επικυρώση τας πράξεις του αυτοκρατορικού τοποτηρητού, Κόνωνος,
όστις απεβίωσε σχεδόν άμα ο Ροβέρτος παρέλαβε την εξουσίαν.
Μετά ταύτα συναγαγών, τους Γάλλους και Ενετούς βαρώνους εζήτησε
πληροφορίας περί της γενικής καταστάσεως των πραγμάτων και
επεκαλέσθη την συνδρομήν αυτών, όπως δυνηθή υπ' εκείνων
ενισχυόμενος να εκπληρώση την δυσχερή αποστολήν, την οποίαν η
θεία Πρόνοια τω ανέθηκεν. Ανανεώσας τας μετά των Ενετών
συνθήκας των προκατόχων του αυτοκρατόρων, παρετήρησε μετά λύπης
την οικτράν διαφωνίαν, ήτις υπήρχε μεταξύ Γάλλων και Ενετών αφ'
ενός και μεταξύ ευγενών και κλήρου αφ' ετέρου. Οι Ενετοί
αισθανόμενοι, ότι εισίν η μόνη δύναμις του κράτους, διότι αι εκ
Δύσεως επικουρίαι ήσαν ασήμαντοι, είχον μεγάλας αξιώσεις, τας
οποίας απέκρουον οι Γάλλοι, ετέρας προβάλλοντες· εκ του άλλου
τιμαριούχοι τινες είχον κηρύξει αμείλικτον κατά του κλήρου
πόλεμον. Είς αυτών και ασπονδότερος εχθρός του ο Γοδοφρέδος
Βιλλαρδουίνος, πρίγγηψ της Αχαΐας καταλαβών τας εκκλησίας,
ενέμετο τας περιουσίας αυτών, ο δε παπικός έξαρχος θελήσας να
τον σωφρονίση και μη εισακουσθείς, εξηκόντισε κατ' αυτού δεινόν
αφορισμόν· αλλ' εκείνος θρασύτερος εκ τούτου γενόμενος, ήρξατο
εκδιώκων εκ του κράτους του και καθείργων ιερείς τε και
επισκόπους, βεβηλών και διαρπάζων τα θυσιαστήρια και τους ναούς
και τιμωρών τους παρέχοντας άσυλον εις τους παρ' αυτού
καταδιωκομένους ιερείς. Ο Πάπας πληροφορηθείς τα γενόμενα,
εξεσφενδόνισε τοσούτον σφοδρά κατ' αυτού επιτίμια, ώστε
ηναγκάσθη να κλίνη τον αυχένα, καθ' όσον και ο αυτοκράτωρ
Ροβέρτος, όστις μόνος δεν ετόλμα τέως να καταπολεμήση ηγεμόνα
τοσούτον ισχυρόν, ενθαρρυνθείς εκ των πνευματικών κεραυνών του
Πάπα ανέλαβεν υπό την προστασίαν του τα δικαιώματα της
εκκλησίας, υπέρ ής είχεν εκδώσει και προνομιακόν διάταγμα.
Τούτ' αυτό διέπραξε και ο Γουλλιέμος, μαρκήσιος της
Βουδονίτζης, τοποτηρητής δε του βασιλείου της Θεσσαλονίκης
μέχρι της ενηλικιότητος του νέου Δημητρίου (118).
Εντούτοις Θεόδωρος ο Λάσκαρις δραξάμενος της περιστάσεως του
θανάτου της αυτοκρατείρας Υολάνδης, ής την θυγατέρα είχε
σύζυγον, και προ πολλού επιθυμών να λύση την ειρήνην, ανέλαβε
τα όπλα αξιών ότι η σύζυγός του ώφειλε να λάβη το επιβάλλον
αυτή μέρος εκ της κληρονομίας της αυτοκρατείρας μητρός της.
Βεβαίως το παράβολον της αξιώσεως συνησθάνετο και αυτός· αλλ'
ανήρ φιλόδοξος και φιλοπόλεμος ων, σκιάν αφορμής εζήτει ίνα
κηρύξη τον πόλεμον. Ο τοποτηρητής του αυτοκράτορος Κόνων
Πετούνης είχε πέμψει κατ' αυτού Γάλλους τινάς βαρώνους μετά
στρατιωτών υπό την ανωτάτην αρχηγίαν του Γεράρδου Δελατρουή·
αλλά μόλις ήρξαντο αι εχθροπραξίαι, οι Βαρώνοι πληροφορηθέντες
την εις Κωνσταντινούπολιν άφιξιν του Ροβέρτου έσπευσαν να
επανέλθωσι, το μεν όπως τω προσφέρωσι τα σεβάσματά των, το δε,
όπως παραστώσιν εις την στέψιν του. Αφ' ετέρου ο δεσπότης της
Ηπείρου δεν έπαυε παραβλάπτων και ποικιλοτρόπως ενοχλών τους
Φράγκους. Τούτου ένεκεν ο Ροβέρτος βλέπων ότι αδύνατον τω
απέβαινε να καταπολεμήση ταυτοχρόνως δύο αντιπάλους, απεφάσισε
να ειρηνεύση προς τον ένα εξ αυτών, όπως καταβάλη τον έτερον,
και επειδή ο Λάσκαρις ήτο ειρηνικότερος και ειλικρινέστερος του
Θεοδώρου, έπεμψε προς αυτόν τον Γεράρδον Δελατρουή και τον
Θιερρήν δε-Βαλλιγκούρ πρέσβεις, οίτινες τη αρρωγή και της
συζύγου εκείνου Μαρίας, επέτυχαν να συνομολογήσωσιν ειρήνην,
δι' ής μεταξύ των άλλων ο Ροβέρτος υπεχρεούτο να ελευθερώση τον
αδελφόν του Λασκάρεως, όν εκράτει αιχμάλωτον, οφείλοντος συνάμα
και του αυτοκράτορος της Νικαίας να ελευθερώση πάντας τους υπ'
αυτού αιχμαλωτισθέντας Φράγκους. Προς πλείω δε παγίωσιν της
μεταξύ των δύο αυτοκρατόρων δυσπνοίας, απεφασίσθη να λάβη ο
Ροβέρτος εις σύζυγον Ευδοκίαν, την τετάρτην θυγατέρα ήν ο
Λάσκαρις είχεν εκ της πρώτης αυτού συζύγου Άννης, θυγατρός
Αλεξίου Ανδρονίκου του Κομνηνού. Το μελετώμενον τούτο σχέδιον
κατεπολέμησεν εντόνως ο εν Νικαία Πατριάρχης Μανουήλ και ο
τούτου διάδοχος Γερμανός, προβάλλοντες ότι κατά τους της
Ορθοδόξου Εκκλησίας κανόνας δεν ήτο επιτετραμμένον να δώση την
θυγατέρα του εις τον αδελφόν της συζύγου του· αλλ' ο Λάσκαρις
μικράν προσοχήν εις των Πατριαρχών τους λόγους δίδων, και
κολακευόμενος υπό της ιδέας του ότι η θυγάτηρ του θα καθίση επί
του αυτοκρατορικού της Κωνσταντινουπόλεως θρόνου ητοιμάζετο
όπως αποστείλη αυτήν προς τον μελλόνυμφόν της, ότε επελθών, εν
έτει 1222 ο θάνατος διεσκέδασε τους σκοπούς αυτού. Απεβίωσε δε
ο Λάσκαρις εις ηλικίαν πεντήκοντά που ετών και μετά δεκαοκταετή
βασιλείαν, και ετάφη εν Νικαία εν τη του Υακίνθου μονή, ένθα
ετέθαπτο ο βασιλεύς Αλέξιος και η σύζυγος αυτού Άννα. Ιδού δε
πώς ο Ακροπολίτης εικονίζει αυτόν. «Ην το δε σώμα μικρός, ουκ
άγαν δε, μελάγχρους εφ' ικανόν, καθήμενον έχων το γένειον και
περί το άκρον σχιζόμενον, επ' ολίγον ετερόφθαλμος, προς τας
μάχας οξύς, θυμού τε και αφροδισίων ηττώμενος, ελευθερώτερος εν
ταις δωρεαίς» (119).
Ο Θεόδωρος Λάσκαρις αποβιώσας κατέλιπε τέσσαρας αδελφούς, τον
Αλέξιον, Ισαάκιον, Μανουήλ και Μιχαήλ· εκ δε της πρώτης αυτού
συζύγου Άννας έσχε δύο υιούς εις βρεφικήν ηλικίαν τελευτήσαντας
και τέσσαρας θυγατέρας, ών η μεν πρωτότοκος Ειρήνη, είχε
νυμφευθή πρώτον μεν μετά Ανδρονίκου του Παλαιολόγου, είτα δε
μετά Ιωάννου Δούκα του Βατάτζη, η δε δευτέρα μετά του δουκός
της Αυστρίας, η τρίτη μετά Βήλα του της Ουγγαρίας βασιλέως και
η τετάρτη Ευδοκία, ήτο εκείνη, την οποίαν εμελέτα να εκδώση εις
τον αυτοκράτορα Ροβέρτον. Διάδοχος λοιπόν αυτού ήτο ο επί
θυγατρί γαμβρός αυτού Ιωάννης Δούκας Βατάτζης, ανήρ
κεκοσμημένος ταις πολιτικαίς και στρατιωτικαίς αρεταίς.
«Σύνεσιν πλούτων φυσικήν, λέγει Νικηφόρος ο Γρηγοράς και τρόπου
ευστάθειαν (120) και βεβηκός ήθος, κάλλιστα την αρχήν διίθυνε
και εκόσμει, και τοις τε Ρωμαίων πράγμασι και στρατεύμασι
πλείστην εν βραχεί την επίδοσιν εδεδώκει κατά το εκατέροις
ανάλογον, μήτε προ βουλής εργαζόμενος ουδέν, μήτε μετά την
βουλήν αμελών ουδενός, αλλά πάντα μέτρω και κανόνι διδούς και
καιρώ τω προσήκοντι.»
Η επί τον θρόνον της Νικαίας ανάβασις του Βατάτζη εγέννησε
μεγίστην χαράν, και ιδία εις τους Γραικούς γιγνώσκοντας τα του
νέου αυτοκράτορος προτερήματα, αλλ' εξόργισε και εξηρέθισε
σφόδρα τους δύο πρεσβυτέρους αδελφούς του αυτοκράτορος
Λασκάρεως και θείους αυτού εκ γυναικός, τον Αλέξιον και τον
Ισαάκιον, οίτινες φθόνω στρατηγούμενοι και ζηλοτυπία μακρά,
διότι δεν εγένοντο αυτοί της βασιλείας διάδοχοι, του βασιλικού
αίματος τυγχάνοντες οικειότεροι, κατέφυγαν παρά τη αυλή της
Κωνσταντινουπόλεως προς τον Ροβέρτον και ήρξαντο δι' υποσχέσεων
και χρημάτων να εμπνέωσιν εις αυτόν την επιθυμίαν του να
εκστρατεύση επί τον Βατάτζην. Προσεπάθησαν μάλιστα φεύγοντες εκ
Νικαίας να παραλάβωσι και την ανεψιάν αυτών Ευδοκίαν, όπως την
δώσωσιν εις τον Ροβέρτον, καθ' ά προηγουμένως είχε συμφωνήσει ο
Λάσκαρις· αλλ' ο Βατάτζης υπονοήσας τον σκοπόν των, εματαίωσεν
αυτόν. Εντούτοις είτε διότι ο Βατάτζης εμποδίσας τον γάμον
παρώργισε τον Ροβέρτον, είτε διότι ο Ροβέρτος δεχθείς εις την
αυλήν του τους δύο φυγάδας εκ Νικαίας ηρέθισε τον Βατάτζην, η
μεταξύ των δύο αυτοκρατόρων ομόνοια έπαυσε και μίσος
αδιάλλακτον διεδέξατο αυτήν (121).
Ο Ροβέρτος προτρεπόμενος τοιουτοτρόπως υπό του Αλεξίου και του
Ισαακίου ητοιμάζετο να προσβάλη τον Βατάτζην, αλλά εχθρός
μάλλον γειτνιάζων, δραστήριος, δεινός περί το επινοείν αείποτε
καινά και πάντοτε, του πλείονος εφιέμενος παρείχεν αυτώ
ζωηροτέρας ανησυχίας· ην δε ούτος ο της Ηπείρου δεσπότης. Άμα ο
Θεόδωρος απαλλάξας του δεσμωτηρίου τον Παπικόν έξαρχον Κολώναν
και υποσχεθείς να αναγνωρίση την πνευματικήν του Παπά υπεροχήν,
απέτρεψε την κατ' αυτού μελετομένην σταυροφορίαν, λησμονήσας
παραχρήμα και Πάπαν και υποσχέσεις, ήρξατο εκ νέου τας
εχθροπραξίας, ουδέ των Ενετών, ουδέ της Θεσσαλονίκης, ουδέ της
αυτοκρατορίας της Κωνσταντινουπόλεως φειδόμενος, αλλά τους
πάντας προσβάλλων και λαφυραγωγών. Ο νεαρός της Θεσσαλονίκης
βασιλεύς Δημήτριος, αντί μένων να υπερασπισθή το κράτος του
απεχώρησεν εις Ιταλίαν, όπως ζητήση την προστασίαν του Πάπα και
του αδελφού αυτού Γουλλιέλμου, μαρκησίου της Μοντρεράτης. ο
Πάπας έπραξε παν ό,τι εδυνήθη όπως πείση τους χριστιανούς
ηγεμόνας να λάβωσι τα όπλα υπέρ αυτού, και προς τούτο έγραψε
πανταχού παρέχων πλήρη άφεσιν αμαρτιών εις όσους ήθελον σπεύσει
να στατολογηθώσι διά την εκστρατείαν ταύτην. Προσέφερεν εκ των
ιδίων χρήματα εις τον μαρκήσιον εξοπλίζοντα ισχυρόν στόλον όπως
καταπλεύση εις Θεσσαλίαν, εξώρκισε δε τους αρχιεπισκόπους,
επισκόπους και κληρικούς της Ελλάδος να δανείσωσιν αυτώ το
ήμισυ των προσόδων εαυτών και των εκκλησιών των διά να επαρκέση
εις τας ανάγκας του, ορκιζομένου κακείνου ότι ήθελεν αποδώσει
πάντα ταύτα άμα ανέκτα το βασίλειόν του. Αλλ' η φωνή του Πάπα
ην φωνή βοώντος εν τη ερήμω, διότι η εν τη Ανατολή Φραγκική
κυριαρχία προσήγγιζεν ήδη εις το τέρμα της (122).
Αφ' ετέρου ο Ροβέρτος βλέπων την απειλούσαν αυτόν καταιγίδα,
έπεμψε πρέσβυν προς τον Πάπαν Ονώριον, όπως τω υποδείξη την
οικτράν του κράτους, πανταχόθεν καταπολεμουμένου, κατάστασιν
και επικαλεσθή την συνδρομήν αυτού. ο Πάπας δι' επιστολής του
τη 27 Ιουνίου 1822 απήντησε προς ταύτα ότι απαραμείωτον τρέφει
την αγάπην του προς τε το άτομον του αυτοκράτορος και προς το
κράτος εν γένει, ότι είχεν αφορίσει όλους όσοι συνεμάχουν τοις
Γραικοίς, ότι εδημοσίευσε τον αφορισμόν εις πάσας τας παράλους
πόλεις ίνα γένηται τοις πάσι γνωστός, και ότι εφωδίασε τον
Ουβέρτον κόμητα της Βλάνδρας, όστις είχεν αναχωρήσει προς
επικουρίαν της αυτοκρατορίας, διά των αυτών συγχωροχαρτίων, δι'
ών εφωδιάζοντο και οι προς κατάκτησιν της Αγίας Γης
απερχόμενοι. Δι' ετέρας επιστολής προς τους Βαρώνους υπό την
αυτήν ημερομηνίαν, συνίστα και αυτοίς τα ίδια, προτρέπων αυτούς
να ώσι πιστοί και πειθήνιοι προς τον αυτοκράτορα και προ πάντων
να ομονοώσι προς αλλήλους. Γράφων και πάλιν τη 24 Οκτωβρίου του
αυτού έτους προς τον αυτοκράτορα Ροβέρτον, εξώρκιζεν αυτόν να
τηρήση εν μέσω των θλίψεων και των ταραχών αυτού την
μεγαλοψυχίαν εκείνην, ήτις τω ήτο φυσική, και ιδίως να συστήση
την ειρήνην και την ένωσιν εις τους ομοεθνείς του, τω φόβω μη
διά της διαιρέσεως υποσκελίσωσιν αυτούς οι Γραικοί. Ουχ ήττον
δε περίεργος είνε και ετέρα τις επιστολή, ην τη 26 Οκτωβρίου
απηύθυνε προς τον της Ηπείρου δεσπότην, και εξ ής παρατιθέμεθα
ενταύθα ταύτα (123).
«Καίτοι προσήψας ημίν τε και τη εκκλησία (έγραφεν ο Πάπας)
δεινήν ύβριν, συλλαβών και αιχμαλωτίσας ένα καρδινάλιον, η
θεραπεία όμως ήν έλαβε παρά σου κατά την αιχμαλωσίαν του, και
αι τιμαί άς τω απέδωσας, ότε τον ηλευθέρωσας, εξασθενούσι την
ανάμνησιν της αδικίας σου και θέλουσιν ίσως την εξαλείψει διά
παντός, αν αρχίσης να ήσαι δίκαιος. Ημείς έχομεν την διάθεσιν
να σε αγαπώμεν, και περί πολλού ποιούμεθα πάντοτε τα τε
σωματικά και ψυχικά σου συμφέροντα, αλλά διατί συ παρεμβάλλεις
εμπόδια εις τους σωτηρίους ημών σκοπούς; Γνωρίζεις ότι η
σύμπνοια αποτελεί την ευδαιμονίαν και την ισχύν των κρατών, και
ότι η διχόνοια τα υποσκάπτει και κατακρημνίζει. Οι διχονούντες
ηγεμόνες καταστρέφοντες αλλήλους, καταστρέφονται αμφότεροι. Υπό
της αληθείας ταύτης οδηγούμενοι, εργαζόμεθα όπως επαγάγωμεν την
σύμπνοιαν μεταξύ σου και του λίαν περιποθήτου ημίν υιού του
αυτοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως. Η σύμπνοια δε αύτη θέλει
σας φέρει την σωτηρίαν, την ανάπαυσιν και την τιμήν.
Αναλογίσθητι τους κινδύνους, τας δυστυχίας, τας ανεπανορθώτους
ζημίας, ας συνεπάγει η αιματηρά διχόνοια εις τε τα σώματα και
τας ψυχάς. Είσαι χριστιανός· ζήθι λοιπόν εν ειρήνη μετά των
αδελφών σου, έμπνευσον ημίν υπέρ σου αισθήματα πατρικά. Είθε δε
να δυνηθώμεν να σε περιπτυχθώμεν ως μέλος της οικογενείας ημών
και να μη αναγκασθώμεν να σε μεταχειρισθώμεν ως αλλότριον.»
Αλλ' όμως ο Θεόδωρος μηδεμίαν προσοχήν εις του Πάπα τας
προτροπάς παρέχων, και επωφελούμενος εκ της απουσίας του
Δημητρίου, αποχωρήσαντος, ως προείπομεν, εις την Ιταλίαν,
επελθών μετά ισχυρού στρατού, εκυρίευσε τας τε γειτνιαζούσας τη
Θεσσαλονίκη πόλεις, και αυτήν την ιδίαν εν βραχυτάτω χρόνω, εξ
ού πλήρης επάρσεως γενόμενος απεφάσισε να προσλάβη και τον του
αυτοκράτορος τίτλον. Επειδή δε ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης,
Κωνσταντίνος ο Μεσοποταμίτης, αντέστη στερρότατα, καίτοι
πολλαίς καταδίωξεσι και κακουχίαις, υποβληθείς, να τον στέψη,
περιέβαλεν αυτόν με την πορφυρίδα και το διάδημα ό της
Βουλγαρίας αρχιεπίσκοπος Δημήτριος, όστις ηξίου ότι, αυτόνομος
ων και μηδενί οφείλων να δίδη ευθύνας, είχεν εξουσίαν να χρίη
βασιλείς οίους και όπου εβούλετο. Αυτοκράτωρ λοιπόν
αναγορευθείς ο Θεόδωρος, βασιλικοίς έχρητο τοις πράγμασι,
δεσπότας προχειριζόμενος και σεβαστοκράτορας και μεγάλους
δομεστίκους και την λοιπήν πάσαν βασιλικήν τάξιν, μη τηρών όμως
τους τύπους και τα έθιμα των Βυζαντινών αυτοκρατόρων, αλλά
Βουλγαρικώτερον ή μάλλον βαρβαρικώτερον, καθώς λέγει ο
Ακροπολίτης, (124) τοις υποθέσεσι προσφερόμενος. Ο Βατάτζης,
όστις ισχυρίζετο ότι μόνος αυτός εδικαιούτο να φέρη τον του
αυτοκράτορος τίτλον βεβαίως μετά ζηλοτυπίας είδε του Θεοδώρου
τον σφετερισμόν, αλλά μη ων εις θέσιν να κινήση πόλεμον κατ'
αυτού, τω επρότεινε να τω παραχωρήση εν πάση κυριότητι πάσας
τας κτήσεις, άς κατέλαβεν, επί τω όρω όμως του να παραιτηθή του
αυτοκρατορικού τίτλου. Αλλ' ο Θεόδωρος απέρριψε την πρότασιν
μετ' επάρσεως και τοιουτοτρόπως επί των λειψάνων της μιας και
μόνης άλλοτε Βυζαντινής αυτοκρατορίας ανιδρύθησαν τέσσαρες
τοιαύται, η υπό τον Ροβέρτον εν Κωνσταντινουπόλει, η υπό τον
Βατάτζην εν Νικαία, η υπό τον Θεόδωρον εν Θεσσαλονίκη και η υπό
τον Αλέξιον Κομνηνόν εν Τραπεζούντι· ουδέ σφάλλει ο Γρηγοράς
λέγων, «Συνέβη την των Ρωμαίων ηγεμονίαν, καθάπερ ολκάδα
μεγάλην, ανέμοις αγρίοις και κύμασι θαλαττίοις συνειλημμένην,
κατά τεμάχια και μέρη πλείστα διαιρεθήναι και άλλον άλλοθι κατά
μόρια, και ως έκαστος τύχοιεν, ταύτην διαλαχόντας κληρώσασθαι.»
(125)
Πληροφορηθείς ο Ροβέρτος την υπό του Θεοδώρου άλωσιν της
Θεσσαλονίκης, έπεμψε κατ' αυτού ισχυρόν στρατόν υπό τας
διαταγάς του Θιερρή δε-Βαλιγκούρ και του Νικολάου δε-Μεντβώ,
πρωτοστράτορος της Ρωμανίας, οίτινες, ελθόντες επολιόρκησαν τας
Σέρρας· αυτός δε συναγαγών έτερον στρατόν πολυπληθέστερον
έστειλεν υπό τας διαταγάς του Αλεξίου και του Ισαακίου κατά του
Βατάτζη. Δυστυχώς διά τους Φράγκους οι ήρωες της κατακτήσεως
είχον ήδη ολοσχερώς σχεδόν εκλίπει· ο Κόνων Πετούνης, Παγιανός
ο εξ Αυρηλίας, ο Πέτρος Πλάντζης δεν ήσαν πλέον εν τοις ζώσιν,
οι δε νεώτεροι Φράγκοι εκτεθηλυμένοι και εκκεραυνωμένοι δεν
εδύναντο να παραβληθώσι προς τους ατρομήτους πατέρας των.
Διαβάντες λοιπόν ούτοι εις Ασίαν, τας μεν ναυς αφήκαν περί την
Λάμψακον, αυτοί δ' αναβάντες εις την Μεσόγειον ημέρας οδόν
συναντώσι τον Βατάτζην περί το Ποιμανηνόν και αρχίζουσι την
μάχην μετά μανίας και πείσματος. Έκαστος αυτών διημφισβήτει την
νίκην, και κατ' αρχάς μεν οι Γραικοί αποθαρρυθέντες
ωπισθοχώρησαν· αλλ' επελθών ο Βατάτζης μετά των επιλέκτων,
συνήγαγε τους οπισθοχωρήσαντας, και συμπυκνώσας τας φάλαγγάς
του εξορμά κατά των Φράγκων μετά τοσαύτης ορμής, ώστε ούτοι
τρέπονται εις φυγήν, πολλούς εν τω πεδίω της μάχης
καταλιπόντες, εν οίς τον Μακάριον δε-Σαιντ-Μενεχούλ, τον
Βουργέν δε-Φρεσσίνον, τον Γοβέρτον δε-Μαρκ και άλλους· πλείστοι
δε αιχμάλωτοι πίπτουσιν εις χείρας του νικητού, μεταξύ των
οποίων και αι δύο θείοι του Αλέξιος και Ισαάκιος, ούς υπαιτίους
ευρών τυφλοί, τους δε λοιπούς αιχμαλώτους διαπερά εν στόματι
μαχαίρας (126).
Η φρικώδης αύτη των Φράγκων ήττα αποθαρρύνασα αυτούς,
ανεπτέρωσε των Γραικών τας ελπίδας. Οι τας Σέρρας πολιορκούντες
Θιερρής δε-Βαλιγκούρ και Νικόλαος δε-Μαιντβώ, πληροφορηθέντες
τα γενόμενα έσπευσαν, λύσαντες την πολιορκίαν, να υποχωρήσωσιν·
αλλ' εν τη υποχωρήσει των, επιπεσών αίφνης ο Θεόδωρος, αυτούς
μεν ηχμαλώτισε, τον δε στρατόν των κατεσκόρπισεν. Αφ' ετέρου ο
Βατάτζης ωφεληθείς εκ της νίκης αυτού εκυρίευσεν αλληλοδιαδόχως
ποι μεν διά της πειθούς, ποι δε διά της βίας όλας τας υπό των
Φράγκων πρότερον αλωθείσας πόλες, το Ποιμανηνόν, Λεντιανά,
Χαρίορος, Βερβενιάκον, και πάσαν την Ασιατικήν παραλίαν, ναυς
δε μακράς κατασκευάσας επόρθησε το άστυ των Μαδύτων και την
Καλλιούπολιν και εκυρίευσε τας κατά το Αιγαίον, νήσους Λέσβον
και Χίον, Σάμον και Ικαρίαν, Κω και Ρόδον και όσαι ταύταις εισί
προσεχείς (127).
Τα πάντα, λοιπόν εδείκνυον ότι η εν τη Ανατολή Φραγκική
κυριαρχία εξέπνεεν. Οι κάτοικοι της Αδριανουπόλεως πέμψαντες
πρεσβείαν προς τον Βατάτζην ικετεύον αυτόν όπως πέμψας στρατόν
τους ελευθερώση του ζυγού των Φράγκων· προθύμως δε αποδεξάμενος
την ικεσίαν αυτών εκείνος έστειλε τον πρωτοστάτορα Ισήν και τον
Ιωάννην Καμύτζην μεθ' ικανού στρατού, όστις διαπεράσας τον
Ελλήσποντον και διά της Μακεδονίας εις Αδριανούπολιν
αφικόμενος, εξεδίωξε τους Φράγκους φρουρούς και κατέλαβεν αυτός
την πόλιν. Αλλ' όμως ο δεσπότης της Ηπείρου Θεόδωρος, όστις
είχε κυριεύσει την Μοσυνούπολιν, την Ξάνθειαν, την Γρατζιανήν
και το Διδυμότοιχον, μη αρεσκόμενος εις την κατάκτησιν ταύτην
του Βατάτζη, ελθών μετά στρατού εις Αδριανούπολιν εύρεν εντός
τον δηλωθέντα Ισήν και τον Καμύτζην μετά του στρατεύματος
εκείνου. Μη τολμήσας δε να τους εκβιάση ενόπλως όπως κενώσωσι
την πόλιν, πέμψας κρυφίως απεσταλμένους προς τους οικήτορας,
έπεισεν αυτούς δι' απατηλών λόγων ότι θα τους εμπλήση τιμών και
πλούτου όπως εξαγάγωσι το του Βατάτζη στράτευμα και δεχθώσιν
εντός το του Θεοδώρου. Οι του αυτοκράτορος της Νικαίας
στρατηγοί μη έχοντες υφ' εαυτούς τοσαύτας δυνάμεις, ώστε και
προς τους κατοίκους και προς τον Θεόδωρον ν' αντιστώσιν,
ηναγκάσθησαν να εξέλθωσι της πόλεως επί τω όρω του να μη πάθωσι
δεινόν τι, και ο Ισής να εκβή δι' άλλης πύλης ίνα μη προσκυνήση
τον Θεόδωρον. Αλλά και ο Καμύτζης εξελθών μετά του στρατού του
ενώπιον του δεσπότου της Ηπείρου, ουχί μόνον δεν αφίππευσεν,
αλλά περιφρονών αυτόν ουδέ τον ητένισε καν, ανθ' ού οργισθείς
εκείνος τον ύβρισε δεινώς και ολίγον έλειψε διά της βακτηρίας
να τον πατάξη. ο Βατάτζης ευχαριστηθείς διά τον τρόπον τούτον
του Καμύτζη, τον ετίμησε διορίσας αυτόν εταιριάρχην, τουτέστιν
αρχηγόν των μισθωτών· ο δε Θεόδωρος κύριος της Αδριανουπόλεως
γενόμενος εξέτεινε τας λεηλασίας αυτού μέχρι Βιζύης και μέχρι
και αυτών των πυλών της Κωνσταντινουπόλεως, τον τρόμον και την
φρίκην τοις Φράγκοις φέρων, ο Ροβέρτος θέλων ν' αποσοβήση τον
κινδυνώδη αυτόν εχθρόν, έστειλε πολλά, κατ' αυτού αποσπάσματα,
τα οποία όμως ουδέν αποτέλεσμα επέφερον (128).
Ενώ ο Βατάτζης ανεδείκνυτο νικητής εν τω πολέμω, μικρού εδέησε
να γείνη θύμα μιαράς επιβουλής, ής πρωτουργός ήτον ο
πρωτεξάδελφος αυτού Νεστόγγος Ανδρόνικος. Ο ανήρ ούτος παρ'
ουδέν θέμενος και την συγγένειαν και την αξίαν του
αυτοκράτορος, έχων δε συνεργόν τον τε αδελφόν Ισαάκιον και
ετέρους των επιφανών ουκ ολίγους, εν οίς τον μέγαν εταιριάρχην
Φλαμούλιον, τον Ταρχανειώτην Συναδηνόν, τον επ' αδελφή τούτου
γαμβρόν Στασηνόν, τον Μακρηνόν και άλλους συνώμοσεν ανταρσίαν,
της οποίας σκοπός ήτο η απώλεια του αυτοκράτορος. Ο Βατάτζης
διέτριβεν εις Λάμψακον, εχθρικός δε στόλος επολιόρκει τον
λιμένα, εν ώ ηγκυροβόλει ο ιδικός του, και η ναυμαχία επέκειτο,
ότε η επιβουλή ανεκαλύφθη. Επειδή δε οι συνωμόται είχον
συνεννοήσεις μετά των εχθρών, ο Βατάτζης προυργιαίτερον τον
έσωθεν πόλεμον κρίνας του έξωθεν, απάρας εκείθεν, επί την
Αχυράους αφίκετο, τας τριήρεις αυτού πρότερον πυρί καταναλώσας,
και εκεί ήρξατο ποιών τας εξετάσεις της επιβουλής. Πάντες οι
συνωμόται κατεδικάσθησαν εις θάνατον, αλλ' ο Βατάτζης,
φιλανθρώπως φερόμενος, τον μεν Νεστόγγον και Μακρηνόν, όστις
απεδείχθη ότι πολλάκις εφώρμησεν εκ των οπισθίων κατά του
βασιλέως ίνα τον φονεύση, κατεδίκασεν εις τύφλωσιν και
χειροκοπίαν, άλλους δέ τινας εις μικράς ποινάς καθυπέβαλε, τους
δε πλείστους κατέκλεισεν επί τινα χρόνον εις ειρκτάς, και αυτόν
δε τον πρωτουργόν Νεστόγγον εν τω φρουρίω της Μαγνησίας
συνέκλεισεν, αφ' όπου δραπετεύσας κατέφυγε παρά τοις Τούρκοις,
παρ' οίς έμεινε μέχρι τέλους. Ο δε Βατάτζης εντεύθεν έλαβε
πρόνοιαν περί εαυτού τάξας φύλακας και φρουρούς νύκτωρ τε και
μεθ' ημέραν εις τα ανάκτορά του, και μη επιτρέπων εις πάντας ως
πρότερον, την είσοδον· προς ταύτα δε συνέτεινε μάλιστα η
σύζυγος αυτού Ειρήνη, αρρενωπότερον το ήθος έχουσα και τοις
πάσι βασιλικώτερον εντυγχάνουσα (129).
Εν τούτοις οι Φράγκοι, αδυνατούντες να πολεμήσωσι προς δύο
εχθρούς, πέμψαντες προς αυτόν πρέσβεις επρότεινον την ειρήνην,
παραχωρούντες αυτώ το άστυ των Πηγών. Τοιουτοτρόπως ειρήνευσεν
ο Ιωάννης μετ' αυτών, παραχωρησάντων των Φράγκων αυτώ πάσας τας
προς νότον χώρας και διατηρησάντων μόνον τα πλησίον της
Κωνσταντινουπόλεως μέρη και τα τη Νικομηδεία εγγίζοντα· η δε
ειρήνη αύτη διετηρήθη μεταξύ των δύο αυτοκρατόρων καθ' όλον το
διάστημα της βασιλείας του Ροβέρτου και μέχρι του πέμπτου έτους
της του διαδόχου του (130).
Άμα μετά την μάχην του Ποιμανηνού και πριν ή συνομολογηθή έτι η
συνθήκη αύτη, ο Ροβέρτος απηυθύνθη προς τον Πάπαν, το σύνηθες
καταφύγιον των Φράγκων αυτοκρατόρων, εκτιθέμενος αυτώ την
αθλίαν του κράτους του κατάστασιν, και ζητών το τάχιον
επικουρίαν. Ο Πάπας όστις από δύο ήδη ετών ησχολείτο να
σχηματίση ομοσπονδίαν υπέρ της ανακτήσεως του βασιλείου της
Θεσσαλονίκης, εδιπλασίασε τας προσπαθείας αυτού και έγραψε
πανταχόθεν προτρέπων και προσκαλών εις σταυροφορίαν. Απηυθύνθη
δε κυρίως προς την Γαλλίαν, ήτις ανέκαθεν συνέδραμε διά των
στρατιωτών αυτής την Ανατολικήν αυτοκρατορίαν, και επειδή
επεκάθητο του θρόνου η Λευκή, γυνή μεγαλοφυής και ευσεβής,
μεγάλην δ' επιρροήν επί του συζύγου αυτής Λουδοβίκου Η' έχουσα,
έγραψε προς αυτήν παριστών οποίον αίσχος διά τον σύζυγόν της
ήθελεν είσθαι ει κατελύετο επ' αυτού η νέα εκείνη Γαλλία, ήτις,
βασιλεύοντος του πατρός του, συνέστη. Ενώ δε ο Πάπας παρώτρυνε
τους πάντας ίνα δράξωνται των όπλων, αφ' ετέρου Γουλιέλμος ο
μαρκήσιος της Μοντφεράτης εξοπλίσας πολυάριθμον στρατόν
παρεσκευάζετο να μεταβή εις Θεσσαλίαν, ότε δεινή νόσος
καταλαβούσα αυτόν, τον ηνάγκασε ν' αναβάλη τον σκοπόν του. Καθ'
όν δε χρόνον έμενεν αυτός νοσηλευόμενος εις Μοντφεράτην, ο
στρατός του διελύθη και εδέησε να ποιήση νέας στρατολογίας,
όπως μεταβάς εις Βρίνδισι, περιμείνη εκεί, χειμώνος
εφισταμένου, την έλευσιν του έαρος διά να κατέλθη εις Ελλάδα.
Κατά Μάρτιον λοιπόν του 1225 έπλευσεν εις Θεσσαλίαν, έχων παρ'
εαυτώ παπικόν έξαρχον Νικόλαον τον επίσκοπον Ρηγίου. Οι
πρίγγιπες των Αθηνών, της Αχαΐας και της Ευβοίας είχον επίσης,
προτροπή του Πάπα, συλλέξει πολυάριθμον στρατόν, ίνα
συνεκστρατεύσωσι μετ' αυτού επί τον Θεόδωρον· αλλά και πάλιν αι
ελπίδες του Γουλλιέλμου εψεύσθησαν, διότι συσχεθείς νόσω
απεβίωσε κατά Σεπτέμβριον του 1225, καταλιπών άνευ αρχηγού τον
στρατόν αυτού, όστις ουδεμίαν έχων εις τον Δημήτριον πεποίθησιν
απεσυνετέθη, ώστε ο νεαρός της Θεσσαλονίκης βασιλεύς αποβαλών
το κράτος, όπερ ο πατήρ του τω είχε κληροδοτήσει, απεσύρθη εις
Μέλφην της Ιταλίας, ένθα τω 1230 εξεμέτρησε το ζην (131).
Εν έτει 1225 απεβίωσε Ματθαίος ο των Φράγκων Πατριάρχης εν
Κωνσταντινουπόλει μετά επταετή περίπου πατριαρχίαν, ο δε
θάνατος αυτού επήγαγε διχοστασίαν δεινήν μεταξύ του κλήρου, των
μεν ζητούντων τον Μίλην δε-Νοτέλ επίσκοπον Βωβέας, των δε
ψηφιζόντων ετέρους. Εδέησε, λοιπόν αύθις ν' ανανεχθώσι προς τον
Πάπαν, όστις ακυρώσας τας γνώμας αμφοτέρων, εξελέξατο ως
πατριάρχην τον Ιωάννην δ' Αββεβίλλην, αρχιεπίσκοπον Βεζανσώνος·
αλλά τούτου μη συγκατατεθέντος ν' ανταλλάξη την αρχιεπισκοπήν
του προς την πατριαρχίαν, ο τον Ονώριον διαδεξάμενος Γρηγόριος
Θ', απέστειλεν αντ' αυτού τον Σίμωνα αρχιεπίσκοπον Τύρου, όστις
διετήρησε την πατριαρχίαν μέχρι του εν έτει 1233 επισυμβάντος
θανάτου του (132).
Ο Ροβέρτος ειρηνεύσας ήδη προς τον Βατάτζην διενοείτο την
ανάκτησιν του βασιλείου της Θεσσαλονίκης· αλλά κατ' εχθρού
τοσούτον ισχυρού και πολυμηχάνου, οίος ο Θεόδωρος, είχεν
ανάγκην εξωτερικής επικουρίας. Έπεμψε λοιπόν εις Γαλλίαν
πρεσβευτήν τον φρούραρχον του Αρράς, όστις επέτυχε παρά
Λουδοβίκου του Η' την υπόσχεσιν του ότι θέλει πέμψει εις
Κωνσταντινούπολιν διακοσίους ή τριακοσίους ιππότας εις την
υπηρεσίαν του αυτοκράτορος, έλαβε δε και παρά του νέου Πάπα
Γρηγορίου την άδειαν να εκποιήση τα χρυσά και αργυρά σκεύη των
εκκλησιών όπως επαρκέση εις τας ανάγκας του πολέμου. Αίσθημα
όμως ολέθριον εματαίωσε και τους σκοπούς του και τας του Πάπα
προσπαθείας. Ο Ροβέρτος ήτο εισέτι άγαμος και η λαγνότης αυτού
τον παρέσυρεν εις πράξεις, ου μόνον αυτάς καθ' εαυτούς
επιμέμπτους, αλλά και διά το κράτος ολεθρίας. Υπήρχε τότε εν
Κωνσταντινοπόλει νεάνις τις εκ Γαλλίας, περίφημος επί καλλονή,
ής ο πατήρ Βαλδουίνος Νεβίλ, ιππότης εξ ευγενούς οικογενείας
του Αρτοά, είχε παρακολοθήσει τους σταυροφόρους κατά την άλωσιν
της Κωνσταντινοπόλεως. Αποθανών κατέλιπε την σύζυγόν του και
μίαν θυγατέρα, ήν εκείνη εμνήστευσε μετά τινος εκ Βουργουνδίας
ευπατρίδου. Ο Ροβέρτος, όστις εν τη κυριαρχία του δεν εγνώριζε
νόμους ανωτέρους αυτού, ιδών την περικαλλή εκείνην νεανίδα και
αποφασίσας να αποκτήση αυτήν, απηυθύνθη προς την μητέρα της,
ήτις θαμβωθείσα εκ της λάμψεως της αυτοκρατορικής πορφύρας και
αθετήσασα την προς τον Βουργούνδιον υπόσχεσίν της, παρέδωκε την
θυγατέρα της προς τον αυτοκράτορα επί τη ελπίδι βεβαίως νομίμου
γάμου.