Ο βασιλεύς των Βουλγάρων διαλύσας ούτω την προς τον Βατάτζην

συμμαχίαν, ηθέλησε να πραγματοποιήση τοιαύτην μετά των Φράγκων,

όπερ επεζήτουν και εκείνοι ένεκα της μεγάλης ανάγκης, εις ήν

είχον περιέλθει· όπως δε δείξη ότι έπραττε τούτο ουχί

προσπεποιημένως, επρότεινε να παραιτήση την Ελληνικήν

θρησκείαν, να εγκολπωθή τον καθολικισμόν και να υποβληθή ως και

οι λοιποί Λατίνοι εις την εξουσίαν της Ρωμαϊκής εκκλησίας. Προς

τούτο έγραψε τω Πάπα Γρηγορίω Θ' παρακαλών αυτόν να στείλη ένα

έξαρχον εις το βασίλειόν του διά να αποκαταστήση εν αυτώ την

αληθή θρησκείαν, και μεθ' ού να συνδιασκεφθή σπουδαίως περί του

κράτους και περί της πόλεως του Κωνσταντίνου. Ο Πάπας εδέξατο

την κομίζουσαν την επιστολήν ταύτην επιτροπήν μετά μεγίστης

χαράς, παρουσιαζομένης αυτώ περιστάσεως προσφόρου όπως φέρη εις

την εκκλησίαν του λαόν πολυάριθμον, εχθρόν τέως αμείλικτον των

Φράγκων. Τω έπεμψε λοιπόν ως έξαρχον τον επίσκοπον Περουγίας,

έχοντα βοηθόν τον επίσκοπον Βόσνης, και δι' επιστολής, ήν τω

έγραψε, τον προσεκάλεσε να συνδράμη πάση δυνάμει τον

αυτοκράτορα όπως επαναφέρη τους Γραικούς εις την υποταγήν.

Ταυτοχρόνως έγραψε προς τον βασιλέα της Ουγγαρίας και προς τον

αρχιεπίσκοπον Καλόζης όπως συντελέσωσιν εις την σταυροφορίαν

υπέρ της αυτοκρατορίας της Κωνσταντινουπόλεως, και προς τους

επισκόπους της Βουλγαρίας όπως ενισχύσωσι τον βασιλέα των εις

τον όσιον και θεοφιλή αυτού σκοπόν. Η επιστολή του Γρηγορίου

προς τον Ασάν, γεγραμμένη τη 21 Μαΐου 1237, δεικνύει ότι καθ'

όν χρόνον εγράφη, η είδησις της αποβιώσεως του Βρυεννίου δεν

είχεν εισέτι περιέλθει εις Ρώμην, καθόσον προσκαλεί τον βασιλέα

των Βουλγάρων να συνδράμη τον αυτοκράτορα της

Κωνσταντινουπόλεως (157).

Το αποτέλεσμα της συμμαχίας ταύτης εφάνη ου μετά πολύ, διότι ο

Ασάν συλλέξας ισχυρόν στρατόν, τον ωδήγησεν αυτός ο ίδιος εις

Θράκην, μετ' αυτού δε ηνώθησαν και οι Φράγκοι μετά πολλών

μισθοφόρων Σκυθών, ούς είλκυσαν προς εαυτούς διά χρημάτων και

πολλών υποσχέσεων, και κατηυθύνθησαν κατά του Βατάτζη, όστις

ηυρίσκετο τότε πλησίον της Τζουρουλού. Φρουρός δε της πόλεως

ταύτης παρά του βασιλέως τεταγμένος ήτο ο Νικηφόρος

Ταρχανιώτης, όστις τότε μεν υπήρχεν επί της τραπέζης του

βασιλέως, ύστερον δ' ετιμήθη τω του μεγάλου δομεστίκου τίτλω·

ήτο δε γαμβρός του Δομεστίκου Παλαιολόγου εκ της πρώτης αυτού

θυγατρός Μαρίας. «Ην δε ο Ταρχανιώτης ούτος, λέγει ο

Ακροπολίτης, και στρατιώτης καλός και αγαθός στρατηγός, και

πολλής επαπολαύων της παρά Θεού αντιλήψεως, καθώς και μέχρι

τούδε επέγνωσται μάλιστα· και γαρ εδόκει τοις πολλοίς ευτυχία

κατορθούμενος τα πολλά ή ευανδρία και στρατηγία των εναντίων

περιγενόμενος.» Των Φράγκων λοιπόν αρξαμένων την πολιορκίαν της

πόλεως, διά μηχανημάτων και ελεπόλεων (157α), δι' ών ηδύναντο

υψηλότερα και ευμεγεθέστερα τείχη να κρημνίσωσιν, ο Ταρχανιώτης

ανέπτυξε πάσαν αυτού την στρατηγικήν, διότι αντιμηχανώμενος

κατά των έξωθεν μηχανημάτων, παρέλυε τας ενεργείας των

πολιορκούντων και εματαίου τους σκοπούς αυτών. Αλλ' όμως ο

βασιλεύς Ιωάννης διέκειτο εις μεγάλην αμηχανίαν, όχι τόσον

διότι έμελλε τάχιον ή βράδιον να πέση η Τζουρουλός, αλλά διότι

έβλεπεν ότι, πιπτούσης αυτής, παρελύοντο πάντες οι εν τη δύσει

αγώνες αυτού. Ευτυχώς η θεία πρόνοια, ήτις ματαιοί τας βουλάς

των ασεβών, απήλλαξε τάχιστα τον Βατάτζην της τοιαύτης

μερίμνης, διότι ενώ οι εν Τζουρουλώ πολιορκούμενοι διετέλουν

εις τον έσχατον κίνδυνον, αίφνης επληροφορήθη ο Ασάν ότι η

σύζυγος αυτού Μαρία απεβίωσε, συγχρόνως δε ότι απέθανον ό τε

υιός του και ο του Τυρνόβου επίσκοπος. Τούτο λοιπόν θεομηνίαν

εκλαβών ο Ασάν, έκχυσε παραχρήμα τας ελεπόλεις και απήλθεν εις

τα ίδια· οι δε Φράγκοι, μόνοι εγκαταλειφθέντες και μη έχοντες

τοσαύτας δυνάμεις, ώστε να ελπίσωσι την της πόλεως άλωσιν,

λύσαντες την πολιορκίαν επέστρεψαν εις Κωνσταντινούπολιν. Διά

τοιούτου λοιπόν ανελπίστου τρόπου ηλευθερώθη η Τζουρουλός και

οι εν αυτή κάτοικοι της Φραγκικής δυναστείας. (158) Ο δε Ασάν

υπολαβών ότι τα προεκτεθέντα δυστυχήματα τω συνέβησαν ένεκα της

επιορκίας και ασεβείας αυτού, μεταμεληθείς έπεμψε πρέσβεις προς

τον Βατάτζην, εαυτόν τε εξουθενών της κακίστης πράξεως και τας

συνθήκας ανακαλούμενος και συγγνώμην διά την απιστίαν αυτού

ζητών. Ο Βατάτζης και η Ειρήνη ευχαρίστως δραξάμενοι της

περιστάσεως, εδέξαντο μετά τιμής την πρεσβείαν των Βουλγάρων

και εμπεδώσαντες δι' όρκων νέων τας προτέρας αυτών συνθήκας,

συνήψαν νέαν μετά του Ασάν συμμαχιών τοιουτοτρόπως δε οι μεν

σκοποί και αι ελπίδες του Πάπα Γρηγορίου και των Φράγκων

εμηδενίσθησαν, η δε του Ασάν θυγάτηρ Ελένη εστάλη και πάλιν εις

Νίκαιαν προς τον πενθερόν αυτής.

Ο Ασάν μετά τον θάνατον της πρώτης αυτού συζύγου ήλθεν εις

δεύτερον γάμον μετά Ειρήνης της θυγατρός Αγγέλου Θεοδώρου, του

άλλοτε δεσπότου της Ηπείρου. Ο δυστυχής ούτος, εστερημένος των

οφθαλμών αυτού, διέτριβε παρά τη αυλή του Ασάν, ζων εν πάση

ανέσει και τιμή μετά της οικογενείας του· είχε δε δύο υιούς,

Ιωάννην και Δημήτριον και δύο θυγατέρας, Άνναν και Ειρήνην, ής,

ερασθείς διά το έξοχον αυτής κάλλος ο Ασάν, εγένετο σύζυγος.

Ένεκα λοιπόν του συγγενικού δεσμού ο Ασάν ου μόνον απέλυσε

πάσης φρουρήσεως τον Θεόδωρον, αλλ' ηθέλησε να τον αποκαταστήση

άρχοντα της Θεσσαλονίκης και πάσης ής ήρχε πρότερον χώρας. Προς

τούτο δε παρεχώρησεν αυτώ επικουρίαν στρατιωτών, αλλ' εκείνος

επειδή δεν εδύνατο φανερώς να κινήση πόλεμον κατά του αδελφού

αυτού Μανουήλ, όστις εκράτει της Θεσσαλονίκης, απεφάσισε να

καταλάβη αυτήν διά στρατηγήματος. Αμφιεσθείς ιμάτια επαίτου και

εισελθών απαρατήρητος εις την πόλιν, εγνωρίσθη πρός τινας, τους

οποίους ότε ήτο δεσπότης είχεν ευεργετήσει, και συνεργοίς

αυτοίς της συνωμοσίας χρησάμενος, εγένετο εγκρατής εντός

βραχέως χρόνου της τε Θεσσαλονίκης και των πέριξ πόλεων και

κωμών, τον δε αδελφόν Μανουήλ συλλαβών έπεμψε προς τους

Τούρκους εις Αττάλειαν, οίτινες όμως ου μόνον δεν τον

εκακοποίησαν, αλλά και ελεύθερον τον άφησαν να υπάγη προς τον

Βατάτζην, όπως παραπονεθή κατά του αδελφού του. Ο Βατάτζης

ασμένως τούτον υποδεξιωθείς και διά την συγγένειαν μεθ' ής

συνεδέετο προς αυτόν, και διότι ήτο έκπαλαι δεσπότης, τω έδωκε

χρήματα και έξ τριήρεις, μεθ' ών εκείνος εκυρίευσε τα Φάρσαλα,

την Λάρισσαν και την Πλαταμώνα· άρχων δε των χωρών τούτων

γενόμενος, σπονδάς εποιήσατο μετά των αδελφών αυτού

Κωνσταντίνου και Θεοδώρου, οίτινες εις συνάφειαν προς τους

Φράγκους όντες έπεισαν και αυτόν να φανή αχάριστος,

συνθηκολογών μετά των πριγγίπων της Αχαΐας και του Μωρέως κατά

του ευεργέτου αυτού Βατάτζη· αλλά μεταμεληθείς εντός μικρού διά

την διαγωγήν του ταύτην και περιφρονούμενος υπ' αυτών έτι των

συμμάχων του, απεβίωσε πριν ή φθάσας επανορθώση το σφάλμα του.

(159) ο δε Θεόδωρος μη θέλων να ονομάζηται βασιλεύς της

Θεσσαλονίκης διά το των οφθαλμών πάθος, ωνόμασε βασιλέα τον

υιόν αυτού Ιωάννην, ερυθροίς πεδίλοις τους πόδας του υποδήσας

και ερυθροίς γράμμασι επιτρέψας αυτόν να υπογράφη.

Εν τούτοις ο Βαλδουίνος διατρέχων την Γαλλίαν και επικαλούμενος

την συνδρομήν των αρχόντων υπέρ της Κωνσταντινουπόλεως επέτυχε,

χάρις εις τα παπικά θεσπίσματα, να παρασκευάση περί τας

εξήκοντα χιλιάδας πολεμιστών, ετοίμων να μεταβώσιν εις

Κωνσταντινούπολιν όπως υποστηρίξωσι τον ετοιμόρροπον θρόνον

αυτού. Μόνος ο κόμης της Βρετάνης είχε στρατολογήσει μυρίους

πεζούς και δισχιλίους ιππείς· ο κόμης του Βαρίου προσέφερεν

εκατόν λογάδας ιππότας, πάντες δε συλλήβδην οι άρχοντες

προσέφερον αναλόγως στρατιώτας και χρήματα, όσιον το έργον

νομίζοντες και ψυχωφελές ένεκα των παπικών συγχωροχαρτίων. Εκ

Γαλλίας ο Βαλδουίνος μετέβη εις Αγγλίαν, όπως πείση τον βασιλέα

αυτής Ερρίκον Γ' να συντελέση ομοίως εις την ένδοξον εκείνην

επιχείρησιν· έμεινεν όμως έκπληκτος, όταν φθάσας εις Δούβρον,

εύρεν απεσταλμένους του βασιλέως εκείνου, οίτινες εξ ονόματός

του τω είπον ότι δεν τω επέτρεπε το να εισέλθη εις το κράτος

χωρίς προηγουμένως να ζητήση την άδειάν του, διότι τούτο

εδείκνυε περιφρόνησιν και αξιόμεμπτον αδιαφορίαν. Ο Βαλδουίνος,

περίλυπος εκ τούτου, ητοιμάζετο να επανέλθη εις Γαλλίαν, ότε ο

Ερρίκος τω διεμήνυσεν εκ δευτέρου ότι επειδή ήλθεν ως φίλος,

άνευ όπλων και στρατού, τω επέτρεπε να διέλθη το κράτος του,

αποδιδομένης αυτώ πάσης τιμής. Αφορμή της κακής ταύτης υποδοχής

λέγεται ότι υπήρξε το κατά του Ιωάννου Βρυεννίου μίσος των

Άγγλων, διότι ούτος ελθών άλλοτε εις Αγγλίαν όπως ζητήση

επικουρίας διά την επί την Αγίαν Γην εκστρατείαν, αφού έλαβε

τοιαύτας, συνεμάχησε μετέπειτα υπέρ του Αυγούστου Φιλίππου κατά

των Άγγλων. Εν τούτοις η θέσις εις ήν ο Βαλδουίνος διετέλει,

δεν τω επέτρεπε να φαίνηται τόσον ακριβόλογος, δι' όπερ δεχθείς

την πρόσκλησιν του βασιλέως Ερρίκου, μετέβη τον Μάιον του 1238

εις Λονδίνον, και εκείθεν εις Βοσδόκην, ένθα συνηντήθη μετά του

βασιλέως και μετά του αδελφού αυτού κόμητος της Κορνουαλίας,

οίτινες τον εδέχθησαν μετά πάσης τιμής. Μετά βραχυχρόνιον δε

διατριβήν εν Αγγλία επέστρεψεν εις Γαλλίαν, φέρων μεθ' εαυτού

επτακοσίας σχεδόν μάρκας αργυρίου, τας οποίας οι δύο αδελφοί

εκείνοι τω προσέφερον όπως επαρκέση εις τας πολεμικάς αυτού

προπαρασκευάς (160).

Ενώ αφ' ενός ο Βαλδουίνος περιέτρεχε γην και θάλασσαν όπως

συλλέξη όσω το δυνατόν πλείω στρατόν, αφ' ετέρου ο Πάπας

δραστηρίως διενήργει παρά τοις Χριστιανοίς ηγεμόσιν όπως

σπεύσωσιν εις βοήθειαν των εν Κωνσταντινουπόλει ομοφύλων των,

υποδεικνύων ότι η παγίωσις αυτών εκεί ήθελε διευκολύνει και την

ανάκτησιν της Αγίας Γης. Προς τούτο όλα τα χρήματα όσα είχον

συλλεχθή διά την σκοπευομένην σταυροφορίαν διέτασσε να

παραδοθώσι προς τον κόμητα του Μακώνος διά να χρησιμεύσωσιν εις

μισθοδοσίαν των πολεμιστών· και επειδή επληροφορήθη παρά των

εξάρχων, ούς είχε πέμψει εις Κωνσταντινούπολιν μετά τινων

νεοσύλλεκτοι, περί της μεγάλης ελλείψεως ζωοτροφιών ήτις

υπήρχεν εκεί, και συνέπεια της οποίας πολλοί των Φράγκων

ελειποτάκτουν, προσεκάλεσε τον κόμητα της Βρετάνης να αναστείλη

την νεοσυλλεξίαν και να περιορισθή εις μόνον εξακισχιλίους

πεζούς και χιλίους πεντακοσίους ιππείς, τω φόβω μη η έλλειψις

τροφών και των λοιπών επιτηδείων τους αναγκάση να

διασκορπισθώσιν εάν ήσαν εις μεγαλείτερον αριθμόν. Ταυτοχρόνως,

έπεμψεν εις Μωρέα και εις το δουκάτον των Αθηνών τον ιδιαίτερον

γραμματέα του διά να πείση τους εκκλησιαστικούς των Πατρών, της

Κορίνθου και των Θηβών να προσφέρωσι το τρίτον των εισοδημάτων

αυτών υπέρ του αυτοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως, καθόσον εκ

της ησυχίας και δυνάμεως αυτού εξήρτητο απολύτως και η ιδική

των ανάπαυσις· προσεκάλεσε δε και τον κόμημητα Παλατίνον της

Ζακύνθου να συνδράμη την Κωνσταντινούπολιν διά τροφών, και τους

αρχιεπισκόπους Λουγδούνων, Βεζανσώνος, Βούργης, Καμβραίας,

Τούλης, Μέτζης, Λιέγης και Βερδούνης να προκηρύξωσιν εις τας

επισκοπάς αυτών την κατά των σχισματικών Γραικών σταυροφορίαν,

παραχωρουμένης πλήρους αφέσεως αμαρτιών εις τους μετασχόντας

αυτής. Και ο τα τοιαύτα προκηρύττων ηξίου να θεωρήται επίτροπος

επί της γης Εκείνου, όστις ότε είς των μαθητών του έσυρε την

σπάθην διά να κτυπήση, ένα των εχθρών του, τον διέταξε να βάλη

την μάχαιραν εις την θήκην, διότι οι μαχαίρα παίοντες εν

μαχαίρα απολούνται! Τοιούτο ήτο το πνεύμα των χρόνων εκείνων,

τοιαύτη ήτο η χριστιανική ηθική, υφ' ής ενεπνέοντο οι της Ρώμης

ποντίφικες! (161)

Αι τοσαύται γενόμεναι προπαρασκευαί εν τη Εσπερία διηυθύνοντο

κυρίως κατά του Βατάτζη, αλλά και ο Ασάν δεν ήτο ολιγώτερον

εκείνου επίφοβος και μισητός, αφότου μάλιστα εμπαίξας δι'

απατηλών υποσχέσεων των Πάπαν εφείλκυσε την οργήν αυτού. Ο

Γρηγόριος, μένεα πνέων κατ' αυτού, διότι αφού υπεσχέθη ν'

αναγνωρίση την πνευματικήν υπεροχήν του και να συμμαχήση τοις

Φράγκοις κατά των Γραικών, ουχί μόνον τούτο δεν έπραξεν, αλλά

τουναντίον και θερμός υπέρμαχος του Βατάτζη κατά των Φράγκων

ανεδείχθη, απεφάσισε παντοιοτρόπως να τον καταστρέψη. Απηυθύνθη

λοιπόν προς τον βασιλέα της Ουγγαρίας Βήλαν, και, πείσας τον

Βαλδουίνον να παραιτηθή πάσης επί της Βουλγαρίας αξιώσεως,

υπεσχέθη εις αυτόν το στέμμα της Βουλγαρίας, ως αν ήτο κύριος

να διαθέτη τα στέμματα των διαφόρων κρατών κατ' αρέσκειαν, και

προς τούτο προυκήρυξεν εις Ουγγαρίαν σταυροφορίαν γενικήν κατά

του Ασάν. Ο Βήλας κατά πρώτον εφάνη διστάζων ν' αναδεχθή

τοιούτον αγώνα, διότι επίδοξος διάδοχος του Βουλγαρικού θρόνου

ήτο ο υιός της αδελφής του και δεν εδύνατο να προσβάλη τον Ασάν

χωρίς να γείνη πολέμιος του συμμάχου και γαμβρού αυτού Βατάτζη

του οποίου, ως γνωστόν, η σύζυγος Ειρήνη ήτο αδελφή της συζύγου

του Ασάν Μαρίας· αλλά το αίσθημα του εγωισμού και της

φιλοδοξίας υπερίσχυσε και τοιουτοτρόπως ήρξαντο αι

διαπραγματεύσεις επί του αντικειμένου τούτου, ο Βήλας εζήτει ου

μόνον βασιλεύς των Βουλγάρων, αλλά και έξαρχος παπικός ο ίδιος

να αναγνωρισθή, εζήτει προσέτι να τω επιτραπή όπως προπορεύηται

αυτού εν τη εκστρατεία ο σταυρός, και να αναδεχθή ο Πάπας την

προστασίαν του βασιλείου του κατά την απουσίαν αυτού, εμποδίζων

διά των όπλων του πνεύματος πάντα όστις ήθελε τολμήσει να τον

προσβάλη. Τα δύο τελευταία αιτήματα του Βήλα ήσαν ευπρόσδεκτα,

αλλά το πρώτον απήντησε πολλάς δυσχερείας, διότι οι Πάπαι,

οίτινες τόσον ευκόλως κατεπάτουν τα δικαιώματα των ηγεμόνων,

ήσαν πολύ ζηλότυποι εις όσα απέβλεπον τα ίδιά των δικαιώματα.

Εν τούτοις μη θέλων ο Γρηγόριος να δυσαρεστήση τον βασιλέα της

Ουγγαρίας, τω επρότεινε να διορίση έξαρχον, οίον αν επίσκοπον

εκείνος εξέλεγε, και τούτο όπως διατηρήση την αξιοπρέπειαν της

εκκλησίας, ήτις δεν παρείχε τίτλους εκκλησιαστικούς εις

κοσμικούς ηγεμόνας. Αλλ' όμως αι τοσαύται προσπάθειαι έμειναν

άνευ αποτελέσματος, διότι ο Ασάν φοβηθείς την κατ' αυτού

σταυροφορίαν, ειρήνευσε μετά του Βήλα και των Φράγκων εις τους

οποίους επέτρεψε το επιόν έτος την διά του κράτους του διάβασιν

(162).

Εν τούτοις ο Βαλδουίνος ελάμβανε καθ' εκάστην τας πλέον

δυσαρέστους περί Κωνσταντινουπόλεως ειδήσεις πασχούσης και

στέρησιν τροφών και έλλειψιν πολεμιστών, ένεκα του οποίου οι

του Βατάτζη στρατιώται περιτρέχοντες τας πέριξ χώρας, έσπειρον

τον τρόμον και την φρίκην μέχρι και αυτών των τειχών της

πόλεως, χωρίς ουδεμίαν να απαντώσιν αντίστασιν. Ταύτα λοιπόν

μανθάνων ο Βαλδουίνος απεφάσισε να πέμψη κατά Μάρτιον του 1238

πολυαρίθμους πολεμιστάς εις Κωνσταντινούπολιν υπό την οδηγίαν

του Ιωάννου Πετούνη, τον οποίον ο Βρυέννιος τω είχε δώσει ως

Μέντορα κατά την εις Ιταλίαν αναχώρησίν του. Ο γενναίος ούτος

μαχητής έλαβε την εις Ιταλίαν άγουσαν οδόν, προτιθέμενος να

επιβιβασθή επί πλοίων εν Ενετία και μεταβή διαπόντιος εις

Κωνσταντινούπολιν, όπως αποφύγη τας προσβολάς του Βατάτζη και

των Βουλγάρου, οίτινες ήσαν διεσπαρμένοι καθ' άπασαν την μεταξύ

χώραν· γεγονός τι όμως απροσδόκητον επελθόν, εματαίωσε τας του

Πετούνη προθέσεις. Ο αυτοκράτωρ Φριδερίκος, όστις ήτο θανάσιμος

εχθρός του Ιωάννου Βρυεννίου, και κατά συνέπειαν και του

Βαλδουίνου, έτι δε μάλλον του Πάπα, μεθ' ού διέκειτο εις

φανερόν πόλεμον, δραξάμενος της περιστάσεως ηθέλησε να

εκμηδενίση το σχέδιον εκείνο, όπερ ο Γρηγόριος περί τοσούτου

εποιείτο· άμα λοιπόν ο Πετούνης διήλθε τας Άλπεις, τω

απηγόρευσε να διαβή διά του κράτους του, απειλών εν εναντία

περιπτώσει ότι διά των όπλων θέλει του εμποδίσει την διάβασιν.

Ο Πετούνης εκπλαγής γενόμενος εκ της απειλής ταύτης του

αυτοκράτορος, ήλθεν εις συνέντευξιν μετ' αυτού, και

παντοιοτρόπως προσεπάθησε να τον πείση, όπως τω επιτρέψη την

διάβασιν· και εκάμφθη μεν ο Φριδερίκος, επιτρέψας τούτο,

απήτησεν όμως ίνα ο Πετούνης μένη παρ' αυτώ ως όμηρος διά την

καλήν διαγωγήν την οποίαν οι σταυροφόροι ήθελον τηρήσει

διερχόμενοι διά του κράτους του. Μάτην ο Πετούνης προσέφερεν

εις τον αυτοκράτορα μέγιστον ποσόν χρημάτων διά να παραιτηθή

του όρου τούτου, προφασιζόμενος ότι ο στρατός του άνευ αρχηγού

μένων ήθελε διασκορπισθή. Ο Φριδερίκος επέμεινεν εις τον όρον

αυτόν και επειδή είχεν αξιώσεις επί της Φραγκικής

αυτοκρατορίας, απήτησε παρά του Βαλδουίνου να τον αναγνωρίση ως

κυρίαρχον, διότι άλλως θέλει τον αναγκάσει διά των όπλων· του

δε Βαλδουίνου μη συγκατανεύσαντος εις τούτο, απηγόρευσεν

αυστηρώς την διά του κράτους του διάβασιν των σταυροφόρων, ο

Πάπας σφοδρώς λυπούμενος επί ταις εχθροπραξίαις ταύταις,

αίτινες εματαίουν τοσούτους αγώνας και προσπαθείας, δι'

επιστολών προσεπάθησε να τω υποδείξη πόσον ατόπως προσεφέρετο

προς άπασαν την Χριστιανοσύνην, της οποίας εφαίνετο πολέμιος·

αλλ' ο Φριδερίκος περιφρονών και τον Πάπαν και τας επιστολάς

του, επέμεινεν ακραδάντως εις τας αξιώσεις του. Ο δε Βαλδουίνος

βλέπων ότι εκτός του Ασάν και Βατάτζη ανεφαίνετο τρίτος εχθρός,

όν ώφειλε να πολεμήση, επέστρεψεν εις Ιταλίαν όπως συμβουλευθή

τον Πάπαν και συσκεφθώσι περί του πρακτέου. Εν τούτοις οι εν

Ενετία συνελθόντες στρατιώται όπως μεταβώσιν εις

Κωνσταντινούπολιν διεσπάρησαν ελλείψει στρατηγού, ο δε Πετούνης

ασθενήσας μετ' ου πολύ και αποβιώσας, υπήρξεν ο τελευταίος

ιππότης εκ των αρχαίων κατακτητών.

Η βραδύτης της αποστολής επικουρίας εις Κωνσταντινούπολιν,

εξήντλησεν ολοσχερώς τους πόρους αυτής. Πάσα και δημοσία και

ιδιωτική περιουσία είχε δαπανηθή, ο δε τοποτηρητής του

αυτοκράτορος, αφού κατήντησε να αφαιρέση τον μόλυβδον από τας

σκέπας των εκκλησιών διά να κόψη νόμισμα, απεφάσισε να

υποθηκεύση και αυτά τα τιμαλφή λείψανα της Χριστιανικής

ευσεβείας. Ο εξ ακανθών στέφανος, δι' ού περιεβλήθη ο του

κόσμου Λυτρωτής, εσώζετο εν τοις ανακτόροις του Βυζαντίου φέρων

έτι τα ίχνη των φρικτών Εκείνου παθημάτων· τούτον λοιπόν τον

στέφανον μη απολειφθέντος πλέον ετέρου τινός, απεφάσισεν ο

τοποτηρητής να ενεχυριάση αντί της ποσότητος τεσσάρων χιλιάδων

εκατόν εβδομήκοντα πέντε υπερπύρων πρός τινας Ενετούς επί

συμφωνία, αν εντός ωρισμένου χρόνου δεν αποδώση το δάνειον, να

λαμβάνωσιν εκείνοι εις την κατοχήν των αυτόν· εγένετο δε η

συνθήκη αύτη τη 4 Σεπτεμβρίου 1238. Ο Βαλδουίνος πληροφορηθείς

την σύμβασιν ταύτην προσέφυγε προς τον βασιλέα Λουδοβίκον,

όστις παρέλαβε τον στέφανον αποτίων τα προς τους Ενετούς

οφειλόμενα. Κατά Δεκέμβριον λοιπόν του αυτού έτους ο στέφανος

ούτος επιβιβασθείς εις πλοίον Γαλλικόν μετεκομίσθη εις Ενετίαν

και εκείθεν εις Παρισίους, ένθα κατετέθη μετά πλείστης όσης

επισημότητος και πομπής εις την εκκλησίαν την επ' ονόματι της

Παναγίας τιμωμένην. ο Βατάτζης πληροφορηθείς την πώλησιν ταύτην

του στεφάνου έστειλε πλοία όπως αρπάσωσιν αυτόν, αλλά δυστυχώς

δεν επέτυχον ταύτα να συναντήσωσι το κομίζον εκείνον πλοίον· ο

δέ Λουδοβίκος εδωρήσατο διά τον στέφανον δεκακισχιλίας λίβρας

εις τον Βαλδουίνον, γενομένης και δαπάνης ετέρων δισχιλίων διά

την μεταφοράν αυτού (163).

Η δεινή θέσις εις ήν περιήλθεν η αυτοκρατορία της

Κωνσταντινουπόλεως ηνάγκασε τον Βαλδουίνον να επισπεύση την εις

το κράτος του επάνοδον, μετά των στρατιωτών, ούς εν τη Δύσει

είχε συλλέξει. Τοιουτοτρόπως αυτός μεν παρεσκευάζετο όπως

απέλθη, ο δε Πάπας, παρά τω οποίω κατέλιπεν αντιπρόσωπον αυτού

τον Ιωάννην Βαλενσιανόν, ησχολείτο ανενδότως όπως πείση τους

σταυροφόρους Γάλλους να αναστείλωσι την εις Συρίαν μετάβασίν

των και στρέψωσι τα όπλα των πρώτον κατά του Βατάτζη. Εκ τούτων

πολλοί μεν επείσθησαν εις του Πάπα τας παρακελεύσεις, έτεροι

όμως επέμενον εις το αρχικόν σχέδιόν των της επί την αγίαν Γην

εκστρατείας, μεμψιμοιρούντες μάλιστα κατ' αυτού διότι

παρενέλαβε προσκόμματα εις την εκπλήρωσιν του σκοπού των και

διότι διέθετε άλλως πως παρ' όπως ανέκαθεν ήσαν προωρισμένα τα

διά την σταυροφορίαν συλλεχθέντα χρήματα. Μετά των τελευταίων

τούτων ήσαν ο Θιβώτος βασιλεύς της Ναβάρρας, ο Ούγγος δουξ

Βουργουνδίας, ο Ερρίκος κόμης Βαρίου, ο Aμωρή κόμης Μοντφόρτης,

ο Ριχάρδος δε-Σαμόντιος, ο Ανζώ Δέλλιος, οι κόμητες Βενδόμης,

Μακώνος, Φορέτης, Νεβερσίας και άλλοι, οίτινες βλέποντες του

αυτοκράτορος Φριδερίκου την διαγωγήν και μη επιθυμούντες ν'

αναλάβωσιν αγώνα, προς τον οποίον εκείνος εφέρετο τοσούτον

δυσμενώς, εγκατέλιπον τον Βαλδουίνον και λαβόντες την εις

Μασσαλίαν άγουσαν οδόν, επεβιβάσθησαν εκείθεν εις πλοία διά

Παλαιστίνην, εναντίον της παπικής επιθυμίας (164).

Η αρχή αυτή δεν επροοιμίαζε βεβαίως καλόν τέλος· αλλ' ο

Βαλδουίνος μηδόλως αποθαρρυνθείς, αφού διά τελευταίαν φοράν

μετέβη εις Ρώμην ίνα συνεντευχθή προς τον Πάπαν, επέστρεψεν εις

Γαλλίαν, και μη έχων χρήματα όπως διαπλεύση τον στρατόν του

εδανείσθη παρά του βασιλέως Λουδοβίκου πεντήκοντα χιλιάδας

λιβρών, προς εξασφάλισιν των οποίων υπεθήκευσεν αυτώ την

κομητείαν του Ναμούρ, ήν ο βασιλεύς παρεχώρησεν εις τους

ιππότας Τεμπλιέρους να την διοικώσι μέχρις ού ο Βαλδουίνος

ήθελε τω αποτίσει τα οφειλόμενα, ιστορικοί τινες λέγουσιν ότι

προς τη κομητεία του Ναμούρ υπεθήκευσε και την της Ωξέρης· αλλά

περί τούτου ουδεμία υπάρχει βεβαιότης. Τέλος τακτοποιήσας τα

οικιακά του πράγματα απεφάσισε να αναχωρήση, διερχόμενος διά

Γερμανίας, της οποίας ο αυτοκράτωρ Φριδερίκος, τη επιμόνω

αιτήσει του βασιλέως της Γαλλίας, τω επέτρεψε την διά της χώρας

του διάβασιν διά χρυσοβούλου εκδοθέντος τη 7 Δεκεμβρίου 1238.

Ταις προσπαθείαις του Πάπα και ο βασιλεύς της Ουγγαρίας Βήλας

και ο τούτου αδελφός Καλομάνος δουξ Σκλαβουνίας και ο βασιλεύς

αυτός της Βουλγαρίας Ασάν, όστις ου προ πολλού είχε συμμαχήσει

μετά των Φράγκων, υπεσχέθησαν ου μόνον κατ' ουδέν να

παρενοχλήσωσι τους σταυροφόρους διά των κρατών αυτών

διερχομένους, αλλά τουναντίον και να τοις χορηγήσωσι πάσαν

αντίληψιν. Ο Βαλδουίνος ηρίθμει εν ταις τάξεσιν αυτού

εξηκοντακισχιλίους άνδρας, εν οίς ήσαν επτακισχίλιοι ιππόται

μετά των ιπποκόμων αυτών και τριακοντακισχίλιοι έφιπποι

τοξόται. Πολλοί δε διακεκριμένοι άρχοντες είχον ενωθή μετ'

αυτού, οίοι ήσαν ο Θωμάς Μάρλιος κύριος του Κουσή, ο Ιμβέρτος

κύριος του Βωζώ, ο Ζοσεράνδος κύριος του Βρασιών, ο άρχων του

Βωμέζου, ο Γουλλιέλμος δε-Καχιέ, ο Βαρόνος δε-λα-Χαβερί και

άλλοι· συνώδευσε δ' αυτόν ως Παπικός έξαρχος ο Βαλδουίνος

Σενιγαλλίας και ο Βαρίνος, αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, τον

οποίον είχεν εκδιώξει ο δεσπότης της Ηπείρου Θεόδωρος ότε

εκυρίευσε την πόλιν ταύτην. Τοιουτοτρόπως αναχωρήσας ο

αυτοκράτωρ μετά παντός του στρατού αυτού και διελθών την

Ιταλίαν διά των υπωρειών των Άλπεων, αφίκετο εις το Οστρίκιον·

κατελθών δε εις Ουγγαρίαν διεπέρασε τον Ίστρον, και διά της

Βουλγαρίας έφθασεν εις Κωνσταντινούπολιν κατά Δεκέμβριον του

1239. Οι εν αυτή εδέξαντο τον Βαλδουίνον μετά μεγίστου

ενθουσιασμού, και των πάντων ελπιζόντων παντός δεινού την

απαλλαγήν, ούτος εστέφθη αυτοκράτωρ μετά της συνήθους

επισημότητος εν τω ναώ της Αγίας Σοφίας (165).

Και αληθώς έπρεπε να ελπίσωσι πολλά εκ της ελεύσεως του

Βαλδουίνου και του πολυαρίθμου εκείνου στρατού· διότι εκτός της

υλικής δυνάμεως, ήν ο αυτοκράτωρ τοις εκόμιζεν, είχε προσέτι

περιποιήσει εαυτώ πολλούς συμμάχους, αποσπών αυτούς από του

Βατάτζη. Οι Ούγγροι ήσαν φίλοι αυτού, ο Ασάν είχεν επίσης

συμμαχήσει μετ' αυτού, οι Κουμάνοι, ηγουμένων των βασιλέων των

Ιωνά και Σορονίου, εζήτησαν εις Κωνσταντινούπολιν την φιλίαν

των Φράγκων, και ο πολεμικός ούτος λαός, ως εκ των προτέρων

είδομεν, δεν ήτο μικρού λόγου επίκουρος. Διά τούτο ο Βαλδουίνος

έσπευσε να παραδεχθή την συμμαχίαν αυτού, και πληρεξούσιοι

διορισθέντες εκατέρωθεν συνωμολόγησαν ειρήνην και φιλίαν

αδιάρρηκτον· μετά δε την συνομολόγησιν αυτής οι πληρεξούσιοι

εκβαλόντες ολίγον αίμα εκ των φλεβών των, το προσέφερον

αλλήλοις ίνα το πίωσιν, ως διά να δείξωσι τρόπον τινά ότι το

αυτό αίμα εζωογόνει αμφοτέρους τους λαούς εις το εξής. Μετά την

αιμοποσίαν ταύτην ταχθέντες εις δύο γραμμάς οι πληρεξούσιοι των

συμβαλλομένων εθνών, κατέκοψαν μεληδόν διά των ξιφών κύνα, όν

ηνάγκασαν να διέλθη εν τω μέσω των φωνούντες, «Ούτως απωλεσθήτω

το έθνος εκείνο, όπερ παραβιάσει την ένορκον συμμαχίαν.»

Τοιαύτη ήτο η συνθήκη την οποίαν οι Κουμάνοι συνέθεντο προς

τους Φράγκους· όπως δε παγιώσωσιν αυτήν ηθέλησαν να συσφίγξωσι

την συμμαχίαν των δι' ιδιαιτέρων δεσμών. Βαπτισθεισών λοιπόν

των δύο θυγατέρων του Σορονίου, την μεν έλαβεν εις γυναίκα ο

Γουλλιέλμος, υιός του Γοδοφρέδου Μερή, την δε ο Βαλδουίνος

κόμης του Αινώ· την δε θυγατέρα Ιωνά, του ισχυροτέρου των δύο

βασιλέων ενυμφεύθη ο Ναρζότος δε-Τουσή, όστις πρώτην σύζυγον

έσχε την θυγατέρα του Βρανά (166).

Ιστορία της Αλώσεως του Βυζαντίου υπό των Φράγκων και της αυτόθι εξουσίας αυτών · 第 13 / 18 段