Αφ' ότου οι Ενετοί εγένοντο κύριοι της νήσου ταύτης η κυριαρχία

των αδιαλείπτως σχεδόν διετέλει εις ανώμαλον κατάστασιν ένεκα

του επαναστατικού πνεύματος των κατοίκων της. Οι Κρήτες μη

δυνάμενοι να βαστάσωσι τον βαρύν και καταθλιπτικόν ζυγόν της

αλαζόνος και φιλάρπαγος Δημοκρατίας, ποικιλοτρόπως προσπάθησαν

ν' αποτινάξωσιν αυτόν· αλλ' αι προσπάθειαί των εναυάγησαν

πάντοτε απέναντι της ανωτέρας υλικής δυνάμεως και του συμπαγούς

των εχθρών των, επί τέλους δε απηυθύνθησαν προς τον Βατάτζην

και τω προσήνεγκον την ηγεμονίαν της νήσου, αν τους συνέδραμε

να εκδιώξωσι τους Ενετούς. Ο Βατάτζης νομίσας κατάλληλον την

περίστασιν όπως πραγματοποιήση τους κατακτητικούς αυτού

σκοπούς, έπεμψε προς βοήθειαν των Κρητών τριάκοντα πέντε

γαλέρας. Η Δημοκρατία πληροφορηθείσα ταύτα διέταξε τον Μάρκον

Σανούτον, δούκα της Ναξίας να πλεύση εις Κρήτην όπως αντικρούση

τους εχθρούς· ούτος δε μεταβάς εις την νήσον εκείνην άμα είδε

μακρόθεν τον κατάπλουν του Γραικικού στόλου, ανεχώρησεν αμέσως

μεθ' όσου είχε φέρει στρατού, η δε κατεσπευσμένη αύτη

αναχώρησίς του παρέσχε την υπόνοιαν ότι επετεύχθη αντί χρημάτων

υπό του Βατάτζη. Εν τούτοις ο Γραικικός στρατός εκπολιορκήσας

την Ρέθυμνον, ηνάγκασε τον φρούραρχον αυτής Μάρκον Κουερίνην να

παραδοθή, εκυρίευσε δε και πολλά άλλα μέρη της νήσου και μόνον

εις το φρούριον του Βονιφατίου απήντησε μεγίστην αντίστασιν·

ενώ δε ησχολείτο περί την πολιορκίαν αυτού, ο Μάρκος Κουερίνης

συλλέξας στρατόν πολυάριθμον ήλθε προς βοήθειαν των

πολιορκουμένων. Ο στρατηγός του Βατάτζη βλέπων ότι οι Κρήτες

αντί να συνδράμωσιν αυτόν, καθ' ά είχον υποσχεθή, έμενον

αδιάφοροι και μη θέλων να διακινδυνεύση τον στρατόν του, έλυσε

την πολιορκίαν και επιβάς επί των πλοίων του ανεχώρησεν· αλλά

καθ' οδόν καταληφθείς υπό σφοδράς τρικυμίας υπέστη δεινόν παρά

τα Κύθηρα ναυάγιον, και μόλις τρία εκ των πλοίων αυτού εδυνήθη

να σώση· απώλοντο δε μετά των άλλων και δύο πρέσβεις της

Ενετίας, οίτινες μετέβαινον παρά τω Βατάτζη όπως ζητήσωσι την

ειρήνην (145).

Ο Βατάτζης ουδόλως αποθαρρυνθείς εκ της πρώτης ταύτης

αποτυχίας, συνενοήθη μετά των Κρητών και έπεμψε πάλιν μετ' ου

πολύ δώδεκα γαλέρας, όπως κυριεύσωσι την νήσον. Οι Ενετοί

επολιόρκουν τότε φρούριόν τι Σορβία καλούμενον, άμα λοιπόν

είδον την έλευσιν του Γραικικού στόλου, έπεμψαν ένα στρατηγόν

μετά ισχυράς δυνάμεως προς επικουρίαν του Μεγάλου Κάστρου,

φοβούμενοι μήπως οι Γραικοί ήθελον κυριεύσει αυτό· οι δε λοιποί

επέβησαν εις τα πλοία των και κατηυθύνθησαν επί τους εχθρούς,

οίτινες δι' ανενδότου κωπηλασίας και έχοντες τον άνεμον ούριον,

προσωρμίθησαν είς τινα λιμένα της νήσου. Εκεί οι Ενετοί τους

προσέβαλον μετά μανίας, οι δε Γραικοί μη έχοντες χώρον όπως

αναπτύξωσι τας δυνάμεις των, υπερησπίζοντο την είσοδον του

λιμένος, εκσφενδονίζοντες κατά των Ενετών βέλη, τόξα και

λίθους, βοηθούμενοι και υπό των εγχωρίων ομοφύλων, οίτινες

έδραμον εις την παραλίαν προς επικουρίαν των Γραικών.

Πληγωθέντος του Ενετού στρατηγού κατέπαυσεν η μάχη· οι δε

Γραικοί προβλέποντες ότι οι Ενετοί έμελλον την επιούσαν να

επαναλάβωσι την ναυμαχίαν και συναισθανόμενοι την ασθένειαν

αυτών, εξήλθον νύκτωρ του λιμένος χωρίς οι Ενετοί να τους

εννοήσωσι. Και απέτυχε μεν ο Βατάτζης κατά τας επανειλημμένας

αυτού εν τη Κρήτη προσπαθείας, αλλ' επηύξησε την φήμην αυτού ως

τολμηρού και μεγαλεπιβόλου ανδρός, τούτο δε δεν ήτο μικρόν κατά

την εποχήν εκείνην, καθ' ήν τα πνεύματα διετέλουν τεταπεινωμένα

και εκπεφαυλισμένα. Καθ' όν δε χρόνον προσέβαλε τους Ενετούς,

ηπείλει και τους αντιπάλους αυτών Γενουηνσίους, οίτινες

διαμφισβητούντες το κράτος της θαλάσσης προς τους Ενετούς,

απελάμβανον εις διαφόρους πόλεις της Ευρώπης και Ασίας τοσούτον

εκτεταμένα προνόμια, ώστε ο Βατάτζης απεφάσισε να περιστείλη

αυτά ως επιβλαβή εις τα συμφέροντά του· αλλά των Γενουηνσίων

αντιστάντων επιμόνως προς τούτο, ο αυτοκράτωρ παρητήθη του

σκοπού του, τω φόβω μη εξοργίση κατ' αυτού την ισχυράν εκείνην

Δημοκρατίαν, ήτις αδιαφορούσα περί παντός άλλου, προς έν μόνον

απέβλεπε, πώς να παγιώση και αναπτύξη το εν τη Ανατολή εμπόριον

αυτής εξ ού επορίζετο μέγιστα κέρδη. (146)

Ο Βατάτζης κατακτών την Κρήτην ήθελε καταστή κύριος όλου του

Ελληνικού αρχιπελάγους· αποτυχών όμως τούτου προσώραν, ηθέλησε

να καταπολεμήση τους Φράγκους διά ξηράς, αναβάλλων εις καιρόν

ευθετώτερον την επανάληψιν της κατακτήσεως της νήσου εκείνης.

Προς τούτο απηυθύνθη προς τον βασιλέα των Βουλγάρων Ασάν, όστις

παρωργισμένος ων κατά των Φράγκων, δι' ήν τω εποίησαν

προσβολήν, αποβαλόντες και την κηδεμονίαν αυτού επί του

Βαλδουίνου και τον μετ' αυτού γάμον της θυγατρός του, επεζήτει

την περίστασιν όπως εκδικηθή, και τω επρότεινε συμμαχίαν

αμυντικήν και επιθετικήν. Ο Ασάν προθύμως εδέξατο την του

αυτοκράτορος της Νικαίας πρότασιν, και όπως συσφίγξωσι τον προς

αλλήλους σύνδεσμον, συνέθεντο και τον γάμον της εννεατούς αυτού

θυγατρός Ελένης, ήν έσχεν εκ της συζύγου του Μαρίας, της

θυγατρός του βασιλέως της Ουγγαρίας, μετά του ενδεκαετούς του

Βατάτζη υιού Θεοδώρου του Λασκάρεως. Η σύμβασις αύτη γνωστή

γενομένη εν Κωνσταντινουπόλει, ενέβαλεν εις δεινήν ταραχήν τον

Βρυέννιον, όστις πέμψας πρέσβεις πανταχού της Ευρώπης, ιδία δε

προς τον Πάπαν και την ενετικήν Δημοκρατίαν, εξητήσατο το

τάχιστον επικουρίας. Ο Πάπας, όστις εθεώρει τον Βρυέννιον ωσεί

προστατευόμενον αυτού, δεν ημέλησε να προσκαλέση τους Φράγκους

πρίγγιπας να δράμωσι προς βοήθειαν της απειλουμένης

αυτοκρατορίας. Προς τούτο έγραψε προς τον Θεβώτον, βασιλέα της

Ναβάρας, όστις είχε λάβει τον σταυρόν όπως μεταβή εις

Παλαιστίνην, να μεταβάλη τον σκοπόν του και να σπεύση εις

Κωνσταντινούπολιν, ήτις έπιπτεν εις χείρας των σχισματικών

Ελλήνων, και εξώρκιζεν αυτόν να προσκαλέση τον Εράρδον δε-

Σατενέη και τους λοιπούς Γάλλους άρχοντας να συνδράμωσι τον

Βρυέννιον. Ταυτοχρόνως προσεκάλεσε τον αρχιεπίσκοπον Σένσης να

διατάξη γενικήν στρατολογίαν, και τους αρχιεπισκόπους

Στριγονίας και Κολόσκης εν Ουγγαρία να πείσωσι τους

προτιθεμένους να υπάγωσιν εις Συρίαν σταυροφόρους, να μεταβώσι

κατά πρώτον εις Κωνσταντινούπολιν (147).

Αρξαμένου του έαρος εν έτει 1235, ο Ιωάννης Βατάτζης

συναθροίσας πολυάριθμον στρατόν προκατέλαβε την Λάμψακον μεθ' ό

διαπεραιωθείς εις Καλλιούπολιν επολιόρκησε και, μετά

βραχυχρόνιον αντίστασιν των φρουρούντων Ενετών, εκυρίευσεν

αυτήν. Ήτο δε ήδη κύριος της πόλεως, ότε αφίκετο και ο Ασάν

μετά της συζύγου αυτού Μαρίας της εξ Ούγγρων και της θυγατρός

Ελένης. Οι δύο ηγεμόνες επεκύρωσαν τότε την πρότερον μεταξύ

αυτών συνομολογηθείσαν ειρήνην, και ο μεν Ασάν διέμεινεν εις

Καλλιούπολιν, ο δε Βατάτζης λαβών την εκείνου σύζυγον μετά της

θυγατρός Ελένης διεπεραιώθη εις Λάμψακον, ένθα ήτο η

αυτοκράτειρα Ειρήνη και ο υιός της Θεόδωρος, εκεί δε

επανηγύρισε τον γάμον των παίδων, του Πατριάρχου Γερμανού τα

της ιερολογίας τελέσαντος. Τότε δε και ο αρχιερεύς Τυρνόβου,

όστις τέως διετέλει υπό την δικαιοδοσίαν του Πατριάρχου της

Κωνσταντινουπόλεως, ετιμήθη δι' αυτονομίας, και πατριάρχης

ανηγορεύθη βασιλικώ και συνοδικώ τω θεσπίσματι, χαριζομένου του

τε Ιωάννου και της Συνόδου εις τον βασιλέα Ασάν. Μετά τον

γάμον, η μεν Ειρήνη παραλαβούσα τον υιόν και την νύμφην αυτής

επανήλθεν εις Νίκαιαν, ως και η των Βουλγάρων βασίλισσα εις τον

οικείον τόπον, ο δε βασιλεύς Ιωάννης και ο Ασάν παραλαβόντες

τους στρατούς αυτών επέδραμον εις τας ανηκούσας τοις Φράγκοις

χώρας και ελήισαν αυτάς· όπως δε εκτείνωσι ταχύτερον τας

κατακτήσεις των, διήρεσαν τον στρατόν των εις δύο σώματα, ών το

μεν διώκει ο Ιωάννης, το δε ο Ασάν. Ο Βατάτζης τότε ήρξατο

κυριεύων τας παρά την Προποντίδα πόλεις και εν μικρώ κατέκτησεν

άπασαν την από Καλλιουπόλεως μέχρις Έβρου χώραν, τα Μάδυτα, την

Σηστόν, τον Κισσόν και πάσαν την Χερρόνησον. Εκράτησε δε και

του όρους του Γάνου και εν αυτώ εδείματο και πολίχνιον, προς

φρούρησιν του οποίου και όπως παρενοχλή τους εν Τζουρουλώ

Φράγκους, εξέπεμψε τον Νικόλαον Κοτέρτζην, «άνδρα, ως λέγει ο

Ακροπολίτης, πολλοίς κατεξητασμένον πολέμοις και εις τοσούτον

ευδοκιμήσαντα, ως πάντας τοιαύτην δόξαν περί τούτου σχειν, μήτε

προ αυτού, μήτε μην μετ' αυτόν άλλον φανήναι τοιούτοις έργοις

εγκεχειρηκότα ή τοσαύτα κατωρθοκότα.» Αφ' ετέρου ο Ασάν τραπείς

επί τα βόρεια, και βοηθούμενος υπό των Κουμάνων, εξέτεινε τας

επιδρομάς αυτού μέχρι του Αίμου, μεγίστην προξενών τοις

Φράγκοις φθοράν (148).

Μετά τας τοσαύτας των δύο συμμάχων επιτυχίας δεν απελείπετο

πλέον ειμή η της Κωνσταντινουπόλεως κατάκτησις· αλλ' ενταύθα

συμβαίνει τι τοσούτω περίεργον, ώστε και ημείς αναγκαζόμεθα να

προβώμεν εις το μέρος τούτο της ιστορίας, παραπλήσιοι προς

εκείνους οίτινες περιπατούσι κεκλεισμένους έχοντες τους

οφθαλμούς. Οι Βυζαντινοί ιστορικοί και ιδίως ο Ακροπολίτης,

όστις χρησιμεύει ως πολύτιμος οδηγός τοις περί την ιστορικήν

ταύτην περίοδον ασχολουμένοις, εν σιγή παρέρχονται τα κατά την

προσβολήν της Κωνσταντινουπόλεως, ούτω πως τον λόγον

καταλύοντες. «Μέχρι μεν ουν και αυτών των τειχών της

Κωνσταντινουπόλεως αμφότεροι κατηντήκεσαν, του ρηγός Ιωάννου

επ' αυτών καθεζομένου και καθορώνος, και πτοίαν πολλήν τοις

Λατίνοις ενέβαλον και εν στενώ κομιδή τα κατ' αυτούς έθεντο.

Επεί δε ο του μετοπώρου παρερρύη καιρός και ο χειμών ήγγιζεν,

αλλήλοις συνταξάμενοι, ό τε βασιλεύς Ιωάννης και ο Ασάν, ο μεν

εις την οικείαν χώραν των Βουλγάρων χωρεί, ο δε βασιλεύς εις

την Έω διαπερά.» Τουναντίον δε οι εξ Εσπερίας συγγραφείς,

αφηγούμενοι την κατά της Κωνσταντινουπόλεως επίθεσιν των δύο

συμμάχων και την αποτυχίαν αυτών, εγκωμιάζουσι τον Βρυέννιον

και τους μετ' αυτού, ως ανταξίους των πρώτων ιπποτών και ως

πρότυπα ηρωισμού και ανδρίας. Τη αληθεία, αι μετά Φραγκικού

κόμπου γινόμενοι ούτοι, έπαινοι πολλήν παρέχουσι την υπόνοιαν

ψευδολογίας, διότι ακατάληπτον ημίν τυγχάνει πώς δεν ανέπτυξαν

οι Φράγκοι τον αυτόν ακαταγώνιστον ηρωισμόν και όταν ου προ

πολλού ο Ιωάννης και ο Ασάν διατρέχοντες τας τέως απ' αυτών

εξαρτωμένας χώρας κατέκτων αυτάς. Όπως ποτ' αν η, ημείς θέλομεν

παραθέσει τα κατά την πολιορκίαν εκείνην υπό των Εσπερίων

συγγραφέων μυθευόμενα, άτε ουδόλως παραβλάπτοντα την συνέχειαν

του λόγου (149).

Εκ πασών των επικουριών, ας διά πρέσβεων προς τους της Ευρώπης

ηγεμόνας είχε ζητήσει ο Βρυέννιος ουδεμία εισέτι είχεν αφιχθή,

και αι στρατιωτικοί αυτού δυνάμεις περιωρίζοντο εις εκατόν

εξήκοντα ιππότας, συνοδευομένους έκαστος υπό των υπηρετών του,

εις ολίγους ιππείς και εις έτι ολιγωτέρους πεζούς στρατιώτας.

Εις τοιαύτην λοιπόν κατάστασιν αυτού ευρισκομένου, πλέον των

εκατοντακισχιλίων Γραικών και Βουλγάρων εις τεσσαράκοντα οκτώ

φαλάγγας διηρημένων και πολυάριθμος στόλος υπό τον Λέοντα

Γαβαλλάν, στρατηγόν δόκιμον προσέβαλον την πρωτεύουσαν κατά τε

ξηράν και κατά θάλασσαν, και στήσαντες τας μηχανάς των, ήρξαντο

την πολιορκίαν αυτής. Ο Ιωάννης Βρυέννιος συνενώσας τότε μετά

της γεροντικής του πολυπειρίας, νεανικήν δραστηριότητα, πρώτον

μεν αφώπλισε τους εν τη πόλει Γραικούς, προς ούς έτρεφε

μεγίστην δυσπιστίαν· διανείμας δε είτα τα όπλα αυτών εις τους

Φράγκους, κατέλιπε το ολιγάριθμον αυτού πεζικόν προς φρούρησιν

της πόλεως, και παραλαβών ο ίδιος τους ιππότας και λοιπούς

εφίππους, δι' ών μόλις εδυνήθη να καταρτίση τρεις ίλας, εξήλθε

της πόλεως. Μετά του ολιγαρίθμου δε τούτου στρατού, όστις ουδέ

προς το τριακοστόν των εναντίων εδύνατο να εξισωθή, τοσούτον

γενναίως αντέκρουσε την προσβολήν αυτών, ώστε τους έτρεψε μετά

μεγάλης αισχύνης εις φυγήν. Εκ των τεσσαράκοντα οκτώ φαλάγγων

μόλις τρεις διεσώθησαν, μεθ' ών ο Ασάν και ο Βατάτζης

απεσύρθησαν ωσεί δαιμονιώντες. Η νίκη αύτη, προσθέτουσιν οι εξ

Εσπερίας ιστορικοί, οφείλεται κυρίως εις τον ατρόμητον

Βρυέννιον, όστις εμπνέων διά του παραδείγματος του θάρρος εις

τους στρατιώτας του, ενέσπειρε τον τρόμον εις τους Γραικούς και

Βουλγάρους, ών εφόνευσεν απείρους· διεκρίθη δε μεταξύ των άλλων

και ο Ιωάννης Πετούνης, ο ανεψιός του περιφήμου Κόνωνος (150).

Καθ' όν χρόνον επί της ξηράς οι Φράγκοι εκέρδιζον την μεγάλην

ταύτην νίκην, κατά θάλασσαν οι Ενετοί έστηνον νέα τρόπαια. Τη

παρακλήσει του Ιωάννου Βρυεννίου η Δημοκρατία της Ενετίας είχε

πέμψει επικουρίαν είκοσι πέντε γαλέρας υπό τας διαταγάς των

προβλεπτών Λεονάρδου Κουιρίνη και Μάρκου Γουσόνη, οίτινες προς

μηδέν λογισάμενοι τον εκ τριακοσίων πλοίων στόλον των εναντίων,

ώρμησαν κατ' αυτών και τους κατέστρεψαν, ώστε ολίγιστα των

πλοίων εκείνων διεσώθησαν κακώς εις Λάμψακον. Ο Βατάτζης και ο

Ιωάννης παρακολουθούμενοι από τα οικτρά λείψανα του στρατού

των, διήρχοντο φεύγοντες την χώραν εκείνην, εν ή προ ολίγου

είχον ενσπείρει τον φόβον. Προς επίμετρον δε της δυστυχίας των

οι κάτοικοι των πόλεων, πληροφορηθέντες την ήτταν των, εφώρμων

κατ' αυτών και τοις προσέθετον νέας δοκιμασίας και νέας πληγάς.

Ούτω πως εκτίθενται τα κατά την πολιορκίαν ταύτην· άπορον όμως,

το επαναλαμβάνομεν, είνε πώς να υποστώσι τοιαύτην ήτταν

ηγεμόνες τέως νικηφόροι και ανδρείοι, οδηγούντες στρατούς

πολυπληθείς, υπό δρακός πολεμιστών, οσονδήποτε και αν

υποτεθώσιν ανδρείων (151).

Εν τούτοις η αποτυχία αύτη αντί να απελπίση τους δύο βασιλείς

(και ακολουθούμεν τους αυτούς ιστορικούς θαυμάζοντες το

μεγαλόψυχον του Ιωάννου και του Ασάν ουδόλως αποθαρρυνθέντων εκ

της τοιαύτης ριζικής καταστροφής) τουναντίον εξήψε την οργήν

αυτών, προς εκδίκησιν ασπαιρόντων. Συνέλεξαν λοιπόν νέον

στρατόν και διήνυσαν τον χειμώνα εις νέαν προπαρασκευαζόμενοι

κατά της Κωνσταντινουπόλεως προσβολήν, εις δε τον στόλον

προσέθηκε και ο Ασάν είκοσι πέντε γαλέρας, και ούτος εγένετο ο

πρώτος φανείς εν τω Ευξείνω Πόντω ναυτικός εξοπλισμός των

Βουλγάρων. Η φήμη των προπαρασκευών τούτων κατετάραξεν, ως

εικός, τον αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως, εις τον οποίον η

προηγουμένη επιτυχία ωμοίαζε προς νίκην Καδμείαν· διότι

οσονδήποτε μεγάλη και αν υποτεθή η προσγενομένη τοις Γραικοίς

και τοις Βουλγάροις βλάβη, ουδόλως όμως εδύνατο να εξισωθή προς

ήν υπέστησαν οι Φράγκοι, ο μικρός των οποίων αριθμός έτι μάλλον

ηλαττώθη, και οι ολίγοι πόροι επαισθητώς ωλιγόστευσαν. Ταύτα

αναλογιζόμενος ο Βρυέννιος απηυθύνθη και πάλιν προς τους

ηγεμόνας, προς ούς είχε γράψει και πρότερον, ικετεύων αυτούς να

επιταχύνωσι την αποστολήν των επικουριών, άς τω υπεσχέθησαν·

έγραψε δε και προς τον Πάπαν αγγέλλων αυτώ την τε προγεγονυίαν

νίκην του και τον κίνδυνον υφ' ού ηπειλείτο. Ο Γρηγόριος

εστράφη προς τον Βήλαν Δ' βασιλέα της Ουγγαρίας, όστις, καθό

γειτνιάζων περισσότερον προς την Κωνσταντινούπολιν, ηδύνατο

ευχερέστερον να συνδράμη αυτήν· όπως δε τον πείση καθώς και

τους λαούς του να δράμωσι προς βοήθειαν της κινδυνευούσης

αυτοκρατορίας, ηνέωξε τους θησαυρούς των συγχωροχαρτίων και

παρέσχε πλήρη άφεσιν αμαρτιών εις όσους ελάμβανον μέρος εις την

κατά των Γραικών σταυροφορίαν. Ταυτοχρόνως δ' έγραψε προς τους

αρχιεπισκόπους Γράνης και Κολόζης, προσκαλών αυτούς να

επιταχύνωσι διά των προτροπών των την αποστολήν της επικουρίας.

Οποίον αποτέλεσμα επέφεραν αι Παπικαί αύται προτροπαί, περί

τούτου ουδέν οι ιστορικοί των τότε χρόνων αναφέρουσι· φαίνεται

όμως ότι ο πόλεμος έληξε πριν ή επέλθη τοιούτον.

Εν τούτοις ο Βατάτζης και ο Ασάν, αρξαμένου του έαρος του 1236,

ηγούμενοι πολυαρίθμου στρατού και στόλου εκ τριακοσίων πλοίων

ήλθον εις Κωνσταντινούπολιν και επολιόρκησαν αυτήν, ο Βρυέννιος

διέκειτο εις αθλίαν κατάστασιν, διότι αι δυνάμεις του ουχί

μόνον να αποκρούσωσιν, αλλ' ουδέ να αντιστώσι προς τους δύο

συμμάχους ήσαν επαρκείς. Ήθελε λοιπόν αναγκασθή να παραιτήση

την Κωνσταντινούπολιν, ει μη έσπευδε προς βοήθειάν του ο

Γοδοφρέδος Βιλλαρδουίνος, πρίγγηψ της Αχαΐας, όστις καταλιπών

την διοίκησιν του Κράτους του εις τον αδελφόν του Γουλλιέλμον,

ανεχώρησεν εκείθεν μετά έξ πλοίων πολεμικών, εκατόν ιπποτών,

τριακοσίων πελταστών και πεντακοσίων τοξοτών, μεθ' ών ετόλμησε

να προσβάλη τον Γραικικόν στόλον. Αφ' ετέρου οι Ενετοί

εξοπλίσαντες εκκαίδεκα πλοία υπό την αρχηγίαν του Ιωάννου

Μικιέλη προσέβαλον επίσης τον στόλον εκείνον, βοηθούς έχοντες

και τους Πισσαίους και Γενουηνσίους· ώστε τα πλοία του Ιωάννου

υπό των διαφόρων τούτων εθνών καταπολεμούμενα, μέρος μεν

κατεστράφησαν μέρος δ' ετράπησαν εις φυγήν, συμπαρασύροντα και

τον στρατόν της ξηράς. Τοιουτοτρόπως ο Βατάτζης και ο Ασάν

αποτυχόντες και κατά την νέαν ταύτην απόπειραν, έλυσαν την

πολιορκίαν της Κωνσταντινουπόλεως και απεσύρθησαν εις τα ίδια

(152).

Οι συνεχείς ούτοι δονισμοί τοσούτον εξησθένησαν τους Φράγκους,

ώστε ευρέθησαν μετ' ου πολύ εκείνοι εστερημένοι και χρημάτων

και των λοιπών επιτηδείων καθ' ολοκληρίαν· διηγούνται δε ότι ο

Πατριάρχης της Κωνσταντινουπόλεως, θυσιάσας κατά τας

παρελθούσας περιστάσεις τας προσόδους αυτού υπέρ του κράτους,

εις τοσαύτην διετέλει ένδειαν, ώστε απηυθύνθη προς τον Πάπαν,

εκλιπαρών αυτόν να τω αποστείλη τα προς ζωάρκειάν του. Ο Πάπας

έγραψε προς τον πρίγγιπα της Αχαΐας και προς τους επισκόπους

του Μωρέως, προτρέπων αυτούς να συνδράμωσι τον πατριάρχην. Αφ'

ετέρου ο αυτοκράτωρ Βρυέννιος, φοβούμενος νέαν τινα προσβολήν,

επεκαλέσθη εντονώτερον την συνδρομήν των Χριστιανών ηγεμόνων,

και επειδή αι μέχρι τούδε επικλήσεις του ουδέν έσχον

αποτέλεσμα, έκρινεν εύλογον να στείλη προς εκείνους τον

Βαλδουίνον, όστις είχε και να διεκδικήση την πατρικήν του

κληρονομίαν, ήν τω είχον καταλάβει τινές των συγγενών του. ο

χρονογράφος Νάγγιος ιστορεί ότι μετά του Βαλδουίνου ο

αυτοκράτωρ απέστειλε και τους τρεις υιούς του Αλφόνσον, Ιωάννην

και Λουδοβίκον· έτεροι δε προσθέτουσιν ότι και ο ίδιος μετέβη

προσωπικώς, αλλά περί τούτου ουδεμία υπάρχει βεβαιότης.

Αναχωρήσας εκ Κωνσταντινουπόλεως ο Βαλδουίνος μετά του Ιωάννου

Πετούνη, μετέβη εις Ρώμην, ένθα ο Πάπας τον υπεδέξατο μετά

πλείστης όσης φιλοφροσύνης· μη αρκούμενος δε ν' ανανεώση τας

υπέρ αυτού προκλήσεις προς τους επισκόπους Γαλλίας, Αγγλίας και

Ουγγαρίας, εξέδωκε θέσπισμα δι' ού οι εις Κωνσταντινούπολιν

μεταβαίνοντες ως υπέρμαχοι αυτής, εξισούντο κατά την απολαυήν

των πνευματικών δωρεών προς όσους ήθελον εκστρατεύσει επί την

Αγίαν Γην. Προέβη δε ο Πάπας επί τοσούτον, ώστε και προς αυτόν

τον Βατάτζην έγραψε προτρέπων αυτόν να παύση τον προς τους

Φράγκους πόλεμον, και ενών τας δυνάμεις αυτού με τας εκείνων να

συνεκστρατεύση προς απελευθέρωσιν της Αγίας Γης. Επειδή δε, ως

προείπομεν, ο Βαλδουίνος προυτίθετο να διεκδικήση δικαιώματα

κληρονομικά, έγραψε και περί του αντικειμένου τούτου ο Πάπας

προς τους επισκόπους της Γαλλίας, προσκαλών αυτούς να

αναγκάσωσιν επί ποινή αφορισμού τους κρατούντας παρανόμως

κτήματα του Βαλδουίνου, όπως τω αποδώσωσιν αυτά (153).

Αναχωρήσας εκ Ρώμης ο Βαλδουίνος μετέβη εις Παρισίους παρά τω

βασιλεί Λουδοβίκω, τω επικαλουμένω Αγίω, όστις στενώτατος αυτών

συγγενής ων, τον υπεδέχθη μετ' ανοικτών αγκαλών και τον

παρεμύθησεν, υποσχόμενος αυτώ πάσαν την δυνατήν συνδρομήν. Τη

μεσολαβήσει του Λουδοβίκου τω απεδόθησαν αι εν Γαλλία κτήσεις

του εις Κουρτεναίην και αλλαχού, και παρά της κομήσσης Φλάνδρας

Ιωάννας αι εις Φλάνδραν και Αινώ. Μόνη η αδελφή του Μαργαρίτα,

ήτις είχε νυμφευθή τον κόμητα του Βιανδέν, και μετά τον θάνατον

του αδελφού της Φιλίππου κατέλαβε την κομητείαν του Ναμούρ, ήν

από ενδεκαετίας ήδη ενέμετο, ηρνήσατο ου μόνον να τω αποδώση

ταύτην, αλλά και να τον αναγνωρίση ως αδελφόν της· εκβιασθείσα

όμως ενόπλως ηναγκάσθη να αναθέση την λύσιν της διαφοράς εις

την κόμησσαν της Φλάνδρας, ήτις, ερευνήσασα τα καθέκαστα,

απεφάνθη ότι η Μαργαρίτα ώφειλε να παραδώση το Ναμούρ εις τον

Βαλδουίνον, λαμβάνουσα όμως παρ' αυτού ως έξοδα πολέμου και

αμοιβήν της επιστασίας της επτακισχιλίας λίβρας. Τοιουτοτρόπως

ανεκτήσατο εν βραχεί πάσαν την κληρονομίαν αυτού (154).

Καθ' όν χρόνον ο Βαλδουίνος ησχολείτο περί την ανάκτησιν των

δικαιωμάτων του, οι Γάλλοι άρχοντες, επόμενοι εις τας προτροπάς

του Πάπα, παρεσκευάζοντο όπως μεταβώσιν εις Κωνσταντινούπολιν·

μεταξύ δε των λαβόντων τον σταυρόν εις την κατά των Χριστιανών

ταύτην σταυροφορίαν διεκρίνοντο ο Πέτρος Δρέξιος κόμης

Βρετάνης, ο Ούγος Δ' δουξ Βουργουνδίας, ο Ερρίκος Β' κόμης

Βαρίου, ο Ραούλ Νέσλιος, κόμης Σοασώνος, ο Ιωάννης κόμης

Μακώνος, ο Ιωάννης κόμης Φορέτου και Νεβερσίας, ο Ριχάρδος

Σωμόντιος, ο Ανζώ Λελίλιος, ο Ιμβέρτος δε-Βωζώ και πολλοί άλλοι

βαρώνοι και κύριοι. Ητοιμάζοντο δε ούτοι ν' αναχωρήσωσιν εκ

Γαλλίας κατά Μάρτιον του 4237, ότε ανηγγέλθη προς αυτούς ο

θάνατος του αυτοκράτορος Βρυεννίου. Ο δυστυχής ούτος αυτοκράτωρ

εις τοσούτον οικτράν κατάστασιν είχε περιέλθει, ώστε δεν ετόλμα

να στείλη εκτός της Κωνσταντινουπόλεως προς εύρεσιν ζωοτροφιών·

ένεκα δε τούτου μέγας λιμός επεκράτει εν αυτή. Προς επίμετρον

δε του κακού, πολλοί των ιπποτών και αρχόντων Φράγκων μη

δυνάμενοι ν' αντιστώσι προς τας αλλεπαλλήλους κακουχίας,

επέστρεφον κρυφίως εις τας πατρίδας των, εγκαταλείποντες άνευ

βοηθών τον αυτοκράτορά των. Κατά πόσον δε συμβιβάζεται η

κατάστασις αύτη προς τας νίκας, εφ' αίς μεγαλαυχούσι τοσούτον

οι εξ Εσπερίας συγγραφείς, περί τούτου έκαστος κρινέτω.

Ο θάνατος του Ιωάννου Βρυεννίου ιστορείται παρά τινων

συνοδευόμενος με περιστάσεις μυθώδεις άμα τε και λίαν

περιέργους. Διηγούνται δηλονότι ότι παρακαλέσας πολλάκις τον

Θεόν να προγνωρίση την ημέραν του θανάτου αυτού, εισηκούσθη,

και ενώ μίαν νύκτα εκοιμάτο, είδε κατ' όναρ σεβάμιον γέροντα,

κρατούντα εν χερσίν ιμάτιον των Φραγκισκανών μοναχών μετά

σχοινίου και σανδαλίων, όστις τω είπεν ότι κατά θείαν βούλησιν

ώφειλε να αποθάνη φέρων το ιμάτιον αυτό. Παραπλησίας οράσεις

λευχειμονούντων αγγέλων είδεν επί τρεις έτι νύκτας· εξαγγείλας

λοιπόν ταύτα εις τον πνευματικόν του, ονομαζόμενον Άγγελον, τον

ηρώτησε περί του πρακτέου, εκείνος δε τω απεκρίθη ότι τοιαύτας

οράσεις είδε και αυτός καθ' ύπνους, και επομένως τεκμαίρεται

ότι το τέρμα του Βρυεννίου έσεται προσεχές. Και όντως μετά

τινας ημέρας ο αυτοκράτωρ κατελήφθη υπό τριταίου πυρεττού,

διαρκούντος του οποίου, έλαβε το ιμάτιον των μοναχών

Φραγκισκανών, συνεχώς επαναλαμβάνων, «Ω γλυκύτατε Ιησού! είθε

αφού έζησα μεγαλοπρεπώς, ημφιεσμένος ενδύματα πολυτελή εν τω

κόσμω τούτω, είθε, καθώς εύχομαι περιπαθώς, να αποθάνω

μιμούμενος εν τω ενδύματι τούτω την αγίαν σου πτωχίαν και

ταπεινοσύνην.» Όπως ποτ' αν η, ο Βρυέννιος είνε γνωστόν ότι

απεβίωσε την εικοστήν τρίτην ή, κατά τον Δαρού, την 20 Μαρτίου

1237, εις ηλικίαν ογδοήκοντα εννέα ετών, και αφού οκτώ έτη

έφερε τον τίτλον αυτοκράτορος (155).

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΕΒΔΟΜΟΝ.

ΒΑΛΔΟΥΙΝΟΣ Β'.

Έκτος Φράγκος αυτοκράτωρ της

Κωνσταντινουπόλεως

1239-1272.

Η βασιλεία του Ιωάννου Βρυεννίου δεν υπήρξε βεβαίως τοσούτον

ευτυχής· επέτυχεν όμως να διατηρήση την σκιάν της εν τη Έω

Φραγκικής κυριαρχίας, διά τούτο ο θάνατος αυτού ενέσπειρε

μεγίστην εις τα πνεύματα ταραχήν καθόσον πολλοί ήσαν οι

επικείμενοι κίνδυνοι. Η Κωνσταντινούπολις είχεν έλλειψιν και

στρατιωτών και αργύρου και τροφών· η προ πολλού αναμενομένη

επικουρία δεν είχε φθάσει, ο Βαλδουίνος ήτο απών, οι εχθροί

ήσαν προ των πυλών της πόλεως, τα πάντα τέλος διέκειντο εν

αθλία καταστάσει. Τούτο βλέποντες οι εν Κωνσταντινουπόλει

βαρώνοι, άμα εξήγγειλον τω εν τη Εσπερία Βαλδουίνω και τω Πάπα

τον θάνατον του Βρυεννίου, προέβησαν εις τον διορισμόν

τοποτηρητού του αυτοκράτορος· ως τοιούτον δ' εξελέξαντο τον

Ανζώ δε-Καχιέ, γόνον αρχαίας οικογενείας της Πικκαρδίας, και

κύριον της παρά την θάλασσαν του Αγίου Βαλερίου χώρας Καχιέ. Ην

δε ούτος λείψανον των πρώτων της Κωνσταντινουπόλεως κατακτητών,

και έχαιρεν ένεκα μεν της ηλικίας και πολυπειρίας αυτού

μεγίστην υπόληψιν παρά τοις Φράγκοις, ένεκα δε του γάμου αυτού

μετ' Ευδοκίας της θυγατρός του Λασκάρεως και το των Γραικών

σέβας.

Ο θάνατος του Βρυεννίου υπήρξεν όντως ζημία επαισθητή διά τους

Φράγκους, αύτη όμως εμετριάσθη ένεκα της διχονοίας, ήτις

ενέσκηψε μεταξύ των δύο θανασίμων εχθρών του κράτους του, εις

την οποίαν φαίνεται συνετέλεσεν εμμέσως και ο βασιλεύς της

Ουγγαρίας Βήλας, όστις επόμενος, τω πατρικώ παραδείγματι,

έτρεφεν ου σμικράν συμπάθειαν προς τους Φράγκους. Της δε

διχονοίας ταύτης αίτιος εγένετο ο Ασάν, όστις μεταμεληθείς δι'

ήν μετά του Βατάτζη συνωμολόγησε συμμαχίαν, εκ φόβου μη ούτος

αποδιώξας τους Φράγκους στρέψη τα όπλα του και κατά των

ανέκαθεν τοις Βυζαντινούς υποτεταγμένων Βουλγάρων, εζήτει

περίστασιν όπως διαλύση την συμμαχίαν ταύτην και αποσπάση την

θυγατέρα του Ελένην των χειρών της αυτοκρατείρας Ειρήνης, παρ'

ή διέτριβε παιδευομένη, μέχρις ού φθάνουσα εις νόμιμον ηλικίαν

ήθελε παραδοθή εις τον σύζυγόν της. Προς τούτο λοιπόν πέμψας

πρέσβεις προς τον Βατάτζην τω παρήγγειλεν ότι, επειδή πολύ

επεθύμησε αυτός τε και η σύζυγος του να ίδωσι την θυγατέρα των,

τον παρεκάλουν να την πέμψη προς αυτούς και άμα την

περιεπτύσσοντο, ήθελον την αποστείλει εκ νέου εις τον πενθερόν

της. Ο Βατάτζης υπώπτευσε μεν την απιστίαν· αλλά μη επιθυμών να

παράσχη αφορμήν δυσαρεσκείας, έστειλε την θυγατέρα προς τον

Ασάν, προαγγείλας αυτώ ότι εάν κρατήση την κόρην και την

αποστερήση του νομίμου συζύγου της, υπάρχει Θεός τα πάντα

εφορών και αυστηρώς τιμωρών τους παραβαίνοντας τους όρκους και

τας συνθήκας. Εναντίον όμως πάντων τούτων ο Ασάν λαβών την

θυγατέρα αυτού ανεχώρησε προς το Τύρνοβον και απέπεμψε τους

ελθόντας προς αυτόν εις συνοδείαν εκείνης. Η Ελένη έκλαιε

πικρώς, αποδυρομένη τον χωρισμόν της Ειρήνης και του συζύγου

αυτής, αλλ' ο Ασάν ραπίσας αυτήν την ηνάγκασε να παύση θρηνούσα

(156).

Ιστορία της Αλώσεως του Βυζαντίου υπό των Φράγκων και της αυτόθι εξουσίας αυτών · 第 12 / 18 段