ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXI

&Ο Αγαθούλης κι' ο Μαρτίνος πλησιάζουνε στις αχτές της Γαλλίας και

συζητούνε.&

Είδαν επί τέλους τις αχτές της Γαλλίας.

— Ήρθατε ποτέ στη Γαλλία κύριε Μαρτίνε; είπε ο Αγαθούλης.

— Μάλιστα, είπε ο Μαρτίνος· έχω διατρέξει πολλές επαρχίες. Αλλού οι

μισοί κάτοικοι είναι τρελοί, αλλού πολύ πονηροί, αλλού πολύ μαλακοί

και πολύ κουτοί· αλλού κάνουνε πνεύμα· και παντού η πρώτη απασχόληση

είναι ο έρωτας· η δεύτερη να κακολογούνε κ' η τρίτη να λένε

ανοησίες.

— Αλλά κύριε Μαρτίνε, έχετε ιδεί το Παρίσι;

— Ναι, τόχω ιδεί το Παρίσι. Εκεί είναι όλα τα είδη των ανθρώπων,

ένα χάος, μια σαλάτα, όπου καθένας ζητεί την ηδονή κι' όπου σχεδόν

κανείς δεν τη βρίσκει, τουλάχιστο όπως μου φάνηκε. Έμεινα λίγον

καιρό· όταν έφτασα μου κλέψαν ό,τι είχα οι λωποδύτες στην αγορά του

Σαιν-Ζερμαίν· με πήρανε και μένα για κλέφτη και με κλείσανε οχτώ

μέρες στη φυλακή· έπειτα έκαμα το διορθωτή σε κάποιο τυπογραφείο,

για να κερδίσω τ' απαιτούμενα για την επιστροφή μου με τα πόδια στην

Ολλανδία, Γνώρισα όλους τους κανάγηδες· συγγραφείς ραδιούργους,

θεόληπτους. Λέγεται, πως υπάρχουν άνθρωποι πολύ ευγενικοί σ' αυτή

την πόλη· ας το πιστέψουμε.

— Όσο για μένα, δεν έχω καμιά περιέργεια να ιδώ τη Γαλλία, είπε ο

Αγαθούλης. Μαντεύετε εύκολα, πως όταν κανείς έχει ζήσει ένα μήνα στο

Ελδοράδο, δε φροντίζει να ιδή τίποτε επί της γης παρά μόνο τη

δεσποινίδα Κυνεγόνδη. Θα την περιμένω στη Βενετία· θα διασχίσουμε τη

Γαλλία για να πάμε στην Iταλία· δε θα με συνοδέψετε;

— Πολύ ευχαρίστως, είπε ο Μαρτίνος· λέγουν, πως η Βενετία είναι

καλή μονάχα για τους ευγενείς Βενετσάνους· και πως, ωστόσο, δέχονται

πολύ καλά τους ξένους πούχουνε παράδες. Εγώ δεν έχω· έχετε σεις· θα

σας ακολουθήσω παντού.

— Μια στιγμή! Πιστεύετε, πως η γης ήτανε πρώτα θάλασσα, όπως

διατείνεται αυτό το χοντρό βιβλίο του καπετάνιου;

— Δεν πιστεύω τίποτα, είπε ο Μαρτίνος, ούτε σ' όλα τα

ονειροπολήματα, που μας διηγούνται αυτό τον τελευταίο καιρό.

— Αλλά για ποιο σκοπό λοιπόν πλάστηκε αυτός ο κόσμος;

— Για να μας κάνη να λυσσάξουμε, είπε ο Μαρτίνος.

— Δε σας εκπλήσσει πολύ, εξακολούθησε ο Αγαθούλης, ο έρωτας αυτών

των δυο κοριτσιών της χώρας των Αυτιάδων για τις δυο μαϊμούδες, που

σας έχω μιλήσει;

— Καθόλου, είπε ο Μαρτίνος· δε βλέπω τι παράξενο υπάρχει σ' αυτό το

πάθος. Έχω δη τόσα αλλόκοτα πράγματα, ώστε δεν υπάρχει πλέον τίποτε

αλλόκοτο.

— Πιστεύετε, πως οι άνθρωποι σφαζόντανε πάντα αναμεταξύ τους, όπως

το κάνουνε σήμερα; Πως ήτανε πάντα ψεύτες, δόλιοι, άπιστοι,

αχάριστοι, κλέφτες, αχαρακτήριστοι, επιπόλαιοι, άνανδροι, φθονεροί,

λαίμαργοι, μέθυσοι, φιλάργυροι, φίλαρχοι, αιμόδιψοι, συκοφάντες,

παραλυμένοι, φανατικοί, υποκριτές και μωροί;

— Παραδέχεστε, είπε ο Μαρτίνος, πως τα γεράκια τρώγανε πάντα

περιστέρια, όταν τα βρίσκανε;

— Βέβαια, δεν υπάρχει αμφιβολία.

— Ε! λοιπόν, αν τα γεράκια είχανε πάντα την ίδια φύση, πως θέλετε

νάχουν αλλάξει οι άνθρωποι τη δικιά τους;

— Ω! υπάρχει μεγάλη διαφορά, είπε ο Αγαθούλης. Γιατί η ελευθερία

της βουλήσεως....

Συζητώντας έτσι φτάσανε στο Μπορντώ.

Ο Αγαθούλης · 第 20 / 28 题