Ο μνηστήρ της νεάνιδος περιυβρισθείς τοιουτοτρόπως απεφάσισε να

εκδικηθή διά την γενομένην αυτώ προσβολήν την τε μητέρα, την

θυγατέρα και τον ακόλαστον τύραννον. Συναγαγών λοιπόν τους

οικείους, τους υποτελείς και τους φίλους του, οίτινες δεν ήσαν

ευάριθμοι, εξεβίασε μια των νυκτών τας θύρας των ανακτόρων, και

εισορμήσας εντός συνέλαβε την μητέρα και την θυγατέρα, έσυρε

την μητέρα εκτός των ανακτόρων και την εβύθισεν εις το

ορμητικόν του Βοσπόρου ρεύμα, αποταμών δε την ρίνα και τα χείλη

της δυστυχούς κόρης, εγκατέλιπεν αυτήν φρικωδώς ηκρωτηριασμένην

εις τον αυτοκράτορα, όστις εν τω πρώτω θορύβω εκρύβη όλως

τρέμων εις το απροσβατώτερον μέρος των ανακτόρων.

Πράξις τοσούτον προσβλητική ώφειλε βεβαίως να εξεγείρη άπαν το

κράτος κατά του μη ευσεβασθέντος τον οίκον του βασιλέως· αλλ'

επειδή υπαίτιος ήτο ο Ροβέρτος, τον οποίον οι υπήκοοί του

απεχθαίνοντο διά τον εκδεδιητημένον αυτού βίον, τα πάντα

παρήλθον εν σιγή. Ούτος δε ουχί μόνον δεν ετόλμησε να εκδικηθή

τους προσβαλόντας αυθαδώς αυτόν, αλλά μη δυνάμενος πλέον να

μένη εις Κωνσταντινούπολιν, άτε παρά πάντων προπηλακισμένος,

απεσύρθη εις Ιταλίαν όπως παραπονεθή προς τον Πάπαν και

επικαλεσθή την επικουρίαν του. Ο Γρηγόριος τον υπεδέχθη μετ'

οίκτου και παραμυθών αυτόν διά την απώλειαν της τιμής του, τον

προέτρεψε να επανέλθη εις Κωνσταντινούπολιν και πασχίση διά

καλλιτέρας διαγωγής να επανορθώση τα λάθη του. Κατά την

επιστροφήν του όμως, ενώ διήρχετο δι' Αχαΐας, νόσος δεινή,

αποτέλεσμα βεβαίως βαθείας θλίψεως, τον κατεβίβασεν εν έτει

1228 εις τον τάφον, μετά επταετή βασιλείαν, και, μήπω εισέτι το

τριακοστόν έτος άγοντα. Χαρακτηριστικά του αυτοκράτορος τούτου

ήσαν η ασθένεια του πνεύματος και η έλλειψις γενναιοπρεπείας·

ταύτα δ' επήνεγκον δεινούς εις το κράτος κλονισμούς, εξ ών

οψιαίτερον προήλθεν η καταστροφή του (133).

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΕΚΤΟΝ

ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΡΥΕΝΝΙΟΣ

Πέμπτος Φράγκος αυτοκράτωρ της

Κωνσταντινουπόλεως

19 Απριλίου 1229 — 23 Μαρτίου 1237.

Αποβιώσαντος του Ροβέρτου, το αυτοκρατορικόν στέμμα κατά τον

νόμον έπρεπε να περιέλθη εις τον αδελφόν αυτού Βαλδουίνον,

μόλις το δέκατον της ηλικίας έτος συμπληρώσαντα, και όν η

Υολάνδη άμα τη αφίξει αύτης εν Κωνσταντινουπόλει έτεκε.

Βεβαίως, εις την κρισιμωτάτην περίστασιν, εις ήν διετέλει το

κράτος, ο Βαλδουίνος ήν πάντη ακατάλληλος διά τον θρόνον ενώ

εκατέρωθεν αυτού ίσταντο ο δεσπότης της Ηπείρου και ο

αυτοκράτωρ της Νικαίας, άνδρες πολεμικοί και πολυμήχανοι,

απεκδεχόμενοι την ανατροπήν αυτού. Απητείτο λοιπόν χειρ ουχί

νηπιώδης, αλλ' ανδρική και στιβαρά όπως κρατήση τας

κυβερνητικάς ηνίας και αντεπεξέλθη επιτυχώς κατ' εχθρών

τοσούτον επικινδύνων.

Την ανάγκην ταύτην συναισθανόμενοι οι Βαρώνοι έστρεψαν τα

βλέμματά των προς τα πέριξ του θρόνου επιζητούντες τινά, εις όν

προς ώραν να αναθέσωσι την εξουσίαν· αλλά δυστυχώς δι' αυτούς,

οι ως ο Κόνων Πετούνης άνδρες, από πολλού είχον ήδη εκλίπει.

Εζήτησαν λοιπόν στήριγμα εν τοις έξωθεν, και ως τοιούτον

ενόμισαν ότι εύρον τον βασιλέα των Βουλγάρων Ασάν, ηγεμόνα

εξιδιασμένης τόλμης και γενναιότητος· όπως δε προσελκύσωσιν

αυτόν, τω προέτεινον τον γάμον του Βαλδουίνου μετά της θυγατρός

αυτού. Οποία φορά των πραγμάτων! Οι Φράγκοι οι θρασείς και

μεγαλαύχενες, οι ηττηθέντες και καταισχυνθέντες υπό του Ιωάννου

και των Βουλγάρων, περιήλθον εις την επονείδιστον ανάγκην να

αναθέσωσιν επί τον Ασάν και τους Βουλγάρους, ως επ' άγκυραν,

πάσαν αυτών την ελπίδα! Ο Ασάν προθύμως εδέξατο την πρότασιν

των Φράγκων, το μεν, διότι εκολακεύετο η φιλοτιμία του, το δε,

διότι εξεκεντάτο η φιλοδοξία του, επιθυμούντος σφόδρα να

πολεμήση τον Βατάτζην και τους Γραικούς, αρχαίους των Βουλγάρων

εχθρούς θεωρουμένους. Υπεγράφη λοιπόν συνθήκη, καθ' ήν ο μεν

Βαλδουίνος ώφειλεν εν καιρώ να νυμφευθή την θυγατέρα του Ασάν,

ούτος δε ανεδέχετο ιδία δαπάνη να ανακτήση και επαναγάγη υπό

την κυριότητα του αυτοκρατορικού θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως

όλας τας χώρας, όσας ο της Ηπείρου δεσπότης Μιχαήλ και ο

τούτου, διάδοχος Θεόδωρος απέσπασαν απ' αυτού. Απελείπετο δε

πλέον να γνωσθή αν ο Ασάν προυτίθετο να πραγματοποιήση ό,τι

ανεδέξατο, ή αν ηλαύνετο υπό σκοπών ιδιοτελείας (134).

Εν τούτοις οι μετά του Βουργουνδίου ευγενούς εισελάσαντες εις

τα ανάκτορα και περιυβρίσαντες την του Ροβέρτου παλλακίδα

βαρώνοι, φοβούμενοι μη ο Βαλδουίνος, ισχυρός διά της συμμαχίας

γενόμενος, ήθελε, διεκδικών την τιμήν του αδελφού του,

καταδιώξει αυστηρώς αυτούς, ήρξαντο διά δολοπλοκιών να

ενσπείρωσιν εις τους πάντας την ιδέαν ότι ο Ασάν κυριεύων παρά

του Θεοδώρου τας διαφόρους χώρας ήθελε τας προσθέσει εις το

κράτος του, και ότι αντί να ταπεινωθώσιν επί τοσούτον οι

Φράγκοι, ώστε να ζητήσωσι την συνδρομήν έθους εχθρικού και

βασιλέως βαρβάρου και απίστου, προτιμότερον και αξιοπρεπέστερον

ήτο ει απηυθύνοντο πρός τινα Γάλλον άρχοντα, εις όν να

αναθέσωσι την του Βαλδουίνου κηδεμονίαν. Η ιδέα αύτη

γενικευθείσα εματαίωσε την προς τον Ασάν συνθήκην, και οι

βαρώνοι απεφάσισαν να ζητήσωσι μεταξύ των ομοφύλων τον

κατάλληλον όπως και τα του κράτους δεξιώς διευθύνη, και τους

εναντίους αποσβήση ως τοιούτον δ' εξελέξαντο τον Ιωάννην

Βρυέννιον, κόμητα της Μάρχης (135).

Ο Ιωάννης Βρυέννιος, υιός Εράρδου του κόμητος Βρυεννίου και

αδελφός του Γωτιέρου Βρυεννίου, παιδιόθεν είχε προορισθή διά το

εκκλησιαστικόν στάδιον· αλλ' άμα έφθασεν οπωσούν εις ηλικίαν,

τοσούτον οικτρόν στάδιον τω εφάνη εκείνο, ώστε δραπετεύσας του

πατρικού του οίκου, κατέφυγεν εις την μονήν του Κλερβώ, ένθα

εδεξιώσατο και εξεπαίδευσεν αυτόν κληρικός τις θείος του. Μια

δε των ημερών ενώ ίστατο παρά τη θύρα της μονής ταύτης,

ανεγνωρίσθη υπό του στενού αυτού συγγενούς Σίμωνος δε-Βροά,

άρχοντος της Σατωβιλαίνης, όστις συγχρόνως προς τας ευχάς του

τω έδωκεν αγωγήν στρατιωτικήν και τον καθιέρωσεν ιππότην. Ο

πατήρ του Ιωάννου, δυσηρεστημένος ων κατ' αυτού, διότι εφάνη

απειθής, τον ελησμόνησε σχεδόν καθ' ολοκληρίαν· έλαβε λοιπόν

ούτος τον σταυρόν μετά του αδελφού του Γωτιέρου και των άλλων

κυρίων, οίτινες επορεύθησαν προς άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως.

Αλλ' επειδή ο Γωτιέρος περιεβλήθη το βασιλικόν στέμμα της

Σικελίας, ο Ιωάννης τον συνώδευσεν εις Νεάπολιν, και μετά τον

θάνατον εκείνου, ανέλαβε την κηδεμονίαν των τέκνων του·

αποβιώσαντας δε του Αμορή Β' ρηγός της Ιερουσαλήμ, οι βαρώνοι

γνωρίζοντες εκ φήμης την ανδρίαν και την αρετήν αυτού έπεμψαν

πρέσβεις προς τον Ιωάννην Βρυέννιον, όπως τω προσφέρωσι το τε

στέμμα του βασιλείου της Ιερουσαλήμ, όπερ τότε απηρτίζετο εκ

μόνης της Πτολεμαΐδας και της Τύρου, και την χείρα Μαρίας της

θυγατρός Κονράδου του μαρκησίου της Μοντφεράτης και της

βασιλίσσης Ισαβέλλας. Ο Ιωάννης εδέξατο προθύμως τας λίαν

κολακευτικάς δι' αυτόν προτάσεις ταύτας, και ενυμφεύθη μεν την

Μαρίαν, εξ ής ετέκε την Υολάνδην, σύζυγον του Φριδερίκου Β'

οψιαίτερον γενομένην, έλαβε δε το σκήπτρον και μεταβάς εις το

κράτος του κατεπολέμησε τους εχθρούς αυτού εν Παλαιστίνη και

Αιγύπτω· αλλ' οι ηρωικοί αυτού αγώνες δεν εδύναντο να κρατήσωσι

το σεσαθρωμένον οικοδόμημα του βασιλείου της Ιερουσαλήμ, και

ηναγκάσθη να μεταβή τω 1222 εις Γαλλίαν και εκείθεν παρά τω

Πάπα εις Ρώμην, όπως ζητήση βοήθειαν κατά των απίστων.

Αποβιωσάσης δε τότε της συζύγου του Μαρίας, ενυμφεύθη δεύτερον

γάμον, και εβδομήκοντα τεσσάρων ήδη ετών ων, Βεραντζέρην την

θυγατέρα του βασιλέως τη Καστιλλίας Αλφόνσου, εξ ής έσχε τρεις

υιούς και μίαν θυγατέρα, εκδοθείσαν Βαλδουίνω τω αυτοκράτορι.

Αλλά πληροφορηθείς ότι εν τη απουσία αυτού εκ Παλαιστίνης, ο

γαμβρός του Φριδερίκος, μεταβάς εκεί, έλαβε τον τίτλον ρηγός

Ιεροσολύμων, απεκδύων ούτω τον πενθερόν του του κράτους του,

έμεινεν εις Ευρώπην και αποσυρθείς παρά τω Πάπα Γρηγορίω Θ'

έλαβε την αρχηγίαν του στρατού αυτού κατά του Φριδερίκου

(136).

Η πολεμική φήμη του Ιωάννου διά τα κατά την Συρίαν κατωρθώματα

αυτού ήτο μεγίστη· σύγχρονος δέ τις χρονογράφος, εγκωμιάζων τας

αρετάς του, λέγει περί αυτού τάδε (137),

Ουδέ ο Εκτωρ, ουδ' ο Ρολάνδος,

Ουδέ Ιούδας ο Μακκαβαίος

Έπραξε, τόσα, φανείς τοσούτον

Γενναίος, όσον ο Ιωάννης

Όστις εντός τε κ' εκτός του κράτους,

Παρέσχε δείγματα τεραστίας

Τόλμης, ανδρίας, νοημοσύνης.

Τάδε προτερήματα αυτού ταύτα έκρυπτεν υπό σώμα γιγάντειον, το

οποίον μετ' εκπλήξεως περιγράφουσιν οι τότε χρονογράφοι. Και

αυτός, δε ο Βυζαντινός Γεώργιος Ακροπολίτης, ιδών κατά πρόσωπον

τον Ιωάννην, ιδού πώς εκφράζεται περί αυτού. «Ως και αυτός

τούτον, είδον, υπερεξεπλάγην το του ανδρός μήκος εν πάση

διαπλάσει τους άλλους υπερβάλλοντος κατά γε μήκος και πλάτος.»

(138) Ήτο δε τότε ογδοήκοντά που ετών, αλλ' εφαίνετο διατηρών

όλην την ζωηρότητα και ρώμην της νεανικής ηλικίας.

Τοιούτον λοιπόν εκλεξάμενοι οι βαρώνοι ως ηγεμόνα αυτών κατά

την ανηλικότητα του Βαλδουίνου, έπεμψαν και εκ σεβασμού και εκ

φόβου μη προσκρούσωσιν εις τας προθέσεις της Ρώμης, πρέσβεις

προς τον Πάπαν όπως τω εκθέσωσι την εκλογήν αυτών και ζητήσωσιν

την επιδοκιμασίαν του. Παρουσιασθέντες λοιπόν οι πρέσβεις προς

τον Γρηγόριον Θ', τω εξέθηκαν «Ότι η μεν μικρά ηλικία του

κυρίου των εδείτο οδηγού πεφωτισμένου, το δε κράτος αρχηγού

ανδρείου και επιτηδείου όπως τω υπερασπίση κατά των

περικυκλούντων αυτό εχθρών. Ότι η Μακαριότης του εγνώριζεν υπέρ

πάντα άλλον πόσον ο Βρυέννιος συνεκέντρου εν εαυτώ τα

προτερήματα ταύτα. Ότι διά του γάμου της θυγατρός αυτού μετά

του ανήλικος αυτοκράτορος, ήθελον συνδεθή οι δύο ούτοι ηγεμόνες

διά δεσμού αδιαρρήκτου, και ότι υπό την αιγίδα της ευτυχούς

ταύτης, συμμαχίας, και υπό την προστασίαν της Αγίας Έδρας η

αυτοκρατορία εσωτερικώς μεν ήθελεν ευδαιμονήσει, εσωτερικώς δε

αποσοβήσει των Γραικών και των Βουλγάρων τας επιβουλάς.»

Ο Πάπας, επιδοκιμάσας τους λόγους, υφ' ών ελαυνόμενοι οι

βαρώνοι προέβησαν εις την εκλογήν του Βρυεννίου, πρασεκάλεσεν

αυτόν εις Ριέτιον, και εκεί συνωμολόγησαν οι εκ

Κωνσταντινουπόλεως πρέσβεις και αυτός την επομένην συνθήκην.

«Ότι ο γάμος του Βαλδουίνου και της θυγατρός του Ιωάννου Μαρίας

ήθελε τελεσθή άμα οι δύο ούτοι έφθανον εις ηλικίαν επίγαμον·

ότι ένεκα της ανηλικιότητος του Βαλδουίνου ο Βρυέννιος ήθελε

στεφθή αυτοκράτωρ, και διατηρήσει την εξουσίαν και τον τίτλον

τούτον εφ' όρου ζωής· ότι μετά την αποβίωσίν του, ο Βαλδουίνος

και οι νόμιμοι κληρονόμοι του έπρεπε να ώσιν αυτοκράτορες· ότι

ο Βρυέννιος ήθελε συντηρεί τον Βαλδουίνον μέχρις ηλικίας

είκοσιν ετών συμφώνως προς την γέννησιν και την αξίαν αυτού και

ότι τότε ο Βρυέννιος ήθελε λάβει το βασίλειον της Νικαίας και

τας εν Ασία κτήσεις των Γάλλων, εκτός του δουκάτου της

Νικομηδείας, όπερ επεφυλάσσετο διά τον Βαλδουίνον εν τέλει· ότι

ο Βρυέννιος είχε το δικαίωμα να κληροδοτήση εις τους

κληρονόμους του κατ' εκλογήν ή τας εκείθεν του Βοσπόρου χώρας ή

τας εντεύθεν, εξαιρουμένης της Θράκης από Αδριανουπόλεως, επί

τω όρω όμως οι κληρονόμοι του να δώσωσιν όρκον εις τον

Βαλδουίνον ότι θα τον υπηρετώσιν εν πολέμω ως υποτελείς και θα

συνεκστρατεύωσι προσωπικώς όταν κακείνος εξεστράτευεν. Η

συνθήκη αύτη εγκριθείσα υπό του Πάπα, επεκυρώθη παρ' αυτού εν

Περούζη τη 19 Απριλίου 1229. Ταυτοχρόνως δε ο Πάπας εξηκόντισε

δεινόν αφορισμόν κατά του Θεοδώρου Κομνηνού, και καθ' όλων όσοι

ή δι' όπλων ή διά στρατού και πλοίων τον συνέδραμον εις τον

κατά των Φράγκων πόλεμον (139).

Ο Βρυέννιος ανακηρυχθείς τοιουτοτρόπως έπεμψε πρέσβεις μετά

πολυτίμων δώρων προς τον γαμβρόν αυτού αυτοκράτορα Φριδερίκον,

μετά του οποίου βεβαίως δεν διετέλει εν αρμονία ες ότου εκείνος

απογυμνών αυτόν του κράτους του, προσέλαβε τον τίτλον βασιλέως

της Ιερουσαλήμ. Ο Φριδερίκος υπεδέξατο, τη 29 Νοεμβρίου του

αυτού έτους, μετά μεγίστης επισημότητος τους απεσταλμένους του

πενθερού του, προς όν δι' αυτών και συνθήκην συνωμολόγησεν· ο

δε Βρυέννιος ήρξατο ποιών τας αναγκαίας διά την αναχώρησίν του

προπαρασκευάς, αίτινες όμως διήρκεσαν δύο όλα έτη· κατά δε την

πολυχρόνιον ταύτην εκ Κωνσταντινουπόλεως απουσίαν του, διώκει

το κράτος ως παρατηρητής αυτού ο Ταρζότος δε-Τουσή άρχων

Γάλλος, ού σύζυγος ην η θυγάτηρ του Θεοδώρου Βρανά και Αγνής

της Γαλλίδος ηγεμονόπαιδος.

Εν τούτοις η προσγενομένη εις τον βασιλέα των Βουλγάρων

προσβολή ήτο τοιαύτη, ώστε αδύνατον απέβαινεν εις αυτόν να μη

ζητήση εκδίκησιν, ιδόντα προτιμώμενον τον Βρυέννιον και εν τη

κηδεμονία του θρόνου και εις τον της θυγατρός του γάμον. Όπως

δε εκδικηθή ταχύτερον και ευχερέστερον, συνεμάχησε μετά του

ασπονδοτέρου των Φράγκων εχθρού, του δεσπότου της Ηπείρου

Θεοδώρου, εις τον αδελφόν του οποίου Μανουήλ, προς πλείω

παγίωσιν της συμμαχίας, εξέδωκε και την θυγατέρα αυτού Μαρίαν

εις γάμον. Ήλπιζε δε ότι διά της αρωγής του Θεοδώρου ήθελεν

επιφέρει πληγήν καιρίαν εις τους περιυβρίσαντας τοσούτον

απρεπώς αυτόν· αλλ' η απιστία του συμμάχου τούτου, τα πάντα εις

τον βωμόν της φιλοδοξίας θύοντος, τον ηνάγκασε ν' αναβάλη μεν

την εκπλήρωσιν της εκδικήσεώς του, να στρέψη δε τα όπλα κατ'

αυτού του ιδίου συγγενούς και συμμάχου του. Ο Θεόδωρος, «ανήρ

θρασύτερος, κατά την έκφρασιν του Ακροπολίτου, και ατακτότερον

φερόμενος ου μόνον εν βασιλείοις, αλλά και εν πάσιν απλώς τοις

πολιτικοίς και θαμά παραβαίνων τους όρκους και παρασπονδών τοις

εν γειτόνων» αποσπάσας του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως την

Θεσσαλονίκην, Αδριανούπολιν και όλας τα μέχρις Έβρου Θρακικάς

πόλεις ηθέλησε, μεταχειριζόμενος ως μέσον την συνθήκην και την

συγγένειαν όπως απογυμνώση εκείνους προς ούς συνεβάλετο, να

παρεκτείνη τας κτήσεις του και προς την Βουλγαρίαν. Συναγαγών

λοιπόν πολυάριθμον στρατόν Γραικών και Γερμανών, ούς τω είχε

πέμψει προς υπηρεσίαν του ο αυτοκράτωρ Φριδερίκος, κατηυθύνθη,

ηγούμενος αυτού, προς την Αδριανούπολιν· τούτο πληροφορηθείς ο

Ασάν και υποπτεύων τους δολίους του Θεοδώρου σκοπούς, συνέλεξε

και αυτός εκ του προχείρου όσους αν εδυνήθη στρατιώτας, οίς

προσετέθησαν και ωσεί χίλιοι Κουμάνοι, και εστρατοπέδευσε προς

την παρά τω Έβρω Κλοκοτινίτζαν. Βεβαίως ο στρατός αυτού ήτο

ασυγκρίτως ολιγαριθμότερος του εχθρικού, αλλ' είχεν υπέρ εαυτού

το δίκαιον, διά τούτο άμα πληροφορηθείς την προσέγγισιν του

Θεοδώρου τολμηρώς προέβη προς συνάντησιν αυτού πλήρης θάρρους

και οργής. Όπως δε εμπνεύση τα αισθήματα ταύτα και εις τους

στρατιώτας τους, απηώρησεν εις ιστόν, δίκην σημαίας, την

έγγραφον συνθήκην, ήν αναίδην ο εχθρός παρεβίαζε, και υπό την

σημαίαν ταύτην προσεκάλεσε τους Ηπειρώτας αυτού εις τον αγώνα.

Συναντηθέντες λοιπόν οι δύο εχθροί, κατ' Απρίλιον του 1230,

συνεπλάκησαν, και μετά βραχυχρόνιον μεν, αλλ' αιματηράν και

πολύστονον μάχην, ηττήθη κατά κράτος ο Θεόδωρος, και ο μεν

στρατός του οικτρώς κατεστράφη, αυτός δε ο ίδιος μετά των

αρχηγών και λογάδων του έπεσαν αιχμάλωτοι, άπαν δε το

στρατόπεδόν του περιήλθεν ως λεία εις τας χείρας του νικητού.

Βεβαίως αν ήτο έτερός τις εις την θέσιν του Ασάν φρικωδώς

ήθελεν εκδικηθή τον Θεόδωρον διά την δολιότητα μεθ' ής

προσεφέρθη· αλλ' αυτός φιλανθρωπότερον προς το αλωθέν πλήθος

διατεθειμένος, τους μεν πλείστους των αιχμαλώτων, και ιδία τους

χυδαιοτέρους και σύγκλυδας, ηλευθέρωσε και προς τας εαυτών

απέπεμψε πατρίδας, εκράτησε δε μόνον τον Θεόδωρον και τους

αρχηγούς, οίς όμως επεδαψίλευσε πάσαν περιποίησιν. Έπραττε δε

ταύτα ουχί μόνον εξ αισθημάτων φιλανθρωπίας εμπνεόμενος, αλλά

και εξ αυτού του ιδίου συμφέροντος ελαυνόμενος, διότι επιθυμών

να δεσπόση των λαών, προπαρεσκεύαζεν αυτούς διά της αγαθότητος

και ηπιότητας εις υποταγήν· τούτο δε και επέτυχε, διότι μετά

την νίκην εκείνην προβάς εκυρίευσεν αναιμωτί την Αδριανούπολιν,

το Διδυμότοιχον, το Βολερόν άπαν, τας Σέρρας, την Πελαγονίαν,

την Πρίλεπαν και τα πέριξ τούτων. Εξέτεινε δε συνάμα τας

καταδρομάς αυτού διά Θεσσαλίας άχρις Ηπείρου, εκυρίευσε το

Έλβανον και ελήισε την μέχρις Ιλλυρικού χώραν, ουχί διά πυρός

και μαχαίρας, ως οι προκάτοχοι αυτού, ουδ' εντρυφών εις τα

αίματα των κατοίκων, αλλ' ηπίως και αβλαβώς. Τοιουτοτρόπως

προσείλκυσε των πάντων την αγάπην, θαυμαστός και μακάριος τοις

πάσι λογιζόμενος (140).

Ο Θεόδωρος αιχμάλωτος μένων μετά των οικείων και αξιωματικών

του καταστραφέντος στρατού του, εφρουρείτο μεν παρά του Ασάν,

αλλά και εφιλοφρονείτο τα μέγιστα· επειδή όμως εφωράθη

διενεργών συνωμοσίας κατά του βασιλέως των Βουλγάρων,

εξετυφλώθη υπ' αυτού, απολέσας τοιουτοτρόπως διά παντός την

ελπίδα του να δυνηθή να επανορθώση ήν υπέστη ζημίαν. Ο δε

αδελφός αυτού Μανουήλ Άγγελος, όστις και δεσποτικώ αξιώματι υπό

του αδελφού ετιμάτο, σωθείς διά φυγής όταν κατεστράφη ο του

Θεοδώρου στρατός, μετέβη εις Θεσσαλονίκην και ανέλαβε την

διοίκησιν αυτής, δεσπότης ονομαζόμενος και ερυθροίς γράμμασι

τας γραφάς αυτού επικυρών, και κυριεύων ταύτης και των περί

ταύτην· ανθ' ού καί τις πρέσβυς απεσταλμένος προς αυτόν παρά

του Ασάν, τον έσκωψε διά τας βασιλικάς αυτού αξιώσεις, ειπών·

«Εις σε επ' αληθείας αρμόζει το εις τον Χριστόν ψαλτωδούμενον

«Σε τον βασιλέα, και δεσπότην.»» Εν τούτοις ο Μανουήλ θέλων να

παγιώση την εξουσίαν αυτού εζήτησε την συμμαχίαν των

γειτνιαζόντων πριγγίπων, και ιδία του Γοδοφρέδου Βιλαρδουίνου,

πρίγγιπος της Αχαΐας, προς δε απηυθύνθη, ως είχε πράξει εν αρχή

και ο αδελφός αυτού, προς τον Πάπαν, εκλιπαρών την προστασίαν

αυτού, εναντίον της θελήσεως του Έλληνος Πατριάρχου Γερμανού,

όστις τω έπεμψε τον Μητροπολίτην Αγκύρας, όπως τον αποτρέψη του

σκοπού τούτου, και υποσχόμενος αυτώ την αναγνώρισιν της

πνευματικής του Ρωμαίου ποντίφικος υπεροχήν. Τοιουτοτρόπως ο

Μανουήλ εγένετο άρχων των προς τα δυτικά μέρη χωρών και πόλεων,

μηδέ παρά των Βουλγάρων το παράπαν ενοχλούμενος, διότι είχε

λάβει ως σύζυγον την εκ παλλακίδος θυγατέρα του Ασάν (141).

Εν τούτοις ο αυτοκράτωρ Βρυέννιος, μετά την υπογραφήν της

συνθήκης της εκλογής του, ητοιμάζετο να μεταβή όπως λάβη

κατοχήν του θρόνου, εφ' ήν ανήλθε χάρις εις την φήμην της

ανδρίας και της πείρας του· αλλά πριν ή μεταβή εις Ανατολήν

απεφάσισε να στρατολογήση στρατιώτας, και προς τούτο επεσκέψατο

διαφόρους χώρας, μηδ' αυτών των Παρισίων εξαιρουμένων. Εκείθεν

μεταβάς εις Ενετίαν ανενέωσε την μεταξύ των προκατόχων του και

της Δημοκρατίας εκείνης ανέκαθεν υπάρχουσαν συμμαχίαν, και

εζήτησε παρ' αυτής πλοία ίνα μετακομισθή διαπόντιος εις

Κωνσταντινούπολιν, διότι μη έχων λαόν αξιόχρεων, καθ' ά λέγει ο

Ακροπολίτης, δεν ετόλμα να υπάγη διά ξηράς. Αφ' ετέρου ο Πάπας

δι' εγκυκλίων του προς τους χριστιανούς πρίγγιπας παρώτρυνεν

αυτούς να παράσχωσι συνδρομήν· και στρατιώτας δι' έν τοσούτω

ένδοξον έργον· η δε Ενετία συμμετέχουσα όλων των ωφελειών του

Φραγκικού κράτους, τω προσέφερε δεκατέσσαρα πλοία πολεμικά και

πολλά άλλα φορτηγά διά την μεταφοράν χιλίων διακοσίων ίππων και

πεντακοσίων πεζών μετά ζωοτροφιών διά τρεις μήνας. Ταυτοχρόνως

ο Πάπας έγραψε προς τον Πατριάρχην της Κωνσταντινουπόλεως

Σίμωνα, εξαγγέλων αυτώ την προσεχή άφιξιν του Ιωάννου, και

προσκαλών αυτόν να παροτρύνη τον λαόν, όπως διά πάσης τιμής

υποδεχθή τον αυτοκράτορα. Τοιουτοτρόπως ο Βρυέννιος

παρεσκευασμένος ανεχώρησεν εξ Ενετίας κατ' Αύγουστον ή

Σεπτέμβριον του 1231 και αφικόμενος εις Κωνσταντινούπολιν, ένθα

περιεμενέτο ανυπομόνως, εστέφθη υπό του Πατριάρχου αυτοκράτωρ

εν τη Αγία Σοφία μετά πασών των κατά τοιαύτας περιστάσεις

διατυπώσεων (142).

Περιελθών εις τον αυτοκρατορικόν θρόνον ο Βρυέννιος διέψευσε

την ιδέαν, ήν είχον σχηματίσει οι λαοί περί της ανδρίας αυτού,

ής τοσαύτα τέως παρέσχε τεκμήρια, διότι αντί να χρησιμοποιήση

τους άνδρας ούς εξ Ιταλίας και Γαλλίας ήγαγε, και ανακτήση τας

χώρας τας οποίας οι Γραικοί είχον αποσπάσει από την

αυτοκρατορίαν, άφησε να παρέλθωσι δύο έτη χωρίς ουδέν κατά των

εχθρών του να επιχειρήση, χωρίς, ενί λόγω, ουδέ πόλεμον ουδέ

ειρήνην να ποιήση, αλλ' εγκαταλείπων τον στρατόν του να

διαφθείρηται εν τη αεργία και τη τρυφή. Της απραξίας του ταύτης

ο μεν Ακροπολίτης δίδωσι λόγον τον φόβον, όν είχε προς τον

Βατάτζην, στρατηγικώτατον όντα και εις τας κατά των εχθρών

μάχας ευμεθοδώτατον, έτεροι όμως αποδίδουσιν αυτήν εις την

φιλαργυρίαν, σύνηθες των γερόντων ελάττωμα, υφ' ής κατείχετο

και ο Βρυέννιος. Όπως ποτ' αν η, ο αυτοκράτωρ ούτος εφάνη λίαν

αδρανής, και συγγνωστός μεν ήθελεν είσθαι αν προ πολλού επί του

θρόνου καθήμενος και μετά βίον τρικυμιώδη και, παλυτάραχον

εκοιμάτο επ’ αυτού· αλλ' αξιόμεμπτος θεωρείται διότι ανέβη επί

του θρόνου όπως κοιμηθή.

Κατά το πρώτον έτος της αυτοκρατορίας του Βρυεννίου απεβίωσεν

εν Κωνσταντινουπόλει ο Φράγκος Πατριάρχης αυτής Σίμων· ο δε

Πάπας, μεινάσης επί όν έτος κενής της Πατριαρχικής έδρας,

ανεβίβασεν επ' αυτήν τον εκ Πλακεντίας Νικόλαον, επίσκοπον

Σπολέτου. Τότε δε συνέβη και σφοδρός εν Κωνσταντινουπόλει

σεισμός όστις πολλούς μεν ναούς, πλείστας δε οικίας

κατεκρήμνισε και πολλάς τη πόλει επήνεγκε ζημίας.

Μετά διετή ηρεμίαν απεφάσισε τέλος ο Βρυέννιος να εξέλθη εις

εκστρατείαν, διότι έβλεπεν ότι ημαύρωσε κατά μέγα μέρος την

πολεμικήν αυτού φήμην· εδράζατο δε της ευκαιρίας καθ' ήν ο

Ιωάννης Βατάτζης ην απησχολημένος εις τον πόλεμον προς Λέοντα

τον Γαβαλλάν, όστις τω τίτλω Καίσαρος παρ' αυτού τιμηθείς, ήρε

την σημαίαν της ανταρσίας και κατέλαβε, την νήσον Ρόδον (143).

Ο Βατάτζης θέλων να σωφρονίση τον αχάριστον εκείνον υπήκοόν του

έπεμψε κατ' αυτού ένα των μάλλον διακεκριμένων στρατηγών του,

τον Ανδρόνικον Παλαιολόγον, μέγαν δομέστικον, μετά στόλου όστις

κατεπολέμησε τον αντάρτην και επανήγαγε την Ρόδον υπό την

κυριαρχίαν του αυτοκράτορος. Της καιρίας λοιπόν ταύτης

δραξάμενος ο Βρυέννιος, τριήρεις οικονομήσας και στράτευμα

συναθροίσας, εξήλθε της Κωνσταντινουπόλεως και πλεύσας εις

Λάμψακον, καθώρμισε τας νήας αυτού περί τον τόπον τον

ονομαζόμενον Ολκόν. Ο Βατάτζης έμπαλιν, πληροφορηθείς την

έξοδον του της Κωνσταντινουπόλεως αυτοκράτορος, εστρατοπέδευσε

προς τα μέρη της Σιγρηνής· μη έχων δε μεθ' εαυτού δύναμιν

αξιόμαχον όπως αντικρούση ή επιτεθή κατά του εχθρού, προσεπάθει

διά στρατηγημάτων να κωλύση τας κινήσεις αυτού. Εξελθόντων

λοιπόν του Βρυεννίου και των Φράγκων και βαδιζόντων τόπους

τινάς παραιγιαλίους, χωρίς να τολμώσι ν' απομακρυνθώσι των νηών

αυτών, ο αντιστρατηγών αυτοίς Βατάτζης τους παρηκολούθει οδεύων

παρά τας υπωρείας των ορέων και ποικιλοτρόπως παραβλάπτων

αυτούς. Τοιουτοτρόπως προέβησαν από Λαμψάκου μέχρι των

Κεγχριών, μικρόν ή μηδέν λυμήναντες, διότι ο Βατάτζης προφθάσας

διέσωσε πάντα τα χρειώδη εις υψηλοτέρους τόπους, και μόνον έν

φρούριον παρά την Κύζικον χειρωσάμενοι, όπερ ωνομάζετο

Κεραμιδάς· είχον δε τας νήας αυτών ετοίμους όπως επιστρέψωσιν

εις Κωνσταντινούπολιν, και ήθελον όντως επανέλθει, αισχύνης και

ζημίας πεπληρωμένοι, ει μη εκυρίευον το άστυ των Πηγών, εις την

ακρόπολιν του οποίου νυκτός αναβάντες και κατά των φυλάκων

αίφνης επιπεσόντες, εφόνευσαν αυτούς και κατέλαβον την πόλιν. Η

επιτυχία αύτη ενέβαλεν εις δειλίαν τους Γραικούς, διότι η πόλις

εκείνη ην πλήρης στρατιωτών εκλεκτών· αλλ' η του Βατάτζη περί

τα τοιαύτα οικονομία και τους Γραικούς ενεθάρρυνε και τους

Φράγκους ηνάγκασε να επιστρέψωσιν εις Κωνσταντινούπολιν,

μικρόν, ως είπομεν, ή μηδέν εργασαμένους. (144)

Καθ' όν χρόνον η Φραγκική αυτοκρατορία εξησθένει ένεκα της

αδρανείας και ανικανότητος των κυβερνώντων αυτήν, τα λείψανα

της Γραικικής αυτοκρατορίας από ημέρας εις ημέραν συνεπυκνούντο

και ενεδυναμούντο. Η δραστηριότης και η ανδρία του Βατάτζη

είχον ούτως ειπείν μεταβιβάσει εις τους ηττημένους την ψυχήν

των κατακτητών αυτών, και ευλόγως εδύνατό τις να υποθέση ότι οι

δύο λαοί μετέβαλον χαρακτήρα. Ο Ιωάννης μη αρεσκόμενος εις την

κατάκτησιν των πλείστων νήσων του αρχιπελάγους, άς εκυρίευσεν,

εξοπλίσας νήας πολυαρίθμους ηθέλησε να εκδιώξη τους Φράγκους

και εκ Κρήτης· περίστασις δέ τις τω προσεφέρθη κατάλληλος προς

τούτο, την οποίαν δεν έλειψεν εκείνος να εκμεταλλευθή.

Ιστορία της Αλώσεως του Βυζαντίου υπό των Φράγκων και της αυτόθι εξουσίας αυτών · 第 11 / 18 段