Πρώτιστον έργον των Φράγκων, τοιουτοτρόπως υπό των Κουμάνων

ενισχυθέντων, υπήρξεν η πολιορκία της Τζουρουλού, ής ο Βατάτζης

υπήρχε κύριος, διορίσας εν αυτή φρούραρχον τον Χαρτουλάριον

Ιωάννην Πετραλείφαν, άνδρα γενναίον και παιδιόθεν εξησκημένον

περί τα πολεμικά. Και αντέταξε μεν ούτος προς τους πολυπληθείς

εχθρούς και τας πολυποικίλους μηχανάς των μεγίστην καρτερίαν

και ανδρίαν· αλλ' αναγκασθείς υπό των πολλών δυνάμεων των

πολεμίων, συνάμα δε και υπό των προδοτών, οίτινες δεν λείπουσι

πάντοτε κατά τοιαύτας περιστάσεις από τας πολιορκουμένας

πόλεις, παρεδόθη. Οι δε Φράγκοι, χειρωσάμενοι την πόλιν,

συνέλαβον τον Πετραλείφαν και τους συν αυτώ, και μεταγαγόντες

εις Κωνσταντινούπολιν επώλησαν ως ανδράποδα προς τους οικείους

των (167).

Ο Βατάτζης μη αισθανόμενος εαυτόν ικανόν όπως αντεπεξέλθη κατά

των Φράγκων, πολιορκούντων την Τζουρουλόν, απεφάσισε να

κατακτήση όσα μέρη τοις έμενον έτι κατά τα παράλια της

Προποντίδος. Όπως δε επιτύχη ευχερέστερον τον σκοπόν αυτού,

ηθέλησε να τους προσβάλη και διά ξηράς και διά θαλάσσης· λαβών

λοιπόν αυτός την ηγεμονίαν του στρατού και από Νικομηδείας

απάρας προσέβαλε και εκυρίευσε τον Χάρακα, την Δακίβυζαν και το

του Νικητιάτου φρούριον, συσκευασάμενος δε τριήρεις ικανάς

έθηκεν αυτάς υπό τας διαταγάς Ιφρέ του Αρμενίου, ανδρός

ανικάνου και οκνηρού περί τα μάχιμα τελούντος, παύσας τον

πρότερον την των τριήρεων στρατηγίαν περιεζωσμένον Μανουήλ

Κοντοφρέ, άνδρα γενναίον και πολεμοχάρμην, διότι ούτος παρρησία

και φιλαληθεία χρώμενος παρίστα εις τον αυτοκράτορα ότι αι

θαλάσσιαι αυτού δυνάμεις ήσαν κατά πολύ των Φραγκικών

υποδεέστεραι, και όλως ανίκανοι όπως ναυμαχήσωσι προς αυτάς.

Ότι δε ο Κοντοφρές έλεγε τ' αληθή εγνώσθη εκ των υστέρων,

διότι, ναυμαχίας γενομένης μεταξύ του Γραικικού στόλου εκ

τριάκοντα πλοίων συγκειμένου και του των Φράγκων, όν

τρισκαίδεκα μόνον νήες απήρτιζον, ο πρώτος ηττήθη αισχρώς,

απολέσας δεκατρείς τριήρεις, τας οποίας οι εχθροί συν ανδράσι

και όπλοις εκυρίευσαν και ως λάφυρα έφερον εις

Κωνσταντινούπολιν (168).

Κατά τον αυτόν περίπου χρόνου (1240) εφάνη προς το μέρος του

βορρά κομήτης πωγωνίας, όστις διήρκεσε μήνας τρεις, εις διάφορα

μέρη φαινόμενος. Κατά περίεργον δε σύμπτωσιν την εμφάνισιν του

κομήτου τούτου παρηκολούθησεν η αποβίωσις πολλών επισήμων

ανδρών, πρώτος δε τούτων ην ο των Βουλγάρων ηγεμών Ασάν, «ανήρ

εν βαρβάροις άριστος αναφανείς, ως λέγει ο Ακροπολίτης, ουκ εν

τοις οικείοις μόνον, αλλά γε δη και τοις αλλοτρίοις· εχρήσατο

γαρ και φιλανθρωπότερον τοις προσερχομένοις αυτώ επήλυσι και

μάλιστα τοις Ρωμαίοις, και φιλοτίμως αυτοίς παρείχε τα

αιτηρέσια.» Μετ' αυτόν απεβίωσαν Ιωνάς ο βασιλεύς των Κουμάνων

και ο γαμβρός αυτού Ναρζότος δε-Τουσή· επειδή δε ο Ιωνάς ην

αβάπτιστος, τον ενεταφίασαν εκτός των τειχών της

Κωνσταντινουπόλεως, οκτώ δε ιπποκόμοι του και είκοσιν έξ ίπποι

του απηγχονίσθησαν επί του τάφου αυτού κατά τα άγρια των

Κουμάνων ήθη. Ο θάνατός του υπήρξε ζημία επαισθητή διά τους

Φράγκους, διότι όχι μόνον αυτόν απώλεσαν, άνδρα πιστόν και

γενναίον, αλλά και τον Σαρτόριον, όστις αποβιώσαντος του Ιωνά,

απεσπάσθη αυτών και ηνώθη μετά του Βατάτζη. Συγγραφεύς τις

(169) αναφέρει ότι κατ' αυτό το έτος, κοινοποιηθέντος εν

Γαλλία του θανάτου του Βαλδουίνου, ο Γοδοφρέδος Βιλλαρδουίνος

πρίγγηψ της Αχαΐας μετέβη εις Κωνσταντινούπολιν, ίν' αναλάβη

την αντιβασιλείαν του κράτους, διαρκούσης της ανηλικιότητος του

υιού του Φιλίππου, τέλος προς τοις άλλοις απεβιώσεν η σύζυγος

του Βατάτζη Ειρήνη, «γυνή σωφρονική τε και αρχική και πολύ το

μεγαλείον επιδεικνυμένη το βασίλειον, χαίρουσα δε και λόγοις

και σοφών ακροωμένη μεθ' ηδονής και τιμώσα τούτους

υπερβαλλόντως,» και ο Μανουήλ Κομνηνός αδελφός του δεσπότου της

Θεσσαλονίκης Θεοδώρου (170).

Ο στρατός των Φράγκων εστρατοπέδευεν έτι προ της

Κωνσταντινουπόλεως, ότε Γουλλιέλμος ο εκ Βερώνης κύριος της

Ευβοίας και υιός του Ραβανού Δελλά Κάρσερε ελθών επαρουσιάσθη

εις τον αυτοκράτορα μετά της συζύγου αυτού Ελένης, ανεψιάς δε

Δημητρίου του βασιλέως της Θεσσαλονίκης, και τω εζήτησε να τον

αναγνωρίση ως κληρονόμον εκ της συζύγου αυτού, του βασιλέως

εκείνου. Ο Βαλδουίνος ουδεμίαν αντίρρησιν εποιήσατο εις τούτο

και την 5 Μαΐου 1240 απέλυσε λόγον χρυσόβουλον, διά του οποίου

ανεγνώριζε τον Γουλλιέλμον, βασιλέα της Θεσσαλονίκης· την δε

αναγνώρισιν ταύτην επεκύρωσεν εκείνος παρά του Πάπα Ιννοκεντίου

Δ' του διαδεξαμένου τον Γρηγόριον Θ'. Αλλά τα απλά έγγραφα

ουδέν ίσχυον απέναντι της κλαγγής των όπλων, ήτις ηκούετο τότε

καθ' άπασαν την Ανατολήν (171).

Εν τούτοις ο Βαλδουίνος μη επαρκών εις τας ιδίας αυτού δαπάνας,

είχε δανεισθή μέγιστα ποσά παρά του πρίγγιπος της Αχαΐας, και

επειδή δεν ηδύνατο να αποτίση αυτά, ηναγκάσθη να τω παραχωρήση

την κομητείαν του Κουρτεναί· αλλ' όμως ο βασιλεύς της Γαλλίας

Λουδοβίκος, του οποίου η συγκατάθεσις ήτο αναγκαία εις την

παραχώρησιν ταύτην, ηρνήσατο να αναγνωρίση τον Γουλλιέλμον ως

κύριον του Κουρτεναί, και δι' επιστολής του ήλεγξε πικρώς τον

Βαλδουίνον, διότι απεγυμνούτο τοιουτοτρόπως των πατρικών αυτού

κληροδοτημάτων. Ο Βαλδουίνος απαντών εδικαιολόγησε την πράξιν

του, προτείνων τας καταπειγούσας του κράτους ανάγκας, και όπως

πείση αυτόν να έλθη εις βοήθειάν του, τω έπεμψε μέγα τεμάχιον

του τιμίου Σταυρού, το ιμάτιον, όπερ έφερεν ο Χριστός, ότε

υπήγαινεν εις το Καλβάριον, την αιχμήν της λόγχης, τον σπόγγον

και τα άλλα όργανα του πάθους Του. Τα άγια ταύτα λείψανα

αφίκοντο εις Παρισίους κατά την ημέραν της Υψώσεως του Τιμίου

Σταυρού και εγένοντο δεκτά παρά του βασιλέως και της

οικογενείας, μετά πλείστης όσης ευλαβείας και τιμής.

Τοιουτοτρόπως η Κωνσταντινούπολις απεγυμνούτο μικρόν κατά

μικρόν όλων των κειμηλίων με όσα η ευσέβεια και ο ζήλος των

αυτοκρατόρων την είχε προικίσει (172).

Ο θάνατος του βασιλέως των Βουλγάρων Ασάν παρήλλαξεν επαισθητώς

την κατάστασιν των Φράγκων, διότι ο Βατάτζης βλέπων ότι

διεδέξατο αυτόν μειράκιον ενδεκαετές, τούνομα Καλλιμάνος,

επομένως ανίκανον όπως βαστάση τας ηνίας του κράτους, έτι δε

ολιγώτερον το βάρος του πολέμου, απεφάσισε να επωφεληθή εκ της

ανηλικιότητος αυτού όπως κατακτήση την Βουλγαρίαν· ίνα δε μη

τον αποτρέψωσι του σκοπού του οι Φράγκοι συνωμολόγησε μετ'

αυτών διετή ανακωχήν. Έπεμψε δε και προς τον βασιλέα των

Ούγγρων Βήλαν προτείνων αυτώ φιλίαν και την υπό τον Πάπαν

ένωσιν των εκκλησιών. Ο Βήλας χαίρων επί ταις προτάσεσι ταύταις

εξήγγειλεν εις Ρώμην τον του Βατάτζη σκοπόν· αλλ' ο Πάπας

δυσπιστών προς τον αυτοκράτορα της Νικαίας, ενέπνευσε και προς

τον Βήλαν την δυσπιστίαν ταύτην. Και απέτυχε μεν η μεταξύ των

δύο τούτων ηγεμόνων συμμαχία, αλλ' ο Βήλας ουδέν παρενέβαλε

πρόσκομμα και αυτό ιδίως επεθύμει ο Βατάτζης. Αφ' ετέρου ο

μεγαλεπίβολος ούτος ηγεμών μη ανεχόμενος να φέρωσιν οι δεσπόται

της Θεσσαλονίκης τον τίτλον του αυτοκράτορος, όστις ενόμιζεν

ότι αυτώ μόνω ανήκε, διότι ήτο διάδοχος του Λασκάρεως και των

νομίμων της Κωνσταντινουπόλεως αυτοκρατόρων, απεφάσισε να

ταπεινώση και τον φέροντα τον τίτλον εκείνον Ιωάννην τον

Κομνηνόν, όστις διώκει τον τόπον ταις συμβουλαίς και τη πείρα

του τυφλού πατρός του Θεοδώρου. Όπως δε ο Βατάτζης ευχερέστερον

επιτύχη τον σκοπόν αυτού, ηθέλησε να αποσπάση από τον ανίκανον

εκείνον και νωθρόν ηγεμόνα τον αόμματον Μέντορά του και προς

τούτο κατέφυγεν εις το εξής στρατήγημα. Πέμψας πρέσβυν προς τον

Θεόδωρον, τον προσεκάλεσε να έλθη εις Νίκαιαν όπως συσκεφθώσι

περί των κοινή συμφερόντων· εκείνος δε μηδέν κακόν υπονοών

προσήλθε προθύμως, και ο Ιωάννης τον ενέπλησε τιμών, θείον

αυτόν ονομάζων και τη αυτού συγκαθίζων τραπέζη και των λοιπών

φιλοφρονημάτων μεταδιδούς. Αφού δε τούτον έσχεν εις τας χείρας

του, συναγαγών πολυάριθμον στρατόν Γραικών και Σκυθών, τους

οποίους διά δώρων και υποσχέσεων είχε προσελκύσει, διεπεραιώθη

τον Ελλήσποντον και κατηυθύνθη εις Θεσσαλονίκην, έχων

παραπλέοντα και τον στόλον αυτού υπό τον Κοντοφρέ Μανουήλ.

Συνώδευον δε τον βασιλέα κατά την εκστρατείαν ταύτην άνδρες

στρατηγικοί και πολυμήχανοι, ο Δημήτριος Τορνίκης, ο δομέστικος

Ανδρόνικος Παλαιολόγος, ο πρωτοβεστιάριος Αλέξιος Ραούλ, ο επί

της τραπέζης Νικηφόρος Ταρχανιώτης, ο πρωτοσέβαστος

Κοντοστέφανος, ο μέγας χαρτουλάριος Πετραλείφας και άλλοι.

Τοιουτοτρόπως ο Βατάτζης μετά του στρατού αυτού παρελθών τα της

Θράκης και Μακεδονίας χωρία, κατέλαβε την Χριστούπολιν και το

φρούριον της Ρεντίνης, το oποίον οι φυλάσσοντες παρήτησαν

έρημον, ιδόντες μακρόθεν τον στρατόν αυτού, και ελθών

εστρατοπέδευσεν εις απόστασιν οκτώ σταδίων από της

Θεσσαλονίκης, εις τόπον καλούμενον κήπον του Προβατά. Κατά της

αχανούς εκείνης πόλεως, δεν ήτο βεβαίως δυνατόν να μεταχειρισθή

ελεπόλεις και άλλα τοιαύτα πολεμικά μηχανήματα· διέταξεν όμως

τους στρατιώτας αυτού και ιδίοις τους εις αρπαγήν προθυμοτάτους

Σκύθας, να περιέρχωνται και ληίζωσι τα περίχωρα, όπως ει

δυνατόν διά της καταστροφής και της πείνης αναγκάση τους εν τη

πόλει να παραδοθώσιν· αλλά και οι πολιορκούμενοι δεν έμενον

άπρακτοι, τουναντίον ανθίσταντο μετά πολλής καρτερίας, συνεχώς

δ' εφορμώντες εκ της πόλεως επέπιπτον κατά του στρατού του

βασιλέως και επέφερον αυτώ ζημίαν ου σμικράν.

Εν τούτοις ο Βατάτζης εξηκολούθει στενώτερον πολιορκών τους εν

Θεσσαλονίκη ότε επληροφορήθη παρά του υιού αυτού Θεοδώρου, όν

είχε καταλίπει περί τα μέρη των Πηγών, μετά του μυστικού

συμβούλου Ιωάννου του Μουζάλωνος και του μεγάλου εταιριάρχου

Μιχαήλ Λιβαδαρίου, ότι το έθνος των Τατάρων, ή, κατά τους

Βυζαντινούς, των Ταχάρων, ελθόν εις πόλεμον προς τους

Μουλσουμάνους του Ικονίου ενίκησεν αυτούς και ότι φόβος ήτο μη

οι Βάρβαροι εκείνοι ήθελον εισβάλει εις την αυτοκρατορίαν της

Νικαίας. Ταύτα μαθών ο Βατάτζης, εις ουδένα μεν ανεκοίνωσεν,

απαγορεύσας επί ποινή θανάτου εις τον παρά του υιού του

απεσταλμένον να μαρτυρήση τι των εν Ασία συμβαίνοντος,

προσκαλέσας δ' εκ Νικαίας εις το στρατόπεδόν του τον Θεόδωρον,

τω είπεν ότι ουχί εκ μίσους ή εκ κατακτητικών σκοπών προσέβαλε

την Θεσσαλονίκην, διότι αμφότεροι εισι Γραικοί και επομένως

εχθροί των Φράγκων, ότι, καίτοι το συμφέρον αμφοτέρων απαιτεί

να ενωθώσι διά να προσβάλωσιν ομού τους κοινούς εχθρούς,

υπάρχων όμως μόνος νόμιμος αυτοκράτωρ, κατ' ουδέν δύναται να

ανεχθή έτερον αντιποιούμενον του ονόματος αυτού, και ότι δεν

είνε συνέσεως έργον διά κενόν τίτλον ο Θεόδωρος να

διακινδυνεύση πραγματικόν βασίλειον, ού ουδόλως τω διαφιλονικεί

την κατοχήν. Ο Θεόδωρος, όστις ηγνόει την πραγματικήν αιτίαν

υφ' ής ο Βατάτζης επεθύμει να λύση την πολιορκίαν και όστις ην

άλλως τε λίαν ευγνώμων προς αυτόν διά τας τιμάς και τας

φιλοφροσύνας, ών τον κατηξίωσεν εν Νικαία, εύρεν ευλόγους τας

αιτιάσεις αυτού και πρέσβυς παρά τω υιώ του γενόμενος, έπεισεν

αυτόν να ενδώση εις τας απαιτήσεις του αυτοκράτορος. Κατά

συνέπειαν ο Ιωάννης ηρκέσθη εις τον απλούν τίτλον δεσπότου,

απέβαλε τα ερυθρά πέδιλα και την περιμάργαρον πυραμίδα, εις ήν

λίθος υπερεκάθητο κόκκινος, ως σύμβολον του βασιλικού

αξιώματος, και ωρκίσθη υποταγήν προς τον αυτοκράτορα. Ούτος δε

τυχών του ποθουμένου και εμπλήσας δωρεών τους περί τον Ιωάννην,

ανεχώρησεν εκ Θεσσαλονίκης μετά τεσσαρακονθήμερον πολιορκίαν

(173).

Τω καιρώ εκείνω ήρξαντο αι επιδρομαί των Ταρτάρων Μογγόλων,

οίτινες διελθόντες αλληλοδιαδόχως την Ρωσσίαν, Πολωνίαν,

Σιλεσίαν, Μοραυίαν, Κρακοβίαν, Ουγγαρίαν, Βοσνίαν, Σερβίαν και

Βουλγαρίαν, έλαβον την προς την Κωνσταντινούπολιν άγουσαν οδόν,

πανταχού καταλείποντες ίχνη δυσεξάλειπτα της θηριώδους και

καταστρεπτικής διαβάσεώς των. Τρόμος πανικός κατέλαβεν άπασαν

την Ευρώπην, και οι ηγεμόνες αυτής έστρεφον βλέμματα

απηλπισμένα προς τας αγρίας εκείνας ορδάς. Πανταχού διετάχθησαν

παρακλήσεις επ' εκκλησίαις και νηστείαις· ο Πάπας έπεμψε

μοναχούς όπως τους κατηχήση και τοις εμπνεύση αισθήματα

Ευαγγελικής αγάπης. Ο αυτοκράτωρ Φριδερίκος προσεκάλει άπασαν

την Ευρώπην υπέρ της απειλουμένης Γερμανίας, Λευκή δε η μήτηρ

Λουδοβίκου του Αγίου έτρεμεν υπέρ της Γαλλίας. Τα πάντα εν

γένει διετέλουν εις τρόμον και απόγνωσιν, και μόνη η παρήγορος

θρησκεία ενέπνεεν ελπίδας εις τους καταπεπονημένους ηγεμόνας.

«Ελπίσωμεν εις την θείαν Πρόνοιαν, έλεγεν ο Λουδοβίκος, αν οι

βάρβαροι επελθόντες μας προσβάλωσιν ή ημείς θέλομεν πέμψει

αυτούς εις τον άδην, ή εκείνοι ημάς εις τον παράδεισον.» (174)

Ενώ η Ευρώπη διετέλει υπό το κράτος του τρόμου, σώμα Μογγόλων

επιδραμόν εις τας χώρας του Σουλτάνου του Ικονίου Ιαθατίνη και

νικήσας αυτόν, ελήισε την Καππαδοκίαν και την Καισάρειαν και

ηπείλει να καταστρέψη ολόκληρον αυτού το κράτος. Αφ' ετέρου ο

αυτοκράτωρ της Κωνσταντινουπόλεως Βαλδουίνος στερούμενος

χρημάτων και στρατιωτών, προς δε αποσπασθέντων απ' αυτού και

των Κουμάνων, διετέλει εις δεινήν θέσιν, μη έχων πώς να

πολεμήση προς τον Βατάτζην. Η ανάγκη λοιπόν προσεκάλει τον τε

Βαλδουίνον και τον Σουλτάνον να ενωθώσιν αμοιβαίως, και πρώτος

ο αυτοκράτωρ της Κωνσταντινουπόλεως εξέθηκεν εις τον Ιαθατίνην

την ανάγκην της προς αλλήλους συνδρομής. Ο Ιαθατίνης εδέχθη την

πρότασιν, και όπως ενισχύση την συμμαχίαν ταύτην, εζήτησε παρά

του Βαλδουίνου εις γάμον μίαν των συγγενών αυτού υποσχόμενος

ότι θέλει τη επιτρέψει να τηρή το θρήσκευμα αυτής και ότι θέλει

οικοδομηθεί ανά μίαν εκκλησίαν εις εκάστην των πόλεων του

κράτους του. Ο Βαλδουίνος προθύμως παραδεχθείς τας προτάσεις

ταύτας, έπεμψεν εις Γαλλίαν τον ιππότην Ερρίκον Βέριον ίνα φέρη

την ανεψιάν αυτού, θυγατέρα της αδελφής του Ελισσάβετ και του

Εύδου, κόμητος της Μονταίγης όπως την εκδώση εις τον Σουλτάνον

Ιαθατίνην. Αλλ' όμως ο Βατάτζης, όστις τότε ήτο εις Νύμφαιον

και κατεσκόπευε μετά προσοχής τας πράξεις του Βαλδουίνου, μαθών

τούτο εδυνήθη να διαλύση την γενομένην συνθήκην και να λάβη

αυτός το πρόσωπον του Φράγκου αυτοκράτορος. Επέτυχε δε τούτο

καθόσον ο Σουλτάνος βλέπων την μεγάλην ασθένειαν του

Βαλδουίνου, προυτίμα φυσικώ τω λόγω την συμμαχίαν ευσθενεστέρου

και μεγαλεπιβολωτέρου ηγεμόνος, όντος άλλως τε εγγύτερον του

κινδύνου και μάλλον ενδιαφερομένου εις την αποσόβησιν του

κοινού εχθρού. Οι δύο λοιπόν ηγεμόνες συνήλθον εν τω παρά τω

Μαιάνδρω ποταμώ άστει της Τριπόλεως· εκεί δ' οι του Σουλτάνου

υπηρέται ειργάσαντο εκ του αυτοσχεδίου γέφυραν ξυλίνην διά της

οποίας διελθόντες τον ποταμόν οι ηγεμόνες εδεξιώσαντο αλλήλους·

έπειτα δε συνωμολόγησαν εν έτει 1243 προς αλλήλους συμμαχίαν

αμυντικήν και επιθετικήν, την οποίαν ενόρκως παρεδέχθησαν,

υποσχόμενοι αλλήλοις πάσαν αντίληψιν και συνδρομήν.

Τοιουτοτρόπως ανταλλάξαντες διάφορα δώρα εκατέρωθεν απήλθον ο

μεν Βατάτζης προς την Φιλαδέλφειαν, ο δε Σουλτάνος εις το

Ικόνιον, ένθα ήσαν τα ανάκτορα αυτού (175).

Εξασφαλίσας διά της συνθήκης ταύτης ο αυτοκράτωρ τα ανατολικά

όρια του κράτους του και μικρόν φοβούμενος τους Φράγκους

απεσύρθη εις Λάμψακον, και εκεί επεδόθη εις την εσωτερικήν

ανάπτυξιν των υπηκόων του, οίτινες μετά τους αδιαλείπτους

εκείνους πολέμους είχον βεβαίως ανάγκην ου σμικράν αναπαύσεως.

Οποία δε ευδαιμονία επήλθε κατά το διάστημα της ειρήνης ταύτης,

εξιστορεί ο Βυζαντινός ιστοριογράφος Νικηφόρος ο Γρηγοράς διά

των εξής. «Άδειαν γαρ οι Ρωμαίοι, λέγει, και ανακωχήν των

μακρών ειληφότες πολέμων, εις την των οικείων κτημάτων και

πραγμάτων επέδωκαν επιμέλειαν· αυτός τε γαρ ο βασιλεύς τοσούτο

μέρος αποτεμομένος γης, όση τε αρόσιμος και όση προς

αμπελουργίαν εύθετος, όσην εξαρκείν έκρινεν ες τε βασιλικήν

τράπεζαν και εις όσα η ευεργετούσα και διαρκώς χορηγούσα γνώμη

του βασιλέως παρεκελεύετο (γηροτροφεία δε ήσαν ταύτα και

πτωχοτροφεία και όσα τους εκ παντοίων νοσημάτων εθεράπευον

τραυματίας), επιμελητάς τε τούτοις επιστήσας, οπόσοι καλώς

γεωργείν τε και αμπελουργείν ίσασι, πολλήν τε και άφθονον την

των καρπών ετήσιον ήθροιζε χορηγίαν, ου μόνον δε, αλλά και

ίππων και βοών και ποιμνίων, ομού τε και συών αγέλας

προσεκτήσατο επί τούτοις και παντοίων ορνίθων ημερών είδη, εξ

ών πολύχους ο των γεννωμένων πορισμός εφαίνετο καθ' έκαστον

ενιαυτόν. Τούτο δε και τοις άλλοις παρήνει ποιείν, όσοι τε των

γένει προσηκόντων και όσοι των άλλοις ευγενών ήσαν, ίν' έκαστος

οίκοθεν έχων της χρείας το διαρκές, μήτι χείρα τοις ιδιώταις

και ασθενεστέροις επάγη πλεονεκτούσαν, και άμα καθαρεύουσα η

Ρωμαίων τελέως εντεύθεν αδικημάτων η πολιτεία. Και μέντοι και

χρόνων ολίγων αι πάντων αποθήκαι βρίθουσαι τοις καρποίς

εωρώντο, αι τε οδοί και αγυιαί και πάσα μάνδρα και σηκός

εστενοχωρούντο τοις κτήνεσι και οπόσαι των ορνίθων ήσαν

αγέλαι.» Κατ' ευτυχίαν του Βατάτζη επήλθεν εις τους Τούρκους

λιμός ισχυρός και σπάνις μεγίστη των χρειωδών, δι' όπερ αι οδοί

πάσαι ήσαν μεσταί των του έθνους εκείνου, κατερχομένων εις το

κράτος του ίν' αγοράσωσι τροφάς, και φερόντων ως αντάλλαγμα,

άργυρον, χρυσόν, υφάσματα και έτερα πολυτελή είδη. «Και τούτω

τω τρόπω, προστίθησιν ο αυτός συγγραφεύς, τάχιστα οι Ρωμαίων

οίκοι πλούτου βαρβαρβαρικού πλήρεις κατέστησαν, πολλού δε πλέον

τα βασιλικά ταμεία ήδη τη των χρημάτων έβριθον δαψιλείας και

ίν' εν βραχεί παραστήσω το παν, οι ταις των ορνίθων αγέλαις

επιστατούντες οπόσα τίκτοιεν αύται ωά ανά παν συναθροίζοντες

έτος επίπρασκον ως ολίγου χρόνου προς των συναχθέντων εντεύθεν

χρημάτων στέφανον κατασκευασθήναι τη βασιλίδι, λίθοις και

μαργάροις λίαν πολυτελέσι διηνθισμένον, αν και ωάτον ο βασιλεύς

επωνόμασε, διά, το εκ της των ωών πράσεως κατασκευάσθαι αυτόν.»

Μη αρκούμενος εις την εσωτερικήν ταύτην, ανάπτυξιν των υπηκόων

του, επειδή έβλεπεν ότι πολύς πλούτος εκενούτο μάτην εκ των

ταμείων των εις τα εξ αλλοδαπών εθνών ενδύματα, όσα εκ

Βαβυλωνίου και Ασσυρίου σηριακού κατεσκευάζοντο και παρά των

Ιταλών επιτηδείως εξυφαίνοντο, διέταξεν ίνα ουδείς των υπηκόων

του μεταχειρίζηται αυτά επί ποινή ατιμώσεως, αλλά μόνον να

μεταχειρίζονται εκείνα όσα η χώρα γεωργεί, και αι χείρες των

κατασκευάζουσι, διά δε του διατάγματος τούτου περιεστάλη η

πολυτέλεια και ο πλούτος έμενεν εις τα ίδια (176).

Εν τούτοις η μεταξύ Βατάτζη και Βαλδουίνου διετής ανακωχή

ήγγιζεν εις το τέρμα της· ο δε δεύτερος, καίτοι πολλών

πολλαχόθεν αποσταλεισών αυτώ επικουριών, υπήρχε πάλιν ανίκανος

ν' αντιστή κατ' εχθρού τοσούτον δραστηρίου και πολυμηχάνου,

οίος ην ο Βατάτζης. Απεφάσισε λοιπόν να μεταβή πάλιν εις

Ιταλίαν διά να επικαλεσθή εκ νέου την συνδρομήν του υπερτάτου

της Ρώμης ποντίφικος. Ο Πάπας κατείχετο υπό μεγίστου ζήλου υπέρ

της αυτοκρατορίας της Κωνσταντινουπόλεως προς ήν έπεμψε και

μέρος των χρημάτων, άτινα ήσαν προωρισμένα διά την επί την

Παλαιστίνην εκστρατείαν, έγραψε δε και προς διαφόρους ηγεμόνας,

προτρέπων αυτούς να συνδράμωσι τον Βαλδουίνον· αλλ' ούτος

ησθάνετο ότι ο Πάπας ην ανίσχυρος όπως τον συνδράμη

αποτελεσματικώς, ενόσω διετέλει εις πόλεμον προς τον

αυτοκράτορα της Γερμανίας Φριδερίκον. Οι της Ρώμης ιεράρχαι

ανέκαθεν συγχέοντες τα πνευματικά προς τα κοσμικά, και

παραβαίνοντες ρητήν εντολήν εκείνου, όν ηξίουν ότι

αντεπροσώπευον επί της γης, προυτίμων την εκ του κόσμου τούτου

βασιλείαν της επηγγελμένης παρά του Σωτήρος· διά τούτο ο Πάπας

Ιννοκέντιος αναβάς επί τον παπικόν θρόνον, τρεις ταυτοχρόνως

υπεστήριξε σταυροφορίας, την μεν υπέρ της Παλαιστίνης κατά των

Μωαμεθανών, την δε υπέρ της Κωνσταντινουπόλεως κατά των Γραικών

και την τρίτην υπέρ εαυτού κατά του αυτοκράτορος της Γερμανίας.

Τον διαμερισμόν λοιπόν ως ειπείν τούτον της ενεργείας του Πάπα

βλέπων ο Βαλδουίνος έκρινεν ατελέσφορον πάσαν αυτώ

υπισχνουμένην ή και παρεχομένην συνδρομήν, δι' όπερ αναχωρήσας

εκ Κωνσταντινουπόλεως εν έτει 1244, μετέβη παρά τη αυλή του

Φριδερίκου και αντιλήπτορα προσλαβών τον κόμητα της Τολώσης

Ραϋμόνδον επέτυχε να ειρηνεύση τους τέως διαμαχομένους, του

Πάπα υποβληθέντας εις την διαιτησίαν αυτού επί τινων

αντικειμένων· αλλ' η ειρήνη αύτη μικρόν διήρκεσεν, ο δε Πάπας

αποσυρθείς εκ Ρώμης μετέβη πρώτον, μεν εις Γενούην, είτα δε εις

Λούγδουνον της Γαλλίας, εν ώ συνεκάλεσε σύνοδον όπως συσκεφθώσι

πάντες πώς ηδύναντο να συνδράμωσι την Αγίαν Γην και την

Παλαιστίνην, πώς να εμποδίσωσι τας εισβολάς των Τατάρων, πώς

τέλος να συμβιβάσωσι τον Πάπαν προς τον Φριδερίκον.

Η σύνοδος αύτη συνήλθε τη 25 Ιουνίου 1240 εν τη μητροπόλει του

Λουγδούνου. Ο Πάπας επιτέλεσας μεγαλοπρεπή δοξολογίαν κατέλαβε

την πρωτοκαθεδρίαν έχων δεξιόθεν μεν τον αυτοκράτορα

Βαλδουίνον, αριστερόθεν δε διαφόρους ηγεμόνας και απέναντι τον

Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως, τον της Αντιοχείας και τον

Ακυιλίας, ο Πατριάρχης της Κωνσταντινουπόλεως Νικόλαος, λαβών

πρώτος τον λόγον, εξέθηκε διά μακρών την αθλίαν κατάστασιν της

εκκλησίας του, ήτις εκ τριάκοντα υποκειμένων αύτη επισκόπων,

μόλις είχε πλέον τρεις, των ασπόνδων της Ρωμαϊκής εκκλησίας

εχθρών, των Γραικών, εκτεινάντων τας κατακτήσεις αυτών μέχρι

προ των πυλών της Κωνσταντινουπόλεως. Μετά ταύτα ο Πάπας

αφώρισε τον Φριδερίκον, την συμμαχίαν, ήν ούτος συνέθετο προς

τον Βατάτζην και την συγγένειαν, ήν συνήψεν εκδούς εις ένα

σχισματικόν (οίος ήτο ο Βατάτζης) την θυγατέρα του εις γάμον.

Επομένως συσκεψάμενοι περί των μέσων δι' ών ηδύναντο να

συνδράμωσι την Κωνσταντινούπολιν, απεφάσισαν ώστε, οι μεν

άρχοντες οι έχοντες προσόδους και μη διαμένοντες εις τας

κτήσεις των άνευ ευλόγου αιτίας ώφειλον να προσφέρωσιν αύτη το

ήμισυ των εισοδημάτων των, το δε τρίτον όσοι διέμενον και ών η

πρόσοδος υπερέβαινε τας εκατόν μάρκας αργυρίου, και το δέκατον

η Ρωμαϊκή εκκλησία. Μη αρκούμενος δ' ο Πάπας εις μόνας ταύτας

τας συνδρομάς διέταξε βραδύτερον ώστε όλα τα κακώς αποκτηθέντα

εκ δόλου, τόκου αδίκου ή άλλως πώς χρήματα, όλα τα

κληροδοτήματα όσα κατελείποντο εις την διάθεσιν των εκτελεστών

της διαθήκης υπέρ αγαθοεργών σκοπών, και όλα τα δι' άφεσιν

αμαρτιών προσφερόμενα ελέη, να δοθώσι προς ανακούφισιν της εν

Κωνσταντινουπόλει αυτοκρατορίας. Της συνόδου ληξάσης, ο Πάπας

συνοδευόμενος μεταξύ άλλων υπό του αυτοκράτορος και του

πατριάρχου της Κωνσταντινουπόλεως μετέβη εις την μονήν του

Κλουνή, ένθα ετέλεσε την ευχαριστήριον ιεροπραξίαν, παρόντος

του βασιλέως της Γαλλίας Λουδοβίκου μετά της μητρός και του

αδελφού του κόμητος του Αρτοά, του υιού του βασιλέως της

Αρραγωνίας και άλλων, ο δε αυτοκράτωρ καθ' όλον αυτό το έτος

έμεινεν εις την αυλήν του Λουδοβίκου, επικαλούμενος την

συνδρομήν της Ευρώπης υπέρ της κινδυνευούσης αυτοκρατορίας του

(177).

Ιστορία της Αλώσεως του Βυζαντίου υπό των Φράγκων και της αυτόθι εξουσίας αυτών · 第 14 / 18 段