&Πώς ο Αγαθούλης σκότωσε τον αδερφό της αγαπητής του Κυνεγόνδης&
Θάχω πάντα, σ' όλη μου τη ζωή, ζωντανή στη μνήμη μου τη φριχτήν
ημέρα, που είδα να σκοτώνουν τον πατέρα μου και τη μητέρα μου και να
βιάζουνε την αδερφή μου. Όταν φύγανε οι Βούλγαροι, δε βρήκαμε
πουθενά αυτή τη λατρευτή αδερφή· βάλανε σ' ένα αμάξι τη μητέρα μου,
τον πατέρα μου και μένα, δυο υπηρέτριες και τρία παιδιά σφαγμένα,
για να μας πάνε να μας θάψουνε σε μια εκκλησιά Ιησουιτών, δύο λεύγες
μακρυά από τον πύργο των προγόνων μου. Ένας Ιησουίτης μας έρριξε
αγιασμό, τρομερά αλατισμένο· μερικές στάλες μπήκανε στα μάτια μου· ο
πάτερ παρετήρησε, πως το βλέφαρό μου σάλεψε λιγάκι· έβαλε το χέρι
του πάνω στην καρδιά μου και την ένοιωσε να χτυπά. Με περιποιηθήκανε
και σε τρεις εβδομάδες δε μούμεινε σημάδι. Ξέρετε, αγαπητέ μου
Αγαθούλη, πως ήμουν υπερβολικά ωραίος· έγινα ακόμη περισσότερο· έτσι
ο αιδεσιμώτατος πατήρ Κρουστ, ο ηγούμενος, αισθάνθηκε για μένα την
τρυφερότερη φιλία· μούδωσε το ένδυμα του δοκίμου· μετά λίγον καιρό
με στείλανε στη Ρώμη. Ο πατήρ στρατηγός είχε ανάγκη να στρατολογήση
νέους Γερμανούς Ιησουίτες· γιατί οι αφέντες της Παραγουάης δέχονται
όσα μπορούνε λιγώτερο τους Ισπανούς Ιησουίτες· προτιμούνε τους
ξένους, γιατί μπορούνε να τους διευθύνουνε καλύτερα· θεωρήθηκα
κατάλληλος από τον αιδεσιμώτατο πατέρα στρατηγό να πάω να δουλέψω σ'
αυτή την άμπελο. Αναχωρήσαμε ένας Πολωνός, ένας Τυρολέζος κ' εγώ. Με
τιμήσανε, όταν έφθασα, με το αξίωμα του υποδιακόνου και του
υπολοχαγού: είμαι σήμερα ταγματάρχης και παπάς. Θα δεχθούμε γενναία
τα στρατεύματα του βασιλέα της Ισπανίας· σας λέω, πως θα τ'
αφορίσουμε και θα τα νικήσουμε. Η Θεία Πρόνοια σας στέλνει εδώ να
μας συντρέξετε. Μα είναι πραγματικά αληθινό, πως η αδελφή μου
Κυνεγόνδη είναι δω κοντά, στου κυβερνήτη του Μπουένος-Άυρες;
Ο Αγαθούλης του βεβαίωσε με όρκο, πως τίποτε δεν ήταν αληθινώτερο
απ' αυτό. Τα δάκρυά τους ξαναρχίσανε να τρέχουν.
Ο βαρώνος δεν μπορούσε να κουρασθή φιλώντας τον Αγαθούλη· τον
ονόμαζε αδερφό του, σωτήρα του.
— Α! ίσως, του είπε, θα μπορέσουμε μαζί, αγαπητέ μου Αγαθούλη, να
μπούμε νικητές στην πόλη και να πάρουμε την αδερφή μου Κυνεγόνδη.
— Αυτό εύχομαι κ' εγώ, είπεν ο Αγαθούλης· γιατί λογάριαζα να την
παντρευτώ και το ελπίζω ακόμα.
— Σεις, αυθάδη! του απάντησε ο βαρώνος, θάχετε την αναίδεια να
παντρευθήτε την αδερφή μου, πόχει εβδομήντα-δυο γενιές! Σας βρίσκω
πολύ ξετσίπωτο να τολμάτε να μιλάτε για ένα σχέδιο τόσο θρασύ!
Ο Αγαθούλης απολιθωμένος από τούτα τα λόγια, του απάντησε:
— Αίδεσιμώτατέ μου πάτερ, όλες οι γενιές του κόσμου δεν έχουνε
καμιά σημασία. Απέσπασα την αδελφή σας από τα χέρια ενός Εβραίου κ'
ενός Ιεροξεταστή· έχει μεγάλες υποχρεώσεις σε μένα και θέλει να με
παντρευθή. Ο διδάσκαλος Παγγλώσσης μούπε πολλές φορές, πως οι
άνθρωποι είναι ίσοι και ασφαλώς θα την παντρευτώ.
— Αυτό θα το ιδούμε, κατεργάρη, του είπε ο Ιησουίτης βαρώνος του
Τούντερ-τεν-τρόνκ και συγχρόνως τούδωσε μια δυνατή χτυπιά με το
πλατύ μέρος του σπαθιού του πάνω στο πρόσωπο. Ο Αγαθούλης την ίδια
στιγμή τραβά το δικό του και το μπήγει ως το μανίκι μέσα στην κοιλιά
του βαρώνου Ιησουίτη.
— Θεέ μου! είπε, σκότωσα τον παλιό μου κύριο, το φίλο μου, τον
κουνιάδο μου! Είμαι ο καλύτερος άνθρωπος του κόσμου και να που έχω
σκοτώσει ως τώρα τρεις ανθρώπους· και μέσα σ' αυτούς τους τρεις οι
δύο είναι παπάδες.
Ο Κακαμπός, που φύλαγε σκοπός στην είσοδο της φυλλωσιάς έτρεξε μέσα.
— Δε μας μένει άλλο από το να πουλήσουμε ακριβά τη ζωή μας, τούπε ο
αφέντης του. Θα μπούνε, χωρίς αμφιβολία, στη φυλλωσιά· πρέπει να
πεθάνουμε με τα όπλα στο χέρι.
Ο Κακαμπός πούχε δη πολλά τέτια, δεν τάχασε καθόλου. Πήρε το ράσο
του Ιησουίτη, μα όπως του τόβγαζε, άρχισε να κλαίη. Αλλοίμονο! ό,τι
φορούσε ο βαρώνος, το φόρεσε του Αγαθούλη, τούδοσε τον τετράγωνο
σκούφο του σκοτωμένου και τον ανέβασε στο άλογο. Όλ' αυτά γίνανε σ'
ένα λεφτό.
— Τώρα δρόμο! αφέντη μου· όλοι θα σας πάρουνε για Ιησουίτη, που
πάει να δώση διαταγές· και θα περάσουμε τα σύνορα πριν μπορέσουνε να
τρέξουνε κατόπι μας.
Πετούσε, λέγοντας αυτά, και φώναζε ισπανικά!
— Τόπο, τόπο στον αιδεσιμώτατο πάτερ ταγματάρχη!