ΚΕΦΑΛΑΙΟ XVIII.

&Τι είδανε στη χώρα του Ελδοράδου.&

Ο Κακαμπός παράστησε στον ξενοδόχο όλη του την περιέργεια. Ο

ξενοδόχος του είπε:

— Δεν ξέρω πολλά πράγματα, μα δεν είμαι δυσαρεστημένος. Έχουμ' εδώ

ένα γέρο, πρώην αυλικό, που είναι ο πιο σοφός άνθρωπος του βασιλείου

κι' ο πιο ομιλητικός! Αμέσως οδηγεί τον Κακαμπό στου γέρου. Ο

Αγαθούλης έπαιζε τώρα το δεύτερο ρόλο κι' ακολουθούσε τον υπηρέτη

του. Μπήκανε σ' ένα σπίτι πάρα πολύ απλό, γιατί η πόρτα ήτανε μόνο

από ασήμι και τα κουφώματα των διαμερισμάτων μόνο από χρυσάφι, αλλά

δουλεμένα με τόσο γούστο, που τα πλουσιώτερα κουφώματα δε μπορούνε

να τους παραβγούνε. Ο αντιθάλαμος, αληθινά, δεν ήτανε στολισμένος

παρά μόνο με ρουμπίνια και σμαράγδια, αλλ' η τάξη, που ήσαν όλα

βαλμένα αντικαθιστούσε αρκετά αυτή την έσχατη απλότητα.

Ο γέρος υποδέχτηκε τους ξένους απάνω σ' ένα σοφά που το στρώμα του

ήτανε κανωμένο από φτερά κολυβρίων, και τους πρόσφερε λικέρ σε

ποτήρια από διαμάντι· κατόπι ικανοποίησε την περιέργειά τους ως

εξής:

— Είμαι εκατόν εβδομήντα δυο χρονών κι' έμαθα από το μακαρίτη

πατέρα μου, υπασπιστή του βασιλιά, τις καταπληχτικές επαναστάσεις

του Περού, που τις είδε με τα μάτια του. Το βασίλειο, που

βρισκόμαστε, είναι η παλιά πατρίδα των Ινκάς, που βγήκανε απ' εδώ

πολύ απερίσκεπτα για να πάνε να υποτάξουν ένα άλλο μέρος του κόσμου

και που τέλος καταστραφήκανε από τους Ισπανούς.

Οι πρίγκηπες της φυλής τους, που δε φύγανε από τον τόπο τους, ήσαν

σοφώτεροι. Νομοθέτησαν με τη συγκατάθεση του έθνους κανείς κάτοικος

να μη βγη στο μέλλον από το μικρό μας βασίλειο· κι' αυτό διατήρησε

την αγνότητά μας και την ευτυχία μας. Οι Ισπανοί έχουνε μια

συγχισμένη ιδέα για τον τόπο μας, τον ωνόμασαν Ελδοράδο, κ' ένας

Άγγλος ονομαζόμενος ιππότης Ράλαϊχ κατώρθωσε να πλησιάση ως εδώ προ

εκατό χρόνια. Αλλ' όπως ήμαστε περικυκλωμένοι από βράχους αζύγωτους

κι' από γκρεμούς, σταθήκαμε έως τώρα εξασφαλισμένοι από την

αρπαχτικότητα των λαών της Ευρώπης, που έχουνε μιαν ακατανόητη μανία

για τα χαλίκια και τη λάσπη της γης μας και που για να τ'

αποχτήσουνε, θα μας σκοτώνανε όλους ως τον τελευταίο.

Η συνομιλία βάσταξε αρκετά· κουβεντιάσανε για τη μορφή του

πολιτεύματος, τα έθιμα, τις γυναίκες, τα δημόσια θεάματα, τις

τέχνες. Τέλος ο Αγαθούλης, πούχε πάντα κλίση προς τη μεταφυσική,

ρώτησε μέσον του Κακαμπό εάν στον τόπο τους υπήρχε θρησκεία. Ο γέρος

κοκκίνησε λιγάκι.

— Πώς λοιπόν! είπε, μπορείτε ν' αμφιβάλλετε; Μήπως μας θεωρείτε

αχάριστους;

Ο Κακαμπός ρώτησε ταπεινά ποια ήτανε η θρησκεία του Ελδοράδο. Ο

γέρος κοκκίνησε άλλη μια φορά.

— Μήπως μπορεί να υπάρχουν δυο θρησκείες; είπε. Έχουμε νομίζω, τη

θρησκεία όλων των ανθρώπων· λατρεύουμε το Θεό απ' το βράδυ ως το

πρωί.

— Λατρεύετε ένα Θεό; ρώτησε ο Κακαμπός, χρησιμεύοντας πάντα ως

διερμηνέας των αποριών του Αγαθούλη.

— Φανερό, είπε ο γέρος, πως δεν υπάρχουνε ούτε δυο, ούτε τρεις,

ούτε τέσσερις. Ομολογώ, πως οι άνθρωποι του κόσμου σας κάνουνε πολύ

παράξενες ερωτήσεις.

Ο Αγαθούλης δεν έπαψε να ρωτά το γέρο. Θέλησε να μάθη, πώς

προσευχόντανε στο Ελδοράδο.

— Δεν προσευχόμαστε καθόλου, είπε ο αγαθός και σεβάσμιος σοφός. Δεν

έχουμε τίποτε να του ζητήσουμε, μας τάδωσε όλα, όσα μας χρειάζονται·

τον ευχαριστούμε ακατάπαυτα.

Ο Αγαθούλης είχε την περιέργεια να ιδή κανένα παπά· ρώτησε πού

είναι. Ο αγαθός γέρος χαμογέλασε.

— Φίλοι μου, είπε, είμαστε όλοι παπάδες. Ο βασιλιάς κι' όλοι οι

αρχηγοί οικογενειών ψέλνουνε ύμνους ευχαριστήριους πανηγυρικά κάθε

πρωί και πέντε έως εξ χιλιάδες μουσικοί τους συνοδεύουνε.

— Πώς! δεν έχετε καθόλου καλογέρους που διδάσκουνε, συζητούνε,

κυβερνούνε, ραδιουργούνε και που ψήνουνε τους ανθρώπους, που δε

συμφωνούνε μαζί τους;

— Θάπρεπε νάμαστε τρελοί, είπε ο γέρος· εδώ είμαστε όλοι σύμφωνοι

και δεν καταλαβαίνω, τι θέλετε να πήτε με τους καλογέρους σας.

Ο Αγαθούλης σ' όλον αυτό το διάλογο στεκότανε εκστατικός κ' έλεγε

μέσα του:

Αυτός ο τόπος διαφέρει πολύ από τη Βεστφαλία κι' από τον πύργο του

κυρίου βαρώνου. Αν ο δικός μας ο Παγγλώσσης έβλεπε το Ελδοράδο, δε

θάλεγε πλέον πως ο πύργος του Τούντ-τεν-τρονκ ήτανε ό,τι καλύτερο

υπήρχε πάνω στη γη· είναι βέβαιο, πως πρέπει κανείς να ταξιδεύη!

Μετά απ' αυτή τη μακρυά συνομιλία, ο αγαθός γέρος διάταξε να ζέψουνε

μια καρότσα μ' έξη πρόβατα κ' έδωσε δώδεκα υπηρέτες του στους δυο

ταξιδιώτες, για να τους οδηγήσουνε στο Παλάτι.

— Συχωρέστε με, τους είπε, αν η ηλικία μου με στερεί την τιμή να

σας συνοδέψω. Ο βασιλιάς θα σας δεχθή με τρόπο, που δε θα μείνετε

δυσαρεστημένοι και θα παραβλέψετε τα έθιμα του τόπου, αν μερικά δε

σας αρέσουν.

Ο Αγαθούλης και ο Κακαμπός ανεβαίνουνε στην καρότσα· τα έξι πρόβατα

πετούσανε και σε λιγώτερο από τέσσερις ώρες φτάνουνε στο παλάτι του

βασιλιά, που βρισκότανε σε μιαν άκρη της πρωτεύουσας. Η πύλη ήτανε

διακόσια είκοσι πόδια ψηλή κ' εκατό πλατυά· είναι αδύνατο να

εκφρασθή από τι υλικό ήτανε· καταλαβαίνει κανείς εύκολα πόση

τεράστια υπεροχή έπρεπε νάχη σχετικά μ' αυτά τα χαλίκια και μ' αυτήν

την άμμο που τα ονομάζομε μεις χρυσάφι και πολύτιμα πετράδια.

Είκοσι κοπέλλες της φρουράς υποδεχτήκανε τον Αγαθούλη και τον

Κακαμπό, μόλις κατεβήκανε από την καρότσα, τους ωδηγήσανε στο λουτρό

και τους ντύσανε με φορέματα κανωμένα από χνούδι κολυβριού· ύστερα

οι ανώτεροι αξιωματικοί, οι ανώτερες αξιωματικίνες του στέμματος

τους ωδηγήσανε στο διαμέρισμα της μεγαλειότητός του, ανάμεσα σε δυο

σειρές από χίλιους μουσικούς, καθεμιά σύμφωνα με το έθιμο. Όταν

πλησιάσανε στην αίθουσα του θρόνου, ο Κακαμπός ρώτησε έναν ανώτερο

αξιωματικό, τι έπρεπε να κάνουνε για να χαιρετήσουνε την

μεγαλειότητά του: αν πρέπει να πέσουνε στα γόνατα ή να συρτούνε με

την κοιλιά· αν πρέπει να βάλουνε τα χέρια στο κεφάλι ή στον πισινό·

αν φιλούνε τη σκόνη της σάλλας: μ' ένα λόγο ποια είναι η εθιμοτυπία.

Η συνήθεια, είπε ο ανώτερος αξιωματικός, είναι ν' αγκαλιάζουνε το

βασιλιά και να τον φιλούνε από τα δυο μάγουλα.

Ο Αγαθούλης κι' ο Κακαμπός πηδήσανε στα λαιμό του βασιλιά, ο οποίος

τους δέχτηκε με τη μεγαλύτερη καλωσύνη, που μπορεί κανείς να

φαντασθή και τους προσκάλεσε ευγενικά στο δείπνο.

Στο αναμεταξύ τους σεργιανίσανε να ιδούν την πόλη, τα δημόσια

χτίρια, ψηλά ως τα σύγνεφα, τις αγορές με τις χίλιες κολόννες, τις

βρύσες του καθάριου νερού, τις βρύσες του ρόδινου νερού και των

λικέρ από ζαχαροκάλαμο, που τρέχουνε ακατάπαυτα σε μεγάλες πλατείες,

στρωμένες μ' ένα είδος πετραδιών, που σκορπούσανε μια μυρουδιά όμοια

με του μοσκοκαρφιού και της κανέλλας. Ο Αγαθούλης ζήτησε να ιδή το

δικαστήριο, τη βουλή. Του είπανε πως δεν υπήρχανε και πως δεν

κάνουνε δίκες. Ρώτησε, αν υπήρχανε φυλακές, και του είπαν όχι. Ό,τι

τον ξάφνισε περισσότερο και τον ευχαρίστησε περισσότερο, ήτανε το

Μέγαρο των Επιστημών, μέσα στο οποίο είδε μια γαλαρία δυο χιλιάδες

βήματα μάκρος, όλο γεμάτην από όργανα μαθηματικής και φυσικής.

Αφού σεργιανήσανε όλο το απόγευμα σχεδόν το χιλιοστό μέρος της

πολιτείας, τους ωδηγήσανε στο βασιλιά. Ο Αγαθούλης κάθησε στο

τραπέζι ανάμεσα στη Μεγαλειότητά του και στον υπηρέτη του τον

Κακαμπό και πλήθος κυρίες. Ποτές δεν έγινε λαμπρότερο γεύμα, και

ποτές δεν έδειξε κανείς περισσότερο κέφι απ' όσο η μεγαλειότητά του.

Ο Κακαμπός εξηγούσε τα καλά λόγια του βασιλιά στον Αγαθούλη κι' αν

και μεταφρασμένα, φαινόντανε πάντα καλά λόγια. Απ' όλα, που θαύμασε

ο Αγαθούλης, αυτό δεν ήτανε το λιγώτερο εκπληχτικό.

Πέρασαν ένα μήνα φιλοξενούμενοι έτσι. Ο Αγαθούλης έλεγε πάντα στον

Κακαμπό:

— Είναι αλήθεια, φίλε μου, άλλη μια φορά, πως ο πύργος, που

γεννήθηκα, δεν αξίζει τον τόπο, που βρισκόμαστε τώρα· μα επί τέλους

η δεσποινίς Κυνεγόνδη δεν είναι εδώ κι' έχετε χωρίς αμφιβολία,

κάποιαν ερωμένη στην Ευρώπη. Αν μείνουμε εδώ, θα είμαστε, όπως όλοι

οι άλλοι· ενώ αν γυρίσουμε στον κόσμο μας, μονάχα μ' έξι πρόβατα

φορτωμένα από τα χαλίκια του Ελδοράδου, θα είμαστε πιο πλούσιοι απ'

όλους μαζί τους βασιλιάδες· δε θα φοβόμαστε τους ιεροξεταστές και θα

μπορέσουμε εύκολα να ξαναπάρουμε τη δεσποινίδα Κυνεγόνδη.

Αυτός ο λόγος άρεσε του Κακαμπό· είναι τόσο ευχάριστο να τρέχη

κανείς στον κόσμο, νάχη υπόληψη στους συμπατριώτες του, να διηγέται

με στόμφο ό,τι είδε στα ταξίδιά του, ώστε οι δυο ευτυχισμένοι

αποφασίσανε να μην είναι πια ευτυχισμένοι και να ζητήσουνε την άδεια

από τη μεγαλειότητά του να φύγουνε.

— Κάμνετε ανοησία, τους είπε ο βασιλιάς· ξέρω καλά, πως ο τόπος μου

είναι ασήμαντος· μα όταν κανείς είναι βολεμένος κάπου, πρέπει να

μένει. Δεν έχω βέβαια το δικαίωμα να κρατώ τους ξένους· αυτό είναι

τυραννία που δεν υπάρχει ούτε στα ήθη μας ούτε στους νόμους μας·

όλοι οι άνθρωποι είναι ελεύθεροι: φύγετε, όταν θέλετε, αλλ' η έξοδος

είναι πολύ δύσκολη. Είναι αδύνατο ν' ανεβήτε τορμητικό ποτάμι, με το

οποίον ήρθατε εδώ σαν από θαύμα, και που τρέχει κάτου από τη καμάρα

των βράχων. Τα βουνά, που περιγυρίζουνε το βασίλειό μου, έχουνε ύψος

δέκα χιλιάδων ποδιών κι' είναι ίσα σαν τοίχοι· πιάνουνε το καθένα σε

πλάτος περισσότερο από δέκα χιλιάδες λεύγες· δε μπορεί κανείς να

κατέβη απ' αυτά παρά από γκρεμούς. Όμως, επειδή το θέλετε απόλυτα να

φύγετε, θα δώσω διαταγή στους μηχανικούς να κάνουνε μια μηχανή, που

να μπορή να σας μεταφέρη με άνεση. Όταν θα σας φέρουνε απ' το πίσω

μέρος των βουνών, κανείς δε θα μπορέση να σας συνοδέψη: γιατί οι

υπήκοοί μου, ωρκιστήκανε να μη βγούνε ποτές από τον περίβολό τους κ'

είναι αρκετά φρόνιμοι, που να μη παραβούνε τον όρκο τους. Ζητήστε

μου άλλωστε ό,τι ευαρεστείσθε.

— Δε ζητούμε από τη μεγαλειότητά σας, είπεν ο Κακαμπός, παρά λίγα

πρόβατα φορτωμένα τρόφιμα, χαλίκια και λάσπη του τόπου.

Ο βασιλιάς γέλασε:

— Δεν καταλαβαίνω, είπε, τι γούστο βρίσκουνε οι Ευρωπαίοι στην

κίτρινη μας λάσπη· αλλά πάρετε όση θέλετε κι' άμποτε να σας

χρησιμέψη.

Έδωσε διαταγή αμέσως στους μηχανικούς του να κάνουνε μια μηχανή για

να σηκώσουνε ψηλά αυτούς τους δυο παράξενους ανθρώπους έξω από το

βασίλειο.

Τρεις χιλιάδες άξιοι φυσικοί δουλέψανε γι' αυτήν· ήταν έτοιμη σε

δεκαπέντε μέρες και δεν κόστισε περισσότερο από είκοσι εκατομμύρια

λίρες στερλίνες, νόμισμα του τόπου. Βάλανε μέσα στη μηχανή τον

Αγαθούλη και τον Κακαμπό· βάλανε ακόμα δυο μεγάλα κόκκινα πρόβατα με

σέλλες και με χαλινάρια για να τους χρησιμέψουνε για καβάλλα, εάν θα

περνούσανε τα βουνά, είκοσι πρόβατα σαμαρωμένα, κατάφορτα από

τρόφιμα, άλλα τριάντα φορτωμένα με διάφορα δώρα από ό,τι ο τόπος

έχει πιο αξιοπερίεργο και πενήντα φορτωμένα μάλαμα, πετράδια και

διαμάντια. Ο βασιλιάς φίλησε τρυφερά τους δυο τυχοδιώχτες.

Ήταν έξοχο θέαμα η αναχώρησή τους και ο μεγαλοπρεπής τρόπος με τον

οποίον υψωθήκανε αυτοί και τα πρόβατά τους πάνου από τα βουνά. Οι

φυσικοί τους αποχαιρετίσανε, αφού τους φέρανε σε μέρος ασφαλισμένο

κι' ο Αγαθούλης δεν είχε πια άλλη επιθυμία κι' άλλη σκέψι από το να

πάη να προσφέρη τα πρόβατά του στη δεσποινίδα Κυνεγόνδη.

— Έχουμε, είπε, με τι να πληρώσουμε τον Κυβερνήτη του Βουένος-

Άυρες, αν η δεσποινίς Κυνεγόνδη ημπορεί να ξετιμηθή. Ας βαδίσουμε

προς την Γαϋέννη, ας μπούμε σ' ένα καΐκι και θα ιδούμε κατόπι ποιο

βασίλειο μπορούμε ν' αγοράσουμε.

Ο Αγαθούλης · 第 17 / 28 题