&Τι τους συνέβη στη Σουρινάμ και πώς ο Αγαθούλης γνώρισε το Μαρτίνο&
Η πρώτη μέρα των δύο ταξιδιωτών μας υπήρξε πολύ ευχάριστη. Είχανε
πολύ θάρρος με την ιδέα πως ήσαν οι κάτοχοι περισσότερων θησαυρών
απ' όσους η Ασία, η Ευρώπη και η Αφρική μπορούσανε να μάσουνε. Ο
Αγαθούλης ενθουσιασμένος έγραφε τ' όνομα της Κυνεγόνδης απάνου στα
δένδρα. Τη δεύτερη μέρα δυο από τα πρόβατά τους βουλιάξανε μέσα στα
έλη και χαθήκανε μαζί με τα φορτώματά τους. Δυο άλλα πρόβατα
ψοφήσανε απ' την κούραση λίγες μέρες αργότερα· εφτά ή οχτώ ψοφήσανε
κατόπι από την πείνα σε μια έρημο· άλλα πέσανε σε λίγες μέρες μέσα
σε γκρεμούς. Τέλος μετά εκατό μερών πορεία τους μείνανε μονάχα δυο
πρόβατα. Ο Αγαθούλης είπε στον Κακαμπό:
— Φίλε μου, βλέπεις πόσο τα πλούτη αυτού του κόσμου είναι φθαρτά·
δεν υπάρχει τίποτε σταθερό έξω από την αρετή κι' από την ευτυχία του
να ξαναϊδούμε την δεσποινίδα Κυνεγόνδη.
— Τ' ομολογώ, είπε ο Κακαμπός· αλλά μας μένουνε ακόμα δυο πρόβατα
με περισσότερους θησαυρούς απ' όσους θα μπορούσε ν' αποχτήση ποτές ο
βασιλιάς της Ισπανίας και διακρίνω πολύ μακρυά μια πολιτεία και
θαρρώ, πως είναι η Σουρινάμ, που ανήκει στους Ολλανδούς. Είμαστε στο
τέλος των ταλαιπωριών μας και στην αρχή της ευτυχίας μας.
Ζυγώνοντας στην πολιτεία, απαντήσανε ένα νέγρο ξαπλωμένο στο χώμα,
που φορούσε μονάχα μισό φόρεμα δηλ. μισό πανταλόνι από γαλάζιο πανί.
Του λείπανε η αριστερή γάμπα και το δεξί χέρι.
— Ε! Θεέ μου, του είπε ο Αγαθούλης ολλαντέζικα, τι κάνεις εδώ φίλε
μου σε τέτοια φριχτή κατάσταση;
— Περιμένω τον αφέντη μου, απάντησε ο νέγρος, τον κύριο
Βάντερντέντουρ, τον περίφημο μεγαλέμπορο.
— Μήπως ο κύριος Βάντερντέντουρ σ' έκανε σ' αυτά τα χάλια;
— Μάλιστα, κύριε, απάντησε ο νέγρος. Αυτή είναι η συνήθεια· μας
δίνουν ένα πανένιο βρακί για φορεσιά δυο φορές το χρόνο. Όταν
δουλεύουμε στα ζαχαροποιεία κι' ο τροχός μας αρπάξη το δάχτυλο μας
κόβουνε το χέρι· όταν αποπειραθούμε να φύγουμε, μας κόβουνε το πόδι·
μου τύχανε κ' οι δυο αυτές περίπτωσες. Αυτά κοστίζει η ζάχαρη, που
τρώτε στην Ευρώπη. Ωστόσο, όταν η μητέρα μου με πούλησε για δυο
σκούδα παταγωνικά στις αχτές της Γουινέας, μούλεγε: « Αγαπητό μου
παιδί, ευλόγα τα φετίς, λάτρευέ τα πάντα και θα σε κάνουνε να ζήσης
ευτυχής· έχεις την τιμή νάσαι σκλάβος των αφεντάδων μας των λευκών
και κάμνεις έτσι πλούσιους τον πατέρα σου και τη μητέρα σου».
Αλίμονο! δεν ξέρω, αν τους έκανα πλούσιους, όμως αυτοί δε με κάνανε
εμένα! Οι σκύλλοι, οι μαϊμούδες κι οι παπαγάλοι είναι χίλιες φορές
λιγώτερο δυστυχισμένοι από μας· τα ολλαντικά φετίς τα οποία μ'
έχουνε προσηλυτίσει, μου λένε κάθε Κυριακή, πως είμαστε όλοι παιδιά
του Αδάμ, λευκοί και μαύροι. Δεν είμαι γεννεαλόγος· αλλ' [αν] αυτοί οι
ιεροκήρυκες λένε την αλήθεια, θα παραδεχθήτε, πως δεν είναι δυνατό
να μεταχειρισθή κανείς με φριχτότερο τρόπο τους συγγενείς του.
— Ω! Παγγλώσση, φώναξε ο Αγαθούλης, δεν είχες φαντασθή τέτοια
βδελυγμία· θ' αρνηθώ κάθε αισιοδοξία!
— Τι ' ναι η αισιοδοξία; ρωτούσε ο Κακαμπός.
— Αλίμονο! είπε ο Αγαθούλης, είναι η λύσσα να υποστηρίζης, πως όλα
είναι καλά, όταν είναι κακά! Κ' έχυνε άφθονα δάκρυα κοιτάζοντας το
νέγρο· και κλαίοντας μπήκανε στη Σουρινάμ.
Το πρώτο πράμα που ρώτησαν ήτανε αν υπάρχη στο λιμάνι κανένα καΐκι
που μπορεί να τους πάη στο Βουένος—Άυρες. Αυτός, στον οποίο
απευθυνθήκανε, ήτανε ένας Ισπανός πλοίαρχος που προσεφέρθηκε να τους
υπηρετήση τίμια. Τους έδωσε ραντεβού σε μια ταβέρνα. Ο Αγαθούλης κι'
ο Κακαμπός πήγανε και τον περιμένανε με τα δυο τους πρόβατα.
Ο Αγαθούλης, πούχε την καρδιά στα χείλια, διηγήθηκε στον Ισπανό όλες
του τις περιπέτειες και του ωμολόγησε, πως ήθελε ν' απαγάγη την
δεσποινίδα Κυνεγόνδη.
— Αδυνατώ να σας πάω στο Βουένος Άυρες, είπε ο πλοίαρχος: θα με
κρεμάσουνε, καθώς και σας. Η ωραία Κυνεγόνδη είναι η ευνοούμενη
μαιτρέσσα του Κυβερνήτη.
Η πληροφορία αυτή τούρθε του Αγαθούλη σαν κεραυνός· έκλαψε πολύ.
Τέλος τράβηξε ιδιαιτέρως τον Κακαμπό.
— Ιδού αγαπητέ μου φίλε, του είπε, τι πρέπει να κάνεις. Έχουμε
καθένας στις τσέπες μας πέντε έως έξι εκατομμυρίων διαμάντια· είσαι
πιο επιτήδειος από μένα· πήγαινε να πάρης τη δεσποινίδα Κυνεγόνδη
στο Βουένος Άυρες. Αν ο Κυβερνήτης παρουσιάση δυσκολίες, δόστου ένα
εκατομμύριο: αν δεν υποχωρή, δόστου δυο· συ δε σκότωσες κανένα
ιεροξεταστή, δε θα σε υποψιαστούν· θα ναυλώσω άλλο πλοίο και θα πάω
να σε περιμένω στη Βενετία: είνε τόπος ελεύθερος, όπου δεν έχει
κανείς να φοβηθή ούτε Βουλγάρους, ούτε Αβάρους, ούτε Εβραίους, ούτε
Ιεροξεταστές.
Ο Κακαμπός χειροκρότησε αυτή τη σοφή λύση. Ήτανε απελπισμένος, αν θα
χωριζότανε από έναν καλόν αφέντη που τούχε γίνει φίλος εγκάρδιος.
Αλλ' η χαρά να του φανή χρήσιμος νίκησε τη λύπη που θα τον άφηνε.
Φιληθήκανε κλαίοντας: ο Αγαθούλης του σύστησε να μην ξεχάση την
αγαθή γριά: Ο Κακαμπός έφυγε την ίδια μέρα: ήτανε πολύ καλή καρδιά
αυτός ο Κακαμπός.
Ο Αγαθούλης έμεινε ακόμα λίγον καιρό στο Σουρινάμ και περίμενε όσο
νάβρη κανέναν άλλον πλοίαρχο να τον πάη στην Ιταλία, αυτόν και τα
δυο πρόβατα, που του είχαν απομείνει. Πήρε υπηρέτες κι' αγόρασε ό,τι
του χρησίμευε για ένα τόσο μακρύ ταξείδι. Τέλος ο κύριος
Βάντερντέντουρ, αφέντης ενός μεγάλου καραβιού, παρουσιάζεται σ'
αυτόν.
— Πόσα θέλετε, τόνε ρώτησε ο Αγαθούλης, για να με πάτε κατ' ευθείαν
στη Βενετία, εμένα, τους ανθρώπους μου, τις αποσκευές μου κι' αυτά
τα δυο πρόβατα;
Ο πλοίαρχος ζήτησε δέκα χιλιάδες πιάστρα· ο Αγαθούλης δεν αντέτεινε.
— Ω! ω! είπε μέσα του ο πονηρός Βάντερντέντουρ, αυτός ο ξένος δίνει
μονομιάς δέκα χιλιάδες πιάστρα! Πρέπει νάναι πολύ πλούσιος.
Ύστερα, χαλώντας την συμφωνία μετά ένα λεπτό, δήλωσε, πως δε μπορεί
να ταξιδέψη μ' ολιγώτερα από είκοσι χιλιάδες.
— Ε! καλά, θα τα λάβης, είπε ο Αγαθούλης.
— Ουά! είπε χαμηλόφωνα ο έμπορος, αυτός ο άνθρωπος δίνει είκοσι
χιλιάδες πιάστρα με την ίδια ευκολία, που έδωσε δέκα.
Τάστριψε πάλι και τούπε, πως δε μπορούσε να τον πάη στη Βενετία μ'
ολιγώτερα από τριάντα χιλιάδες πιάστρα.
— Θα λάβης λοιπόν τριάντα, απάντησε ο Αγαθούλης.
— Ω ω! είπε πάλι μέσα του ο Ολλανδός έμπορος, τριάντα χιλιάδες
πιάστρα δεν κοστίζουν τίποτε σ' αυτό τον άνθρωπο! χωρίς αμφιβολία τα
δυο πρόβατα είναι φορτωμένα άπειρους θησαυρούς. Ας μην επιμείνω
περισσότερο: ας πληρωθούμε πρώτα τις τριάντα χιλιάδες πιάστρα κι'
έπειτα βλέπουμε.
Ο Αγαθούλης πούλησε δυο μικρά διαμάντια, που το μικρότερό τους άξιζε
περισσότερο απ' όλα τα χρήματα, που ζητούσε ο πλοίαρχος. Τον
προπλήρωσε, τα δυο πρόβατα μπαρκαριστήκανε πρώτα. Ο Αγαθούλης
ακολουθούσε μέσα σε μια μικρή βάρκα για να σμίξη το πλοίο στο
λιμάνι· ο πλοίαρχος προλαβαίνει, ανοίγει τα πανιά, ξεκινάει, ο αέρας
είναι πρίμος.
Ο Αγαθούλης απελπισμένος και κατάπληχτος τον χάνει σε λίγο από τα
μάτια του.
Αλίμονο! να μια κατεργαριά άξια του παλαιού Κόσμου.
Ξαναγύρισε στην παραλία συντριμμένος από τη λύπη: γιατί, επί τέλους,
έχασε περιουσία δέκα βασιλιάδων.
Πηγαίνει αμέσως στον Ολλανδό δικαστή· κι' όπως ήτανε λιγάκι
ταραγμένος, χτυπά απότομα την πόρτα· μπαίνει, εκθέτει το δυστύχημά
του, φωνάζει λιγάκι περισσότερο απ' ό,τι έπρεπε. Ο δικαστής πρώτα
τον βάζει να πληρώση δέκα χιλιάδες πιάστρα για το θόρυβο, που έκανε·
κατόπι τον άκουσε υπομονητικά, του υποσχέθηκε να εξετάση την υπόθεσή
του, μόλις ο έμπορος ξαναγυρίση, και τον έβαλε να πληρώση άλλες δέκα
χιλιάδες πιάστρα για έξοδα ακροάσεως.
Αυτός ο τρόπος έφερε σε τέλεια απελπισία τον Αγαθούλη. Είχε,
αλήθεια, δοκιμάσει δυστυχήματα χίλιες φορές μεγαλύτερα· αλλ' η
ψυχραιμία του δικαστή και του πλοιάρχου, που τον έκλεψε, ερέθισε τη
χολή του και τον βύθισε σε μαύρη μελαγχολία. Η κακία των ανθρώπων
παρουσιαζότανε στα μάτια του μ' όλη της την ασχημιά και τρεφόταν όλο
με θλιβερές σκέψεις. Τέλος, επειδή ένα γαλλικό καράβι ήταν έτοιμο να
φύγη για το Μπορντώ, αφού πια δεν είχε να μπαρκαρίση πρόβατα
φορτωμένα διαμάντια, νοίκιασε μια καμπίνα στη σωστή τιμή της και
κοινοποίησε, ενώ ακόμα ήτανε στην πόλη, πως θα πληρώση το ταξίδι,
την τροφή και δυο χιλιάδες πιάστρα σε όποιον τίμιο άνθρωπο θάθελε να
τον συνοδέψη στο ταξίδι, με τον όρο, πως αυτός ο άνθρωπος θάτανε ο
πιο απογοητευμένος από την κατάστασή του κι' ο πιο δυστυχισμένος της
επαρχίας.
Παρουσιαστήκανε πλήθος υποψήφιοι, που ολόκληρος στόλος δε θα
μπορούσε να τους χωρέση. Ο Αγαθούλης θέλοντας να διαλέξη μεταξύ τους
τον πιο ολοφάνερα δυστυχισμένο, ξεχώρισε καμιά εικοσαριά που
φαινόντανε πιο κοινωνικοί και που όλοι αξιούσανε να προτιμηθούνε.
Τους μάζεψε μέσα στην ταβέρνα του, τους έδωσε να φάνε με τον όρο,
πως καθένας τους θα ορκιζότανε να διηγηθή την ιστορία του δίνοντας
την υπόσχεση, πως θα διαλέξη τον πιο αξιολύπητο, τον πιο
δικαιολογημένα δυσαρεστημένο από την κατάστασή του και πως θάδινε
στους άλλους κάποιο δώρο.
Η συντροφιά κράτησε ως τις τέσσερες το πρωί.
Ο Αγαθούλης ακούοντας όλες τους τις περιπέτειες θυμότανε ό,τι
τούλεγε η γριά, όταν ερχότανε στο Βουένος Άυρες, και το στοίχημα που
έβαλε, πως δεν υπήρχε κανένας μέσα στο καράβι, που να μη του
συνέβηκαν οι πιο μεγάλες δυστυχίες. Συλλογιζότανε τον Παγγλώσση σε
κάθε περιπέτεια, που του διηγόντανε.
— Αυτός ο Παγγλώσσης, έλεγε μέσα του, θα δυσκολευότανε ν' αποδείξη
την αλήθεια του συστήματός του. Θάθελα νάταν εδώ. Ασφαλώς, αν όλα
είναι καλά, αυτό συμβαίνει μόνο στο Ελδοράδο και σε κανένα μέρος του
άλλου κόσμου.
Τέλος προτίμησε ένα δυστυχισμένο σοφό, πούχε δουλέψει δέκα χρόνια
για τους βιβλιοπώλας του Άμστερνταμ. Σκέφτηκε, πως δεν υπάρχει άλλο
επάγγελμα στον κόσμο, που ν' απαγοητεύη περισσότερο.
Αυτός ο σοφός, που ήταν άλλωστε ένας αγαθός άνθρωπος, τον είχε
κλέψει η γυναίκα του, τον είχε δείρει ο γυιός του, τον είχε
εγκαταλείψει η κόρη του, ακολουθώντας έναν Πορτογάλλο. Προ μικρού
τον είχαν απολύσει από μια μικρή θέση, με την οποία ζούσε. Οι
ιεροκήρυκες του Σουρινάμ τον καταδίωκαν ως σοσινιανό. Πρέπει να
ομολογήσουμε, πως κι' οι άλλοι ήτανε τουλάχιστο τόσο δυστυχισμένοι,
όσο κι' αυτός. Αλλ' ο Αγαθούλης έλπιζε, πως ο σοφός θα τον έκαμνε να
ξεχνά τις λύπες του στο ταξίδι· οι αντίπαλοι του σοφού βρίσκανε, πως
ο Αγαθούλης τους αδίκησε πολύ, αλλά τους κατεύνασε δίνοντας στον
καθένα εκατό πιάστρα.