&Πώς δεχτήκανε τον Αγαθούλη και τον Κακαμπό οι Ιησουΐτες της
Παραγουάης&
Ο Αγαθούλης είχε φέρει μαζί του από τα Γάδειρα έναν υπηρέτη, που
όμοιοι του βρίσκονται πολλοί στις αχτές της Ισπανίας και στις
αποικίες. Ήτανε κατά το ένα τέταρτο ισπανός, γιος ενός μιγάδα από το
Τουκουμάν. Είχε κάνει ψάλτης, νεωκόρος, ναύτης, καλόγερος διανομέας,
στρατιώτης, λακές. Ονομαζότανε Κακαμπός κι' αγαπούσε πολύ τον κύριό
του, γιατί ο κύριος του ήταν υπερβολικά καλός άνθρωπος. Σέλλωσε όσο
μπορούσε γρηγορώτερα τα δυο ανδαλούσια άλογα.
— Εμπρός, κύριέ μου, ας ακολουθήσαμε τη συμβουλή της γριάς, ας
φύγομε κι' ας τρέχομε δίχως να κυττάμε πίσω μας.
Ο Αγαθούλης έκλαψε:
— Ω αγαπημένη μου Κυνεγόνδη! Πρέπει να σ' εγκαταλείψω την ώρα, που
ο κύριος Κυβερνήτης επρόκειτο να μας στεφανώση! Κυνεγόνδη, φερμένη
από τόσο μακρυά, τι θ' απογίνης;
— Θα γίνη ότι μπορεί, είπεν ο Κακαμπός. Οι γυναίκες δεν χάνονται
ποτές. Ο Θεός τις φροντίζει. Δρόμο.
— Πού με πάς; Πού πάμε; Τι θα κάνουμε χωρίς την Κυνεγόνδη; έλεγεν ο
Αγαθούλης;
— Στ' όνομα του Αγίου Ιακώβου της Κομποστέλλας, είπεν ο Κακαμπός,
έως τώρα πηγαίνατε να πολεμήσετε τους Ιησουίτες· ας πάμε τώρα να
πολεμήσουμε γι' αυτούς. Ξέρω καλά τους δρόμους, θα σας φέρω στο
βασίλειό τους, θα καταγοητευθούν αποχτώντας ένα λοχαγό, που ξέρει τα
βουλγαρικά γυμνάσια. Θα κάμετε τεράστια περιουσία. Όταν κανείς δεν
έχει τύχη σ' ένα κόσμο, την βρίσκει σ' άλλονε. Είναι μεγάλη ηδονή να
βλέπει κανείς και να κάμνη νέα πράγματα.
— Έχεις λοιπόν πάει στην Παραγουάη; είπεν ο Αγαθούλης.
— Ε! βέβαια, είπεν ο Κακαμπός. Έκαμα επιστάτης στο κολλέγιο της
Ανάληψης και ξέρω τη διοίκηση των λος πάδρες, όπως ξέρω τα σοκάκια
των Γαδείρων. Είναι κάτι θαυμάσιο αυτή η διοίκηση. Το βασίλειο έχει
κόρα πιότερο από τριακόσες λεύγες διάμετρο· είναι διαιρεμένο σε
τριάντα επαρχίες. Οι λος πάδρες τάχουν όλα κι' ο λαός τίποτε: είναι
το αριστούργημα της λογικής και της δικαιοσύνης. Όσο για μένα δε
βρίσκω τίποτες θειότερο από τους λος πάδρες, που εδώ μεν πολεμούνε
το βασιλέα της Ισπανίας και το βασιλέα της Πορτογαλλίας, αλλά στην
Ευρώπη είναι μαζί τους: που σκοτώνουν εδώ τους Ισπανούς, αλλά στη
Μαδρίτη τους αποστέλλουν στους ουρανούς. Αυτό μ' ενθουσιάζει.
Προχωρούμε: θα γίνετε ο πιο ευτυχισμένος από όλους τους ανθρώπους.
Τι ευχαρίστηση θα λάβουν οι λος πάδρες, όταν μάθουνε, πως τους
έρχεται ένας λοχαγός, που ξέρει τα βουλγαρικά γυμνάσια!
Όταν φτάσανε στα πρώτα φυλάκια, ο Κακαμπός είπε στο φρουρό, ότι ένας
λοχαγός ζητούσε να μιλήση στον κύριο διοικητή. Πήγανε να
ειδοποιήσουνε τη μεγάλη φρουρά. Ένας αξιωματικός Παραγουαϊάνος
έτρεξε στον διοικητή να του μεταδώσει την είδηση. Τον Αγαθούλη και
τον Κακαμπό πρώτα πρώτα τους αφόπλισαν· τους πήρανε τα δυο τους
ανδαλούσια άλογα. Έπειτα τους οδήγησαν ανάμεσα σε δυο σειρές
στρατιώτες. Ο διοικητής στέκεται στην μιαν άκρη με τον τρικέρατο
σκούφο στο κεφάλι, με το ράσο ανασηκωμένο, το σπαθί στο πλευρό, το
κοντάρι στο χέρι. Έκαμε ένα σημείο· αμέσως εικοσιτέσσερις στρατιώτες
περικυκλώνουν τους δυο ξένους. Ένας λοχίας τους λέγει, πως πρέπει να
περιμένουνε, πως ο διοικητής δε μπορεί να τους μιλήση, πως ο
αιδεσιμώτατος πατήρ της επαρχίας δεν επιτρέπει σε κανέναν Ισπανό ν'
ανοίξη το στόμα του, παρά μόνο επί παρουσία του και να μείνη
περισσότερο από τρεις ώρες στον τόπο.
—Και πού είναι ο αιδεσιμώτατος πατήρ της επαρχίας; είπεν ο Κακαμπός.
—Είναι στην παράταξη, αφού λειτούργησε, απάντησε ο λοχίας και δε
μπορείτε να φιλήσετε τα σπιρούνια του παρά σε τρεις ώρες.
—Αλλά, είπεν ο Κακαμπός, ο κύριος λοχαγός, που πεθαίνει της πείνας,
όπως κ' εγώ, δεν είναι ισπανός, είναι Γερμανός. Δεν μπορούμε να
γευματίσουμε περιμένοντας την αιδεσιμότητά του;
Ο λοχίας έτρεξε αμέσως να μεταδώση αυτή την πληροφορία στο διοικητή.
—Ευλογητός ο Θεός! φώναξε· αφού είναι γερμανός, μπορώ να του μιλήσω.
Ας τον φέρουνε στη φυλλωσιά μου. Αμέσως φέρνουνε τον Αγαθούλη σ' ένα
κιόσκι με κολόννες από πράσινο και χρυσό μάρμαρο και με καφάσια,
πούχανε μέσα παπαγάλους, κολύβρια, φραγκόκοττες κι' όλα τα
σπανιώτερα πουλιά. Ένα θαυμάσιο γεύμα ήτανε ετοιμασμένο μέσα σε
χρυσά πιάτα· κ' ενώ οι Παραγουιανοί τρώγανε καλαμπόκι μέσα σε ξύλινα
πινάκια στον ανοιχτό κάμπο, μέσα στη κάψα του ήλιου, ο αιδεσιμώτατος
πατήρ διοικητής μπήκε στη φυλλωσιά.
Ήταν ένα πολύ ωραίο παλληκάρι, με γεμάτο πρόσωπο, πολύ λευκό,
πλούσιο σε χρώματα, με τα φρύδια καμαρωτά, το μάτι ζωηρό, το αυτί
ρόδινο, τα χείλη κόκκινα, το ύφος περήφανο, αλλά μια περηφάνεια ούτε
ισπανική ούτε ιησουιτική. Ξαναδώσανε τα όπλα στον Αγαθούλη και στον
Κακαμπό πού τους τάχανε πάρει, καθώς και τα δυό ανδαλούσια άλογα. Ο
Κακαμπός τους έβαλε να φάνε βρώμη κοντά στη φυλλωσιά, έχοντας πάντα
τα μάτια του σ' αυτά από φόβο κανενός ξαφνικού.
Ο Αγαθούλης φίλησε τον ποδόγυρο του ράσου του διοικητή και κατόπι
καθήσανε στα τραπέζι.
— Είστε λοιπόν Γερμανός; του είπε Γερμανικά ο Ιησουίτης.
— Μάλιστα, αιδεσιμώτατε πάτερ, είπεν ο Αγαθούλης.
Κι' ο ένας κι' ο άλλος, προσφέροντας αυτές τις λέξεις, κυτταζόντανε
με μια υπέρτατη απορία και μια συγκίνηση, που δεν μπορούσανε να την
κρύψουν.
— Κι' από πιο μέρος της Γερμανίας είσαστε, τούπε ο Ιησουίτης.
— Από τη βρωμοεπαρχία της Βεστφαλίας, είπεν ο Αγαθούλης. Γεννήθηκα
στον πύργο του Τούντερ-τεν-τρονκ.
— Ουρανέ! είναι δυνατόν, φώναξε ο διοικητής.
— Τι θαύμα! φώναξε ο Αγαθούλης.
— Είστε σεις; είπεν ο διοικητής.
— Αυτό δεν είναι δυνατό! είπε ο Αγαθούλης.
Πέφτουνε κ' οι δυο ανάσκελα· μετά αγκαλιάζονται, χύνουνε ποταμούς
δάκρυα.
— Πώς! είστε σεις λοιπόν, αιδεσιμώτατε πάτερ, ο αδερφός της ωραίας
Κυνεγόνδης! Σεις, που σας σκοτώσανε οι Βούλγαροι! Σεις ο γυιός του
κυρίου βαρώνου! Σεις Ιησουίτης στην Παραγουάη! Πρέπει να
ομολογήσουμε πως αυτός ο κόσμος είναι παράξενο πράγμα! Ω! Παγγλώση!
Παγγλώση! πώς θα χαιρόσουν, αν δεν είχες κρεμαστή!
Ο διοικητής διάταξε να τραβηχτούν οι νέγροι σκλάβοι και οι
Παραγουιανοί, που σερβίριζαν κρασί μέσα σε ποτήρια από ορυχτό
κρύσταλλο. Ευχαρίστησε χίλιες φορές το Θεό και τον Άγιο Ιγνάτιο·
έσφιγγε τον Αγαθούλη μέσα στην αγκαλιά του· τα πρόσωπά τους ήτανε
λουσμένα στα δάκρυα.
— Θα ξαφνιζόσαστε πολύ περισσότερο, θα συγκινόσαστε περισσότερο και
θα γινόσαστε πιο τρελλός από χαρά, είπε ο Αγαθούλης, αν σας έλεγα,
πως η δεσποινίς Κυνεγόνδη, η αδερφή σας, που τη θεωρείτε
ξεκοιλιασμένη, είναι όλη υγεία!
— Πού;
— Εδώ κοντά, στου κυρίου Κυβερνήτη του Μπουένος Άυρες κ' ερχόμουν
να σας πολεμήσω.
Κάθε λέξη που λέγανε σ' αυτή τη συνδιάλεξη, πρόσθετε θαύμα στο
θαύμα. Η ψυχή τους ολόκληρη πετούσε πάνω στη γλώσσα τους, άκουε μέσα
στ' αυτιά τους και σπιθοβολούσε στα μάτια τους. Κι' όπως ήσαν
Γερμανοί, μείνανε πολύ στο τραπέζι, περιμένοντας τον αιδεσιμώτατο
πατέρα της επαρχίας. Κι' ο διοικητής μίλησε ως εξής τον αγαπημένο
του Αγαθούλη.