εν τέλει, εσκέφθησαν ότι ώφειλον να εκλέξωσι τοποτηρητήν της
αυτοκρατορίας, άνδρα ακμαίον και ικανόν, ως τοιούτον δε έκριναν
τον Μιχαήλ Κομνηνόν, υιόν του Ανδρονίκου Παλαιολόγου και μέγαν
δομέστικον όντα. Τούτον λοιπόν περιβαλόντες το πρώτον δι'
αξιώματος δεσποτικού, μικρόν μετά ταύτα και αυτοκράτορα
ανηγόρευσαν, του πατριάρχου Αρσενίου στέψαντος αυτόν κατά
Ιανουάριον του 1260 εν Νικαία. Αλλ' ενώ οι Γραικοί
αυτοκράτορες, ανακτώντες τας επαρχίας των, διεδέχοντο αλλήλους,
τι συνέβαιναν εν Κωνσταντινουπόλει; Τι έπραττεν ο Βαλδουίνος;
(202)
Ο τον Πάπαν Ιννοκέντιον διαδεξάμενος Αλέξανδρος Δ'. αναβαίνων
επί τον παπικόν θρόνον δεν ελησμόνησε τας υπέρ ενώσεως των δύο
εκκλησιών και τας υπέρ του Βαλδουίνου προσπαθείας του
προκατόχου αυτού. Ενώ λοιπόν αφ' ενός εξελιπάρει την Ευρώπην να
συνδράμη την καταρρέουσαν Φραγκικήν αυτοκρατορίαν, αφ' ετέρου
έπεμπε προς τον Θεόδωρον τον επίσκοπον Ορβιέτου όπως προτρέψη
αυτόν εις την ένωσιν. Ο Θεόδωρος απησχολημένος ων κατά το βραχύ
διάστημα της βασιλείας του εις τον προς τους Βουλγάρους
πόλεμον, ουδεμίαν προσοχήν παρέσχεν εις τους λόγους του
επισκόπου εκείνου, διά την αυτήν δε αιτίαν ουδέ εις ρήξιν ήλθε
προς τους Φράγκους· αλλ' αι επιδρομαί και αι λεηλασίαι άς οι
Γραικοί εποιούντο εις τας χώρας εκείνων, εις τοσαύτην έκπτωσιν
κατήντησαν την Κωνσταντινούπολιν, ώστε ο πατριάρχης αυτής
Ιουστινιάνης, πάσχων δεινήν ένδειαν ηναγκάσθη να γράψη προς τον
Πάπαν όπως επικαλεσθή την συνδρομήν του· εκείνος δε κατά
Ιούλιον του 1257 διέταξε τους επισκόπους του Μωρέως να πέμψωσι
βοηθείας προς τον πειναλέον πατριάρχην. Το γεγονός τούτο
δεικνύει άριστα την οικτράν κατάστασιν, εις ήν διετέλει η εν τη
Ανατολή Φραγκική δυναστεία (203).
Ο Βαλδουίνος βλέπων εκ Κωνσταντινουπόλεως τα εν Νικαία
επισυμβαίνοντα ουδέ τα μέσα, ουδέ την τόλμην εκέκτητο όπως
επωφεληθή εξ αυτών. Ενόμισε δε ότι ο Μιχαήλ αυτοκράτωρ
αναγορευθείς και έχων πλείστους παρ' εαυτώ αντιζήλους, ήθελε
προτιμήσει την μετά των γειτόνων του ειρήνην μάλλον ή τον
πόλεμον. Πέμψας λοιπόν προς αυτόν πρέσβεις τω συνεχάρη διά την
επί τον θρόνον ανάβασίν του, και τω υπέβαλε προτάσεις
παραλόγους, άς μόνον νικητής προς ηττηθέντα εδικαιούτο να
προτείνη· διότι εζήτησε παρά του Μιχαήλ την εις αυτόν
παραχώρησιν της Θεσσαλονίκης και απάσης της Μακεδονίας και
Θράκης μέχρι Κωνσταντινουπόλεως. Ο αυτοκράτωρ ακούσας τας
τοιαύτας παραλόγους απαιτήσεις των Φράγκων, μετά σαρκασμού
απήντησε προς τους πρέσβεις του Βαλδουίνου, ειπών· «Η
Θεσσαλονίκη είνε σχεδόν πατρίς μου, διότι εκεί ηγεμόνευεν ο
εμός πατήρ, όστις, ως οίδατε, ην μέγας δομέστικος, εκεί
απεβίωσε και εκεί ετάφη· πώς λοιπόν είνε δυνατόν να δώσω την
πόλιν ταύτην;» οι πρέσβεις μη εννοήσαντες τον σαρκασμόν,
υπέλαβον· «Λοιπόν τότε δος ημίν, ω βασιλεύ, την πόλιν των
Σερρών μέχρι της Κωνσταντινουπόλεως.» Ο δε βασιλεύς απεκρίθη
προς ταύτα· «Και πάλιν δεν μου ζητείτε μικρόν πράγμα, διότι η
ηγεμονεία μου ήρξατο από της πόλεως εκείνης, ής ήμην στρατηγός,
επομένως αγαπώ τας Σέρρας ως ετέραν πατρίδα μου, ώστε ουδέ την
πόλιν ταύτην δύναμαι να δώσω.» «Έστω, αντείπον οι πρέσβεις, δος
ημίν τουλάχιστον τα εκ Βολερού μέχρις ημών.» «Αλλ' ουδ' αυτά
δύναμαι να δώσω, απεκρίθη ο αυτοκράτωρ, διότι πολλάκις, εκεί
εθήρευσα και εγενόμην επιτήδειος κυνηγός, άλλως τε ο τόπος
αυτός μοι αρέσκει διότι έχει πολλήν θήραν και επιθυμώ ενίοτε να
φοιτώ προς κυνήγιον εν αυτώ.» Βλέποντες τέλος οι πρέσβεις την
άρνησιν του βασιλέως, τω είπον. «Λοιπόν τι δώσεις ημίν;»
Αποκριθείς δε προς ταύτα εκείνος, υπέλαβεν, «Εγώ μεν ουδέν δώσω
ημίν· σεις όμως αν θέλητε την μετ' εμού ειρήνην πρέπει να μοι
πληρώνητε φόρον ίσον προς το ποσόν, όπερ καρπούσθε εκ του
εμπορίου της Κωνσταντινουπόλεως. Αν συγκατατίθησθε εις τούτο,
καλώς· τουναντίον, ετοιμάσθητε εις πόλεμον (και γνωρίζετε, αφ'
ότου είχον την ηγεμονείαν της Βιθυνίας και Ταρσίας, πώς πολεμώ
εγώ) ο δε Θεός θέλει αποφασίσει περί της νίκης.» Τοιουτοτρόπως
καταισχυνθέντες οι των Λατίνων πρέσβει επέστρεψαν άπρακτοι εις
Κωνσταντινούπολιν (204). Πριν ή πραγματοποιήση την απειλήν
αυτού ταύτην ο Μιχαήλ εξαπέστειλε δυνάμεις υπό τον αδελφόν
αυτού Ιωάννην Παλαιολόγον και άλλους στρατηγούς κατά του
ομωνύμου αυτώ δεσπότου της Ηπείρους όστις βλέπων αφ' ενός μεν
την ασθένειαν του Βαλδουίνου, αφ' ετέρου δε την ταραχώδη και
ανώμαλον κατάστασιν της αυτοκρατορίας της Νικαίας, επαιρόμενος
δε εις την συμμαχίαν των δύο γαμβρών αυτού Μαμφρέδου του
Βασιλέως της Σικελίας, και Γουλλιέλμου του πρίγγιπος Αχαΐας και
Μωρέως, συνέλαβε την ελπίδα να γείνη αυτοκράτωρ, κυριεύων
πρώτον μεν διαφόρους χώρας του αυτοκράτορος της Νικαίας, είτα
δε και αυτήν την Κωνσταντινούπολιν. Συμπλακέντων δε των δύο
εχθρικών στρατών εν Αχριδώ, ο δεσπότης της Ηπείρου ηττήθη κατά
κράτος, και συνεπεία της ήττης ταύτης άπασα σχεδόν η Θεσσαλία
περιήλθεν εις την εξουσίαν του αυτοκράτορος, αιχμαλωτισθέντος
κατά την μάχην ταύτην και του πρίγγιπος της Αχαΐας (205).
Ο Μιχαήλ Παλαιολόγος μετά την αποβίωσιν του δεσπότου της
Ηπείρου, έστρεψεν άπασαν αυτού την προσοχήν προς την
Κωνσταντινούπολιν, μελετών να εκδιώξη εξ αυτής τους Φράγκους,
διότι ενόσω δεν εγίνετο κύριος της περιφήμου εκείνης πόλεως, εν
ή προ χιλίων ήδη ετών οι αυτοκράτορες είχον στήσει τον θρόνον
των, ενόμιζεν ότι ήτο απλούς ηγεμονίσκος και μηδέν περιπλέον.
Ανερρίπιζε δε τας ελπίδας του η μεγίστη παραλυσία, εις ήν
περιήλθον οι Φράγκοι, και τον αρχικόν αυτών χαρακτήρα
αποβαλόντες, και των πάντων έλλειψιν υφιστάμενοι. Ο Βαλδουίνος
όστις είχε διανύσει τον βίον επαιτών συνδρομάς παρά των
ηγεμόνων τας Ευρώπης, ουδέ στρατόν εκέκτητο πλέον, ουδέ
χρήματα· εκ δε της αρχαίας λαμπρότητος της αυτοκρατορίας, δεν
τω έμενον άλλο τι ειμή υπέρογκα χρέη. Όπως δε επαρκέση εις τας
ανάγκας του οίκου του και των ολίγων στρατιωτών, οίτινες τω
απελείποντο προς φρούρησιν της πόλεως, υπεχρεώθη να λάβη τον
μόλυβδον των σκεπών των εκκλησιών και των ανακτόρων δια να κόψη
νόμισμα (206). Αι ζωοτροφίαι έλειπον, και όπως πορισθή ξυλείαν
προς θέρμανσιν, εδέησε να κρημνίση πολυαρίθμους οικίας ιδιωτών.
Εις τοσαύτην ενί λόγω ανάγκην περιήλθεν, ώστε ίνα λάβη χρήματα
παρά τινων Ενετών, ενεχυρίασε προς αυτούς τον μόνον υιόν του
Φίλιππον, όστις αποσταλείς εις Ενετίαν έμεινεν εκεί πολύν έτι
χρόνον και μετά την ανάκτησιν της Κωνσταντινουπόλεως υπό των
Γραικών (207).
Ο Μιχαήλ διελθών τον Ελλήσποντον εν Καλλιουπόλει, επιλάμψαντος
του έαρος του 1260, εβάδισε κατά της Κωνσταντινουπόλεως, αλλά
πριν ή προσβάλη αυτήν, ηθέλησε βαθμηδόν να κυριεύση τα έξωθεν
αυτής φρούρια, αρξάμενος από της Συλληβρίας, την οποίαν εν
βραχεί ήλωσεν. Τοιουτοτρόπως δε κύριος γενόμενος της πόλεως
εκείνης και πάντων των παρ' αυτή οχυρών θέσεων, διηυθύνθη προς
αυτήν την πρωτεύουσαν ουχί εις τα ίδια αυτού στρατεύματα
θαρρών, αλλά εις τους λόγους του Ανσώ, δε-Τουσσή, όστις
αιχμαλωτισθείς μετά του Βιλαρδουίνου εν τη μάχη της Αχριδού,
ηλευθερώθη μετά πολλών δώρων, υποσχεθείς εις τον αυτοκράτορα να
παραδώση αυτώ την Κωνσταντινούπολιν άνευ αιματοχυσίας, διότι
είχε, καθ' ά έλεγε, τον οίκον αυτού επί των τειχών της πόλεως,
εις τρόπον ώστε ηδύνατο ευχερώς να τον εισαγάγη εντός. Ο Μιχαήλ
εξαπατηθείς υπό των υποσχέσεων τούτων, έπεμψε στρατόν ίνα
πολιορκήση τον Γαλατάν και απασχολήση εκεί όλας τας δυνάμεις
των πολεμίων, ενώ αυτός διά της προδοσίας του Ανσώ ήλπιζε να
εισέλθη εις Κωνσταντινούπολιν και γείνη κύριος αυτής. Κατά την
πολιορκίαν λοιπόν του Γαλατά πέμψας πρέσβεις προς τον Ανσώ τω
υπέμνησε τας υποσχέσεις του, και εζήτει την εκπλήρωσιν αυτών·
αλλ εκείνος, οτέ μεν διά τον ένα λόγον, οτέ δε διά τον άλλον,
απέφευγε τούτο. Επί τέλους δε ρίψας το προσωπείον είπεν ότι
ουδέν δύναται να πράξη, διότι ο βασιλεύς υποπτευθείς αυτόν, τον
επετήρει αυστηρώς. Ο Μιχαήλ γνους την απάτην του εξηκολούθησε
την πολιορκίαν του Γαλατά· αλλ' επειδή δεν είχε πλοία να
διακόψη την μεταξύ αυτού και της Κωνσταντινουπόλεως
συγκοινωνίαν, ηναγκάσθη να λύση την πολιορκίαν και ανακάμψη εις
Ασίαν. Καθ' οδόν δε όντι, τω εστάλησαν παρά του Βαλδουίνου
τρεις πρέσβεις ίνα τω ζητήσωσιν ειρήνην, την οποίαν όμως, κατά
τον Παχυμέρην, ηρνήθη, ενώ, κατά τον Ακροπολίτην, εδέχθη επί έν
έτος· όπως δε και αν έχη το πράγμα, η ειρήνη αύτη μικρόν
διήρκεσε (208).
Κατά την πολιορκίαν του Γαλατά, στρατιώται τινες, περιτρέχοντες
τας πεδιάδας, εισήλθον εις την εκκλησίαν του αγίου Ιωάννου του
Ευαγγελιστού, ήτις ερειπιωθείσα, κατέστη καταφύγιον ποιμνίων εν
ώρα χειμώνος· ενώ δε εθαύμαζον την διακρινομένην έτι του
οικοδομήματος καλλονήν, παρετήρησαν είς τινα γωνίαν σκελετόν
τινα καλώς προσηρμοσμένον, εις τας σιαγόνας του οποίου οι
ποιμένες εκ βεβήλου αστειότητος είχον θέσει αυλόν ποιμενικόν·
πλησιάσαντες δε ανέγνωσαν επί του τοίχου επίγραμμά τι εξ ού
κατεδείκνυτο ότι αυτός ην ο σκελετός του αυτοκράτορος Βασιλείου
του Βουλγαροκτόνου. Ο Μιχαήλ, πληροφορηθείς τούτο, πέμψας
παρέλαβε τον σκελετόν και καλύψας αυτόν διά πορφύρας τον
μετέφερεν εις Συλλήβριαν, ένθα τον έθαψεν εις την μονήν του
Σωτήρος (209).
Εν τούτοις ο αυτοκράτωρ δεν έπαυε νυχθημερόν σκεπτόμενος περί
των μέσων δι' ών ηδύνατο ν' ανακτήση την Κωνσταντινούπολιν. Οι
Ενετοί και οι Γενουήνσιοι εκέκτηντο εν αυτή μεγάλα καταστήματα,
έκπαλαι δε εις αντιζηλίαν διακείμενοι, είχον τω καιρώ εκείνω
σφόδρας έριδας περί του εν Πτολεμαΐδι μοναστηρίου του Αγίου
Σάββα, ού αμφότεροι ωκειοποιούντο την κατοχήν. Οι Ενετοί
ενδιεφέροντο μεγάλως εις την διατήρησιν του Φραγκικού κράτους,
διότι συμμετείχον των ωφελειών αυτού· τούτου δ' ένεκα, πιστοί
μένοντες εις τον ατυχή Βαλδουίνον, πάσαν κατέβαλον προσπάθειαν
όπως σώσωσιν αυτόν. Επωφελούμενος εκ της διαμάχης ταύτης των
δύο δημοκρατιών ο αυτοκράτωρ συνωμολόγησε τη 13 Μαρτίου 1261
συνθήκην μετά των Γενουηνσίων, οίς παρεχώρει πολλάς ασυδοσίας
και προνόμια, επί τω όρω ότι ήθελον ούτοι τω προσφέρει
τριάκοντα πλοία επί ωρισμένη τιμή. Η συμμαχία αύτη απεστέρησε
τον Βαλδουίνον της συνδρομής των τε Γενουηνσίων, οίτινες
ηνώθησαν μετά των Γραικών, και των Ενετών, οίτινες ασχολούμενοι
όπως αντικρούσωσι τας εν Πτολεμαΐδι προσβολάς των πολεμίων των,
ηναγκάζοντο να παραμελήσωσι την υπεράσπισιν της
Κωνσταντινουπόλεως (210).
Η ανικανότης και αδράνεια του Βαλδουίνου επήνεγκαν τον μαρασμόν
εις των Εσπερίων την ανδρίαν και ενεργητικότητα. Τα πάντα
κατέρρεον εν Κωνσταντινουπόλει, ενώ τουναντίον οι Γραικοί
εκδιωχθέντες της πατρίδος των, εμηχανώντο αδιαλείπτως πώς ήτο
δυνατόν να την ανακτήσωσιν, Η πτώσις του κράτους αυτών εξήγειρε
το αρχαίον θάρρος των, και εντυχόντες ηγεμόνας, οίοι ήσαν ο
Βατάτζης και ο Μιχαήλ Παλαιολόγος, εκαραδόκουν εκδίκησιν κατά
των αρπάγων της πατρικής των κληρονομιάς· ιδίως δε ο αυτοκράτωρ
Μιχαήλ επέσπευδε την λύσιν του δράματος, προπαρασκευαζόμενος
δραστηρίως όπως προσβάλη τους Φράγκους. Πριν δ' ή επιχειρήση
τούτο πέμψας τον Καίσαρα Αλέξιον Στρατηγόπουλον μετά στρατού
προς τας δυτικάς επαρχίας, ίνα περιστείλη τον αυθάδη δεσπότην
της Ηπείρου, όστις πάλιν ήρε σημαίαν ανταρσίας, τον διέταξε να
εξετάση διερχόμενος του Βυζαντίου εις τίνα κατάστασιν διετέλει
η Κωνσταντινούπολις, χωρίς όμως ουδέν να πράξη κατ' αυτής, είτε
διότι δεν είχε μεθ' εαυτού αρκούσας δυνάμεις, είτε διότι η προς
τους Φράγκους συνθήκη δεν είχεν έτι λήξει. Διαπεραιωσάμενος
λοιπόν ο Καίσαρ την Προποντίδα, εστρατοπέδευσε περί το Ρήγιον
ένθα προσήλθον αυτώ τινες εκ των εγχωρίων, κατά χρείαν άλωνος
και καρπών, συλλογής έξω της πόλεως διαιτώμενοι. Τούτους λοιπόν
ηρώτησεν ο Καίσαρ περί της καταστάσεως των Φράγκων, περί της
δυνάμεως και εν γένει περί των κατ' αυτούς· εκείνοι δε φύσει
αποστρεφόμενοι τους Φράγκους και επιθυμούντες μάλλον να ζώσι
μετά των ομοφύλων ή μετά των ξένων, εξέθηκαν καταλεπτώς την
δεινήν θέσιν των κρατούντων, και συνεφώνησαν μετ' αυτού να τω
προδώσωσι την πόλιν εν ώρα νυκτός. Το τοιούτο δεν ήτο δύσκολον,
διότι ο Βαλδουίνος ασυνέτως φερόμενος είχε πέμψει τον
ολιγάριθμον στόλον και στρατόν του προς πολιορκίαν της χιλίους
σταδίους απεχούσης της Κωνσταντινουπόλεως νήσου Δαφνοισίας,
πειθομένος εις τους λόγους του νεωστί ελθόντος ποτεστάτου των
Ενετών Μάρκου Γραδενίγου, όστις έλεγεν ότι δεν έπρεπε να
μένωσιν άπρακτοι εις την πόλιν, αλλά τουναντίον ώφειλον διά
προσβολών και επιθέσεων κατά των πολεμίων, να αποθαρρύνωσιν
αυτούς (211).
Καίτοι ο Μιχαήλ ρητώς απηγόρευσεν εις τον Στρατηγόπουλον να
επιχειρήση τι κατά της Κωνσταντινουπόλεως, ούτος όμως
πληροφορούμενος εκ των καταθέσεων των χωρικών την μεγάλην
ασθένειαν των εν Κωνσταντινουπόλει, και παροτρυνόμενος υπό του
αρχηγού των εθελοντών Κουτριτζάκου, απεφάσισε να προσπαθήση την
άλωσιν, πεποιθώς ότι η επιτυχία ηδύνατο να δικαιολογήση την
παρακοήν αυτού. Προέβη λοιπόν μετά βραδύτητος ως διά να δείξη
ότι σκοπόν είχε να κατασκοπεύση μόνον την πόλιν. Ο στρατός του
αδιαλείπτως επαυξανόμενος εκ της προελεύσεως επικουριών,
ηρίθμει εικοσιπεντακισχιλίους περίπου μαχητάς, ενθουσιωδώς
πάντας επιζητούντας την ανάκτησιν της Κωνσταντινουπόλεως· αλλ'
ο Στρατηγόπουλος, ίνα μη καταπλήξη τους κατοίκους, ολίγους
μόνον παρέλαβε μεθ' εαυτού, και την επιούσαν νύκτα
εστρατοπέδευσε παρά τα τείχη αυτά της Κωνσταντινουπόλεως. Οι
πρόσκοποί του συνέλαβον τότε γέροντά τινα, όστις προσαχθείς
ενώπιον του Καίσαρος, ηρωτήθη πόθεν έρχεται και πού πορεύεται·
αποκριθέντος δε του γέροντος εκ της πόλεως, τότε ο Καίσαρ τον
ηρώτησεν εκ νέου πώς νυκτός ούσης και των θυρών κεκλεισμένων
εξήλθε. Δειλιάσας δε ο γέρων είπεν· «Έστιν οπή υποκεκρυμμένη,
κύριέ μου, τη γη, ην ουδείς οίδεν, ει μη εγώ, ην και έκπαλαι
γινώσκω, και όταν βούλωμαι εξέρχομαι και εισέρχομαι
ανεμποδίστως.» Ωφεληθείς εκ της ανακαλύψεως ταύτης ο
Στρατηγόπουλος απεφάσισε να εισαγάγη τον στρατόν του εκ της
οπής εκείνης· προωρίσας λοιπόν πεντήκοντά που άνδρας, τους
τολμηροτέρους, να εισαχθώσι διά της οπής, τους διέταξεν άμα
εισέλθωσιν εις την πόλιν να θραύσωσι διά πελέκεων την
παρακειμένην θύραν, ίνα δι' αυτής εισελάση ο επίλοιπος στρατός.
Την ταχθείσαν λοιπόν προς τούτο νύκτα, οι πεντήκοντα στρατιώται
εισήλθον εις το υπόγειον, ο δε Στρατηγόπουλος έξωθεν περιέμενε
την ώραν όπως εφορμήση διά της ανοιγομένης πύλης. Πολύς χρόνος
παρήλθεν ήδη και ούτος ήρξατο απελπιζόμενος περί της επιτυχίας,
ότε αίφνης η πύλη διά πελέκεων ηνεώχθη και φωνή ένδοθεν
ηκούσθη, «Νίκη εις τους δύο αυτοκράτορας Μιχαήλ και Ιωάννην».
Τότε οι του Στρατηγοπούλου στρατιώται ορμήσαντες κατέλαβον την
πόλιν· ανώνυμος δέ τις χρονογράφος ιδού πώς εκτίθησι τα κατά
την άλωσιν εκείνην (212).
Εισήλθαν ουν μέχρι ναού της Πηγής Θεοτόκου
Μετά γε του στρατεύματος, νυκτός επεισελθούσης,
Τον Κουτριτζάκην εν χερσί φέρων τον προρρηθέντα,
Όν και προσέταξεν ευθύς άνδρας πεντακοσίους
Καθωπλισμένους εισελθείν από των υδραγώγων,
Τους ωμοκότας συν αυτοίς ελθείν έσω προστάξας.
Οίτινες εισπηδήσαντες ως λέοντες αυτίκα
Εισήλθαν ένδον πόλεως, ακώλυτον ευρόντες
Την είσοδον, και προς Πηγήν ήλθαν την πόλιν τάχει.
Ην δ' αύτη πύλη πρότερον κλεισθείσα προς Λατίνων
Λίθοις μεγάλοις και μοχλοίς στερροίς ασφαλισθείσα.
Όθεν καταχαλάσαντες την ενδοτέραν ύλην
Ποιούσιν ανεμπόδιστον είσοδον τοις Ρωμαίοις,
Άνωθεν ευφημήσαντες τον άνακτα Ρωμαίων.
Η ηώς ήρξατο ήδη να υποφώσκη και οι Κουμάνοι, οίτινες απήρτιζον
μέγα μέρος του στρατού, παρεσκευάζοντο, κατά τα έθιμα αυτών, να
λαφυραγωγήσωσι την πόλιν, αλλ' ο Καίσαρ απέτρεψεν αυτούς του
σκοπού των τούτου. Εν τούτοις οι κάτοικοι εξυπνήσαντες υπό των
κραυγών και αγνοούντες τι συνέβαινεν, ηρώτων αλλήλους εκ των
παραθύρων τι εσήμαινεν ο θόρυβος εκείνος. Ο Στρατηγόπουλος εκ
μακράς πείρας γνωρίζων τους κινδύνους, ούς δύναται να διατρέξη
στρατός εισελαύνων νικηφόρος εκ μεγάλη πόλει, προυχώρει πάντοτε
μετά περισκέψεως, περιμένων το φως της ημέρας ίνα οδηγηθή
κάλλιον περί του πρακτέου. Εν τω σκότει διέκρινε σώμα τι
Φράγκων, ού η αστράπτουσα πανοπλία εμεγάλυνε τον αριθμόν μη
έχον δε στρατιώτας ικανούς όπως αντεπεξέλθη κατά των εχθρών
τούτων, διετέλει εις απορίαν, ότε οι εν τη πόλει Γραικοί
επέπεσαν κατά των περιτρόμων Φράγκων και διεσκόρπισαν τήδε
κακείσε αυτούς. Τότε ήρξατο η διαρπαγή της πόλεως, παντού δε
όπου απηντώντο Φράγκοι έπιπταν θύματα ελεεινά. Ο Βαλδουίνος
εξεγερθείς εκ του γενικού εκείνου θορύβου και πληροφορηθείς την
άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως απεφάσισε διά της φυγής να εύρη
την σωτηρίαν· εξελθών λοιπόν εκ των ανακτόρων των Βλαχερνών,
έρριψε καθ' οδόν το στέμμα και το ξίφος του, και εμβάς είς τινα
λέμβον ανήχθη προς την θάλασσαν, ένθα τον παρέλαβον οι εκ
Δαφνοισίας επιστρέφοντες στρατιώται του. Τα δε βασιλικά αυτού
εμβλήματα συναγαγόντες εν τη οδώ οι Γραικοί ανήρτησαν εις
μακρόν ακόντιον και περιέφερον δίκην τροπαίου καθ' άπασαν την
πόλιν.
Εν τούτοις οι κατά της Δαφνοισίας μετά του Γραδενίγου
μεταβάντες Φράγκοι μηδέν ισχύσαντες να πράξωσιν, επέστρεφον
αμέριμνοι προς την Κωνσταντινούπολιν· ελθόντες όμως μέχρι του
ναού του αρχιστρατήγου των ουρανίων δυνάμεων Μιχαήλ και
πληροφορηθέντες την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως ώρμησαν ίνα
εισέλθωσιν εις αυτήν· αλλ' ο Στρατηγόπουλος, όστις ήτο έτοιμος
όπως τους αντικρούση, δεν τοις επέτρεψε την είσοδον. Τότε ο
Ιωάννης Φύλαξ, αξιωματικός του Βαλδουίνου, βλέπων ότι αφεύκτως
όλοι οι Φράγκοι ήθελον απολεσθή, πέμψας ειδοποίησεν αυτούς να
τρέξωσι προς το παράλιον ίνα σωθώσιν εν τοις πλοίοις. Όπως δε
εκβιάση αυτούς προς τούτο, έθηκε πυρ εις διαφόρους οίκους, και
αι φλόγες διαδοθείσαι ενέσπειρον την φρίκην και τον τρόμον τοις
πάσιν. Άνδρες μετά γυναικών, νέοι μετά γερόντων αναμίξ έτρεχον
προς την θάλασσαν, και τείνοντας προς τους εν τοις πλοίοις
χείρας ικέτιδας, παρεκάλουν αυτούς να τους δεχθώσιν εις το
τελευταίον τούτο άσυλον. Οι εκ του στόλου βλέποντες τους
δυστυχείς ομοφύλους των δακρυχέοντας, έσπευδον να τους
παραλάβωσιν· αλλά μη προφθάνοντες να επιβιβάσωσι τοσούτους εις
τα πλοία των και φοβούμενοι μη οι Γραικοί επιπεσόντες
διαπεράσωσιν αυτούς εν στόματι μαχαίρας έπεμψαν πρέσβεις προς
τον Στρατηγόπουλον, εκλιπαρούντες αυτόν να επιτρέψη την φυγήν
εις τους ατυχείς συμπατριώτας των. Ο Καίσαρ συγκατένευσε, και
οι Φράγκοι επιβάντες των πλοίων μετά του Βαλδουίνου απέπλευσαν
προς την Εύβοιαν· αλλά πριν ή φθάσωσιν εκεί, οι πλείστοι
εγένοντο θύματα της πείνης. Εκείθεν ο έκπτωτος αυτοκράτωρ
μετέβη αλληλοδιαδόχως εις Αθήνας, εις Σικελίαν, εις Ρώμην παρά
τω Ουρβανώ, κακείθεν εις Γαλλίαν, ένθα ευρισκόμενος, τω 1266,
εδωρήσατο προς τον Ούγον, δούκα της Βουργουνδίας, το βασίλειον
της Θεσσαλονίκης.
Τοιουτοτρόπως έπεσε τη 25 Ιουλίου 1261 η γελοιώδης εν Ανατολή
αυτοκρατορία των Φράγκων, πεντήκοντα επτά έτη, τρεις μήνας και
δεκατρείς ημέρας διαρκέσασα. Βεβαίως έπρεπε να δοθή μάθημα
αυστηρόν προς τους εν Βυζαντίω, αποβαλόντας πάσαν αρετήν και
παν γενναίον αίσθημα· το δε μάθημα τούτο ην η υπό τους Φράγκους
υποδούλωσίς των. Αν εξ αυτού ωφελήθησαν ή όχι, τούτο δεν ανήκει
ενταύθα να εξετάσωμεν. Οι λαοί συνήθως εισίν επιλήσμονες των
ευτυχημάτων και των δυστυχημάτων, ολιγίστους δ' εσωφρόνισαν αι
της τύχης δοκιμασίαι. Η υπό του Στρατηγοπούλου άλωσις της
Κωνσταντινουπόλεως δύναται να θεωρηθή μάλλον ως έργον της θείας
Προνοίας, διότι αύτη εκυριεύθη, του Καίσαρος όντος άνευ
στρατού, άνευ μηχανημάτων, χωρίς καν κατά νουν να έχη τούτο.
Του αυτοκράτορος διατρίβοντος εν Μετεωρίω ή ταχύπτερος φήμη
έσπευσε να εξαγγείλη πανταχού το απροσδόκητον γεγονός. Ήτο νυξ
και ο αυτοκράτωρ εκοιμάτο, όταν ελθών εκ Κωνσταντινουπόλεως
δρομαίος τις, εζήτει να ομιλήση προς αυτόν περί σπουδαιοτάτου
αντικειμένου. Οι φυλακές αντέστησαν προ την αίτησίν του
λέγοντες ότι ο βασιλεύς κοιμάται, εκείνος δε επιθυμών, ει
δυνατόν, να γείνη δεκτός παρ' αυτώ, έδραμε προς το μέγαρον της
του αυτοκράτορος αδελφής Ευλογίας και εξήγγειλεν αυτή την
πτώσιν της Κωνσταντινουπόλεώς. Η Ευλογία σπεύσασα προς τον
Μιχαήλ τον εξύπνησε κραυγάζουσα, «Κατέσχες, ω βασιλεύ, την
Κωνσταντινούπολιν.» Ο αυτοκράτωρ νομίζων ότι ονειρώττει, ουδέν
προς ταύτα απεκρίνετο, αλλ' ότε η αδελφή του σείουσα αυτόν τω
έλεγεν, «Ανάστηθι, βασιλεύ, ο γαρ Χριστός επεχαρίσατό σοι την
Κωνσταντινούπολιν,» αναστάς της κλίνης και τας χείρας εις
ουρανόν ανατείνας, «Τούτον μεν τον λόγον, είπεν, ω αδελφή, και
αυτός δέχομαι όν δε λόγον το πρώτον είπες ως της
Κωνσταντινουπόλεως κεκράτηκα, ουδαμώς αποδέχομαι. Πώς γαρ εκ
του Μετεωρίου εγκρατής γενοίμην της Κωνσταντίνου; Αλλ' ουδέ
στράτευμα κατ' αυτής αξιόλογον πέπομφα· το δε ράω ταύτα είναι
Θεώ και αυτός ξυνομολογώ και θάττον αν τα μικρού και αδύνατα
τοις οίς αν βούλοιτο παρασχείν καθέστηκε δυνατός.» Ταύτα ειπών
συνεκάλεσε πάντας τους εντέλει και εξαγγείλας αυτοίς το
λεγόμενον τους ηρώτησεν αν το πιστεύωσιν ως αληθές. Και πολλοί
μεν παρεδέχοντο αυτό ως αληθές, έτεροι δε εδυσπίστουν, πάντες
δε διέκειντο εν μεγίστη ανησυχία μέχρις ού την επιούσαν, ελθών
απεσταλμένος παρά του Καίσαρος Στρατηγοπούλου, διεπίστωσεν
αυτοίς την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως, και εκόμισε και τα
του Βαλδουίνου ηγεμονικά σύμβολα, την μαργάροις δηλαδή
πεποικιλμένην και υπέρ την κεφαλήν λίθον κόκκινον έχουσαν
καλύπτραν του, τα κοκκοβαφή πέδιλά του και την κοκκοβαφές
προκάλυμμα ενδεδυμένην σπάθην του.
Απάρας εκ Μετεωρίου ο αυτοκράτωρ διήλθε τον Ελλήσποντον και
αφικόμενος τη 14 Αυγούστου προ της Κωνσταντινουπόλεως,
εσκήνωσεν εις το μοναστήριον του Κοσμιδίου όπως εισέλθη την
επομένην ημέραν εις την πόλιν εν πάση τη βασιλική
μεγαλοπρεπεία. Και όντως, την επιούσαν ο εν απουσία του εις
Έφεσον διατρίβοντος πατριάρχου Αρσενίου αναπληρών αυτόν
μητροπολίτης Κυζίκου, Γεώργιος ο Κλειδάς, ήνοιξε την Χρυσήν
πύλην· αφού δε απήγγειλεν ευχήν τινα, προηγουμένης της εικόνος
της Παναγίας Οδηγητρίας, και του αυτοκράτορος πεζού επομένου
μετά πάντων των εν τέλει και πολυαρίθμου λαού, εισήλθον εις την
πόλιν και κατηυθύνθησαν εις την του Στουδίου μονήν, ένθα
κατέλιπον την εικόνα, ιππεύσας δε τότε ο βασιλεύς μετέβη εις
τον ναόν της Αγίας Σοφίας και αφού εκεί ηυχαρίστησε τω Θεώ επί
τη δωρεά, ής τον κατηξίωσε, κατηυθύνθη εις τα ανάκτορα, του
λαού ενθουσιωδώς προσαγορεύοντος και επευφημούντος αυτόν· μετά
τινας δ' ημέρας εστέφθη και δεύτερον, ελθόντος εξ Εφέσου του
Πατριάρχου Αρσενίου, αυτοκράτωρ ουχί πλέον της Νικαίας, αλλά
της Κωνσταντινουπόλεως.
Ευγνωμονών ο Μιχαήλ προς τον Καίσαρα Στρατηγόπουλον, όστις
απέδωσεν αυτώ τοσούτον απροσδοκήτως και θαυμασίως την
πρωτεύουσαν του κράτους, τω απένειμε τιμάς, αίτινες έως τότε
εις μόνον τους ηγεμόνας εδίδοντο. Τω επέτρεψε δηλονότι να
περιέλθη άπασαν την πόλιν εν άρματι θριαμβευτικώ, φέρων επί την
κεφαλήν στέμμα αυτοκρατορικόν, διέταξε δε συνάμα εις τας
δεήσεις και τας λοιπάς δημοσίας προσφωνήσεις το όνομα αυτού να
προσφωνήται μετά το του αυτοκράτορος. Αλλά την πράξιν ταύτην,
υπό επαινετού αισθήματος ευγνωμοσύνης εμπνεομένην, ημαύρωσεν ο
Μιχαήλ δι' ετέρας σκληράς και απανθρώπου, διατάξας επιόρκως να
εξορύξωσι τους οφθαλμούς του γνησίου διαδόχου του θρόνου και
επιτροπευομένου αυτού Ιωάννου του υιού Θεοδώρου του Λασκάρεως,
ού ένεκα ο πατριάρχης Αρσένιος υπέβαλεν αυτόν αφορισμώ
φρικώδει. Τοιαύτη πράξις δεν ήτο εκ των ασυνήθων κατά τους
χρόνους εκείνους.
Εν τούτοις ο Βαλδουίνος, φυγών εκ Κωνσταντινουπόλεως, μετέβη
εις Ιταλίαν και ήρξατο επικαλούμενος την συνδρομήν του Πάπα και
των λοιπών ηγεμόνων υπέρ της ανακτήσεως της απωλεσθείσης
αυτοκρατορίας του. Η Ιταλία, η Γαλλία, η Αγγλία, η Καστιλλία
αντήχησαν εκ των ικεσιών και παραπόνων αυτού, ουδαμού όμως εύρε
τοσαύτην συμπάθειαν, όσον εν τη καρδία του Πάπα. Ο Ουρβανός Δ'
εκ του ύψους του Καπιτωλίου προσεκάλει τους λαούς εις νέαν
σταυροφορίαν, διατάσσων στρατολογίας, αφορίζων τους
Γενουηνσίους ως φίλους του Μιχαήλ, εξορκίζων τον βασιλέα της
Γαλλίας να σπεύση προς ανάκτησιν της Κωνσταντινουπόλεως και
ουδέν ενί λόγω παραμελών προς τον σκοπόν τούτον. Αλλά και ο
Μιχαήλ βλέπων τον επικείμενον εκ του συνασπισμού εκείνου
κίνδυνον, έπεμψε πρέσβεις προς τον Ουρβανόν, οίτινες κατά μεν
τον Παχυμέρην, έτυχον κακίστης υποδοχής, κατά δε τον Φραντζήν,
εγένοντο παρά του Πάπα δεκτοί ευμενώς. Ο τελευταίος ούτος
ιστορικός αφηγείται ότι και η ένωσις των εκκλησιών συνεφωνήθη
τότε επί τρισίν όροις, «πρώτον επί τη αναγνωρίσει της υπεροχής
του Πάπα, δεύτερον επί τη προσφυγή εις αυτόν ως εις ανέκκλητον
δικαστήριον και τρίτον επί τω πρωτεύειν αυτόν εν πάσιν.» ο δε
ανώνυμος χρονογράφος της αλώσεως, ιδού πώς διηγείται τούτο.
(213)