Λάσκαρις, κύριος της Βιθυνίας, Λυδίας, της παραλίας του
αρχιπελάγους άχρις Εφέσου και μέρους της Φρυγίας, μη αρκούμενος
πλέον εις τον απλούν του δεσπότου τίτλον, απεφάσισε να λάβη τον
του αυτοκράτορος. Προσκαλεσάμενος λοιπόν εις Νίκαιαν σύνοδον εξ
επισκόπων Ελλήνων ηθέλησε να στεφθή τοιούτος κατά τα έκπαλαι
παρά τοις Βυζαντινοίς ειθισμένα· αλλ' επειδή ο αρμόδιος όπως
τον στέψη, δηλονότι ο Πατριάρχης Ιωάννης Καματηρός έζη τότε εις
τα πέριξ του Διδυμοτοίχου και προσκληθείς να μεταβή εις Νίκαιαν
και μη πειθόμενος εις τούτο, έδωκεν, ίνα μη φανή εχθρόφρων προς
τε τους ομοφύλους και προς την εκκλησίαν του, την παραίτησίν
του, οι εν Νικαία επίσκοποι προβάντες εις την εκλογήν νέου
Πατριάρχου, εξελέξαντο ως τοιούτον τον Μιχαήλ Αυτωρειανόν,
όστις και έστεψεν αυτόν, κατά τα ειθισμένα, αυτοκράτορα. Ο
Λάσκαρις θέλων να παγιώση την δύναμιν αυτού και γνωρίζων οποίαν
ο πάπας εξήσκει επιρροήν επί των εν τη Ανατολή Φράγκων, έγραψε
προς αυτόν εκθέτων τας βιαιοπραγίας εκείνων και καθικετεύων ίνα
υποχρεώση τον αυτοκράτορα Ερρίκον να συνομολογήση μετ' αυτού
ειρήνην και μη επιχειρήση τι κατ' αυτού πέραν του Βοσπόρου, όν
η θέσις, φαίνεται, ώρισεν ως όριον των δύο επικρατειών. Προς
ταύτα ο πάπας απεκρίθη δικαιολογών τους Φράγκους, ότι ενίοτε
ηναγκάζοντο παρά την θέλησιν αυτών να καταφεύγωσι εις πράξεις
σκληράς όπως περιστέλλωσι τας επιβουλάς των Γραικών, και τον
συνεβούλευε να απαρνηθή το σχίσμα και εγκολπούμενος τον
δυτικισμόν, υποταχθή εις τον Ερρίκον. Τότε μόνον ο πάπας
ανεδέχετο να μεσολαβήση παρά τω αυτοκράτορι της
Κωνσταντινουπόλεως υπέρ αυτού (67).
Ο Λάσκαρις κατ' ουδέν ήτο κατώτερος του Ερρίκου, ούτε κατά την
ανδρίαν ούτε κατά την δραστηριότητα ούτε κατά την σύνεσιν·
βλέπων λοιπόν την οικτράν της αυτοκρατορίας του κατάστασιν,
ενόμισεν ότι όπως παγιώση τον αρτισύστατον θρόνον του ώφειλε ν'
απαλλαχθή πολυαρίθμων ηγεμονίσκων, οίτινες επωφεληθέντες των
περιστάσεων ιδρύσαντο διαφόρους ανεξαρτήτους ηγεμονίας επί των
ερειπίων της αρχαίας αυτοκρατορίας εις τα πέριξ αυτού. Αλλ' ίνα
επιχειρήση την εκκαθάρισιν ως ειπείν ταύτην έπρεπε να διατελή
αμέριμνος εκ μέρους της Κωνσταντινουπόλεως· προσπαθήσας λοιπόν
επέτυχε συνομολόγησιν ανακωχής μετά των Φράγκων, οίτινες αφ'
ετέρου είχον ανάγκην όλων αυτών των δυνάμεων όπως αντεπεξέλθωσι
κατά των Βουλγάρων, και τοιουτοτρόπως λαβών καιρόν εξεδίωξε μεν
Μωροθεώδορόν τινα, ηγεμονίσκον της Φιλαδελφείας, και Σάββαν τον
άρχοντα της πόλεως του Σαμψών, σπονδάς δε ποιησάμενος προς τον
Σουλτάνον του Ικονίου Καϊχοσρόην, απένειμε την αρχήν των Χωνών
της Λαοδικείας και ετέρων παρά τω Μαιάνδρω πόλεων εις τον
γαμβρόν αυτού Μανουήλ Μαυροζώμην και κατασκευάσας νήας μακράς
εκυρίευσε τας πλείστας των νήσων (68).
Της Τραπεζούντος ήρχε τότε Δαυίδ ο Ανδρονίκου, όστις ανήρ
φιλόδοξος εις υπερβολήν και επιχειρηματίας ών ηθέλησε να
επεκτείνη το κράτος αυτού προς ζημίαν του Λασκάρεως, και δη
συναγαγών ισχυράν στρατιάν Παφλαγώνων και Iβήρων εξέπεμψεν
αυτήν υπό τον στρατηγόν Συνoδινόν προς κατάκτησιν της
Νικομηδείας. Τούτο πληροφορηθείς ο Λάσκαρις, εκίνησε κατ' αυτού
και επιπεσών αίφνης, τον μεν στρατόν του κατενίκησε, τον δε
στρατηγούντα ηχμαλώτισε. Την ήτταν ο Δαυίδ μαθών εξητήσατο
επικουρίαν παρά των Φράγκων της Κωνσταντινουπόλεως, οίτινες
θέλοντες να ταπεινώσωσι τον αυτοκράτορα της Νικαίας, έπεμψαν
συνδρομήν προς τον Δαυίδ· αλλ' ο Λάσκαρις μηδόλως εκ τούτου
αποθαρρυνθείς έπεμψε κατά των ηνωμένων εχθρών του τον στρατηγόν
Ανδρόνικον Γίδον, όστις επιπεσών κατ' εκείνων τους ενίκησεν
αισχρώς, φονεύσας εν τη μάχη εκτός πολλών στρατιωτών του Δαυίδ
και τριακοσίους λογάδας Φράγκους (69).
Βεβαίως μετά την επικουρίαν την οποίαν, εναντίον της
συνομολογηθείσης ανακωχής, οι Φράγκοι της Κωνσταντινουπόλεως
έπεμψαν προς τον εχθρόν του Δαυίδ, ο Λάσκαρις εθεωρείτο πάσης
προς εκείνους υποχρεώσεως απηλλαγμένος. Συναγαγών λοιπόν
στρατόν κατέλαβε τας Πηγάς, πόλιν ανήκουσαν τοις Φράγκοις· ο δε
αυτοκράτωρ Ερρίκος θέλων να ανακτήση αυτήν έπεμψε Πέτρον τον εκ
Πλάντζης, μετά Παγηνού του εξ Αυρηλίας, Ανσώ του δε-Καχιέ, του
αδελφού του Ευσταθίου, τεσσαράκοντα ιπποτών και πολυαρίθμων
στρατιωτών, οίτινες ελθόντες εις Πηγάς εκυρίευσαν διά προδοσίας
των εγκατοίκων την πόλιν, και τους ταναντία φρονούντας εξ αυτών
εν στόματι μαχαίρας επέρασαν. Εκείθεν διασπαρέντες εις τα
περίχωρα ελήισαν διαφόρους χώρας και προέβησαν μέχρι πόλεως
τίνος, ήν ο Βιλλαρδουίνος ονομάζει Exguire και ής περιγράφει
την θέσιν ως την της Κυζίκου. «Ήτο, λέγει, αυτή θέσις οχυρά,
περικυκλουμένη από θάλασσαν και φυλασσομένη από φρούριον νυν
πεπτωκός.» Πέτρος ο εκ Πλάντζης εισήλθε πρώτος εκεί και την
ωχύρωσε κτίσας εν αυτή δύο πύργους· έτερον δε σώμα στρατιωτικόν
υπό τον Θιερρή δε-Λος, ανεκτήσατο την Νικομήδειαν, ωκοδόμησεν
εκ νέου το φρούριον, όπερ ο Λάσκαρις είχε καταβάλει και
μετέβαλεν εις οχύρωμα την μεγάλην εκκλησίαν της Αγίας Σοφίας,
ήν ο Κωσταντίνος έκτισεν εκεί καθ' ομοίωσιν του εν
Κωνσταντινουπόλει ομωνύμου ναού (70).
Εντούτοις ο μαρκήσιος της Μοντφεράτης όστις διά της ανδρίας
αυτού είχεν αποκρούσει τας προσβολάς των Βουλγάρων και
ησχολείτο ήδη όπως ουλώση διά της καλής διοικήσεως τας πληγάς,
άς αι εισβολαί εκείνων είχον ανοίξει εις διαφόρους πόλεις του
κράτους του, θέλων να συσφίγξη επί πλέον τους μετά του
αυτοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως δεσμούς, ίνα τοιουτοτρόπως
επί ακραδάντων βάσεων παγιώση την βασιλείαν του, πέμψας προς
αυτόν τον εν υπηρεσία του διατελούντα Όθωνα δε-λα-Ρος, κύριον
των Θηβών και των Αθηνών, τω προέτεινε γάμον μετά της θυγατρός
αυτού Αγνής, την οποίαν εκ Λομβαρδίας είχε φέρει. Επινεύσαντος
δε εις τούτο του Αυτοκράτορος, κατέπλευσεν η Αγνή, φθίνοντος
του έτους 1206, εις Άβυδον, ένθα πέμψας ο μέλλων σύζυγος αυτής
τον πρωτοστράτορα της Ρωμανίας, και τον Μίλην δε-Βραβάντην,
παρέλαβεν αυτήν, και έφερεν εις Κωνσταντινούπολιν· εκεί δ'
ετελέσθησαν, τη 4 Φεβρουαρίου 1207 εν τω ναώ της Αγίας Σοφίας
οι γάμοι αυτών μετά πλείστης όσης επισημότητος. Τοιουτρόπως η
Αγνή εστέφθη αυτοκράτειρα της Κωνσταντινουπόλεως εν τω μέσω της
κοινής των Φράγκων χαράς και αγαλλιάσεως. (71)
Εν τούτοις ο Λάσκαρις, μένεα πνέων κατά του Ερρίκου, ιδίως μετά
την εκ Νικομήδειας έξωσιν αυτού, εσκέπτετο τίνι τρόπω εδύνατο
να εκδικηθή αυτόν· βλέπων δε τους Φραγκικούς στρατούς
διεσπαρμένους τήδε κακείσε κατ' Ευρώπην τε και κατ' Ασίαν,
ενόμισεν ότι η περίστασις υπάρχει πρόσφορος όπως προσβάλη και
καταβάλη αυτούς. Πέμψας λοιπόν πρέσβεις προς τον βασιλέα των
Βουλγάρων Ιωάννην ανεκοίνωσεν αυτώ τους σκοπούς του, αποδείξας
ότι πρέπει παντοιοτρόπως ν' απαλλαχθώσι των κοινών εχθρών· και
τούτο ήτο εύκολον αν οι δύο ούτοι συνεφώνουν όπως ταυτοχρόνως
προσβάλωσι τους Φράγκους, ο μεν Ιωάννης εν τη Ευρώπη, ο δε
Λάσκαρις εν τη Ασία. Την πρότασιν ταύτην λίαν φρόνιμον ο των
Μυσών βασιλεύς ευρών, συνήγαγεν όσω πλείους Βουλγάρους και
Βλάχους εδυνήθη, και λαβών ικανήν επικουρίαν Κουμάνων,
εισήλασεν εν Θράκη κατά Μάρτιον του 1207, και επολιόρκησε την
Αδριανούπολιν, εκτείνων τας αρπαγάς και τας δηώσεις αυτού μέχρι
σχεδόν αυτής της πρωτευούσης του Βυζαντινού κράτους. Ο της
Αδριανουπόλεως φρούραρχος Πέτρος δε-Ραδιγγέν μη έχων τον
απαιτούμενον αριθμόν των στρατιωτών προς αντίκρουσιν, έπεμψε
παραχρήμα εις Κωνσταντινούπολιν ζητών επικουρίας· ο δε
αυτοκράτωρ μη δυνάμενος εκ του προχείρου να πέμψη τοιαύτας,
έγραψε τοις εν Ασία ιππόταις να σπεύσωσιν εις Αδριανούπολιν,
όπως σώσωσιν αυτήν απειλουμένην υπό των Βουλγάρων. Και πρώτος
λοιπόν ο αδελφός του αυτοκράτορος Ευστάθιος και ο Ανσώ δε-Καχιέ
έδραμον εις την πόλιν εκείνην, καταλιπόντες Πέτρον τον εκ
Πλάντζης μετ' ολίγων στρατιωτών προς φρούρησιν εν Ασία (72).
Μόλις ανεχώρησαν εκείθεν οι Φράγκοι στρατιώται, ο Λάσκαρις
επελθών προσέβαλε τα Σύβοτα, ών η ασθενής φρουρά αντέταξε μεν
ηρωικήν αντίστασιν, αλλά βλέπουσα ότι δεν θέλει δυνηθή να
υπομείνη επί πολύ των προσβαλλόντων την ορμήν, έγραψε
κατεσπευσμένως εις Κωνσταντινούπολιν, εξαιτουμένη το ταχύτερον
συνδρομήν. Έκπληκτος μείνας ο αυτοκράτωρ επί ταις αλλεπαλλήλαις
ταύταις δυσπραγίαις, αγνοών δε και πού πρότερον να πέμψη
επικουρίας, απεφάσισε να μεταβή ο ίδιος, όπως διά της παρουσίας
του εμπνεύση θάρρος εις τους στρατιώτας του και αποθαρρύνη τους
εχθρούς. Ετοιμασθείς δε ν' αναχωρήση εκ Κωνσταντινουπόλεως
ανήγγειλε διά κήρυκος εις άπασαν την πόλιν ότι τα Σύβοτα μετά
της εν αυτή φρουράς απόλλυνται, ει μη σπεύσωσι πάντες προς
σωτηρίαν αυτής, και ότι οφείλει πας πιστός στρατιώτης να
συνοδεύση τον αυτοκράτορά του μεταβαίνοντα εκεί ίνα χύση το
αίμα του υπέρ των ομοφύλων. Η αγγελία αύτη ηλέκτρισε τους
πάντας εν Κωνσταντινουπόλει, και πολυάριθμοι Γάλλοι, Ενετοί,
Πισσαίοι και άλλοι δραμόντες εις τα πλοία εκήρυξαν ότι είναι
έτοιμοι εις πάσαν θυσίαν υπέρ του αυτοκράτορος, όστις καταλιπών
εν τη πρωτευούση τοποτηρητήν του τον Κόνωνα Πετούνην ανεχώρησε
μετά δεκαεπτά μεγάλων και μικρών πλοίων, και δι' απαύστου
κωπηλασίας αφίκετο την επιούσαν εις Σύβοτα, της οποίας οι
υπέρμαχοι διέκειντο εις την οικτροτέραν κατάστασιν,
απηλπισμένοι όντες και έν μόνον κατά νουν έχοντες, πώς ν'
αποθάνωσιν εντιμώτερον. Η ναυτική δύναμις του Ερρίκου ήτο
βεβαίως λίαν ανίσχυρος όπως επιτεθή κατά του εξ εξήκοντα πλοίων
συγκειμένου στόλου του Λασκάρεως, αλλ' ο αυτοκράτωρ θεωρών ότι
αν περιέμενε την άφιξιν επικουριών, η εν τη πόλει φρουρά ήθελεν
αναποφεύκτως καταστραφή, και πεποιθώς επί την ανδρίαν των
στρατιωτών του, απεφάσισε να αναδεχθή τον άνισον αγώνα. Και δη
ότε ο ναύαρχος του Λασκάρεως διέταξε τα πλοία αυτού να κινηθώσι
κατά των του Ερρίκου, ούτος ουδόλως εδειλίασεν, αλλά δεχθείς
την προσβολήν τοσαύτην γενναιότητα έδειξεν, ώστε οι εχθροί
ηναγκάσθησαν να σύρωσι τα πλοία των εις την ξηράν, και, αφού
επυρπόλησαν αυτά, έλυσαν την πολιορκίαν και απεχώρησαν νύκτωρ
κατεσπευσμένως. Ανατειλάσης της ημέρας, ο Ερρίκος μετά των περί
αυτόν εισήλθεν εις Σύβοτα, ένθα εύρε τους ομοφύλους του
ημιθνήτας εκ των πληγών και της κοπώσεως· αλλ' επειδή έβλεπεν
ότι δεν ήτο εις κατάστασιν πλέον να διατηρήση την πόλιν ταύτην,
παραλαβών εις τα πλοία την φρουράν, εγκατέλιπεν αυτήν. (73)
Μετά την επιτυχίαν ταύτην ο Ερρίκος παρεσκευάζετο ν' απέλθη εις
Αδριανούπολιν, την οποίαν εστενοχώρουν οι Βούλγαροι και οι
Κουμάνοι, ότε επληροφορήθη ότι Στυρίων, ο ναύαρχος του
Λασκάρεως, εισελθών εις τον Ελλήσποντον μετά γαλερών επολιόρκει
την Κύζιον, ήν αφ' ετέρου ηπείλει και ο Λάσκαρις, και ότι οι
κάτοικοι επανέστησαν κατά του κυρίου αυτών Πέτρου του εκ
Πλάντζης, πολλούς των Φράγκων στρατιωτών αυτού φονεύσαντες.
Κίνδυνος τοσούτον εγγύς της Κωνσταντινουπόλεως αναφαινόμενος
ετάραξε τον αυτοκράτορα, όστις σκεπτόμενος ότι, κυριευομένης
της Κυζίκου, απώλετο άπασα η Ανατολή, εξώπλισεν εν τάχει
δεκατέσσαρας γαλέρας, ών την διοίκησιν ανέθηκεν εις τους
γενναιοτέρους και επιδεξιωτέρους αυτού αρχηγούς, δηλονότι εις
τον αδελφόν Ευστάθιον, εις τον Κόνωνα Πετούνην, εις τον
Γοδδοφρέδον Βιλλαρδουίνον, εις τον Μακάριον δε-Σαιν Μενεχούλ,
εις τον Μίλην δε-Βραβάντην, εις τον Ανσώ δε-Καχιέ, εις τον
Θιερρήν δε-Λος και εις τον Γουλλιέλμον δε-Περουά, και εξέμπεψεν
αυτάς κατά των Γραικών. Αλλ' ο του Λασκάρεως ναύαρχος μη τολμών
να ναυμαχήση ανεχώρησε, μακρόθεν ιδών τας εχθρικάς γαλέρας·
αύται δε, αφού εις μάτην επί δύο ημερονύκτια τον κατεδίωξαν,
επέστρεψαν εις Κωνσταντινούπολιν. Μόλις όμως εισήλθον εις τον
λιμένα, εγένετο γνωστόν ότι στρατιωτικόν σώμα του Λασκάρεως
προσέβαλε την Νικομήδειαν, ήτις τροφών έλλειψιν πάσχουσα,
εκινδύνευε να πέση. Ο αυτοκράτωρ αναλογιζόμενος την
σπουδαιότητα της θέσεως εκείνης διήλθε ταχέως τον Βόσπορον και
ώδευσε προς την Νικομήδειαν, αλλ' οι Γραικοί θεωρούντες ότι εκ
της αδιαλείπτου ταύτης κινήσεως εξηντλούντο οι εχθροί
περισσότερον ή εάν αδιακόπως επολεμούντο, απέφυγον και πάλιν να
έλθωσιν εις μάχην και απεσύρθησαν προς την Νίκαιαν. Ο Ερρίκος
καταλιπών εν Νικομηδεία τον Θιερρήν δε-Λος και τον Γουλλιέλμον
δε-Περσοά μεθ' ικανού στρατού προς εξασφάλισιν της πόλεως,
επανήλθεν εις την πρωτεύουσαν και ητοιμάζετο ν' απέλθη εις
Αδριανούπολιν· αλλ' ενώ εποίει τας προς τούτο προετοιμασίας,
εκωλύθη και πάλιν εκ νέου δυστηχήματος. Οι δύο αρχηγοί, ούς
κατέλιπε προς φρούρησιν της Νικομηδείας, εξελθόντες μετ'
αποσπάσματος στρατού όπως κατασκοπεύσωσι τον εχθρόν, ενέπεσαν
εις ενέδραν, και αναγκασθέντες να συμπλακώσι προς πολύ ανωτέρας
δυνάμεις υπέστησαν μεγίστην ζημίαν, πεσόντος κατά την μάχην και
του ετέρου των δύο αρχηγών, του Θιερρή δε-Λος· οι δε σωθέντες
απεκλείσθησαν πανταχόθεν υπό των εχθρών, και άνευ τινός
εξωτερικής επικουρίας εκινδύνευον ή να φονευθώσιν άπαντες ή να
παραδοθώσιν, όπερ ήτο ταυτοσήμαντον (74).
Η απροσδόκητος αύτη αγγελία, εξ ής τέταρτον ήδη ο Ερρίκος
ηναγκάζετο να αναβάλη την εις Αδριανούπολιν μετάβασιν,
κατετάραξε τον αεικίνητον αυτοκράτορα, όστις οικτείρων την
δεινήν των στρατιωτών του θέσιν, έσπευσε και πάλιν εις
Νικομήδειαν, ήν μετά τον αποκλεισμόν του Γουλιέλμου δε-Περσοά
και των συν αυτώ, επολιόρκει στενώς ο του Λασκάρεως αδελφός
Κωνσταντίνος. Αλλ' ούτος μακρόθεν ιδών τον Φραγκικόν στρατόν
ερχόμενον έλυσε την πολιορκίαν και απεσύρθη αύθις εις Νίκαιαν·
ο δε αυτοκράτωρ απαλλάξας τους στρατιώτας του της απελπιστικής
εκείνης θέσεως εστρατοπέδευσεν έξω της πόλεως, ότε πέμψας ο
Λάσκαρις τω προέτεινε διετή ανακωχήν επί τω όρω του να μείνωσιν
αυτώ τα φρούρια της Κυζίκου και της Μακεδονίας, ανθ' ών
υπέσχετο να αποδώση τους πολυαρίθμους Φράγκους, ούς είχεν
αιχμαλωτίσει. Τας προτάσεις ταύτας ευρών ωφελίμους ο Ερρίκος,
συνωμολόγησεν ειρήνην, και τοιουτοτρόπως ο μεν Λάσκαρις απέλυσε
παραχρήμα τον δε-Περσοά και τους λοιπούς αιχμαλώτους, ο δε
Ερρίκος τω παρέδωσε τα της Κυζίκου και Νικομηδείας φρούρια
(75).
Συνθηκολογήσας μετά του ενός των δύο επικινδυνωδεστέρων εχθρών
του ο Ερρίκος επανήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν, απαλλαγμένος
πάσης ετέρας ασχολίας και έν μόνον κατά νουν έχων, πώς να
ταπεινώση τον αγέρωχον των Βουλγάρων βασιλέα. Κέντρον λοιπόν
των πολεμικών εργασιών του την Σηλλύβριαν καταστήσας ανεχώρησεν
εκ Κωνσταντινουπόλεως, φθίνοντος Ιουνίου του 1207, και
κατηυθύνθη εις Αδριανούπολιν, την οποίαν οι Βούλγαροι είχον
κατελίπει, και ένθα εγένετο δεκτός μετά μεγάλου ενθουσιασμού.
Διατρίψας δ' εν αυτή μίαν ημέραν προς επιθεώρησιν των ζημιών,
άς οι εχθροί εποίησαν, ανεχώρησε κατευθυνθείς προς τας υπωρείας
του Αίμου ίνα ληίση τας Βουλγαρικάς πόλεις, και μετά
τετραήμερον οδοιπορίαν αφίκετο είς τινα χώραν, ήν τέως ο
Ιωάννης είχε συνοικίσει, και την οποίαν ο Βιλλαρδουίνος
ονομάζει τω αγνώστω εις την γεωγραφίαν ονόματι Ε υ λ ο υ ή.
Ευρών ταύτην έρημον, άτε των κατοίκων αποσυρθέντων εις τα όρη,
εστρατοπέδευσεν εις αυτήν εφ' ικανάς ημέρας· λαφυραγωγήσας δ'
αυτήν τε και ετέρας παρακειμένας πόλεις, ών οι κάτοικοι επίσης
είχον φύγει εις την προσέγγισιν του Φραγκικού στρατού, και
πλείστα κερασφόρα ζώα και ίππους κυριεύσας, επέστρεψεν εις
Αδριανούπολιν, του εχθρού, πλην ασημάντων τινών ακροβολισμών,
μη τολμήσαντος να τον προσβάλη.
Καθ' όν χρόνον ο Ερρίκος διέτριβεν εις Αδριανούπολιν, ο
βασιλεύς της Θεσσαλονίκης Βονιφάτιος πέμψας πρέσβεις προς αυτόν
τω προσέφερε τα σεβάσματά του και συγχρόνως εξεδήλωσε την
μεγίστην επιθυμίαν, υφ' ής κατείχετο όπως συνεντευχθή μετά του
αυτοκράτορος, τον οποίον προ πολλού χρόνου δεν είχεν ιδεί. Του
Ερρίκου επινεύσαντος εις ταύτην την επιθυμίαν του Βονιφατίου,
αμφότεροι οι ηγεμόνες ελθόντες εις την παρά τω Έβρω πόλιν των
Υψάλων περιεπτύξαντο αλλήλους και επί δύο ημέρας συνεσκέφθησαν
περί των κοινή συμφερόντων και περί του πώς εδύναντο
αποτελεσματικώτερον να πολεμήσωσι τον βασιλέα των Βουλγάρων.
Κατά την συνέντευξιν ταύτην ο βασιλεύς της Θεσσαλονίκης
επιθυμών να παράσχη μαρτύριον ευνοίας και τιμής προς τον
Βιλαρδουίνον, τω προσέφερε να εκλέξη ως δώρον μίαν των δύο
πόλεων, την Μοσυνούπολιν δηλαδή ή τας Σέρρας μεθ' απασών των
εξαρτήσεων αυτής. Ο Βιλλαρδουίνος εξελέξατο την πρώτην και οι
δυστυχείς κάτοικοι αυτής ηναγκάσθησαν να αλλάξωσι κύριον, καθώς
αλλάσσουσι τοιούτον τα μη έχοντα λαλιάν κτήνη. Τοιαύτη ήτο η
κατάστασις της Ελλάδος τότε! (76)
Πέντε είχον μόλις παρέλθει ημέραι από της συνεντεύξεως των δύο
ηγεμόνων, ότε ο βασιλεύς της Θεσσαλονίκης απεφάσισε να εξέλθη
όπως καθαρίση την Ροδόπην, ήν ελυμαίνοντο ληστρικαί των
Βουλγάρων συμμορίαι, πάσαν κωλύουσαι των περικύκλω πόλεων
συγκοινωνίαν και πολλήν επιφέρουσαι την καταστροφήν. Τούτο
πληροφορηθέντες οι Βούλγαροι έδραμον πανταχόθεν όπως τον
προσβάλωσι και εντυχόντες αυτόν τον περιεκύκλωσαν πανταχόθεν
εις μέγιστον αριθμόν. Ο Μαρκήσιος μετά των ολίγων οπαδών του
αντέστη ανδρείως προς τα επιθέσεις των Βουλγάρων, αλλ' η
αμείλικτος Άτροπος κατ' ουδέν έλαβεν υπ' όψιν τον ηρωισμόν και
τους αγώνας αυτού. Ο αστήρ του είχε πλέον δύσει, και ο
Μαρκήσιος λαβών κατά τινα μάχην σφοδράν διά λόγχης πληγήν,
επεράτωσεν εις το όρος της Ροδόπης το ένδοξον αυτού στάδιον,
ενώ πολλοί των στρατιωτών του εξεμέτρησαν, ανδρείως περί αυτόν
μαχόμενοι, το ζην· οι δε Βούλγαροι αποκόψαντες, ενώ έτι έπνεε,
την κεφαλήν του, έφερον αυτήν οικτρόν τρόπαιον εις τον βασιλέα
των. Τοιούτο τέλος έλαβε και ο ανήρ εκείνος, όστις αρχηγός των
σταυροφόρων εκλεχθείς και στέμμα περιβληθείς, διά της ανδρίας
και των πολεμικών αρετών αυτού ουχί μόνον εις το ίδιον κράτος
του ηδυνήθη να παγιωθή, αλλά και τας κτήσεις του παρεξέτεινε,
και τας προσβολάς των Βουλγάρων απέκρουσε και δεξιός, ούτως
ειπείν, βραχίων της εν Ανατολή Φραγκικής αυτοκρατορίας υπήρξε
(77).
Τον θάνατον του Βονιφατίου εθρήνησαν μεγάλως οι εν
Κωνσταντινουπόλει, ο δε βασιλεύς Ιωάννης απαλλαχθείς του
καταγωνιστοτέρου των εχθρών του εθεώρει πλέον ως ίδιον κτήμα
την Θεσσαλονίκην, και έσπευσεν όπως, πολιορκήσας, καταλάβη
αυτήν. Οι κάτοικοι αναλογιζόμενοι τα δεινά, άτινα έμελλον να
υποστώσι πίπτοντες εις την εξουσίαν του αγρίου Μυσού, διέκειντο
εις φρικώδη τρόμον και αγωνίαν, αλλ' επελθών ο θάνατος και τας
βουλάς εκείνου και τους φόβους αυτών διεσκέδασεν. Ιδού δε πώς
εκτίθενται τα κατά τον θάνατον αυτού. Μια των νυκτών,
κεκλιμένος ο Ιωάννης εις την κλίνην του, ενόμισεν ότι είδε κατ'
όναρ άνδρα καθήμενον επί ίππου λευκού, όστις δραμών προς αυτόν
τον διεπέρασε διά της λόγχης. Εγερθείς περιδεής ο Ιωάννης
ήρξατο προσκαλών τους υπηρέτας αυτού και κραυγάζων ότι είς
στρατηγός του, Μαναστράς καλούμενος, ού η σκηνή ήτο εγγύς της
ιδικής του, τον εδολοφόνει. Εις τας κραυγάς του έσπευσαν οι
υπηρέται του, μεταξύ δε των άλλων και ο Μαναστράς, όστις απορών
διά το συμβάν, διαμαρτύρετο κατά της αποδιδομένης αυτώ
δολοφονίας. Εν τούτοις ο Ιωάννης τετραυματισμένος και
καθημαγμένος εξέπνευσε μετ' ολίγον· οι δε Βυζαντινοί, αντί ν'
αποδώσωσι τον φόνον αυτού εις τον Μαναστράν, τον οποίον ο ίδιος
βασιλεύς κατηγόρει, τον απέδωσαν εις τον μεγαλομάρτυν Άγιον
Δημήτριον, ού το μυρόβλητον σώμα εσώζετο εν Θεσσαλονίκη εις τον
επ' ονόματι αυτού υπό του Λεοντίου ωκοδομημένον ναόν, και
εθεώρησαν αυτόν ως σημείον της πανσθενούς του αγίου προστασίας.
Έτεροι των ιστορικών αναφέρουσιν ότι ο Ιωάννης απεβίωσε κατά
την πολιορκίαν της Θεσσαλονίκης, προσβληθείς υπό πλευρίτιδος·
όπως ποτ' αν η, ο Μαναστράς λύσας μετά τον θάνατον του Ιωάννου
την πολιορκίαν της Θεσσαλονίκης, απεχώρησεν εις τα ίδια (78).
Κατά το έτος τούτο (1207) μεγίστη επήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν
διένεξις μεταξύ του Πατριάρχου Μοροζίνη και των Ενετών ένεκα
εικόνος τινός της Παναγίας, ήτις ελέγετο ιστορηθείσα υπό του
Αποστόλου Λουκά και εγνωρίζετο υπό το όνομα Οδηγήτρια, διότι οι
Βυζαντινοί αυτοκράτορες οσάκις εξήρχοντο εις πόλεμον την έφερον
μεθ' εαυτών, οιονεί οδηγώ αυτή χρώμενοι. Την εικόνα λοιπόν
ταύτην λαβών ο αυτοκράτωρ Ερρίκος εκ του Βουκολέοντος εις τον
οποίον είχε τεθή μετά την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως,
μετέφερεν εις τον ναόν της Αγίας Σοφίας και οψιαίτερον τη
εκλιπαρήσει των Ενετών εδωρήσατο εις αυτούς. Κατά συνέπειαν
ούτοι ηθέλησαν να την παραλάβωσιν εκ του ναού και πέμψωσιν εις
Ενετίαν· αλλά του Πατριάρχου αντιστάντος εις τούτο, οι Ενετοί
εκβιάσαντες τας θύρας της Αγίας Σοφίας και του
θησαυροφυλακείου, εν ώ εκρύπτετο η εικών, παρέλαβον και
μετέφερον αυτήν εις τον ναόν του Παντοκράτορος, ίνα εκείθεν την
πέμψωσιν εις την πατρίδα των. Οργισθείς ο Πατριάρχης κατά της
αυθαδείας ταύτης των Ενετών αφώρισε τον τε έπαρχον αυτών και
τους μετασχόντας της ιεροσυλίας εκείνης, προυκάλεσε δε την
επικύρωσιν του αφορισμού του υπό τε του παπικού εξάρχου
καρδιναλίου της Αγίας Σουσάννης και του Πάπα αυτού. Οι Ενετοί
αναγκασθέντες τοιουτοτρόπως εγκατέλιπον την εικόνα εις την
εκκλησίαν εκείνην, μέχρις ού Μιχαήλ ο Παλαιολόγος, μετά την υπό
των Βυζαντινών άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως, την επανέφερεν
εις την αρχαίαν θέσιν της (79).
Δρυός πεσούσης, λέγει αρχαίος τις λόγος, πας ανήρ ξυλεύεται·
τούτο επήλθε και εις το Βυζαντινόν κράτος μετά την πτώσιν της
εθνικής εξουσίας. Η Ενετία θέλουσα να εκτείνη τας κτήσεις
αυτής, αφ' ετέρου δε αναλογιζομένη ότι αδύνατον τη αποβαίνει δι
ιδίων δυνάμεων να εξουσιάζη τους πολυαρίθμους λιμένας και
νήσους, αίτινες κατά την διανομήν της αυτοκρατορίας τη
εκληρώθησαν από Αδρία μέχρι Βοσπόρου, εξέδωκε ψήφισμα, εν έτει
1207, καθ' ό πας Ενετός πολίτης εδύνατο να εξοπλίση δι' ιδίας
δαπάνης πλοία πολεμικά και κατακτήση οίαν ήθελε νήσον του
αρχιπελάγους ή πόλιν εξ ών έλαχον αυτή, αναγνωρίζων όμως την
κυριαρχίαν της Δημοκρατίας. Η προκήρυξις αύτη νέον ηνέωξε
στάδιον εις την απληστίαν και φιλοδοξίαν, διότι ευγενείς αναμίξ
και έμποροι έσπευσαν να εξοπλίσωσι στόλους και καταλάβωσιν ανά
έν τεμάχιον της ανθηράς άλλοτε Βυζαντινής αυτοκρατορίας, οι δε
δυστυχείς κάτοικοι των ωραίων αυτών χωρών κατέστησαν έρμαιον
του πρώτου τυχοδιώκτου. Τοιουτοτρόπως ο μεν Μάρκος Σανούδος
καταλαβών την Νάξον, Μήλον, Πολύκανδρον και Θήραν συνεστήσατο
το μέχρι του 1570 διαρκέσαν δουκάτον της Ναξίας, οι δε
Σομαρίπαι εκυρίευσαν την Πάρον και Άνδρον, οι Γκίζαι την Τήνον,
Μήκωνον, Σκύρον, Σκίαθον και Σκόπελον, ο Πέτρος Ιουλινιάνης
μετά του Δομινίκου Μικέλλη την Κέαν, ο Φιλοκλής Ναβαγιέρος την
Λήμνον και άλλοι άλλας· αι δε σχηματισθείσαι αύται ηγεμονίαι
εθεωρούντο τιμάρια της Ενετίας, ήτις και πλούτον και δύναμιν
επορίζετο εξ αυτών (80).
Μετά τον θάνατον του βασιλέως των Βουλγάρων Ιωάννου, ο
αυτοκράτωρ ενόμισεν ότι απηλλάγη αντιπάλου σκληρού και
επιφόβου· αλλά ταχέως ηννόησεν ότι μεγάλως ηπατήθη τοιαύτα
νομίσας και ότι ο προς τους Βουλγάρους πόλεμος δεν είχε
περατωθή με τον θάνατον του βασιλέως των. Του Ιωάννου θανόντος
άνευ άρρενος τέκνου, η εξουσία περιήλθεν εις τον ανεψιόν αυτού
Φρορύλαν ή Βορύλαν, όστις όπως παγιώση το στέμμα αυτού,
ενυμφεύθη την προς μητρός θείαν αυτού Σκυθίδα. Κληρονομήσας ο
νέος βασιλεύς το κατά των Φράγκων μίσος του πατρός αυτού, ουχί
όμως και το πολυμήχανον και την ανδρίαν, συνέλλεξε πολυάριθμον
στρατόν και εισήλασεν εις τας χώρας του αυτοκράτορος Ερρίκου·
αλλά προσβληθείς υπό του Φραγκικού στρατού υπέστη ήτταν δεινήν,
τη 30 Ιουλίου 1208, και απεχώρησε κατησχυμένος. Ο δε Ερρίκος
ωφελούμενος εκ της νίκης ταύτης κατέκτησεν εντός μηνός μεγίστην
έκτασιν γης από τους Βουλγάρους (81).