέον είχε χρυσάφι και διαμάντια· και μολονότι είχε

χάσει εκατό μεγάλα πρόβατα κόκκινα, φορτωμένα από τους πιο μεγάλους

θησαυρούς της γης, μολονότι είχε πάντα στην καρδιά του την ατιμία

του ολλανδού πλοιάρχου, ωστόσο, σαν συλλογιζόταν αυτά, που του

μείνανε στις τσέπες, και σαν μιλούσε για την Κυνεγόνδη, μάλιστα στο

τέλος του φαγητού, έκλινε τότε προς το σύστημα του Παγγλώσση.

— Μα σεις, κύριε Μαρτίνε, είπε στο σοφό· τι σκέπτεστε για όλ' αυτά;

Ποια είναι η ιδέα σας για το ηθικό κακό και για το φυσικό κακό;

— Κύριε, απάντησε ο Μαρτίνος, οι παπάδες μου με κατηγόρησαν ως

σοσινιανό· αλλ' η πραγματική αλήθεια είναι, πως είμαι μανιχαίος.

— Με κοροϊδεύετε, είπε ο Αγαθούλης· δεν υπάρχουνε πια μανιχαίοι

στον κόσμο.

— Είμ' εγώ! είπεν ο Μαρτίνος· σωστά στραβά, δε μπορώ να σκεφτώ

αλλιώτικα.

— Πρέπει νάχετε το διάβολο μέσα σας, είπε ο Αγαθούλης.

Ανακατεύεται τόσο πολύ στα πράγματα του κόσμου τούτου, είπε ο

Μαρτίνος, που μπορεί πολύ καλά νάναι μέσα μου, όπως και παντού

αλλού· αλλά σας ομολογώ, πως ρίχνοντας το βλέμμα μου απάνου σ' αυτή

τη σφαίρα ή καλύτερα τη σφαιρίτσα, σκέπτομαι, πως ο Θεός την

εγκατάλειψε όλην σε κάποιο πνεύμα κακοποιό, εξόν από το Ελδοράδο.

Δεν έχω διόλου ιδωμένα πολιτεία, που να μη θέλη την καταστροφή της

γειτονικής πολιτείας, ούτε οικογένεια που να μη θέλη το ξεπάτωμα

άλλης οικογένειας. Παντού οι αδύνατοι μισούνε τους δυνατούς, που

μπροστά τους σέρνονται κι' οι δυνατοί τους μεταχειρίζονται σαν

κοπάδια και πουλούνε το μαλλί τους και το κρέας τους. Ένα

εκατομμύριο δολοφόνοι καταταγμένοι σε συντάγματα, τρέχοντας από τη

μια στην άλλη άκρα της Ευρώπης, σκοτώνουνε και ληστεύουνε με

πειθαρχία για να κερδίσουνε το ψωμί τους, γιατί δεν υπάρχει

επάγγελμα εντιμότερο απ' αυτό. Και στις πολιτείες που φαίνονται πως

χαίρονται την ειρήνη κι' όπου οι τέχνες ανθούνε, οι άνθρωποι

κατατρώγονται από περισσότερες επιθυμίες, φροντίδες κι' ανησυχίες,

απ' όσα δοκιμάζει δεινά μια πολιορκημένη πολιτεία. Οι μυστικές λύπες

είναι πολύ δριμύτερες από τα δημόσια δεινά. Μ' ένα λόγο, έχω τόσα

ιδεί και τόσα υποφέρει, ώστε είμαι μανιχαίος.

— Υπάρχουν ωστόσο και καλά, απαντούσε ο Αγαθούλης.

— Ίσως, έλεγε ο Μαρτίνος, αλλά δεν το γνωρίζω.

Κει που συζητούσαν, ακούσανε μια κανονιά. Ο κρότος διπλασιάζεται από

μια στιγμή σε άλλη. Παίρνουν καθένας τα κιάλια του. Διακρίνουνε δυο

καράβια που πολεμούσανε σε απόσταση περίπου τριών μιλλιών· ο άνεμος

έφερε και τόνα και τάλλο τόσο κοντά στο γαλλικό καράβι, που λάβανε

την ευχαρίστηση να βλέπουνε τη μάχη με τέλειαν άνεση. Τέλος τόνα από

τα δυο καράβια έρριξε στο άλλο μια ομοβροντία τόσο χαμηλά και τόσο

πετυχημένη που το βύθισε ολότελα. Ο Αγαθούλης κι' ο Μαρτίνος

διακρίνανε πολύ καθαρά καμμιά εκατοστή ανθρώπους πάνω στη γέφυρα του

πλοίου που βυθιζότανε. Σηκώναν όλοι τους τα χέρια στον ουρανό και

ξεφωνίζανε με φρίκη. Σε μια στιγμή όλα καταπιοθήκανε!

— Καλά! είπε ο Μαρτίνος, να πώς οι άνθρωποι φέρνονται αναμεταξύ

τους.

— Είναι αλήθεια, είπε ο Αγαθούλης, πως υπάρχει κάτι διαβολικό σ'

αυτή την υπόθεση.

Ενώ μιλούσε, παρατήρησε κάτι λαμπερό κόκκινο, που κολυμπούσε κοντά

στο καράβι τους. Κατεβάσανε τη βάρκα να ιδούνε τι ήτανε· ήταν ένα

από τα πρόβατά του, που είχε χάσει άλλα εκατό τέτοια, φορτωμένα

χοντρά διαμάντια του Ελδοράδο.

Ο Γάλλος καπετάνιος παρατήρησε σε λίγο, πως ο καπετάνιος του

καραβιού που νίκησε ήταν ισπανός και του βυθισμένου ήταν ένας

ολλανδός πειρατής. Ήταν ο ίδιος που έκλεψε τον Αγαθούλη. Τ' άπειρα

πλούτη, που αυτός ο κακούργος είχε αρπάξει, θαφτήκανε μέσα στη

θάλασσα μαζί με τον ίδιο και δε σώθηκε παρά ένα πρόβατο.

— Βλέπετε, είπε ο Αγαθούλης στο Μαρτίνο, ότι το έγκλημα καμμιά φορά

τιμωριέται· αυτός ο κατεργάρης ο πλοίαρχος έλαβε την τύχη, που του

άξιζε.

— Μάλιστα, είπε ο Μαρτίνος, αλλ' είναι σωστά νάχουνε χαθή μαζί του

κι' οι ταξειδιώτες, που ήσαν στο καράβι του; Ο Θεός τιμώρησε τον

απατεώνα, ο διάβολος έπνιξε τους άλλους.

Ωστόσο το γαλλικό κι' ισπανικό καράβι εξακολουθήσανε το δρόμο τους

κι' ο Αγαθούλης εξακολούθησε τις συζητήσεις του με το Μαρτίνο.

Συζητήσανε δεκαπέντε μέρες συνεχώς κ' είχανε προχωρήσει τόσο στο

θέμα, όσο και την πρώτη μέρα. Μα επί τέλους μιλούσαν, έλεγαν τις

ιδέες τους, παρηγοριόντανε. Ο Αγαθούλης χάηδευε το πρόβατό του:

Αφού σε ξαναβρήκα, έλεγε, ελπίζω να ξαναβρώ και την Κυνεγόνδη.

Ο Αγαθούλης · 第 19 / 28 题