&Ο Αγαθούλης κι ο σύντροφός τον φτάνουνε στο Ελδοράδο και τι βλέπουν
εκεί.&
Όταν φτάσανε στα σύνορα των Αυτιάδων:
— Βλέπετε, είπε ο Κακαμπός στον Αγαθούλη, πως αυτό εδώ το
ημισφαίριο δεν είναι καλύτερο από τάλλο. Πιστέψετέ με, ας γυρίσουμε
στην Ευρώπη με το συντομώτερο δρόμο.
— Πώς να γυρίσουμε; είπε ο Αγαθούλης. Και που να πάμε; Αν πάω στην
πατρίδα μου, εκεί οι Βούλγαροι και οι Άβαροι σφάζουνε τα πάντα. Αν
γυρίσω στην Πορτογαλλία, θα με ψήσουνε. Αν μείνουμε σ' αυτόν εδώ τον
τόπο, κινδυνεύουμε κάθε στιγμή να μας περάσουνε στη σούβλα. Αλλά πώς
ν' αποφασίσω ν' αφήσω το μέρος του κόσμου, που η δεσποινίς Κυνεγόνδη
κατοικεί;
— Ας στρίψουμε προς τη Γαϋέννα, είπεν ο Κακαμπός· θα βρούμε κει
Γάλλους, που γυρίζουνε όλο τον κόσμο: θα μπορέσουνε να μας
βοηθήσουνε. Ο Θεός ίσως μας λυπηθή.
Δεν ήταν εύκολο να πάνε στη Γαϋέννα· ξέρανε καλά προς ποιο μέρος
έπρεπε να βαδίσουν· αλλά παντού βουνά, ποτάμια, γκρεμοί, ληστές,
άγριοι· υπήρχαν παντού τρομερά εμπόδια. Τ' άλογά τους ψοφήσανε από
την κούραση· οι προμήθειές τους τελειώσανε, τραφήκαν ένα ολόκληρο
μήνα με άγριους καρπούς και βρεθήκανε τέλος κοντά σ' ένα μικρό
ποταμάκι, που σ' όλο του το ρέμα είχε κοκοφοίνικες· μ' αυτούς
διατηρήσανε τη ζωή τους και τις ελπίδες τους.
Ο Κακαμπός, που έδινε πάντα καλές συμβουλές σαν τη γριά, είπε στον
Αγαθούλη:
— Δε μπορούμε πια, περπατήσαμε αρκετά, βλέπω μια μικρή βάρκα στην
όχθη, ας τη γεμίσουμε κοκοκάρυδα, ας ριχτούμε εμείς μέσα κι' ας
αφεθούμε στο ρέμα να μας πάη· ένα ποτάμι φέρνει πάντα σε κάποιο
κατοικημένο μέρος. Αν δε βρούμε πράγματα ευχάριστα, θα βρούμε
τουλάχιστο πράγματα νέα.
— Εμπρός! είπε ο Αγαθούλης· ας αφεθούμε στη θεία πρόνοια.
Πλέξανε μερικές λεύγες ανάμεσα σε όχθες, άλλοτε ανθισμένες, άλλοτε
χέρσες, άλλοτε ομαλές, άλλοτε απόκρημνες. Το ποτάμι φάρδαινε πάντα·
τέλος χανότανε κάτου σε μια καμάρα από βράχους τρομαχτικούς, που
υψωνόντανε ως τον ουρανό. Οι δυο ταξιδιώτες είχανε το θάρρος, να
εγκαταλειφτούνε στα κύματα κάτου απ' αυτή την καμάρα. Το ποτάμι,
στενεύοντας σ' αυτό το μέρος, τους έσερνε με μια φριχτή ταχύτητα.
Μετά εικοσιτέσσερις ώρες ξανάειδαν την ημέρα· αλλ' η βάρκα τους
τσακίστηκε ανάμεσα στις πέτρες· χρειάστηκε να συρθούνε από βράχο σε
βράχο σ' ένα διάστημα μιας ολόκληρης λεύγας· τέλος ανακαλύψανε έναν
απέραντο ορίζοντα περικλεισμένο από βουνά ασίμωτα. Ο τόπος ήτανε
καλλιεργημένος κι' από ευχαρίστηση απλή κι' από ανάγκη· παντού το
χρήσιμο ήτανε ενωμένο με το ευχάριστο: οι δρόμοι ήτανε γεμάτοι ή
καλύτερα στολισμένοι με αμάξια από υλικό λαμπερό, κουβαλώντας άντρες
και γυναίκες μοναδικής ομορφιάς, και που τα σέρνανε μεγάλα κόκκινα
πρόβατα, που ξεπερνούσανε, στη γρηγοράδα τα καλύτερα άλογα της
Ανδαλουσίας, του Ζετουάν και του Μεκινέζ.
— Να, ωστόσο, είπε ο Αγαθούλης, ένας τόπος, που αξίζει καλύτερα από
τη Βεστφαλία. Πήδησε στη γη με τον Κακαμπό κοντά στο πρώτο χωριό που
απαντήσανε. Μερικά παιδιά του χωριού, φορώντας χρωματιστά
μεταξόρουχα καταξεσκισμένα, παίζανε τις αμάδες στο έμπα του χωριού.
Οι δυο μας άνθρωποι του άλλου κόσμου διασκεδάζανε κοιτάζοντάς τα: οι
αμάδες τους ήτανε πολύ πλατιές και στρογγυλές, κίτρινες, κόκκινες,
πράσινες, και λαμποκοπούσαν εξαιρετικά. Τους ήρθε επιθυμία να
μάσουνε μερικές· ήτανε μάλαμμα, σμαράγδια, ρουμπίνια, που το
μικρότερό τους θα μπορούσε νάναι το μεγαλύτερο στόλισμα του θρόνου
της Μογγολίας.
— Χωρίς αμφιβολία, είπεν ο Κακαμπός, αυτά τα παιδιά, θάναι τα
βασιλόπουλα του τόπου, που παίζουνε τις αμάδες.
Ο δάσκαλος του χωριού παρουσιάστηκε αυτή τη στιγμή για να τα μπάση
στο σκολειό.
— Να, είπε ο Αγαθούλης, ο παιδαγωγός της βασιλικής οικογένειας.
Οι μικροί διαβολάκηδες πάψανε αμέσως το παιχνίδι τους αφήνοντας
καταγίς τις αμάδες τους κι' ό,τι τους χρησίμεψε στη διασκέδασί τους.
Ο Αγαθούλης τα μαζεύει, τρέχει στον παιδαγωγό και του τα παρουσιάζει
ταπεινά, δίνοντάς του να καταλάβη με σημεία, ότι οι βασιλικές τους
υψηλότητες είχανε λησμονήσει το χρυσάφι τους και τα πολύτιμα
πετράδια τους. Ο δάσκαλος του χωριού χαμογελώντας τα πέταξε χάμω,
παρατήρησε μια στιγμή το πρόσωπο του Αγαθούλη με πολλήν απορία κ'
εξακολούθησε το δρόμο του.
Οι ταξιδιώτες δεν παραλείψανε να μαζέψουνε χρυσάφι, ρουμπίνια και
σμαράγδια.
— Πού είμαστε; φώναζε ο Αγαθούλης. Πρέπει τα βασιλόπουλα αυτού του
τόπου νάναι πολύ καλά αναθρεμμένα, αφού τα μαθαίνουν να περιφρονούνε
το χρυσάφι και τα πολύτιμα πετράδια.
Ο Κακαμπός θάμαζε σαν τον Αγαθούλη. Πλησιάσανε τέλος στο πρώτο σπίτι
του χωριού· ήτανε χτισμένο σαν ευρωπαϊκό παλάτι. Πλήθος κόσμος
σφιγγότανε στην πόρτα κι' ακόμα περισσότερο μέσα· μια πολύ ευχάριστη
μουσική ακουότανε και μια ηδονική μυρωδιά κουζίνας τους έφτανε. Ο
Κακαμπός πλησίασε στην πόρτα κι' άκουσε να μιλούνε περουβιανά· ήτανε
η μητρική του γλώσσα· γιατί όλος ο κόσμος ξέρει, πως ο Κακαμπός είχε
γεννηθή στο Τουκουάν, σ' ένα χωριό που δεν ξέρανε άλλη γλώσσα απ'
αυτήν.
— Θα σας κάνω το διερμηνέα, λέγει στον Αγαθούλη. Ας μπούμε· είναι
ταβέρνα.
Ευθύς δυο γκαρσόνια και δυο κοπέλλες του ξενοδοχείου, ντυμένοι χρυσά
φορέματα, με μαλλιά δεμένα με κορδέλλες, τους προσκαλούνε να
κάτσουνε στο τραπέζι. Τους σερβίρανε τέσσερες σούπες γαρνιρισμένες
καθεμία με δυο παπαγάλους, ένα μπούτι βραστό που ζύγιζε διακόσιες
λίτρες, δυο μαϊμούδες ψητές εξαίσιας γεύσης, τριακόσια κολύβρια σ'
ένα πιάτο και εξακόσια μυγοπούλια σ' ένα άλλο· επίσης ραγγού
εκλεχτώτατα, γλυκίσματα νοστιμώτατα όλα μέσα σε πιάτα από ορυχτό
κρύσταλλο. Τα γκαρσόνια κ' οι κοπέλλες του ξενοδοχείου τους
κερνούσανε διάφορα λικέρ φκιασμένα από ζαχαροκάλαμο.
Οι συμπότες ήσαν οι περισσότεροι έμποροι κι' αμαξάδες, όλοι τους
ασύγκριτα ευγενικοί, που κάνανε μερικές ερωτήσεις στον Κακαμπό με
την πιο μεγάλη διάκριση κι' απαντήσανε στις δικές τους με τρόπο
ικανοποιητικό.
Όταν τελείωσε το φαγί, ο Κακαμπός νόμισε, καθώς κι' ο Αγαθούλης, ότι
πληρώσανε καλά το λογαριασμό τους, ρίχνοντας απάνω στο τραπέζι δύο
απ' αυτά τα πλατιά κομμάτια του χρυσαφιού, πούχαν μαζέψει. Ο
ξενοδόχος κ' η ξενοδόχα σπάσανε στα γέλια και βαστούσανε πολλιώρα τα
πλευρά τους. Τέλος συνήλθανε.
— Κύριοι, είπε ο ξενοδόχος, βλέπουμε καλά, πως είστε ξένοι· δεν
είμαστε συνηθισμένοι να βλέπουμε ξένους. Συχωρέστε μας, αν αρχίσαμε
να γελάμε, όταν μας προσφέρατε για πληρωμή τα χαλίκια των μεγάλων
μας δρόμων. Δεν έχετε, χωρίς αμφιβολία, χρήματα του τόπου, μα δε
χρειάζονται για να φάτ' εδώ. Όλα τα ξενοδοχεία τα ιδρυμένα για την
ευκολία του εμπορίου πληρώνονται από το κράτος. Δεν είσαστε τυχεροί
εδώ, γιατί ναι φτωχό το χωριό, μα κάθε αλλού θα φιλοξενηθήτε, όπως
σας αξίζει.
Ο Κακαμπός εξηγούσε στον Αγαθούλη όλα τα λόγια του ξενοδόχου κι' ο
Αγαθούλης τον άκουε με τον ίδιο θαυμασμό και το ίδιο ξάφνισμα, που ο
φίλος του Κακαμπός του τα μετάδινε.
— Ποιος τόπος λοιπόν είναι αυτός, λέγανε κι' ο ένας κι' ο άλλος,
άγνωστος απ' όλο τον άλλο κόσμο κι' όπου όλη η φύση είναι τόσο
διάφορη από τη δική μας; Είναι πιθανώς ο τόπος όπου όλα είναι καλά:
γιατί πρέπει απολύτως να υπάρχη ένας τέτοιος τόπος! Κι' ό,τι κι' αν
είπε ο διδάσκαλος Παγγλώσης, συχνά παρατήρησα, πως όλα ήτανε κακά
στη Βεστφαλία.