ΚΕΦΑΛΑΙΟ XIII.

&Πώς ο Αγαθούλης αναγκάστηκε να χωριστή από την ωραία Κυνεγόνδη κι'

από τη γριά.&

Η ωραία Κυνεγόνδη, αφού άκουσε την ιστορία της γριάς, της έκαμε όλες

τις φιλοφρονήσεις, που οφείλονται σ' ένα πρόσωπο της σειράς της και

της αξίας της. Δέχτηκε την πρόταση· παρακάλεσε όλους τους επιβάτες,

τον ένα μετά τον άλλο, να της διηγηθούνε τη ζωή τους. Ο Αγαθούλης

και κείνη ομολογήσανε, πως η γριά είχε δίκιο.

— Είναι μεγάλη ατυχία, έλεγεν ο Αγαθούλης, που ο σοφός Παγγλώσσης

κρεμάστηκε παρά το έθιμο σ' ένα άουτο-ντα-φε. Θα μας έλεγε θαυμάσια

πράγματα για το φυσικό και ηθικό κακό, που σκεπάζουνε τη γη και θα

ένοιωθα αρκετές δυνάμεις για να τολμούσα να του φέρω με πολύ σεβασμό

μερικές αντιρρήσεις.

Ενώ καθένας διηγότανε την ιστορία του, το πλοίο προχωρούσε.

Προσεγγίσανε στο Βουένος-Άυρες. Η Κυνεγόνδη, ο λοχαγός Αγαθούλης κ'

η γριά πήγανε στον Κυβερνήτη Ντ' Ιμπαράα, υ Φιγγουέρα, υ Μασκαρένες,

υ Λαμπούρδος, υ Σούζα. Αυτός ο κύριος είχε μιαν αλαζονεία ανάλογη με

τα τόσα του ονόματα. Μιλούσε στους ανθρώπους με την ευγενικώτερη

περιφρόνηση, σηκώνοντας τη μύτη τόσο ψηλά, υψώνοντας τόσο ανελέητα

τη φωνή του, παίρνοντας έναν τόνο τόσο επιβλητικό, προσποιούμενος

ένα βάδισμα τόσο αγέρωχο, που όσοι τόνε χαιρετούσαν αισθανόντανε τη

διάθεση να τονε δείρουν. Αγαπούσε τις γυναίκες μανιακά. Η Κυνεγόνδη

του φάνηκε το ωραιότερο πράγμα, που είδε στη ζωή του. Το πρώτο, που

έκαμε, ήτανε να ρωτήση, αν ήτανε γυναίκα του λοχαγού. Το ύφος με το

οποίον έκαμε την ερώτηση αυτή, ανησύχησε τον Αγαθούλη. Δεν τόλμησε

να πη, πως ήτανε γυναίκα του, γιατί πραγματικά δεν ήτανε· δεν

τόλμησε να πη, πως ήταν αδερφή του, γιατί επίσης δεν ήτανε. Και αν

και αυτό το ασήμαντο ψέμα ήταν κάποτε πολύ της μόδας στους παλαιούς

και μπορούσε νάναι ωφέλιμο και στους νεώτερους, η ψυχή του ωστόσο

ήτανε πολύ καθαρή, ώστε να μη προδώση την αλήθεια.

— Η Δεσποινίς Κυνεγόνδη, είπε πρόκειται να μου κάνη την τιμή να με

παντρευτή και παρακαλούμε την εξοχότητά σας να ευαρεστηθή να μάς

στεφανώση.

Ο Δον Φερνάδος ντ' Ιμπαράα, υ Φιγγουόρα, υ Μασκαρένες, υ Λαμπούρδος,

υ Σούζα, στρίβοντας το μουστάκι, μειδίασε πικρά και διάταξε τον

λοχαγόν Αγαθούλη να πάη να επιθεωρήση το λόχο του. Ο Αγαθούλης

υπάκουσε. Ο κυβερνήτης έμεινε με τη δεσποινίδα Κυνεγόνδη. Της

εξέφρασε το πάθος του, τη διαβεβαίωσε, πως αύριο θα την πατρευότανε

ενώπιον της Εκκλησίας, ή αλλέως, όπως θα ήτανε ευχαριστότερο στα

θέλγητρά της. Η Κυνεγόνδη του ζήτησε ένα τέταρτο της ώρας να

συνέρθη, να συμβουλευτή τη γριά κ' αποφασίση.

Η γριά είπε στην Κυνεγόνδη:

— Δεσποινίς· έχετε εβδομήντα δυο γενιές κι' ούτε ένα όβολο. Από σας

εξαρτάται να γίνετε η γυναίκα του μεγαλύτερου άρχοντα της Νότιας

Αμερικής, ο οποίος έχει ένα πολύ ωραίο μουστάκι. Μέσα σε τόσους

κινδύνους δοκιμάστηκε η ερωτική σας πίστη· έχετε βιασθή από τους

βουλγάρους, ένας Εβραίος κ' ένας Ιεροξεταστής απόλαυσαν τις χάρες

σας. Οι δυστυχίες δίνουνε δικαιώματα. Ομολογώ, πως αν ήμουνα στη

θέση σας, δε θάχα κανένα δισταγμό να παντρευτώ τον κύριο Κυβερνήτη

και να κάμω πλούσιο τον κύριο λοχαγόν Αγαθούλη.

Ενώ η γριά μιλούσε μ' όλη τη φρόνηση, που η ηλικία και η πείρα

δίνουν, βλέπουνε να μπαίνη ένα μικρό καΐκι στο λιμάνι· έφερνε ένα

δικαστή και αστυνόμους· να τι είχε συμβή.

Η γρηά είχε καλά μαντέψει, πως ήταν ένας κορδελιέρος με τα

φαρδομάνικα, πούκλεψε τα χρήματα και τα κοσμήματα της Κυνεγόνδης

στην πόλη Βαλδαγιός, όταν φεύγανε βιαστικά με τον Αγαθούλη. Αυτός ο

καλόγερος θέλησε να πουλήση μερικά πετράδια σ' έναν έμπορο. Ο

έμπορος ταναγνώρισε, πως ήτανε του μεγάλου Ιεροξεταστή. Ο

κορδελλιέρος, πριν τον κρεμάσουνε, μολόγησε, από πού τάχε κλέψει·

υπέδειξε τα πρόσωπα και το δρόμο πούχανε πάρει. Η φυγή της

Κυνεγόνδης και του Αγαθούλη έγινε πια γνωστή. Τους κυνήγησαν ως τα

Γάδειρα· στείλανε, χωρίς να χάνουνε καιρό, ένα πλοίο κατόπι τους. Το

πλοίο είχε φτάσει τώρα στο λιμάνι του Βουένος-Άυρες. Αμέσως

διαδόθηκε η φήμη, πως ένας αλκάδης είχε αποβιβασθή και πως

κυνηγούσανε το δολοφόνο του σεβασμιώτατου Αρχιεροξεταστή. Η συνετή

γριά είδε αμέσως τι έπρεπε να κάμουν.

— Δε μπορείται να φύγετε, είπε στην Κυνεγόνδη, και δεν έχετε τίποτε

να φοβηθήτε· δεν σκοτώσατε σεις το σεβασμιώτατο· άλλως τε ο κύριος

Κυβερνήτης που σας αγαπά, δε θ' αφήση να σας κακομεταχειριστούν.

Μείνετε.

Τρέχει αμέσως στον Αγαθούλη.

— Φύγετε, του λέγει, ή σε μια ώρα θα σας ψήσουνε στη φωτιά. Δεν

έχετε στιγμή να χάνετε.

Αλλά πώς να χωριστή από την Κυνεγόνδη και πού να καταφύγη;

Ο Αγαθούλης · 第 12 / 28 题