&Τι συνέβη στους δυο ταξιδιώτες με δυο κορίτσια, δυο μαϊμούδες και
με τους άγριους, που λέγονται Αυτιάδες.&
Ο Αγαθούλης κι' ο σύντροφος του ήσαν μακρυά από τα χαρακώματα και
κανένας δεν ήξερε ακόμα στο στρατόπεδο το θάνατο του Γερμανού
Ιησουίτη. Ο άγρυπνος Κακαμπός είχε φροντίσει να γεμίση τη βαλίτσα
του ψωμί, ζαμπόνι, σοκολάτα, φρούτα και μερικές μποτίλιες κρασί.
Μπήκανε βαθυά με τ' ανδαλούσια τους άλογα σ' έναν άγνωστο τόπο, όπου
δε βρήκανε κανένα δρόμο. Τέλος ένα ωραίο λειβάδι όλο ρυάκια
παρουσιάστηκε μπροστά τους. Ο Κακαμπός προτείνει στον κύριό του να
φάνε και του δίνει πρώτος το παράδειγμα.
— Πώς θέλεις, του έλεγε ο Αγαθούλης να φάγω ζαμπόνι, όταν έχω
σκοτώσει το γυιό του κυρίου βαρώνου και βρίσκομαι καταδικασμένος να
μην ξαναϊδώ ποτέ στη ζωή μου την ωραία Κυνεγόνδη; Τι θα μου
χρησιμέψη να παρατείνω τις άθλιές μου μέρες, αφού είμαι αναγκασμένος
να τις σέρνω μακρυά της όλο τύψεις κι' απελπισία; Και τι θα πη η
εφημερίδα του Τρεβού;
Μιλώντας έτσι, δεν έπαψε να τρώγει. Ο ήλιος βασίλευε. Οι δυο χαμένοι
ταξιδιώτες ακούσανε κάποιες μικρές φωνές που μοιάζανε γυναικείες.
Δεν ξέρανε, αν αυτές οι φωνές ήτανε χαράς ή πόνου· όμως πεταχτήκανε
ορμητικά επάνω με την ανησυχία και τον τρόμο, που εμπνέουν όλα σ'
έναν τόπο άγνωστο. Αυτά τα ξεφωνητά προερχόντανε από δυο κορίτσια
ολόγυμνα, που τρέχανε ανάλαφρα στην άκρη του λειβαδιού, ενώ δυο
μαϊμούδες τις κυνηγούσανε και τις δαγκάνανε τους πισινούς. Ο
Αγαθούλης τις συμπόνεσε κι' όπως είχε μάθει να σημαδεύη καλά από
τους Βουλγάρους, θα μπορούσε να χτυπήση φουντούκι μέσα στο θάμνο
του, χωρίς να γγίξη τα φύλλα. Σηκώνει λοιπόν το δίκαννο του ισπανικό
τουφέκι, τραβά και σκοτώνει τις δυο μαϊμούδες.
— Ευλογητός ο Θεός! αγαπημένε μου Κακαμπό! Έσωσα από μεγάλο κίνδυνο
αυτά τα δυο δυστυχισμένα πλάσματα, Αν έκανα αμαρτία σκοτώνοντας έναν
ιεροξεταστή κι' έναν Ιησουίτη, την επανώρθωσα σώζοντας τη ζωή των
δυο κοριτσιών. Είναι, φαίνεται, κορίτσια καλής τάξης και τούτη η
περιπέτεια μπορεί να μας δώση μεγάλα ωφελήματα σ' αυτό τον τόπο.
Ήθελε να εξακολουθήση, μα η γλώσσα του πιάστηκε, άμα είδε τα δυο
κορίτσια ν' αγκαλιάζουνε τρυφερά τις δυο μαϊμούδες, να ξεσπούνε σε
κλάματα πάνω στα σώματά τους και να γεμίζουνε τον αέρα από τα πιο
πονεμένα ξεφωνητά.
— Δεν περίμενα τόση ψυχική αγαθότητα, είπε τέλος στον Κακαμπό, ο
οποίος του απάντησε.
— Κάνατε τώρα δα μια περίφημα δουλειά! Σκοτώσατε τους ερωμένους των
κοριτσών.
— Τους ερωμένους! είναι δυνατό; Με κοροϊδεύεις, Κακαμπό. Πώς να σε
πιστέψω;
— Αγαπητέ μου κύριε, απάντησε ο Κακαμπός. Ξαφνιάζεστε πάντα με όλα.
Γιατί βρίσκετε τόσο παράξενο να υπάρχουνε μερικοί τόποι, όπου οι
μαϊμούδες δέχονται τις περιποιήσεις των γυναικών; Οι μαϊμούδες είναι
τέταρτα ανθρώπων, όπως εγώ τέταρτο Ισπανού.
— Αλλοίμονο, επανάλαβε ο Αγαθούλης, θυμούμαι, πως έχω ακούσει να
λέη ο διδάσκαλος Παγγλώσης, ότι τον παλιό καιρό παρόμοια γεγονότα
έχουνε γίνει και οι τέτοιες μίξεις γεννήσανε τους αιγιπάνες, τους
φαύνους, τους σατύρους, που πολλοί μεγάλοι άντρες της αρχαιότητας
τους είχανε δει. Μα τα νόμιζα όλ' αυτά παραμύθια.
— Οφείλετε τώρα να πεισθήτε, είπε ο Κακαμπός, πως είνε αλήθεια, και
βλέπετε, πώς τη θεωρούν όσοι δε λάβανε κάποια μόρφωση. Μα ό,τι
φοβούμαι είναι, μήπως αυτές οι κυρίες μας σκαρώσουνε καμιάν άσκημη
δουλειά.
Αυτές οι βάσιμες σκέψεις αναγκάσανε τον Αγαθούλη ν' αφήση το λειβάδι
και να χωθή μέσα σ' ένα δάσος. Εδείπνησαν εκεί με τον Κακαμπό· κ' οι
δύο τους, αφού καταράστηκαν τον Ιεροξεταστή της Πορτογαλλίας, τον
Κυβερνήτη του Μπουένος Άυρες και το βαρώνο, κοιμήθηκαν πάνω στα
βρύα. Όταν ξύπνησαν, νοιώσαν πως δεν μπορούσαν να σαλέψουν· η αιτία
ήτανε, πως τη νύκτα οι Αυτιάδες, οι κάτοικοι του τόπου, στους
οποίους οι δύο κυρίες τους είχανε καταγγείλει, τους δέσανε με
σκοινιά από δεντρόφλουδο. Ήτανε περικυκλωμένοι από καμιά πενηνταριά
Αυτιάδες ολόγυμνους, ωπλισμένους με βέλη, ρόπαλα και μπαλτάδες από
πέτρα. Μερικοί βάζανε να βράσει ένα μεγάλο καζάνι' άλλοι ετοιμάζανε
σούβλες κι' όλοι τους φωνάζανε:
— Είναι Ιησουίτης! ένας Ιησουίτης! Θα εκδικηθούμε, θα κάνουμε ωραίο
τσιμπούσι! Φάμε τον Ιησουίτη! Φάμε τον Ιησουίτη!
— Σας είχα πει σωστά, αγαπητέ μου κύριε, φώναξε θλιβερά ο Κακαμπός,
πως αυτά τα δυο κορίτσια θα μας σκαρώνανε άσκημη ιστορία!
Ο Αγαθούλης βλέποντας το καζάνι και τις σούβλες, φώναξε:
— Ασφαλώς θα μας ψήσουν ή θα μας βράσουν! Α! τι θάλεγε ο διδάσκαλος
Παγγλώσης, αν έβλεπε, πως είναι κανωμένη η καθαρή ανθρώπινη φύση.
Όλα είναι καλά! έστω: μα ομολογώ, πως είναι πολύ σκληρό νάχω χάσει
τη δεσποινίδα Κυνεγόνδη και να σουβλιστώ από τους Αυτιάδες.
Ο Κακαμπός δεν τάχανε ποτές.
— Μην απελπίζεστε από τίποτε, είπε στον απαρηγόρητο Αγαθούλη.
Καταλαβαίνω λίγο τη γλώσσα αυτών των λαών· θα τους μιλήσω.
— Μην παραλείψης, του είπε ο Αγαθούλης, να τους παραστήσης, τι
φριχτή απανθρωπιά είναι να ψήνουνε τους ανθρώπους και πόσο είναι
αντιχριστιανικό!
— Κύριοι, είπε ο Κακαμπός, φαντάζεστε, πως θα φάτε σήμερα ένα
Ιησουίτη; Πολύ καλά! Τίποτε δεν είναι δικαιότερο από το να
μεταχειρίζεται κανείς έτσι τους εχθρούς του. Πραγματικά το φυσικό
δίκαιο μας διδάσκει να φονεύουμε τον πλησίον μας κ' έτσι γίνεται σ'
όλη τη γη. Εάν εμείς δεν κάμνουμε χρήση του φαγώματος των εχθρών
μας, τούτο οφείλεται στο ότι βρίσκομε άλλη άφθονη τροφή. Αλλά σε σας
δε συμβαίνει το ίδιο. Βέβαια αξίζει περισσότερο να τρώγη κανείς τους
εχθρούς του παρά ν' αφήνη στα κοράκια τον καρπό της νίκης του. Αλλά
κύριοι, δε θα θέλατε να φάτε τους φίλους σας. Νομίζετε, πως
πρόκειται να περάσετε στη σούβλα ένα ιησουίτη κι' όμως είναι ο
υπερασπιστής σας, ο εχθρός των εχθρών σας, που πρόκειται να ψήσετε.
Εγώ έχω γεννηθή στον τόπο σας· ο κύριος, που βλέπετε, είναι ο
αφέντης μου κι' όχι μονάχα δεν είναι ιησουίτης, μα έχει σκοτώσει προ
ολίγου ένα ιησουίτη και του πήρε τα ρούχα. Να το λάθος σας. Για να
βεβαιωθήτε για ό,τι σας λέγω, πάρτε το ράσο του και φέρτε το στα
πρώτα χαρακώματα του βασιλείου των λος πάδρες. Δε θα σας χρειαστή
πολύς καιρός. Μπορείτε πάντα να μας φάτε, αν βρήτε, πως σας είπα
ψέματα. Αλλ' αν σας είπα την αλήθεια, γνωρίζετε πολύ καλά τις αρχές
του δημοσίου δικαίου, τα έθιμα, τους νόμους για να μη μας κάνετε
χάρη.
Οι Αυτιάδες βρήκανε αυτή την κουβέντα πολύ λογική. Διαλέξανε δυο από
τους καλύτερους να πάνε γρήγορα να πληροφορηθούνε την αλήθεια. Οι
δυο απεσταλμένοι εκτελέσανε την αποστολή τους σαν φρόνιμοι άνθρωποι
και γυρίσανε σε λίγο φέρνοντας καλά νέα. Οι Αυτιάδες λύσανε τους δύο
αιχμαλώτους και τους κάνανε πλήθος περιποιήσεις, τους προσφέρανε
κορίτσια, τους δώσανε αναψυχτικά και τους συνωδέψανε ως τα σύνορα
του κράτους των φωνάζοντας εύθυμα:
— Δεν είναι καθόλου Ιησουίτης! Δεν είναι καθόλου Ιησουίτης!
— Ο Αγαθούλης δεν έπαψε να θαυμάζη τον απελευθερωτή του.
— Τι λαός! έλεγε. Τι άνθρωποι! Τι ήθη! Αν δεν είχα την τιμή να δώσω
μια μεγάλη σπαθιά περνώντας πέρα-πέρα το κορμί του αδερφού της
δεσποινίδας Κυνεγόνδης, θα είχα φαγωθή χωρίς άλλο. Όμως παρ' όλα
αυτά η καθαρή φύση είναι αγαθή, αφού αυτοί εδώ οι άνθρωποι, αντί να
με φάνε, μου κάνανε χίλιες τιμές, όταν μάθανε, πως δεν ήμουνα
ιησουίτης.