Βαρέως υπέμεινεν ο Βατάτζης την της συζύγου αυτού Ειρήνης

στέρησιν· παρελθόντος όμως χρόνου τινος, ήλθεν εις δεύτερον

γάμον μετά Άννης της θυγατρός του αυτοκράτορος της Γερμανίας

και αδελφής Μανφρέδου του Βασιλέως της Σικελίας· επειδή δε αύτη

ην πολύ νέα την ηλικίαν, ο πατήρ της τη έδωκε συν πολλαίς

άλλαις υπηρετρίαις ως τροφόν και παιδαγωγόν γυναίκα τινα

καλουμένην Μαρκεσίνην, της οποίας η καλλονή του προσώπου και

των οφθαλμών ήτο σαγήνη, ήν δυσκόλως εδύνατό τις να αποφύγη. Η

γυνή αύτη διά φίλτρων και καταδέσμων ερωτικών και διά των

χαρίτων αυτής εξέκαυσε προς τον έρωτά της τον βασιλέα επί

τοσούτον, ώστε παρορών εκείνος την νόμιμον αυτού σύζυγον Άνναν

και όλως προσηλωμένος εις την Μαρκεσίνην, τη επέτρεψε να φέρη

και τα βασιλικά σύμβολα, πέδιλα δηλαδή κοκκοβαφή και εφεστρίδας

τοιαύτας και χαλινά και να έχη και συνοδείαν, οίαν, ουδ' αυτή η

βασιλίς. Βεβαίως η τοιαύτη κατάστασις έπρεπε να τω προσελκύση

την κατάκρισιν και το μίσος των υπηκόων του· αλλ' η προς αυτούς

αγαθότης του και αι ευποιίαι του περιέστελλον αυτούς και τους

ηνάγκαζον να μετριάζωσι την αγανάκτησίν των. Και αυτός όμως ο

Βατάτζης συναισθανόμενος το άτοπον της διαγωγής του εθλίβετο

ενδομύχως και ετήκετο· αλλ' ο προς την Μαρκεσίνην έρως του ην

ανώτερος παντός άλλου αισθήματος. Μια των ημερών η Μαρκεσίνη

υπό της πολυπληθούς αυτής θεραπείας συνοδευομένη, εισήλθεν εις

την κατά τα Ημάθια μονήν του αγίου Γρηγορίου καθ' ήν ώραν

ετελείτο η θεία μυσταγωγία. Ο της μονής προϊστάμενος Νικηφόρος

ο Βλεμμύδης, ιδών την γυναίκα ταύτην, ήν εν σωζομένη επιστολή

του ονομάζει «ασελγή τε και φάρμακον, της οικουμένης το

πρόσκομμα, το παγκόσμιον σκάνδαλον μετά του αυχένος και της

οφρύος και του φρυάγματος,» πριν ή εισέλθη, εις τα πρόθυρα του

ναού, διέταξε και έκλεισαν τας θύρας, κρίνων αμάρτημα να

επιτρέψη αυτή όπως διά των βεβήλων και αθεμίτων ποδών της

πατήση έδαφος ιερόν, και αποδιώξας αυτήν μετ' αισχύνης. Η

Μαρκεσίνη θεωρήσασα την προσβολήν βαρείαν και σκληράν επέστρεψε

προς τον βασιλέα οδυρομένη και επικαλουμένη την εκδίκησιν αυτού

κατά του Βλευμμύδου· αλλ' ο βασιλεύς ένδακρυς γενόμενος, βύθιον

στενάξας και πλήρης κατηφείας είπεν. «Ίνα τι με κολάζειν άνδρα

δίκαιον συνωθείτε; Ει γαρ μοι προς βουλήσεως ην ατιμίας ομού

και αισχύνης καθήσθαι εκτός, ακίβδηλον αν το της βασιλείας

ετήρουν σεμνόν και αυτός· νυν δε τας αιτίας των εμών ύβρεων και

της βασιλείας αυτής αυτός παρεχόμενος, προσηκούσας απολαμβάνω

λοιπόν εντεύθεν τας αμοιβάς και των πονηρών σπερμάτων άξια τα

γεώργια.» Και άδηλον μεν είνε μετά ταύτα αν η Μαρκεσίνη

εξηκολούθησε μέχρι τέλους την αυτήν απολαύουσα παρά τη βασιλεί

εύνοιαν· αλλ' ο Βλεμμύδης δικαιολογών την διαγωγήν του,

εδημοσίευσεν εγκύκλιον επιστολήν πλήρη χριστιανικής αρετής και

Ευαγγελικών παραγγελμάτων, τα οποία οφείλουσι να ρυθμίζωσι την

διαγωγήν του καλού ποιμένος. (178)

Ενώ ο Βαλδουίνος, περιφερόμενος εις Ευρώπην επήτει υπέρ του

καταρρέοντος θρόνου του την συνδρομήν των διαφόρων ηγεμόνων, ο

Βατάτζης άγρυπνος πάντοτε όπως ωφελείται εκ των περιστάσεων,

ιδών ότι ουδέν έχει να φοβήται εκ των Τατάρων, απησχολημένων

όντων περί πολέμους άλλων εθνών, και καταλιπών εις το κράτος

του τοποτηρητήν τον υιόν του Θεόδωρον διεπεραιώθη τον

Ελλήσποντον, όπως επισκεφθή τας χώρας αυτού, αίτινες

εξετείνοντο από του άστεως του καλουμένου Ζίχνα μέχρι των

Σερρών. Αφικόμενος δε εις τα μέρη του Κισσού, διέβη τον ποταμόν

Έβρον, τη 4 Σεπτεμβρίου 1246 και εξηκολούθει την πορείαν του,

ότε έλαβε γραφήν του την δημόσιον της Αχριδού αρχήν κρατούντος

ότι απεβίωσεν ο των Βουλγάρων Βασιλεύς Καλλιμάνος, ως μέν τινες

έλεγον νόσω φυσική, ως δ' έτεροι, δηλητηριασθείς· και ότι

διάδοχος αυτού ήτο ο νεώτερος αδελφός του Μιχαήλ. Τούτο μαθών ο

βασιλεύς παραμείψας την Χριστούπολιν έφθασεν εις Φιλιππούπολιν,

και εκεί σκέψιν εποιήσατο μετά των στρατηγών του αν έπρεπε να

προσβάλη τους Βουλγάρους, και αν ήτο δυνατόν να κυριεύση τας

Σέρρας. Εκ τούτων τινές έλεγον ότι δεν έπρεπε να πράξη τοιούτο

τι, διότι ήτο ανέτοιμος προς πόλεμον και ουδέ τας αναγκαίας

μηχανάς είχε μεθ' εαυτού, ενώ το άστυ των Σερρών υπό ισχυρού

τείχους περιφρουρούμενον απήτει και στρατόν πολυάριθμον προς

πολιορκίαν και ελεπόλεις και άλλας μηχανάς· τουναντίον δε ο

μέγας δομέστικος Ανδρέας Παλαιολόγος συνεβούλευσεν ότι έπρεπε

να αποπειραθή την άλωσιν τον Σερρών, και ει μεν επετύγχανε,

καλώς· άλλως ουδεμίαν ζημίαν ήθελε πάθει, καθόσον, οι Βούλγαροι

υπό βρέφους αρχόμενοι, αδαούς πολέμων όντος, ήθελον επιζητήσει

μάλλον των μαχών την ειρήνην. Η συμβουλή αύτη ήρεσεν εις τον

βασιλέα ως η αρίστη, και δη λαβών την προς Σέρρας άγουσαν οδόν,

εστρατοπέδευσεν απέναντι της πόλεως ταύτης, προσπαθών, ελλείψει

ικανού στρατού, να την κυριεύση διά στρατηγημάτων. Αι Σέρραι το

πάλαι ήσαν πόλις μεγίστη και εύπορος, αλλ' αφ' ότου οι

Βούλγαροι την κατέλαβον, απώλεσαν πάσαν αυτών την ευδαιμονίαν,

διά τούτο κατέστησαν κώμη απλή, και μόνη η ακρόπολις ήτο

οπωσούν ηυτρεπισμένη και τετειχισμένη· ο ταύτης δε φρούραρχος

ονομαζόμενος Δραγωτάς διέτριβε συνήθως εις Μελένικον. Επειδή

λοιπόν η κάτω πόλις ην ατείχιστος, συναθροίσας ο βασιλεύς τους

επί μισθώ τοις στρατιώταις δουλεύοντας, ούς κοινώς Τζουλούκωνας

εκάλουν, τους έπεισε να εφορμήσωσι και κυριεύσωσι την πόλιν.

Τούτου δε γενομένου ευκόλως, ιδών ο φρούραρχος Δραγωτάς ότι δεν

δύναται ν' αντιστή κατά των Γραικών, πέμψας πρέσβεις προσέφερε

την υποταγήν του εις τον βασιλέα· εκείνος δε ενδύσας αυτόν

χλαίναν χρυσίω συνυφασμένην, και δους αυτώ ικανά χρήματα

απέπεμψε προς το Μελένικον, όπως προπαρασκευάση και την της

πόλεως εκείνης υποταγήν (179).

Αφικόμενος εις Μελένικον ο Δραγώτας ήρξατο προτρέπων τους

κατοίκους κρυφίως όπως παραδώσωσι την πόλιν εις τον Βατάτζην,

και επειδή ο ταύτης ηγεμών Νικόλαος Λιτοβόης ην κλινήρης, υπό

δεινής κατεχόμενος ποδαλγίας, ο Δραγωτάς εδύνατο να ενεργή

απροκαλύπτως τα κατά νουν· είς δε των επιφανεστέρων κατοίκων

της πόλεως, Νικόλαος Μαγκλαβίτης τούνομα, ανήρ δραστήριος και

πολυμήχανος, πληροφορηθείς τα γενόμενα, ηθέλησε να ωφεληθή

αυτός αντί του Δραγωτά εκ της περιστάσεως. Συναθροίσας λοιπόν

τον λαόν ήρξατο φανερώς τοιαύτα λέγων· «Πολλά μεν ημείς

υπέστημεν κατά την βασιλείαν του αφήλικος Καλλιμάνου υπό των

αρχόντων αυτού, ηλπίζομεν όμως πάντοτε ότι, αυτού ανδρωθέντος

και ελθόντος εις κατάστασιν να διακρίνη το φαύλον από τον

αγαθόν, ηθέλομεν ανταμειφθή δι' όσας κακοπαθείας υπέστημεν.

Αλλά νυν ότε κακή μοίρα, εκείνου αποβιώσαντος, άλλο βρεφύλλιον

ανέλαβε την των Βουλγάρων αρχήν, είημεν αν ανοητότεροι πάντων

των ανθρώπων, ει συγκατενεύομεν πάλιν να υποστώμεν τα αυτά

δεινά και να μείνωμεν αδέσποτοι, ενώ εκ της εκρρύθμου ταύτης

καταστάσεως και τα πρότερα ημών δυστυχήματα επήγασαν, και όλα

τα κακά συνήθως προέρχονται. Νομίζω λοιπόν καλόν αφού ο

βασιλεύς των Ρωμαίων, ανήρ ευθύς, πιστός, δίκαιος και διακρίνων

το εσθλόν από του φαύλου, ήλθεν ενταύθα, να παραδοθώμεν εις

αυτόν, καθόσον μάλιστα ο τόπος ούτος ανήκεν έκπαλαι τοις

Ρωμαίοις, και ημείς εκ Φιλιππουπόλεως ορμώμενοι, εσμέν, καίτοι

συγχρωτιθέντες τοις Βουλγάροις, καθαροί το γένος Ρωμαίοι. Άλλως

τε και Βούλγαροι αν θεωρηθώμεν, ο των Ρωμαίων βασιλεύς

δικαιούται αληθώς και εν ημίν· διότι ο υιός τούτου και βασιλεύς

Θεόδωρος προς τον Βασιλέα των Βουλγάρου Ασάν είχε συγγένειαν,

και νυν η του Ασάν θυγάτηρ δέσποινα παρά Ρωμαίοις και είνε και

ονομάζεται. Ένεκα λοιπόν τούτον πάντων νομίζω δίκαιον να

υποταχθώμεν και να κλίνωμεν τον αυχένα εις αυτόν· διότι ο ζυγός

των φρονίμων και γηραιών βασιλέων είνε πολύ ελαφρότερος των έτι

εν μείραξι διατελούντων.» Οι λόγοι ούτοι έπεισαν τους κατοίκους

όπως υποταχθώσι τω Βατάτζη, και δη πέμψαντες πρέσβεις

εσυνθηκολόγησαν προς αυτόν. Επιστρεψάντων δε των πρέσβεων μετά

χρυσοβούλου υπέρ της πόλεως του Μελενίκου, υπέρ τους

πεντακοσίους των κατοίκων εξήλθον όπως προσκυνήσωσι τον

βασιλέα, περί τόπον Λαβίσδαν καλούμενον· εκείνος δε ιδών

μακρόθεν αυτούς, πλήρης χαράς ανέκραξε· «Διά τίνος άρα μάχης

υπετάξαμεν αυτούς; διά πόσων φαλάγγων ιππέων τους ενικήσαμεν;

ορθόν λοιπόν είνε το υπό του αποστόλου Παύλου ειρημένον, «Ου

του τρέχοντος, ουδέ του διώκοντος, αλλά του ευδοκούντος Θεού.»

Μετά την υποταγήν δε ταύτην του Μελενίκου πολλαί χώραι και

πόλεις περιήλθαν αναιμωτί υπό την εξουσίαν του βασιλέως, οίον ο

Στενίμαχος και η Τζέπαινα και όσα παρέκειντο τω όρει της

Ροδόπης προς μεσημβρίαν, προς βορράν δε το Στούμπιον, η

Χοτοβός, το Βελεβούδιον, τα Σκοπία, η Βελεσός, η Νευστάπολις, η

Πρόσακος και άπασα η μέχρι Πριλάπου και Πελαγονίας χώρα.

Τοιουτοτρόπως ο Βατάτζης «πολλών άστεων και χώρων πολλών

εγεγόνει δεσπότης εν ακαρεί, μή τινος πολέμου γεγενημένου, μηδέ

τινος πεσόντος εν μάχη, μηδέ χυθέντος αίματος, μηδέ ξίφους

κατορχησαμένου σώματος, αλλ' ημέρως και γαληνώς, ώσπερ κλήρου

τινός πατρόθεν τούτω προσήκοντος ανιδρωτί των τοιούτων απάντων

κατήρξε» (180).

Διά της επαυξήσεως ταύτης του κράτους του προς μεσημβρίαν και

προς δυσμάς ο Βατάτζης περιέζωσε πανταχόθεν ωσεί πολιορκών την

αυτοκρατορίαν της Κωνσταντινουπόλεως· παρεσκευάζετο δε,

μεσούντος Νοεμβρίου του έτους 1215, να επανέλθη εις Νίκαιαν ότε

της τύχης νέα εύνοια εμεγάλυνε περισσότερον το κράτος αυτού. Εν

τοις προηγουμένως είπομεν ότι την Θεσσαλονίκην διώκει τίτλω

δεσπότου ο Ιωάννης· αποβιώσαντος όμως αυτού μετ' ολίγον,

ανέλαβε την εξουσίαν ο του Ιωάννου αδελφός Δημήτριος,

«ατάσθαλον, καθώς λέγει ο Ακροπολίτης, μειράκειον και παιδιαίς

ενσχολάζειν προσήκον και μειράκειον αθύρμασι, μήτι γε ανδρών

προΐστασθαι συνετών και πολιτείας κατάρχειν και νομίμως

επιστατείν.» Την φαύλην αυτού διοίκησιν μη ανεχόμενοί τινες εκ

των προκρίτων της Θεσσαλονίκης, ο Καμπανός Ιατρόπουλος, ο

Σπαρτηνός, ο Κουτζουλάτος, ο Μιχαήλ Λάσκαρις, ο Τζυρίθων και

άλλοι, συνώμοσαν όπως απαλλάξωσι τον τόπον του ατασθάλου

εκείνου μείρακος· έπεμψαν λοιπόν πρέσβυν προς τον Βατάτζην τον

Καμπανόν, λόγοι μεν εμπορίας, πράγματι δε όπως διαπραγματευθή

μετ' εκείνου την παράδοσιν της Θεσσαλονίκης επί τω όρω της διά

χρυσοβούλου επικυρώσεως των αρχαίων εθών και δικαιωμάτων των

κατοίκων. Παραχωρήσας το αιτούμενον ο βασιλεύς, απήρεν εκ

Μελενίκου, του Καμπανού προαναχωρήσαντος, και κατηυθύνθη εις

Θεσσαλονίκην· πέμψας δε πρέσβεις προς τον Δημήτριον τον

προσεκάλεσε να έλθη παρ' αυτώ όπως τω προσφέρη τα σεβάσματά

του· αλλ' ο Δημήτριος βασιζόμενος εις τας απατηλάς συμβουλάς

των ιδίων συνδημοτών, απεφάσισε να μη υπακούση εις την

πρόσκλησιν του Βατάτζη· οποίαι δε ήσαν αι σκευωρίαι, τας οποίας

μετεχειρίζοντο όπως εξαπατήσωσιν οι περί αυτόν τον δυστυχή

εκείνον δεσπότην μαρτυρεί, το εξής γεγονός. Επανελθόντα τον

Καμπανόν εκ της προς τον Βατάτζην πρεσβείας, επρόδωσάν τινες

προς τον Δημήτριον ως μετά των εχθρών αυτού συνεννοούμενον·

προσκληθείς λοιπόν παρουσία αυτού εκατηγορείτο ότι ραδιουργεί

τον λαόν και καταπροδίδει τον ηγεμόνα αυτού· μη έχων δέ τι προς

ταύτα να αντείπη, εκινδύνευε να καταδικασθή εις θάνατον. Τούτο

μαθών ο συμμύστης αυτού Σπαρτηνός έδραμεν εις τα ανάκτορα, και

στραφείς πνευστιών προς τον Δημήτριον, «Τι ήκουσα, λέγει,

δέσποτα, ότι ούτος είνε προδότης; Αλλ' αν τούτο αποδειχθή

αληθές, μυρίων θανάτων άξιος είνε ο κακούργος.» Ο Δημήτριος

πιστεύσας εις την προσπεποιημένην αγανάκτησιν του Σπαρτηνού,

«Ναι, αποκρίνεται, κατηγορούσιν αυτού ότι είνε προδότης.»

«Προδότης! » επιφωνεί ο Σπαρτηνός πλήρης οργής, και ορμήσας

ερράπισε τον Καμπανόν επανειλημμένως· είτα δε αρπάσας αυτόν από

του γένυος, «Εγώ, είπε, παραλαβών αυτόν εις τον οίκον μου θα

τον αναγκάσω να ομολογήση την αλήθειαν.» Και λαβών αυτόν τον

έφερεν εις τον οίκον του, ένθα τον εδεξιώθη λίαν φιλοφρόνως·

απαιωρήσας δε ασκόν πλήρη αέρος ήρξατο να τύπτη αυτόν, του

Καμπανού εκπέμποντος γοεράς κραυγάς. Αφού δε πολλάκις επανέλαβε

τον αβλαβή τούτον τυμπανισμόν επανελθών προς τον Δημήτριον,

«Δέσποτα, λέγει, όρκω σε πιστώσω το πράγμα· Μά τον σον και ημών

απάντων Δημήτριον, τον κηδεμόνα της Θεσσαλονίκης και πολιούχον

(ούτος δε ήτο ο των Θεσσαλονικέων όρκος) τοιούτος εστιν ο

Καμπανός, οποίος ο Σπαρτηνός και ούτω διάκειται περί σε,

καθάπερ δη και ο Σπαρτηνός, ών ανθρώπων απάντων πλέον σε

φιλούντα επέγνως.» Τοιουτοτρόπως ο Καμπανός απηλλάγη της

αποδιδομένης αυτώ κατηγορίας (181).

Εν τούτοις ο Βατάτζης αφικόμενος προ της Θεσσαλονίκης έπεμψε το

δεύτερον πρέσβεις προς τον Δημήτριον προσκαλών αυτόν να έλθη

εις το στρατόπεδόν του και να τω εξαποστείλη ζωοτροφίας·

αρνουμένου δε του δεσπότου να υπακούση, ο αυτοκράτωρ έμεινεν

επί τινας ημέρας προ της Θεσσαλονίκης περιμένων την εκπλήρωσιν

της υποσχέσεως των συνωμοτών. Και όντως μια των ημερών αι πύλαι

της πόλεως ηνοίχθησαν αίφνης, ο δε Βατάτζης μετά των στρατιωτών

του εφορμήσας κατέλαβεν αυτήν. Ο Δημήτριος ιδών την επιβουλήν

κατέφυγεν εις την ακρόπολιν· η δε αδελφή του Ειρήνη και χήρα

του Ασάν ελθούσα, και προ των ποδών του Βατάτζη πεσούσα, τον

παρεκάλει να φεισθή του αφήλικος αυτής αδελφού και μη τον

στερήση των οφθαλμών. Λαβούσα δε την υπόσχεσιν αυτού ότι δεν

θέλει τον τυφλώσει, μετέβη παρά τω αδελφώ της και τον έπεισε να

παραδοθή· τοιουτοτρόπως περιήλθε και η Θεσσαλονίκη υπό την

εξουσίαν αυτού (182).

Ολίγας ημέρας εν τη πόλει εκείνη προσκαρτερήσας ο βασιλεύς και

υπό του χειμώνος κατεπειγόμενος ν' αναχωρήση κατέλιπεν εν μεν

τη Θεσσαλονίκη φρούραρχον τον μέγαν δομέστικον Ανδρόνικον

Κομνηνόν τον Παλαιολόγον, εν δε τω Μελενίκω, ταις Σέρραις και

τοις περιχώροις τον τούτου υιόν Μιχαήλ Κομνηνόν, και

κατακλείσας τον τέως δεσπότην της Θεσσαλονίκης Δημήτριον εις το

φρούριον των Λεντιανών, επέστρεψε κατά μήνα Δεκέμβριον του 1246

εις Ασίαν· αποθανόντος δε μετ' ου πολύ του Ανδρονίκου Κομνηνού,

ο Βατάτζης ενεπιστεύθη την διοίκησιν της Θεσσαλονίκης εις τον

Θεόδωρον Φιλήν. Μετά δε την άλωσιν της Θεσσαλονίκης ο

αυτοκράτωρ επιθυμεί όπως υπό το σκήπτρόν του υποτάξη και τας

μήπω κυψάσας χώρας, όσας κατείχον ο δεσπότης Θεόδωρος Άγγελος

και οι Φράγκοι.

Παραχειμάσας ο Βατάτζης εις Νυμφαίον ήρεν, έαρος φανέντος,

εκείθεν, προτιθέμενος να προσβάλη τη Τζουρουλόν και την Βιζύην.

Διαπεραιωθείς λοιπόν τον Ελλήσποντον, πρώτον μεν αφίκετο εις

Τζουρουλόν, ήν ήρχεν ο Ανζώ δε-Καχιέ, σύζυγος Ευδοκίας της

αδελφής της αποθανούσης αυτού γυναικός Ειρήνης. Ο Ανζώ

επαιρόμενος επί τη συγενεία ταύτη ήλπισεν ότι ο Βατάτζης δεν

θέλει κυριεύσει την πόλιν· καταλιπών όθεν την σύζυγον αυτού

Ευδοκίαν, αυτός εξήλθε της Τζουρουλού. Αλλ' ο Βατάτζης

πολιορκήσας και αλώσας την πόλιν, την μεν γυναικαδέλφην αυτού

απέπεμψεν εις Κωνσταντινούπολιν, τους δε φρουρούς του άστεως

απέλυσεν. Εκυρίευσε δ' επίσης εντός μικρού και την Βιζύην

(183).

Ενώ ο Βατάτζης επεξέτεινε τας κτήσεις αυτού, ο Βαλδουίνος μετά

την εν Λουγδούνω σύνοδον εις Παρισίους διαμένων, εξηκολούθει

επαιτών χρηματικάς και στρατιωτικάς επικουρίας παρά των

ηγεμόνων της Ευρώπης υπέρ της τα λοίσθια πνεούσης αυτοκρατορίας

του· αλλ' η φήμη των τεραστίων του Βατάτζη επιτυχιών τον

έπεισεν όπως επανέλθη όσω τάχιον εις το κράτος του. Πριν δε ή

αναχωρήση εκ Γαλλίας, μετέβη εις την κομητείαν του Ναμούρ και

συνεφώνησε μετά των οικείων του ότι αν αυτός ή τα τέκνα του

ήθελον αποβιώσει άνευ κληρονόμων, τοιαύτη ήθελε θεωρείσθαι η

αδελφή του Μαργαρίτα κόμησσα του Βιανδέν, και ταύτης θανούσης,

η αδελφή του Ελισσάβετ, κυρία του Μονταγού, και μετά την

αποβίωσιν αυτής η τρίτη αδελφή του Αγνή, ηγεμονίς της Αχαΐας.

Εκ Γαλλίας μετέβη εις Αγγλίαν όπως επικαλεσθή την συνδρομήν του

Ερρίκου Γ'. διατρίψας δ' εκεί ολίγον χρόνον επανήλθεν εις

Κωνσταντινούπολιν, κατά Οκτώβριον 1248. Άμα δ' επανελθών εις

την πρωτεύουσαν έπεμψεν εις Γαλλίαν την σύζυγόν του Μαρίαν,

δους αυτή πλήρη εξουσίαν να υποθηκεύση άπαντα τα κτήματά του

όπως εξοφλήση διάφορα ποσά, τα οποία είχε δανεισθή (184).

ο Πάπας Ιννοκέντιος Δ', καί τοι απασχολημένος περί πολλά

σπουδαιότερα αντικείμενα, δεν απηξίου προσοχής και την

κατάστασιν της Ελληνικής εκκλησίας. Βλέπων ότι ενόσω υφίστατο η

θρησκευτική διαίρεσις μεταξύ Γραικών και Φράγκων, αδύνατον ήτο

να παγιωθή η εξουσία αυτών εν τη Ανατολή, πάσαν κατέβαλλε

προσπάθειαν όπως καταπαύση το σχίσμα εκείνο των δύο εκκλησιών.

Από του 1247 είχεν ήδη αποστείλει ως έξαρχον αυτού κατά την

Ανατολήν, την Ελλάδα, την Αρμενίαν, την Τουρκίαν, το Ικόνιον

και την Βαβυλώνα τον μοναχόν Λαυρέντιον, εις όν ενετείλατο να

περιορίση όσω εδύνατο τας κατά των Γραικών βιαιοπραγίας των

Φράγκων, και χύση βάλσαμον παρηγορίας και λήθης εις όσα ούτοι

υπ' εκείνον υπέστησαν. Ο Λαυρέντιος ελθών εις Νίκαιαν

συνδιελέχθη προς τον πατριάρχην Μανουήλ ίνα τον πείση να

συνεργασθή μετ' αυτού περί της ενώσεως των εκκλησιών, τας αυτάς

δε προσπαθείας κατέβαλε και παρά τω των Αρμενίων πατριάρχη·

μετεχειρίσθη δε ως όργανον και παρά τω Βατάτζη την βασίλισσαν

της Ουγγαρίας και σύζυγον του γαμβρού αυτού Βήλα, ίνα τον πείση

ν' αποβάλη το ορθόδοξον θρήσκευμα και ενωθή μετά της δυτικής

εκκλησίας. Ο αυτοκράτωρ εμπαίζων τον Πάπαν και θέλων να

επωφεληθή της περιστάσεως όπως παρεμποδίση τας περιμενομένας

εις Κωνσταντινούπολιν ες Εσπερίας επικουρίας, έδειξε προθυμίαν

τινά όπως συντελέση εις την ένωσιν των δύο Εκκλησιών. Αλλ'

ηγεμών τοσούτω αγέρωχος και γενναίος εδύνατο ποτέ κατά βάθος να

επιθυμήση τοιαύτην ένωσιν, εν άλλαις λέξεσιν, υποταγήν τυφλήν,

οίαν ηννόει ο Ρωμαίος ποντίφιξ (185).

Κατά τους χρόνους τούτους (1250) ηλώθη και το άστυ της νήσου

Ρόδου υπό των Γενουηνσίων νύκτωρ δι' απάτης· διότι απόντος του

διοικητού της νήσου Ιωάννου Γαβαλλά περί τα μέρη της

Νικομηδείας, οι Γενουήνσιοι πέμψαντες στόλον κατέλαβον αυτό. Ο

αυτοκράτωρ γνους το γενόμενον έπεμψε κατ' αυτών τον επί του

κεράσματος δούκα Ιωάννην τον Καντακουζηνόν, όστις ελθών μετ'

ολίγων δυνάμεων, τας οποίας εδυνήθη να συναγάγη, προσέβαλε τους

Γενουηνσίους και κατέλαβε δύο φρούρια, το Φιλέρημον και το

Λικτόν, λαβών δε μετά τινα χρόνον επικουρίαν παρά του βασιλέως

κατηυθύνθη προς αυτήν την πρωτεύουσαν της νήσου και επολιόρκησε

τους Γενουηνσίους, οίτινες εξελάσαντες τους εγχωρίους και

ευρόντες αφθονίαν τροφών ήσαν εις κατάστασιν επί πολύν χρόνον

ν' αντιστώσι πολιορκούμενοι. Αλλ' όμως ήθελον επί τέλους

αναγκαστή να παραδοθώσιν, ει μη τοις ήρχετο επικουρία τις

έξωθεν πάντως απροσδόκητος. Ο της Αχαΐας πρίγγηψ Βιλλαρδουίνος

και ο Δουξ της Βουργουνδίας Ούγος αναγόμενοι εις την Συρίαν,

όπως φέρωσιν επικουρίαν εις τους εκεί Φράγκους, και αράξαντες

εν τη Ρόδω, παρεχώρησαν εις τους πολιορκουμένους πλέον των

εκατόν ιπποτών, η δε νέα αύτη επικουρία ηνάγκασε τον

Καντακουζηνόν να αποχωρήση εκ του άστεως και καταφύγη προς το

φρούριον Φιλέρημον. Οι ιππόται καταλείποντες τότε εις την

φρούρησιν της πόλεως τους πεζούς, εξήρχοντο εις τα περίχωρα και

εισεκόμιζον πολλάς τροφάς, ώστε μετ' ου πολύ επήλθεν εις τους

στρατιώτας του Καντακουζηνού σπάνις των επιτηδείων. Εν τούτοις

ο Βασιλεύς Ιωάννης καταλαβών το Νύμφαιον, και στόλον αξιόλογον

εν τη Σμύρνη συσκευασάμενος, τριήρεις τε ιππαγωγούς

οικονομήσας, εξαπέστειλεν αυτάς εις Ρόδον, υπό τον

πρωτοσέβαστον Θεόδωρον Κοντοστέφανον, εις όν έδωκεν οδηγίας

εγγράφους περί του τι έμελλε να πράξη. Αφικόμενος λοιπόν ούτος

εις Ρόδον κατετρόπωσε τους Φράγκους, συναντήσας δε εις τους

αγρούς ληιζομένους τους εκατόν ιππότας, ούς ο Βιλλαρδουίνος και

ο Ούγος κατέλιπον, επέρασεν αυτούς εν ονόματι μαχαίρας.

Τοιουτοτρόπως οι Γενουήνσιοι στερηθέντες των επικούρων εκείνων

κατεκλείσθησαν εις την πόλιν και πολιορκηθέντες ηναγκάσθησαν να

παραδοθώσιν επί τω όρω ότι ο βασιλεύς ήθελε φεισθή της ζωής

αυτών· ώστε και πάλιν η Ρόδος περιήλθεν υπό την εξουσίαν του

Βατάτζη (186).

Δις μέχρι τούδε ο Βαλδουίνος είχε μεταβή εις Εσπερίαν όπως

επικαλεσθή την συνδρομήν των ομοφύλων υπέρ του ευρωτιώντος

θρόνου του, χωρίς κατ' ουδέν να παραλλάξη την κατάστασιν αυτού,

είτε διότι οι ηγεμόνες και ο Πάπας δεν συνέδραμον αυτόν

αποτελεσματικώς, είτε διότι αυτός ήτο ανίκανος όπως

χρησιμοποιήση την συνδρομήν εκείνων. Απεφάσισε λοιπόν και

τρίτον να απέλθη εις Ευρώπην, καταλείπων τοποτηρητήν αυτού τον

Φίλιππον δε-Τουσή και συνοδευόμενος υπό του Πατριάρχου της

Κωνσταντινουπόλεως Νικολάου του εκ Πλακεντίας, τον οποίον

μικρόν μετέπειτα εν Μεδιολάνοις αποβιώσαντα αντεκατέστησεν ο

υπό του Ιννοκεντίου διορισθείς Παντολέων Ιουστινιάνης ευγενής

Ενετός. Ο Πάπας διορίσας αυτόν ηθέλησε να κολακεύση τους

Ενετούς, οίτινες μόνοι σχεδόν συνέδραμον μετά ζήλου την

αυτοκρατορίαν της Κωνσταντινουπόλεως· προς τούτο δε τω έδωκε

και τον τίτλον εξάρχου Ρωμανίας, τον οποίον τω επεκύρωσεν

οψιαίτερον ο Πάπας Αλέξανδρος Δ'. Όπως δε δυνηθή να επαρκέση

εις τας ανάγκας του στρατού, τω επέτρεψε να εκποιήση ή

υποθηκεύση τα κτήματα της εν Κωνσταντινουπόλει εκκλησίας αντί

του ποσού χιλίων μαρκών χρυσίου (187).

Αι περιοδείαι του Βατάτζη ήταν πάντη διάφοροι των του

Βαλδουίνου, διότι έκαστον βήμα αυτού ήτο και μία κατάκτησις. Ο

μεγαλοφυής ούτος ανήρ σκοπόν είχε να ανακτήση ό,τι οι

προκάτοχοι αυτού απώλεσαν, και ανορθώση το τεταπεινωμένον και

δεδουλωμένον Βυζαντινόν Κράτος. Όπως δε δυνηθή να στρέψη απάσας

αυτού τας δυνάμεις κατά των Φράγκων, συνέθετο ειρήνην μετά των

Τούρκων του Ικονίου, κατέστρεψε το βασίλειον της Θεσσαλονίκης,

υπέταξε μέρος της Βουλγαρίας και εταπείνωσε τον βασιλέα αυτής,

μόνοι δε οι δεσπόται της Ηπείρου Θεόδωρος ο Τυφλός και Μιχαήλ ο

Νόθος ηδύναντο κατά τι να απασχολήσωσιν αυτόν· αλλά και την

δυσχέρειαν ταύτην υπερενίκησεν ο Βατάτζης, διότι του Μιχαήλ

πέμψαντος πρέσβεις και ζητήσαντος παρ' αυτού υπέρ του

πρωτοτόκου υιού του Νικηφόρου την εγγονήν του Μαρίαν εις γάμον,

ο Βατάτζης ενέδωκε προθύμως εις την πρότασιν ταύτην.

Παραλαβούσα λοιπόν τον Νικηφόρον η του Μιχαήλ σύζυγος Θεοδώρα

μετέβη εις την πόλιν των Πηγών ένθα ήτο και ο Βατάτζης μετά της

εγγονής αυτού, εκεί δε ετελέσθη η μνηστεία των παίδων, μεθ' ό η

Θεοδώρα επέστρεψεν εις τα ίδια, εγγύας λαβούσα ότι ο γάμος

αυτών γενήσεται μετά έν έτος (188).

Αλλά το της παροιμίας «στρεβλόν ξύλον ου ποτ' ορθόν, και ο

Αιθίωψ ουκ οίδε λευκαίνεσθαι» φαίνεται ότι επηλήθευεν επί του

Μιχαήλ, διότι το άστατον και παλίμβουλον αυτού ουδέ ο φόβος,

ουδέ η προταθείσα συγγένεια επέτυχε μεταβάλη. Μεταχειριζόμενος

λοιπόν σύμβουλον τον θείον αυτού Άγγελον εφώρμησεν εις

αποστασίαν κατά του βασιλέως, υπερέβη την οικείαν χώραν και

επέδραμεν εις τας προς δυσμάς πόλεις, αίτινες ανήκον εις τον

Βατάτζην. Ταύτα πληροφορηθείς ούτος, ελθόντος του έαρος,

συνήθροισε πολυπληθή στρατόν και διεπεραιώθη τον Ελλήσποντον,

πολλούς μεν και άλλους έχων στρατηγούς, ανώτερον δε πάντων

καταστήσας τον Νικηφόρον Ταρχανιώτην, και καταλαβών την

Θεσσαλονίκην, εστρατοπέδευσε προ των Βοδηνών, έδρας Θεοδώρου

του Τυφλού. Ούτος, πληροφορηθείς την έλευσιν του στρατού του

Βατάτζη, καταλιπών την πόλιν έφυγε προς τον ανεψιόν αυτού· ο δε

βασιλεύς κυριεύσας τα Βοδηνά έστησε τας σκηνάς του παρά τη

λίμνη του Οστροβού, ένθεν εξαπέστειλε κατά των χωρών του

δεσπότου τους στρατηγούς του Αλέξιον Στρατηγόπουλον, Μιχαήλ

Παλαιολόγον, Ιωάννην Μακρηνόν, και Γουδέλην Τύραννον όπως

λαφυραγωγώσι τα πέριξ και ει που τύχωσι τα στρατεύματα αυτού να

τα προσβάλωσι, και αν δυνηθώσι, να πορθήσωσι και αυτήν την

πρωτεύουσάν του. Και εκείνοι μεν ελαφυραγώγουν τας χώρας του

Μιχαήλ και λείαν πολλήν έφερον, αλλ' ο βασιλεύς μένων άπρακτος

ηγανάκτει, δυσηρεστείτο δε και το στράτευμα, διότι ο καιρός ήτο

χειμέριος και ώφειλον να πορίζωνται τα χρειώδη εκ Βερροίας διά

καμήλων και ημιόνων. Εν τοιαύτη δυσχερεί θέσει διατελούντι τω

Βατάτζη, επήλθεν ανέλπιστος επίκουρος, ο Θεόδωρος Πετραλείφας,

ού η μεν αδελφή ην σύζυγος Θεοδώρου του Τυφλού, η δε γυνή,

θυγάτηρ Δημητρίου του Τορνίκη, στενού φίλου του αυτοκράτορος,

και όστις τοιουτοτρόπως ενείχετο και εις των δύο τας μερίδας. Ο

Πετραλείφας ούτος φρούραρχος της Καστορίας επ' ονόματι του

Μιχαήλ ων, ελθών προς τον αυτοκράτορα τω παρέδωκεν αυτήν, το δε

παράδειγμα της Καστορίας εμιμήθησαν αι δύο Δεαβόλεις και άπασα

σχεδόν η Αλβανία. Ο Μιχαήλ ταραχθείς εκ της προδοσίας ταύτης,

ήτις του αφήρει μέγα μέρος των κρατών του απεφάσισε να

διατηρήση τα επίλοιπα, προτείνων ειρήνην διά πρέσβεων του

μητροπολίτου Ναυπάκτου και Ξηρού, του επ' αδελφή γαμβρού αυτού

Μαλισσηνού και του Λαμπέτου. Ο Βατάτζης εδέχθη τας προτάσεις,

αλλ' επέβαλεν όρους λίαν βαρείς, τους οποίους όμως ο Μιχαήλ

ηναγκάσθη να παραδεχθή· διά δε της συνθήκης ταύτης ο Πρίλαπος,

ο Βελεσός και το φρούριον της Κρόας περιήλθαν εις τον

αυτοκράτορα. Παραχειμάσας δ' ούτος εν τοις Βοδηνοίς και

καταλιπών στρατηγούς Αλέξιον τον Ραούλ και Μιχαήλ Κομνηνόν τον

Παλαιολόγον, απήλθεν εις Άχριδα, κακείθεν εις Δεάβολιν και εις

Καστορίαν (189).

Ενώ ο αυτοκράτωρ διέτριβε περί την Οστροβόν, Νικόλαος ο

Μαγκλαβίτης, εκείνος όστις επρόδωκε προς αυτόν το Μελένικον,

κατήγγειλε τον Μιχαήλ Παλαιολόγον ως συνωμοτούντα κατ' αυτού·

αλλ' επειδή τότε δεν ήτο καιρός εύθετος όπως εξετασθώσι τοιαύτα

πράγματα, άλλων σπουδαιοτέρων επικειμένων, ο Βατάτζης ανέβαλε

την έρευναν, και περιωρίσθη να περικυκλώση τον Μιχαήλ υπό

κατασκόπων. Οτε δ' επανήλθεν εκ της περιοδείας του εις

Φιλίππους, υπ' ουδενός περισπώμενος, απεφάσισε να διευκρινίση

την υπόθεσιν, διορίσας δικαστάς όπως διεξαγάγωσι τα κατ' αυτήν.

Ο Μαγκλαβίτης προσήγαγε δύο αξιωματικούς, ών ο είς ελθών τω

απεκάλυψε τα κατά τον Μιχαήλ και κατήγγειλε τον έτερον ως

ειπόντα αυτώ ότι οι Παλαιολόγοι ήσαν προωρισμέναι διά την

αυτοκρατορίαν, και ότι τούτο ουδόλως ην αδύνατον, καθόσον ο

Μιχαήλ νυμφευόμενος Θάμαρ την αδελφήν του Καλλιμάνου, τη

συνδρομή των Βουλγάρων ήθελεν ανέλθει επί τον θρόνον. Προς

ταύτα ο έτερος των αξιωματικών απήντησεν ή θέλων να σώση τον

Μιχαήλ ή εξ αληθείας, ότι είπε μεν πραγματικώς τους λόγους

τούτους, αλλ' ουδόλως ενείχετο εις αυτούς ο Μιχαήλ, διότι τους

είπεν εξ εαυτού. Επιμένοντος του κατηγόρου ελλείψει μαρτύρων,

απεφασίσθη να λυθή το ζήτημα, κατά τα τότε ήθη, διά μονομαχίας·

εισελθόντες λοιπόν εις το στάδιον αμφότεροι έφιπποι προσέβαλαν

αλλήλους, αλλ' επί τέλους ο κατηγορούμενος ηττήθη και απερρίφθη

του ίππου τραυματισθείς. Συλλαβόντες πάλιν αυτόν οι στρατιώται,

εντολή του αυτοκράτορος, τον ηρώτησαν την αλήθειαν· αλλ' επειδή

και, ήδη επέμενεν ότι ουδόλως ο Μιχαήλ ενέχεται εις την ομιλίαν

εκείνην κατεδικάσθη εις θάνατον. Αγόμενος δε εις τον τόπον της

καταδίκης, έχων τας χείρας δεδεμένας όπισθεν και τους οφθαμούς

λινώ υφάσματι κεκαλυμμένους, προσεκλήθη και τρίτον να ομολογήση

την αλήθειαν· επειδή όμως και προ του θανάτου, απήντησεν ότι

προυτίμα να αποθάνη μάλλον ή διά συκοφαντίας να εξαγοράση την

ζωήν του, ο αυτοκράτωρ διέταξε να μη φονεύσωσιν αυτόν, αλλά να

τον καθείρξωσιν εις φυλακήν.

Ιστορία της Αλώσεως του Βυζαντίου υπό των Φράγκων και της αυτόθι εξουσίας αυτών · 第 15 / 18 段