συνέλαβαν τον Μιχαήλ και ήρξαντο να ανακρίνωσιν αυτόν· επειδή
όμως και εκείνος διεμαρτύρετο περί της αθωότητος αυτού, οι
δικασταί προς εξέλεγξιν δήθεν της αληθείας, τω επέβαλον την διά
μύδρου απόδειξιν, τουτέστιν επί ωρισμένον χρόνον να κρατήση εις
την χείρα του σίδηρον πεπυρακτωμένον. Αλλ' ο Μιχαήλ ηρνήσατο να
παραδεχθή την βάσανον ταύτην, ειπών, «Ει μεν τις ην ο κατ' εμού
τι κατηγορών, προς εκείνον αν εμαχεσάμην και απέδειξα
ψεύδεσθαι· κατηγόρου δε μη παρόντος υπέρ τίνος κρίνομαι; Ει δε
θαυματουργήσαι με θέλετε, αλλ' εγώ ουκ ειμι τοιούτος ώστε και
τερατοποιίας εργάζεσθαι· σίδηρος δε πεπυρακτωμένος, ει εν χερί
ανθρώπου ζωού όντος εμπέσοι, ουκ οίδα πως αν ου καύσειεν αυτήν,
ει μήπου τις έξεσται τω Φειδία εκ λίθου ή τω Πραξιτέλει ή και
από χαλκού είργασται.» Παρών τότε ο μητροπολίτης της
Φιλαδελφείας Φωκάς, παραλαβών κατά μόνας τον Μιχαήλ προσεπάθησε
να τον πείση όπως υποβληθή εις την βάσανον ταύτην. «Ευγενής μεν
ανήρ είσαι συ, τω είπε, και εξ ευγενών κατάγεσαι· πρέπει λοιπόν
υπέρ της σης υπολήψεως και πίστεως και υπέρ του γένους σου να
πράξης ό,τι δέον. Διότι, αφού δεν υπάρχει έλεγχος μαρτύρων,
καθήκον έχεις διά μύδρου να αποδείξης την αλήθειαν.» Προς ταύτα
δε ο Μιχαήλ απήντησε. «Τη αληθεία, δέσποτα, αγνοώ, πώς η
τοιαύτη βάσανος καλείται αγία. Άνθρωπος αμαρτωλός ειμί εγώ και
τερατουργίας να πράξω δεν δύναται, αν όμως με συμβουλεύης να
πράξω τοιαύτας, συ μητροπολίτης ων και άνθρωπος του Θεού,
ένδυσαι την ιεράν σου στολήν και εκπύρωσον τον σίδηρον διά των
χειρών σου, αίτινες καθ' εκάστην άπτονται του θείου σώματος και
αίματος του Σωτήρος, και έμβαλον διά των ξερών σου χειρών τον
σίδηρον εις την εμήν χείρα· Τότε θαρρώ επί τον δεσπότην
Χριστόν, ότι θέλει παραβλέψει τας αμαρτίας μου και διαπράξει
θαύμα υπέρ της αληθείας.» Την πρότασιν ταύτην του Μιχαήλ
ουδόλως εύρε καλήν ο μητροπολίτης· υπολαβών λοιπόν είπε προς
αυτόν, «Ω καλέ νεανία, τούτο δεν είνε της ημετέρας καταστάσεως,
ούτε της εκκλησιαστικής παραδόσεως, αλλ' ούτε των θείων και
ιερών κανόνων· τουναντίον είνε νόμος βαρβαρικός και προσταγή
μόνον του βασιλέως ενεργείται.» Τότε ο Μιχαήλ μειδιάσας είπε
προς των μητροπολίτην, «Ω μέγιστε ιεράρχα του Θεού, ει μεν και
εγώ εκ βαρβάρων εγενόμην και ήθεσι βαρβαρικοίς εξεπαιδευόμην,
προθύμως ήθελον υποβληθή εις τους νόμους τούτους, και
βαρβαρικώς ήθελον εκτίσει την δίκην μου· αλλ' επειδή είμαι
Ρωμαίος και εκ Ρωμαίων εγεννήθην, πρέπει κατά τους Ρωμαϊκούς
νόμους και κατά τας παραδόσεις να διεξαχθή η δίκη μου.» Οι
λόγοι ούτοι νεανίου, μόλις το εικοστόν έβδομον της ηλικίας έτος
διανύοντος, εξέπληξαν πάντας τους παρόντας, πάντες δε και
Γραικοί και Φράγκοι παρίστων προς τον Βασιλέα την αθωότητα του
Μιχαήλ, όστις ήτο τοις πάσιν αγαπητός, διότι εις μεν τους νέους
ήτο ηδύς και προσηνής, μέσω δε των γερόντων γηραιός διά την
σύνεσιν. Η θεία πρόνοια ήτις τον προώρισε να αναβή εις την
βασίλειον περιωπήν, εδοκίμασεν αυτόν τω των βασάνων πυρί και τω
διά πείρας χωνευτηρίω, ίνα μη εις τον θρόνον αναβάς ευκόλως
πιστεύη εις διαβολάς και συκοφαντίας, μηδέ αποφασίζη ταχέως
πριν ή καλώς σκεφθή. Εν τούτοις ο αυτοκράτωρ τω παρέσχε
συγγνώμην και μετ' ου πολύ τον ετίμησε δι' απάσης αυτού της
εμπιστοσύνης· λέγεται μάλιστα ότι προυτίθετο να τον συνάψη μετά
της εγγονής αυτού Ειρήνης, ει μη εκωλύετο υπό της συγγενείας,
ήν αύτη είχε προς τον Μιχαήλ (190).
Περατώσας ούτω τα της υποθέσεως ταύτης ο αυτοκράτωρ μετέβη εις
την Ανατολήν, τρέφων πάντοτε υπονοίας και δυσπιστίας προς τον
Μιχαήλ· θέλων δε να καταπαύση τας υπονοίας ταύτας, χωρίς να
προσβάλη και το περιφανές του γένους του, απέστειλεν αυτόν
προς τον πατριάρχην Μανουήλ ίνα τον συμβουλεύση και δι' όρκου
τον εμπεδώση εις την προς τον βασιλέα πίστιν και υποταγήν.
Τούτου δε γενομένου, επέτρεψε τω Μιχαήλ να φανή εις την αυλήν,
και όπως περιπλέον τον προσελκύση εις εαυτόν, τω εξέδωκεν εις
γάμον την ανεψιάν αυτού Θεοδώραν, θυγατέρα του Ιωάννου Δούκα
και Ευδοκίας της του Αγγέλου Ιωάννου, ήτις νεωτάτη χηρεύσασα,
ησπάσατο τον μοναστικόν βίον και διήνυσεν αυτόν εν οσιότητι και
αρετή (191).
Είχεν ήδη επιστρέψει εις Ρώμην ο παρά του Πάπα κατά την
Ανατολήν πεμφθείς έξαρχος Λαυρέντιος, συνοδευόμενος υπό του
κόμητος Αγγέλου και του μεγάλου διερμηνέως Θεοφυλάκτου εκ
μέρους του Βατάτζη, και υπό των επισκοπών Κυζίκου και Σάρδεων,
εκπροσωπούντων την Ελληνικήν Εκκλησίαν, όπως διαπραγματευθώσι
μετά του Πάπα την ένωσιν των δύο Εκκλησιών. Είπομεν ανωτέρω ότι
σκοπός του Πάπα, αεννάως επιζητούντος την ένωσιν, ήτο η
παγίωσις της εν τη Ανατολή Φραγκικής κυριαρχίας, των Γραικών
από εχθρών διά το ετερόθρησκον εις φίλους διά το ομόθρησκον
μεταβαλλομένων· σκοπός δε του Βατάτζη, προθυμοποιουμένου να
έλθη εις διαπραγμάτευσιν, ήτο να ματαιώση την αποστολήν εξ
Ευρώπης επικουριών εις Κωνσταντινούπολιν, όπως εκδιώξη τους
Φράγκους. Παρουσιασθέντες λοιπόν οι εξ Ανατολής πρέσβεις
εξέθηκαν ότι δύναται να επέλθη η ποθητή ένωσις επί τοις
επομένοις όροις, να αναγνωρισθή ο Πάπας ως άκρος ποντίφιξ και
ανώτερος των λοιπών πατριαρχών, και ως τοιούτω να τω αποδίδηται
η δέουσα τιμή και υπόληψις· να έχη την πρωτοκαθεδρίαν εν ταις
συνόδοις· να δύνανται οι εκ του Ελληνικού κλήρου, όσοι είχον
παράπονα κατά των προϊσταμένων των, όπως αναφέρωνται προς
αυτόν, αποφασίζοντα τελεσιδίκως, να ερωτώσι την γνώμην του,
προκειμένων εκκλησιαστικών ζητημάτων, χωρίς όμως να πράττωσί τι
εναντίον των αποφάσεων των πατέρων και των συνόδων κλ. Αλλ' εις
ανταλλαγήν των παραχωρήσεων τούτων οι πρέσβεις απήτουν ν'
αποδώση ο Πάπας την Κωνσταντινούπολιν εις τον Βατάτζην, και τα
δικαιώματα της Πατριαρχείας εις τον Έλληνα Πατριάρχην,
επιτρεπομένου όμως εις τον Λατίνον να φέρη ισοβίως τον τίτλον
πατριάρχου. Αι προτάσεις αύται δεν ευηρέστησαν βεβαίως τω Πάπα,
όστις ηρκέσθη να είπη ότι ήθελεν είσθαι άδικον, αν απεφάσιζέ τι
κατά του Φράγκου αυτοκράτορος εν τη απουσία αυτού, αλλ' ότι
επιθυμών διαπύρως την ένωσιν των δύο Εκκλησιών, ήθελε
μεσολαβήσει όπως συμφιλιώση τους δύο ηγεμόνας, και ει τούτο
απέβαινεν αδύνατον, υπέσχετο να δικαιώση εν πάση τη αμεροληψία
κριτού τον Βατάτζην. Καθ όσον δ' αφώρα τους πατριάρχας
προσέθηκεν, ότι το αντικείμενον τούτο μόνον διά συνόδου εδύνατο
να λυθή, ότι ήθελε προσκαλέσει τοιαύτην και μέχρις ού η σύνοδος
απεφαίνετο ενόμιζε καλόν έκαστος των πατριαρχών να ενέμενεν εις
την ιδίαν θέσιν του· αν δ' ο Βατάτζης εγένετο κύριος της
Κωνσταντινουπόλεως πριν της συγκροτήσεως της συνόδου, οι δύο
πατριάρχαι εδύναντο να διαμοιρασθώσι την δικαιοδοσίαν της
πόλεως (192).
Ο Ιννοκέντιος δεν επίστευσε τοσούτον εις τας υποσχέσεις του
Βατάτζη, ώστε να παύση μεριμνών υπέρ της αυτοκρατορίας της
Κωνσταντινουπόλεως και του Βαλδουίνου· τούτο δ' αποδείκνυται
και εκ της σταυροφορίας, ήν εν έτει 1254, προυκήρυξεν υπέρ
εκείνου (193). Αλλά και ο Βατάτζης ησχολείτο ανενδότως όπως
υποσκάψη τον Φραγκικόν την Κωνσταντινουπόλεως θρόνον, μηδενός
μέσου προς τούτο φειδόμενος· ήθελε δ' επί τέλους επιτύχει τον
σκοπόν αυτού, ει μη η αμείλικτος Άτροπος έκοπτε το νήμα της
ζωής του, καθ' όν χρόνον ητοιμάζετο να επιφέρη το τελευταίον
μόρσιμον τραύμα. Μετά την εκ Θεσσαλίας επάνοδόν του διήνυσεν έν
έτος επισκεπτόμενος το κράτος αυτού, όπως θεραπεύση τας
αταξίας, άς προυξένησε διετής εκείθεν απομάκρυνσίς του·
επέστρεψε δε εις Νίκαιαν κατά Φεβρουάριον του 1255 καλώς έχων.
Μια δε εσπέρα καθήμενος επί της κλίνης του, αίφνης έπεσεν
αναίσθητος, και έμεινεν ωσεί εννεός καταληφθείς υπό δεινής
επιληψίας. Προσκληθέντες οι ιατροί μετεχειρίσθησαν πάντα όσα η
τέχνη διδάσκει, αλλ' ουδέν τούτων ωφέλησε, διότι ο βασιλεύς
έμεινεν εις την αυτήν κατάστασιν όλην εκείνην την νύκτα, την
επιούσαν ημέραν και την ετέραν νύκτα· μόλις δε την τρίτην
ημέραν συνήλθεν εις εαυτόν, αλλ' έκτοτε είχεν απωλέσει άπασαν
αυτού την υγείαν, και νυν μεν πάσχων, νυν δ' ευρισκόμενος εις
ανάρρωσιν, διήνυε βίον αβιώτον, πότε μεν εν τη οικία
καταλαμβανόμενος υπό του πάθους, πότε δε εν ταις οδοίς, άλλοτε
δε και εκ του ίππου καταπίπτων. Αναλαβών τας δυνάμεις αυτού
ολίγον μετέβη προς ανάρρωσιν εις το Νύμφαιον την προ του πάσχα
Κυριακήν των βαΐων εν έτει 1256. Εκεί διήλθε την εορτήν του
πάσχα· αλλ' εν τούτοις η ασθένεια αυτού προώδευε, διότι άλλοτε
μεν βαδίζων έπιπτεν άφωνος, άλλοτε δε ιππεύων και άλλοτε
καθήμενος, οι δε οικείοι του περικυκλούντες αυτόν τον
ενοσήλευον και τον επεριποιούντο, κρύπτοντες την νόσον του από
τον λαόν. Επειδή όμως ουδεμίαν εύρισκεν ανακούφισιν εις την
ιατρικήν, απεφάσισε να μεταβή εις Σμύρνην διά να προσκυνήση τω
Χριστώ και καταφύγη εις την θείαν αυτού παντοδυναμίαν·
αφικόμενος δ' εκεί εσκήνωσεν εν τοις Περικλύστροις, τόποι εγγύς
της Σμύρνης κειμένω, χειροτερεύων μάλλον ή αναρρωνύων. Μη
ευρίσκων δε και εκεί ανακούφισιν ηθέλησε να επιστρέψη εις το
Νύμφαιον· αλλά πριν ή φθάση εις την χώραν ταύτην απεβίωσε καθ'
οδόν, τη 30 Οκτωβρίου 1255, το εξηκοστόν δεύτερον έτος της
ηλικίας του άγων, και το τριακοστόν τρίτον της αυτοκρατορίας
του· ετάφη δε εις την μονήν των Σωσάνδρων, ήν αυτός ο ίδιος
είχεν οικοδομήσει, και κατέλιπε διάδοχον του θρόνου τον υιόν
αυτού Θεόδωρον (194).
Ο Ιωάννης Βατάτζης υπήρξεν είς των ενδοξοτέρων βασιλέων του
μεσαίωνος· πολεμιστής ατρόμητος, αποφεύγων την αβεβαιότητα του
πολέμου, αλλά μη δειλιών ενώπιον αυτού, εγνώριζε να ωφελήται εκ
των περιστάσεων και να καταβάλλη τους εχθρούς διά στρατηγημάτων
μάλλον ή διά των όπλων. Προσφιλής και ευεργετικός εις τους
φίλους του, και γενναίος προς τους αντιπάλους του, επέτυχε να
ανυψώση το κεχαυνωμένον έθνος του εις ικανήν δόξης περιωπήν,
και παρασκευάση την πτώσιν της εν τη Ανατολή κυριαρχίας των
Φράγκων, ήν όμως δεν ήτο πεπρωμένον να ίδη και αυτός.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.
Έξωσις των Φράγκων εκ της
Κωνσταντινουπόλεως.
25 Ιουλίου 1261.
Ο τον Βατάτζην διαδεξάμενος Θεόδωρος ο Λάσκαρις είχε λάβει παρά
του πατρός αυτού αγωγήν αυστηράν και επιμεμελημένην· ήγε δε το
τριακοστόν τρίτον της ηλικίας έτος ότε ανέβη επί τον θρόνον,
και εκ της συζύγου αυτού Ελένης, θυγατρός του των Βουλγάρων
βασιλέως Ασάν, εκέκτητο πολλά τέκνα. Καίτοι δε παιδιόθεν
διεκρίνετο επί ποικίλαις αστυκαίς και στρατιωκαίς αρεταίς, ο
πατήρ του όμως δεν ηθέλησε να τον αναγορεύση ζων, κατά τα τότε
ειθισμένα, βασιλέα, το μεν, διότι, της νεότητος οξυρρόπου
ούσης, εφοβείτο μη εκείνος υποπέση εις το θανάσιμον αμάρτημα
της επάρσεως και της αλαζονίας, το δε, διότι εφοβείτο τας
σαγήνας των κολάκων, οίτινες δεν λείπουσί ποτε να
περιστοιχίζωσι τους βασιλείς, και μάλιστα όταν αυτοί ήνε νέοι,
και εκμεταλλεύωνται την απειρίαν και, το ορμητικόν αυτών προς
βλάβην των υπηκόων των. Δεν έλειπεν όμως ο Ιωάννης παρασκευάζων
τον υιόν του εις το δυσβάστακτον και βαρύ φορτίον της
βασιλείας, αυτός διδούς το παράδειγμα του χρηστού ηγεμόνος.
Αποδούς ο Θεόδωρος τας νενομισμένας τιμάς τω πατρί αυτού και
καθεσθείς επί ασπίδος, ως ήτο έθιμον, και υπό πάντων αυτοκράτωρ
φημισθείς, ανεχώρησεν εκ Νυμφαίου και μετέβη εις Φιλαδέλφειαν·
ολίγας δε ημέρας μείνας εκεί, μέχρις ού ανανεώση την προς τον
Σουλτάνον του Ικονίου συνθήκην, απάρας, τη 29 Νοεμβρίου 1255,
κατηυνθύνθη εις την πρωτεύουσαν του κράτους του την Νίκαιαν,
όπως στεφθή αυτοκράτωρ· αλλ' επειδή η πατριαρχική έδρα ην κενή
μετά τον θάνατον του Μανουήλ, μικρόν προ του βασιλέως Ιωάννου
τελευτήσαντος, ο Θεόδωρος κατά πρώτον μεν επρότεινεν ως
διάδοχον εκείνου τον Νικηφόρον Βλεμμύδην, ού εμνήσθημεν ήδη εν
τοις προηγουμένοις, μη συγκατατιθεμένου δε τούτου να δεχθή την
πατριαρχικήν αξίαν, εξελέχθη ως τοιούτος ο μοναχός Αρσένιος,
όστις ήνυε τον ασκητικόν βίον εις έν των παρά την Απολλωνιάδα
λίμνην ασκητηρίων, και ήτο ανήρ περιφανής μεν την καθ' εαυτόν
αρετήν, τον δε τρόπον απλούς και οπωσούν λόγιος. Χειροτονηθείς
λοιπόν ο Αρσένιος πατριάρχης, έστεψε παραχρήμα αυτοκράτορα τον
Θεόδωρον, σπεύδοντα όπως απέλθη της Νικαίας διά να εκστρατεύση
κατά των Βουλγάρων (195).
Αιτίαν δε της εκστρατείας παρέσχεν ο βασιλεύς αυτών Μιχαήλ,
όστις μαθών τον θάνατον του Βατάτζη παριδών την συγγένειαν μεθ'
ής συνεδέετο προς τον Θεόδωρον, ού ήτο γυναικάδελφος, έθετο
κατά νουν να ανακτήση όσα ο αποβιώσας αυτοκράτωρ είχεν
αφαιρέσει από τους Βουλγάρους. Παρατηρήσας λοιπόν ότι αι προς
δυσμάς επαρχίαι ήσαν γυμναί στρατευμάτων, εξώρμησεν εκ του
Αίμου, και τον Έβρον διαπεράσας, εκυρίευσεν εντός ολίγων ημερών
πολλάς πόλεις, καθόσον οι της χώρας ταύτης κάτοικοι, Βούλγαροι
όντες, απεδιοπομπούντο τους Γραικούς, άτε αλλογλώσσους, και
προσέφευγον εις τους ομοφύλους αυτών. Τούτου ένεκα οι υπό του
Βατάτζη τεταγμένοι φρουροί, αδυνατούντες ν' αντιστώσι και προς
τους στρατιώτας του Μιχαήλ και προς τους κατοίκους συνάμα,
κατέλιπον εις την διάκρισιν του εχθρού τας πόλεις και τα
φρούρια, οι μεν παραδιδόμενοι, οι δε φεύγοντες, άμα εμάνθανον
την προσέγγισιν αυτών. Τοιουτοτρόπως εντός μικρού οι Βούλγαροι
εγένοντο κύριοι του Στενιμάχου, της Πριστίτζας, του Κριτζιμού,
της Τζεπαίνης, των Αχριδών, των Ούστρων, του Περπερακίου, της
Κρυβούντος, και πλείστων άλλων μερών· αι δε επιτυχίαι των αύται
μεγεθυνόμεναι υπό της φήμης ετάρασσον τους εν Νικαία και
έθλιβον καιρίως τον βασιλέα, βλέποντα την βασιλείαν αυτού
προοιμιαζομένην διά της απωλείας τοσούτων χωρών.
Την οικτράν ταύτην κατάστασιν των πραγμάτων θέλων να καταπαύση
ο Θεόδωρος, συνήθροισε τους εν τέλει και τους εις στρατηγούς
τεταγμένους, συν οίς ήσαν και οι προς πάππου αυτού θείοι,
Μανουήλ και Μιχαήλ, όπως διασκεφθώσι περί του πρακτέου. Και οι
μεν περισσότεροι έλεγον ότι ο βασιλεύς έπρεπε να διαπεράση τον
Ελλήσποντον και να στήση την των Βουλγάρων ορμήν, οι δε του
βασιλέως θείοι, εις τους οποίους εκείνος είχε μεγίστην υπόληψιν
και σέβας διά τε την ηλικίαν και διά την τάξιν αυτών,
ισχυρίζοντο τουναντίον, ότι μεγάλη αφροσύνη ήθελεν είσθαι αν ο
βασιλεύς διεπέρα προς δυσμάς και εισήλαυνεν εις τόπον εχθρικόν,
ένθα ουδέ συνδρομήν, ουδέ τροφάς ήθελεν ευρεί, ενώ αφ' ετέρου ο
στρατός όν είχεν ήτο τοσούτον ολιγάριθμος, ώστε ουδέ συνοδείαν
βασιλέως εδύνατο να απαρτίση, και ο χειμών εκώλυε την
συνάθροισιν πλειοτέρων στρατιωτών· προσέθετον δε ότι η άνευ
μεγάλου αποτελέσματος προσωπική εκστρατεία του βασιλέως ήθελεν
έχει ολέθρια αποτελέσματα, εξασφαλίζουσα τοις εχθροίς τας
κατακτήσεις αυτών και ενθαρρύνουσα αυτούς εις άλλας
μεγαλειτέρας. Και ταύτα μεν έλεγον αυτοί· ο δε μέγας δομέστικος
Γεώργιος Μουζάλων, και έτεροι ειδήμονες των πολεμικών,
κατεπολέμησαν εντόνως την γνώμην ταύτην ισχυριζόμενοι ότι ο
Θεόδωρος έπρεπε να βαδίση αμέσως κατά των εχθρών, εμπνέων απ'
αρχής έτι της βασιλείας του πεποίθησιν εις τους υπηκόους του
και τρόμον εις τους εναντίους, υπερισχυσάσης λοιπόν της
πλειονοψηφίας, προς ήν συνετάσσετο και ο Βασιλεύς, προσλαβών
ούτος όσας εδυνήθη δυνάμεις, διεπεραιώθη τον Ελλήσποντον,
καταλιπών εις την Έω τον μέγα δομέστικον (196).
Ταχείαν την πορείαν αυτού ποιούμενος ο Θεόδωρος αφίκετο εντός
ολίγου εις Αδριανούπολιν, ένθα μίαν ημέραν μόνην μείνας, εξήλθε
την επιούσαν προς συνάντησιν του εχθρού. Ιδών δε τον στρατόν
αυτού είς των Βουλγάρων κατάσκοπος, δραμών εξήγγειλε την
έλευσιν αυτού προς τον βασιλέα Μιχαήλ, όστις εστρατοπεδεύετο
περί τον Έβρον· η δε φήμη αύτη διασπαρείσα παρά τοις
Βουλγάροις, επροξένησε μέγαν τρόμον εις αυτούς. Αλλά και ο
αυτοκράτωρ πληροφορηθείς πού κατεσκήνουν οι ενάντιοι επέσπευσε
την πορείαν αυτού όπως τους προσβάλη, και προκαταλαβών τινάς
των προσκόπων του εφόνευσεν αυτούς· όσοι δε ηδυνήθησαν να
διαφύγωσιν, επιστρέψαντες δρομαίοι προς τους συστρατιώτας των
ανήγγειλαν την έλευσιν του βασιλέως, πολλαπλασιάζοντες απείρως
τον στρατόν αυτού και διηγούμενοι όσα φαντασία πυρέσσουσα εκ
φόβου δύναται να πλάση. Τότε οι Βούλγαροι, τρόμω συσχεθέντες
και νομίζοντες ότι καταδιώκονται υπό απειροπληθούς στρατιάς,
ετράπησαν εις άτακτον φυγήν διά των δασών καταδρυπτόμενοι υπό
των κλάδων των δένδρων και πληγωνόμενοι, βυθιζόμενοι δε εις
τέλματα και πλείστα άλλα υφιστάμενοι. Ελθών ο αυτοκράτωρ όπου
ήσαν οι εχθροί εσκηνωμένοι και μη ευρών αυτούς, ελυπήθη μεν,
αλλά επροχώρησεν επί την Βερόην, ήν κυριεύσας εφωδιάσθη διά
πολλών τροφών και επιτηδείων· ήθελε δε και μέχρις Αίμου προβή,
ει μη εκωλύετο υπό σφοδρού χειμώνος, ενσκήψαντος τότε και
καταστήσαντος τας οδούς αβάτους. Μείνας λοιπόν έξ ημέρας εις
Βερόην και άπαντα τα εν αυτή ανθρώπους και κτήνη λείαν
ποιησάμενος, επέστρεψεν, εις Αδριανούπολιν (197).
Οι Βούλγαροι κύριοι σχεδόν απάσης της Μακεδονίας όντες,
εξετείνοντο μέχρι της πόλεως Αχριδού· ο δε αυτοκράτωρ πέμψας
εις Μακεδονίαν πολλά στρατιωτικά αποσπάσματα υπό διαφόρους
στρατηγούς εκυρίευσεν άνευ δυσκολίας τας πλείστας των πόλεων,
άς οι Βούλγαροι είχον κατακτήσει, διότι εκείνοι εις μόνην την
αγγελίαν της προσεγγίσεως των Γραικών ετρέποντο εις φυγήν.
Τοιουτοτρόπως ο Θεόδωρος ανέκτησεν άπαντα τα εις το όρος της
Ροδόπης κείμενα φρούρια, προς δε την Περιστίτζην, το
Στενίμαχον, τον Κρυτζιμόν και την Τζέπαιναν, ένθα ηναγκάσθη να
διαχειμάση διότι ένεκα των βροχών δεν εδύνατο να προχωρήση.
Επιλάμψαντος δε του έαρος, εμήνυσεν εις τους εν Σέρραις
εστρατοπεδευμένους Αλέξιον Στρατηγόπουλον και Κωνσταντίνον
Τορνίκην, να έλθωσιν εις Τζέπαιναν· και έλαβον μεν εκείνοι την
προς την πόλιν ταύτην άγουσαν οδόν, αλλ' αίφνης, ενώ
επορεύοντο, ακούσαντες τον ήχον των κερατινών συβοτών τινών
Βουλγάρων και υπολαβόντες ότι κρύπτονται εχθροί όπως τους
προσβάλωσιν, ετράπησαν εις φυγήν, καταλιπόντες εις τους συβότας
εκείνους πάσαν την αποσκευήν και τους πλείστους των ίππων των.
Θυμού διά ταύτα εμπλησθείς ο βασιλεύς τους προσέταξε να
σπεύσωσι την εις Τζέπαιναν άφιξίν των, αν δεν ήθελον να
υποκαύσωσι την οργήν του· αλλ' εκείνοι τον τρόμον εν τη καρδία
έτι έχοντες προυτίμησαν να εκτεθώσιν εις την οργήν του βασιλέως
μάλλον ή εις το ξίφος των Βουλγάρων.
Κατά τον αυτόν χρόνον συνέβη και γεγονός τι πολλήν επαπειλήσαν
εις τους Γραικούς βλάβην. Ο Δραγωτάς, αυτός εκείνος όστις προ
δεκαετίας παρέδωκεν εις τον Βατάτζην την πόλιν των Σερρών,
άρχων ήδη του παρά το Μελένικον στρατεύματος, δυσανασχετών κατά
του αυτοκράτορος, το μεν διά το φιλοβούλγαρον αυτού φρόνημα, το
δε διότι δήθεν δεν αντημείφθη καλώς παρ' εκείνου διά τας προς
τον πατέρα του εκδουλεύσεις, απεφάσισε να παραδώση τοις
Βουλγάροις το Μελένικον. Συναγαγών λοιπόν τους στρατιώτας και
άλλους εκ των περιχώρων παρεκάθησε του Μελενίκου το άστυ, όπερ
εφρούρουν Θεόδωρος ο Νεςόγγιος και Ιωάννης ο Άγγελος, και
προσεπάθει να κυριεύση αυτό. Οι πολιορκούμενοι, ολίγοι όντες,
επέμενον ευθαρσώς τιτρώσκοντες διά βελών και τόξων τους έξωθεν·
αλλ' έπασχον έλλειψιν ύδατος, και ήθελον βεβαίως αναγκασθή να
παραδοθώσιν, ει μη ο αυτοκράτωρ πληροφορηθείς την επιβουλήν
ήρχετο εις συνδρομήν των μετά πολυαρίθμου στρατού. Αφικόμενος
δ' εντός δώδεκα ημερών εις Σέρρας και διανυκτερεύσας εκεί την
νύκτα, έλαβε την επιούσαν την προς το Μελένικον άγουσαν οδόν·
αλλ' επειδή επληροφορήθη ότι εις Ροπώλιον, ένθεν έμελλε να
διέλθη και όπου ρέει ο ποταμός Στρυμών μεταξύ δύο ορέων
συγκλειόμενος, εφρούρουν ικανοί Βούλγαροι, ο δε χώρος ην
στενώτατος και παρέχων προς διάβασιν πλείστας δυσχερείας ου
μόνον εκ της στενότητος αυτού, αλλά και εκ των φραγμών, ούς
κατεσκεύασαν οι Βούλγαροι, εβράδυνε την πορείαν αυτού μέχρις ού
πέμψας διά των δασών αποσπάσματα στρατιωτών του προσέβαλεν
εξαπίνης εκ των υψωμάτων και εξεδίωξε τους εχθρούς μετά
μεγίστης αυτών ζημίας. Ο Δραγωτάς ελθών όπως ενισχύση τους εκεί
φρουρούντας, εφονεύθη καταπατηθείς κατά την τροπήν υπό των
ίππων, ο δε βασιλεύς εισήλθεν εις την πόλιν ένθα υπό του λαού
εγένετο δεκτός μετά πολλού ενθουσιασμού.
Διαμείνας ημέρας τινάς εις Μελένικον ο Θεόδωρος μέχρις ού
παγιώση την τάξιν και τιμωρήση τους ενόχους, απάρας μετέβη εις
Θεσσαλονίκην, και εκείθεν τον Βαρδάριον διαπεράσας, ελθών
εστρατοπέδευσε παρά τα Βοδηνά, ένθα ηναγκάσθη να διακαρτερήση
μικρόν όπως αναλάβη εκ νοσήματος εδρικού, υπό του οποίου,
επιδημίου όντος, έπαθον και οι στρατιώται του. Εκ Βοδηνών
μετέβη εις Πρίλαπον, όπου μηχανάς προσλαβόμενος και ελεπόλεις
κατασκευάσας, επροχώρησε προς την Βελεσόν, ίνα πολιορκήση
αυτήν· αλλ' οι κάτοικοι περίτρομοι γενόμενοι εκ της ελεύσεως
του αυτοκράτορος παρεδόθησαν εν ακαρεί, επί τω όρω της
ελευθέρας εκ της πόλεως εξόδου μετά των όπλων και των πραγμάτων
αυτών. Εκείθεν έλαβε την προς τας Σέρρας άγουσαν οδόν,
διερχόμενος χώρας ανοίκους και ανύδρους· αφικόμενος δε εις την
πόλιν ταύτην έλαβε γραφάς του μεγάλου δομεστίκου Μουζάλωνος
εξαγγέλλοντος αυτώ ότι στίφος Τατάρων διέτρεχε την Καππαδοκίαν,
ενσπείρον τον τρόμον πανταχού άχρις αυτής της Νικαίας. Ταύτα
πληροφορηθείς ο αυτοκράτωρ έδραμε προς βοήθειαν των
απειλουμένων χωρών αλλά μόλις αφίκετο εις Έβρον επληροφορήθη
ότι τα παρά του Μουζάλωνος γραφόμενα αυτώ δεν είχοντο αληθείας,
τότε δε αναστείλας την ταχύτητα της πορείας αυτού οδοιπόρει
σχολαιότερον, και τους συνήθεις εποιείτο βασιλικούς σταθμούς.
Παρακλίνας δε της προς ανατολάς πορείας του, μετέβη εις
Διδυμότοιχον, κακείθεν εις Αδριανούπολιν, ώστε εξ όσων πόλεων
και φρουρίων οι Βούλγαροι είχον μετά την αποβίωσιν του Βατάτζη
κυριεύσει, δεν τοις έμενον πλέον ειμή δύο, έν φρούριον
σμικρότατον εν τοις βουνοίς κείμενον της Αχριδού, Πάτμος
καλούμενον, το oποίον και αυτό μετ' ου πολύ εκυρίευσεν ο
Αλέξιος Φιλανθρωπινός Δούκας, και το άστυ της Τζεπαίνης,
κείμενον μεταξύ Αίμου και Ροδόπης, ένθα ρέει ο ποταμός Έβρος.
Κατά του τελευταίου τούτου εκίνησεν ο Θεόδωρος εξ
Αδριανουπόλεως· αλλ' αφικόμενος εις Μακρολιβάδα κατελήφθη υπό
τοσούτον σφοδρού χειμώνος, ώστε ευρέθη εις λίαν δεινήν θέσιν,
άτε τροφών στερούμενος και τους πολεμίους εγγύς έχων. Εν
τοιαύτη καταστάσει διατελών ο αυτοκράτωρ, προσεκάλεσεν εις
διάσκεψιν τους στρατηγούς αυτού, οίτινες όλοι σχεδόν
εγνωμοδότησαν ότι έπρεπε να επιστρέψωσιν εις Αδριανούπολιν·
αλλ' εκείνος, καίτοι μη απορρίψας την γνώμην των στρατηγών
ποοέτεινεν όμως αντί να οπισθοχωρήσωσιν εις Αδριανούπολιν, να
προχωρήσωσιν εις Στενίμαχον, διότι η εκ Μακρολιβάδος εις τας
δύο πόλεις απόστασις ήτο η αυτή, και τροφαί υπήρχον εις
αμφοτέρας εξίσου άφθονοι, ενώ αφ' ετέρου δεν ήθελε δείξει εις
τους εχθρούς ότι αναγκάζεται εκ δειλίας να οπισθοχωρήση.
Τοιουτοτρόπως κατηυθύνθη εις Διδυμότοιχον και μικρόν εκεί
διαμείνας διεπεραιώθη τον Ελλήσποντον· εις Λάμψακον δε
πανηγυρίσας την εορτήν της του Χριστού γεννήσεως διήνυσεν εις
Νύμφαιον το επίλοιπον του χειμώνος (198).
Το επιόν έτος ο Θεόδωρος ηγούμενος πολυαρίθμου στρατού
εξεστράτευσε κατά των Βουλγάρων, τους οποίους προσβαλών εις
Βιζύην ενίκησε μετά μεγίστης ζημίας, ο δε ηγεμών αυτών βλέπων
ότι δεν δύναται ν' αντιστή προς αντίπαλον τοσούτο τολμηρόν και
ακάματον, χρησάμενος τη μεσολαβήσει του πενθερού του Ούρου
εζήτησεν ειρήνην, ήτις και εγένετο δεκτή, παραχωρηθείσης τω
αυτοκράτορι της Τζεπαίνης (199).
Αι αδιάλειπτοι εκστρατείαι, εις άς ηναγκάζετο να καθυποβάληται
ο Θεόδωρος, εκλόνισαν μεγάλως την άλλως ακροσφαλή υγείαν του.
Το φρικώδες της επιληψίας πάθος ήρξατο ήδη μαστίζον αυτόν,
μάτην δε κατέφυγεν εις της ιατρικής την δύναμιν όπως εξαλείψη
νόσον, ήτις ήτο αυτώ κληρονομική. Αι δυνάμεις του από ημέρας
εις ημέραν εξηντλούντο, αι δε προσβολαί της επιληψίας
συνεχέστερον επανελαμβάνοντο, ώστε ο Θεόδωρος αποκαμών ήδη εις
το άνθος έτι της ηλικίας του, απεβίωσε κατ' Αύγουστον του 1259
τριάκοντα και επτά ετών ων, και μετά τριών ετών και δέκα μηνών
αυτοκρατορίαν, και ετάφη όπου και ο πατήρ αυτού εν τη των
Σωσάνδρων μονή. Κατέλιπε δε θανών ένα υιόν, Ιωάννην καλούμενον,
το όγδοον της ηλικίας αυτού έτος διανύοντα, και τέσσαρας
θυγατέρας (200).
Ο Θεόδωρος αποθνήσκων κατέστησε διά διαθήκης επίτροπον της
βασιλείας διά την ενηλικιότητα του υιού αυτού, τον δομέστικον
Γεώργιον Μουζάλωνα· αλλ' ο ανήρ ούτος δεν απελάμβανε την
συμπάθειαν του λαού και ιδία των της πρώτης τυγχανόντων τάξεως,
διότι αλαζονία και σκληρότητι φερόμενος, ούς μεν καθείρξε και
ετύφλωσεν, ούς δε αλλεοτρόπως ητίμασε. Συνωμοσία λοιπόν
εσχεδιάσθη κατ' αυτού, ής προεξήρχον οι δυσαρεστημένοι, Αλέξιος
Στρατηγόπουλος, Κωνσταντίνος Τορνίκης, Θεόδωρος Φιλής, Γεώργιος
Ζαγαρομμάτης, Νικηφόρος Αλυάττης και έτεροι, και ο θάνατος του
επιτρόπου απεφασίσθη. Ενώ λοιπόν την εννάτην μετά την αποβίωσιν
του Θεοδώρου ημέραν ο Μουζάλων εν τη μονή των Σωσάνδρων ετέλει
το μνημόσυνον εκείνου, εφορμήσαντες κατ' αυτού οι συνωμόται τον
κατέσφαξαν μετά πάσης της οικογενείας του, και τοιουτοτρόπως ο
αυτοκρατορικός θρόνος έμεινε σχεδόν κενός, του Ιωάννου αφήλικος
έτι όντος (201).