ΚΕΦΑΛΑΙΟ XI.

&Ιστορία της Γριάς&

Δεν είχα πάντα τα μάτια θαμπά και κόκκινα ολογύρω. Η μύτη του δεν

άγγιζε πάντα το πηγούνι μου και δεν ήμουνα πάντα υπηρέτρια. Είμαι η

κόρη του πάπα Ουρβανού Χ και της πριγκιπέσσας Παλεστρίνα. Μ'

ανάθρεψαν ως τα δεκατέσσερά μου χρόνια μέσα σ' ένα παλάτι, που

μπροστά του όλοι οι πύργοι των Γερμανών βαρώνων σας δε θα μπορούσανε

να χρησιμέψουν ούτε για σταύλοι. Κ' ένα μου μονάχα φουστάνι κόστιζε

περισσότερο απ' όλα τα πλούτη της Βεστφαλίας. Μεγάλωνα σε ομορφιά,

χάρες, ταλέντα μέσα σε απολαύσεις, σεβασμούς κ' ελπίδες. Άρχισα να

εμπνέω έρωτα. Το στήθος μου έδενε· και τι στήθος! Λευκό, στερεό,

φκιασμένο σαν της Αφροδίτης των Μεδίκων. Και τι μάτια! τι βλέφαρα!

τι τσίνορα μαύρα! Τι φλόγες καίγανε μέσα στις κόρες των ματιών μου

και σβήνανε την αχτιδοβολιά των άστρων, όπως μου λέγαν οι ποιητές

του τόπου. Οι γυναίκες, που με ντύνανε και με ξεντύνανε πέφτανε σ'

έκσταση κυττάζοντάς με από μπροστά κι' από πίσω.

Αρραβωνιάστηκα μ' έναν πρίγκηπα της Μάσσα-Καρράρας. Τι Πρίγκηπας!

Τόσο ωραίος όσο κ' εγώ, καμωμένος από γλυκάδες και χάρες, λάμποντας

από πνεύμα και καίοντας από έρωτα. Τον αγαπούσα, όπως αγαπούν για

πρώτη φορά, ειδωλολατρικά, παράφορα, Οι γάμοι μας ετοιμαστήκαν·

ήτανε μια τελετή, μια μεγαλοπρέπεια ανάκουστη· γιορτές αμαξάδες,

όπερες-μπούφφες αδιάκοπες. Κι' όλη η Ιταλία μου έκαμε σοννέτα, που

κανένα δεν ήτανε της προκοπής. Άγγιζα τη στιγμή της ευδαιμονίας μου,

όταν μια γριά μαρκησία, που ήτανε πρώτα ερωμένη του πρίγκηπά μου,

τον προσκάλεσε σπίτι της να του προσφέρη σοκολάτα· πέθανε σε

λιγώτερο από δυο ώρες με τρομαχτικούς σπασμούς. Αλλά τούτο είναι

μηδαμινό. Η μητέρα μου πάνω στην απελπισία της και λιγώτερο λυπημένη

από μένα, θέλησε ν' απομακρυνθή για λίγον καιρό από έναν τόπο έτσι

καταραμένο. Είχε κάπιο πολύ ωραίο χτήμα κοντά στη Γαέτα.

Μπαρκαριστήκαμε σε μια ντόπια γαλέρα, κατάχρυση σαν την Άγια Τράπεζα

του Άγιου Πέτρου της Ρώμης. Και να ένας κορσάρος από τη Σάλη χύνεται

απάνω μας και μας διπλαρώνει· οι στρατιώτες μας αμυνθήκανε, σαν

στρατιώτες του πάπα: γονάτισαν όλοι τους κλαίοντας και ζητώντας από

τον κουρσάρο άφεση αμαρτιών, που δίνεται στους πεθαμένους.

Αμέσως τους γδύσανε τσιτσίδι σαν μαϊμούδες, καθώς και τη μητέρα μου,

τις κυρίες της τιμής και μένα. Είναι κάτι αξιοθαύμαστο η προσοχή με

την οποία αυτοί οι κύριοι γδύνουν τον κόσμο. Αλλ' ότι μ' εξέπληξε

περισσότερο ήτανε, που βάλανε σε όλους μας το δάχτυλο σ' ένα μέρος,

όπου μεις δεν αφήνομε συνήθως να μας βάλουν άλλο τίποτε από το

σερβιτσάλι. Αυτή η τελετή μου φάνηκε πολύ παράξενη: να πώς κρίνει

κανείς όλα, όταν δεν έχει βγει από τον τόπο του. Έμαθα αμέσως, πως

θέλανε να ιδούν, μήπως κρύψαμε κει τίποτε διαμάντια! Είναι έθιμο

καθιερωμένο από αμνημονεύτων χρόνων μεταξύ των πολιτισμένων λαών,

που διαπλέουν τις θάλασσες. Έμαθα, πως οι κύριοι καλόγεροι ιππότες

της Μάλτας δεν το παραλείπουν ποτέ, όταν πιάνουνε Τούρκους και

Τούρκισσες: είναι νόμος του διεθνούς δικαίου, που δεν παραβαίνεται

ποτές.

Δε θα σας πω, πόσο είναι σκληρό για μια νέα πριγκιπέσσα να τη

φέρνουνε σκλάβα στο Μαρόκο μαζί με τη μητέρα της: καταλαβαίνετε

καλά, τι τραβήξαμε μέσα στο μαροκινό καράβι! Η μητέρα μου ήτανε

ακόμη αρκετά όμορφη: οι κυρίες της τιμής, οι καμαριέρες μας είχαν

περισσότερα θέλγητρα απ' όσα μπορεί κανείς να βρη σ' όλη την Αφρική:

όσο για μένα ήμουνα θαμπωτική, ήμουνα η ίδια ομορφιά, η ίδια χάρη κ'

ήμουνα κορίτσι. Δεν έμεινα για πολύ. Αυτό το άνθος, που ήτανε

φυλαγμένο για τον ωραίο πρίγκιπα της Μάσσα-Καρράρας, μου πάρθηκε από

τον κουρσάρο καπετάνιο. Ήταν ένας απαίσιος νέγρος, που πίστευε

μάλιστα, πως μου κάμνει μεγάλη τιμή. Ασφαλώς έπρεπε νάχουμε η κυρία

Πριγκιπέσσα του Παλεστρίνα κ' εγώ πολύ δυνατή κράση για να

βαστάξουμε σε όσα πάθαμε ίσαμε να φτάξουμε στο Μαρόκο. Αλλ' ας τ'

αφήσομε. Είναι πράγματα τόσο συνειθισμένα, που δεν αξίζουνε τον κόπο

να τα διηγιέται κανείς.

Όταν εφτάσαμε, το Μαρόκο έπλεε μέσα στο αίμα. Πενήντα γιοι του

σουλτάνου Μουλέι-Ισμαήλ είχαν πόλεμο μεταξύ τους· πενήντα εμφύλιοι

πόλεμοι, μαύρων ενάντια σε μαύρους, μαύρων ενάντια σε μελαχροινούς,

μιγάδων ενάντια σε μιγάδες: ήταν ένα αδιάκοπο μακελειό σ' όλη την

έκταση της αυτοκρατορίας.

Μόλις ξεμπαρκαριστήκαμε, δυο μαύροι μιας φατρίας εχθρικής με τον

κορσάρο μας παρουσιαστήκανε να του πάρουν τη λεία του. Είμεθα μετά

τα διαμάντια και το χρυσάφι ό,τι είχε πολυτιμότερο. Βρέθηκα μάρτυρας

σε μια μάχη, που παρόμοια δεν έχετε στα δικά σας κλίματα της

Ευρώπης. Οι βόρειοι λαοί δεν έχουν το αίμα τόσο αψύ. Δεν έχουν τη

λύσσα για τις γυναίκες, που είναι κοινή σ' όλη την Αφρική. Θαρρείς,

πως οι Ευρωπαίοι σας έχουν γάλα στις φλέβες τους· βιτριόλι, φλόγα

τρέχει στις φλέβες των κατοίκων του Άτλαντος και των γειτονικών

μερών. Πολεμήσανε με τη μανία των λιονταριών, των τίγρηδων, των

φειδιών της χώρας τους, για το ποιος θα μας πάρη. Ένας Μαύρος άρπαξε

τη μητέρα μου από το δεξί μπράτσο· ο υπολοχαγός του καπετάνιου μου

την κρατούσε από το αριστερό· ένας μαύρος στρατιώτης την έπιασε από

τόνα πόδι, ένας από τους κουρσάρους την κρατούσε από τ' άλλο. Όλες

μας οι κοπέλλες βρεθήκανε σε μια στιγμή να τραβιόνται από τέσσερις

νομάτους. Ο καπετάνιος μου μ' έκρυβε από πίσω του. Κρατούσε το λάζο

στο χέρι και σκότωνε όποιον αντιστεκότανε στη λύσσα του. Τέλος είδα

όλες μας τις Ιταλίδες και τη μητέρα μου σκισμένες, σφαγμένες από τα

τέρατα, που τις διαμφισβητούσαν. Οι σκλάβοι, οι σύντροφοί μου, οι

κουρσάροι μας, στρατιώτες, ναύτες, μαύροι μελαχροινοί, άσπροι,

μιγάδες και τέλος ο καπετάνιος μου, όλοι σκοτωθήκανε κ' έμενα εγώ

ξεψυχώντας απάνω σ' ένα σωρό πτώματα. Παρόμοιες σκηνές γινόντανε,

καθώς όλοι ξέρουν, σε μιαν έκταση περισσότερη από τριακόσιες λεύγες

χωρίς να ποραλείπη κανένας εκεί τις πέντε προσευχές κάθε μέρα, που

διατάζει ο Μωάμεθ.

Με πολύν κόπο κατώρθωσα να βγω απ' αυτό το πλήθος των ματωμένων

πτωμάτων, που ήτανε σωρός, και σύρθηκα κάτου από μια πορτοκαλλιά

στην όχθη ενός γειτονικού ρυακιού. Έπεσα κει από την τρομάρα την

κούραση, τη φρίκη, την απελπισία, την πείνα. Σε λίγο οι καταβλημένες

μου αισθήσεις παραδοθήκανε σ' έναν ύπνο, που έμοιαζε περισσότερο με

λιποθυμία παρά με ανάπαυση. Ήμουνα σ' αυτήν την κατάσταση αδυναμίας

κ' αναισθησίας και ανάμεσα ζωής και θανάτου, όταν ένοιωσα να με

πλακώνει κάτι, που σάλευε απάνω στο σώμα μου. Άνοιξα τα μάτια κ'

είδα έναν άνθρωπον άσπρο, που αναστέναζε κ' έλεγε ανάμεσα στα δόντια

του. &Ω τι συφορά να μην έχης αρχ ....&

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΧΙΙ.

&Συνέχεια της Ιστορίας της γριάς.&

Ξαφνισμένη και χαρούμενη, που άκουσα τη γλώσσα της πατρίδας μου κι'

όχι λιγώτερο απορώντας για τα λόγια, που μουρμούριζε αυτός ο

άνθρωπος, του απάντησα, πως υπήρχανε μεγαλύτερες δυστυχίες απ' αυτήν

που παραπονιότανε. Του εξήγησα σε λίγες λέξεις τις φρικαλεότητες,

που είχα υποστή και ξανάπεσα λιπόθυμη. Μ' έφερε σ' ένα γειτονικό

σπίτι, μ' έβαλε στο κρεββάτι, μούδωσε να φάγω, με περιποιήθηκε, με

παρηγόρησε, μου έκαμε διάφορες κολακείες και μούπε πως δεν είδε

ποτές τίποτε τόσο ωραίο σαν κ' εμένα και πως ποτέ δε λυπήθηκε τόσο,

που έχασε αυτό, που κανείς δε μπορούσε να του το ξαναδώση.

— Γεννήθηκα στη Νεάπολη, μου είπε. Εκεί μουνουχίζουν δυο ως τρεις

χιλιάδες παιδιά το χρόνο· τα μισά πεθαίνουνε, τα μισά κάμνουν μια

φωνή ωραιότερη από των γυναικών κ' οι άλλοι γίνονται κυβερνήτες

κρατών. Μου κάμανε αυτή την εγχείρηση με πολύ μεγάλη επιτυχία κ'

έγινα ψάλτης, στο εκκλησάκι της κυρίας πριγκιπέσσας του Παλεστρίνα.

— Της μητέρας μου, έκραξα εγώ.

— Της μητέρας σας! φώναξε κλαίοντας. Πώς! Είσαστε σεις εκείνη η

μικρούλα πριγκηπέσσα, που την ανάθρεψα ως την ηλικία των έξη χρονών

και που φαινόταν από τότε, πως θα γινότανε τόσο ωραία, όσο είστε

σεις;

— Είμαι η ίδια! Η μητέρα μου τετρακόσια βήματα από δω, είναι

κομματάκια κάτου από ένα σωρό πτώματα.

Του διηγήθηκα, τι μας συνέβη. Μου διηγήθηκε επίσης τις περιπέτειές

του κ' έμαθα, πως τον είχε στείλει στο σουλτάνο του Μαρόκου μια

χριστιανική Δύναμη για να κλείση μ' αυτόν το μονάρχη συνθήκη, με την

οποίαν θα του προμηθεύανε μπαρούτι, κανόνια, καράβια κι' αυτός θα

βοηθούσε στο ξεπάτωμα του εμπορίου των άλλων χριστιανών. Η αποστολή

μου τέλειωσε, είπε ο έντιμος ευνούχος, Θα μπαρκαριστώ στην Κιούτα

και θα σας πάω πίσω στην Ιταλία. &Μα τι συφορά να μην έχης αρχίδ

....&

Τον ευχαρίστησα με δάκρυα όλο τρυφερότητα· αλλ' αντίς να με πάη στην

Ιταλία μ' έφερε στο Αλγέριο και με πούλησε στον μπέη αυτής της

χώρας. Μόλις είχα πουληθή, αυτή η πανούκλα, πούχε κάμει το γύρο της

Αφρικής, της Ασίας, της Ευρώπης, έπεσε στο Αλγέριο με μανία. Έχετε

δει σεισμούς· αλλά, δεσποινίς, πάθατε ποτές πανούκλα;

— Ποτές! απάντησε η βαρωνέσσα.

— Αν την παθαίνατε, επανάλαβε η γριά, θα ομολογούσατε, πως είναι

πολύ χειρότερη από ένα σεισμό.

Είναι πολύ συνειθισμένη στην Αφρική· κόλλησα. Φαντασθήτε, τι κατάρα

για την κόρη ενός πάπα, δεκαπέντε χρονών, που σε τρείς μήνες

δοκίμασε τη φτώχεια, τη σκλαβιά, εβιάστηκε σχεδόν κάθε μέρα, είδε

την μητέρα της κομμένην στα τέσσερα, δοκίμασε την πείνα και τον

πόλεμο και να πεθαίνη πανωλική στην Αφρική! Ωστόσο δεν πέθανα· αλλ'

ο ευνούχος μου κι' ο μπέης μου και σχεδόν όλο το σαράι πεθάνανε.

Όταν οι πρώτες καταστροφές αυτής της φριχτής πανούκλας περάσανε,

πουλήσανε τις σκλάβες του μπέη. Ένας έμπορος μ' αγόρασε και μ' έφερε

στο Τούνεζι. Με πούλησε σ' έναν άλλον έμπορο, που με ξαναπούλησε

στην Τρίπολη· από την Τρίπολη ξαναπουλήθηκα στην Αλεξάντρεια· από

την Αλεξάντρεια στη Σμύρνη· από τη Σμύρνη στην Πόλη. Τέλος με πήρε

ένας αγάς των γιανιτσάρων, που σε λίγο έλαβε διαταγή να πάη να

βοηθήση το Αζόφ, που το πολιορκούσαν οι Ρούσσοι.

Ο Αγάς, που ήταν άνθρωπος πολύ γαλάντης, πήρε μαζί του όλο το σαράι

του και μας τοποθέτησε σ' ένα μικρό φρούριο απάνω στη Μαιώτιδα

λίμνη, που το φυλάγανε δυο μαύροι ευνούχοι και είκοσι στρατιώτες.

Σκοτώσανε άφθονους Ρούσσους, μα μας το πληρώσανε καλά: Οι

γιανιτσάροι περάσανε το Αζόφ διά πυρός και σιδήρου χωρίς να

χαριστούν ούτε σε γένος ούτε σε ηλικία. Έμεινε μόνο το δικό μας

μικρό φρούριο. Οι εχθροί θελήσανε να μας πιάσουν με την πείνα. Οι

είκοσι γιανιτσάροι ωρκιστήκανε να μην παραδοθούνε ποτέ. Η έσχατη

πείνα στην οποία καταντήσανε τους ανάγκασε να φάνε τους δυο

ευνούχους μας από φόβο μην παραβιάσουν τον όρκο τους. Μετά είκοσι

μέρες αποφασίσανε να φάνε τις γυναίκες.

Είχαμε κάποιον ιμάμη πολύ ευσεβή και πολύ πονόψυχο, που τους έβγαλε

έναν ωραίο λόγο, με τον οποίον τους έπεισε να μη μας σκοτώσουν

ολότελα. Κόψτε, είπε μονάχα ένα κωλομέρι από κάθε κυρία, θα κάμετε

πολύ καλό τσιμπούσι. Αν χρειαστή να ξανακάνετε το ίδιο, θάχετε ακόμα

άλλα τόσα κωλομέρια σε λίγες μέρες. Ο ουρανός θα σας αναγνωρίση αυτή

τη φιλάνθρωπη πράξη και θα σας βοηθήση.

Είχε μεγάλην ευγλωττία· τους έπεισε: μας κάμανε αυτή τη φρικαλέα

εγχείρηση· ο ιμάμης μας έβαλε το ίδιο βάλσαμο, που βάζουν στα

παιδιά, που σουνετίζουν: όλες είμαστε του θανάτου.

Μόλις οι γιανιτσάροι είχαν τελειώσει το φαγί, που τους προμηθέψαμε,

κ' οι Ρούσσοι φτάνουν απάνω σε ανάβαθα καΐκια. Ούτε ένας γιανίτσαρος

δε γλύτωσε. Οι Ρώσσοι δε δώσανε καμμιά προσοχή στην κατάσταση, που

βρισκόμαστε! Υπάρχουν παντού χειρούργοι Γάλλοι: ένας απ' αυτούς, που

ήτανε πολύ ικανός, μας φρόντισε, μας θεράπεψε. Και θα θυμάμαι σ' όλη

μου τη ζωή, πως, όταν οι πληγές μου κλείσανε καλά, μούκανε

προτάσεις. Άλλωστε, είπε σε όλες μας να μας παρηγορήση. Μας

βεβαίωσε, πως σε πολλές πολιορκίες το ίδιο έχει συμβή και πως αυτό

ήτανε &ο νόμος του πολέμου.&

Όταν οι συντρόφισσες μου μπορέσανε να περπατήσουνε, τις πήγανε πεζές

ως τη Μόσχα. Βάλανε κλήρο κ' έπεσα σ' ένα βογιάρο, που μ' έκαμε

κηπουρό του, και μούδινε είκοσι καμουτσικιές την ημέρα. Αλλ' αυτός ο

Αφέντης μετά δύο χρόνια καταδικάστηκε στο θάνατο του τροχού μαζί με

άλλους τριάντα βογιάρους για κάποιαν αυλική ραδιουργία· δεν έχασα

την ευκαιρία· τόσκασα· πέρασα όλη τη Ρουσσία· έγινα πολύν καιρό

υπηρέτρια σε μια ταβέρνα της Ρίγας, κατόπι στο Ροστόκ, στο Βίσμαρ,

στη Λειψία, στην Κάσσελ, στην Ουτρέχτη, στη Λεΰδη, στη Χάγη, στη

Ρότερνταμ: γέρασα μέσα στην αθλιότητα και το όνειδος, έχοντας τον

μισό μονάχα πισινό μου, θυμούμενη πάντα, πως ήμουνα κόρη ενός πάπα.

Θέλησα εκατό φορές να σκοτωθώ, αλλ' αγαπούσα ακόμα τη ζωή. Αυτή η

γελοία αδυναμία είναι ίσως ένα από τα πιο απαίσια μας ένστιχτα·

διότι, τι υπάρχει πιο ανόητο από το να κουβαλούμε διαρκώς ένα βάρος,

που θέλομε πάντα να το ρίξομε από πάνω μας; να μας κάνη φρίκη η

ύπαρξη μας κι' όμως να τη διατηρούμε; τέλος να χαηδεύομε το φίδι,

που μας τρώγει, όσο που να μας φάγη ολότελα την καρδιά;

Είδα στους τόπους, που η μοίρα μ' έκαμε να περάσω, και στις ταβέρνες

που δούλεψα, έναν άπειρο αριθμό προσώπων, που μισούσανε την ύπαρξή

τους· αλλ' είδα μονάχα δώδεκα, που δώσανε θεληματικά τέλος στη

δυστυχία τους, τρεις νέγρους, τέσσερις εγγλέζους, τέσσερις από τη

Γενεύη κ' ένα γερμανό καθηγητή, ονομαζόμενο Ρόμπεκ. Στο τέλος έγινα

υπηρέτρια του δον Ισσάχαρ· μ' έβαλε σε σας, ωραία μου δεσποινίς.

Αφωσιώθηκα στη μοίρα σας κι' απασχολήθηκα περισσότερο για τις δικές

σας δυστυχίες παρά για τις δικές μου. Δε θα σας μιλούσα μάλιστα

ποτές για τα δεινοπαθήματά μου, αν δεν μ' είχατε πειράξει λιγάκι κι'

αν δεν ήτανε συνήθεια, μέσα στο πλοίο, να διηγούνται οι άνθρωποι

ιστορίες για να σκοτώνουν την ανία. Τέλος, δεσποινίς, έχω πείρα,

ξέρω τον κόσμο· λάβετε την ευχαρίστηση να παρακαλέσετε κάθε επιβάτη

να σας διηγηθή την ιστορία του κι' αν ευρεθή ένας, που να μην έχη

συχνά καταραστή τη ζωή του, που να μην είπε συχνά μέσα του, πως είνε

ο δυστυχέστερος των ανθρώπων, ρίξτε με στη θάλασσα με το κεφάλι

κάτου.

Ο Αγαθούλης · 第 11 / 28 题