στρατού οπισθοχωρούντα προσεπάθουν να εισέλθωσιν εις τα
χαρακώματα αυτών, ενώ οι Γραικοί, οι Βούλγαροι και οι Κουμάνοι,
τοξεύοντες αυτούς, τοις επέφερον καταστροφήν μεγίστην. Οι την
πολιορκίαν της πόλεως επιτηρούντες, ο τε πρωτοστάτωρ της
Κομπανίας, και ο Μανασσής Δελίσλης ιδόντες την άτακτον
οπισθοχώρησιν των σταυροφόρων, έτρεξαν μετά των περί εαυτούς
εις βοήθειάν των, αλλά μάτην προσεπάθησαν να τους
αναχαιτίσωσιν. Ο φόβος είχεν ήδη παραλύσει εν αυτοίς παν
αίσθημα γενναίον, ο δε Δάνδολος «το αρχαιότατον και
πολυτροπότατον κακόν και των απευκταίων πάντων Ρωμαίοις
πρωτουργόν αίτιον,» ύστατος πάντων πληροφορηθείς την τροπήν,
διότι μετά του στρατού του ευρίσκετο εις απόκεντρον θέσιν, και
βλέπων ότι ουδεμία ελπίς σωτηρίας υπάρχει, απεφάσισεν εν
συμβουλίω μετά των λοιπών αρχηγών να οπισθοχωρήσωσι προς την
Ραιδεστόν, ένθα ηδύναντο επιτυχώς ν' αποκρούσωσι πάσαν εχθρικήν
προσβολήν· αλλά καθ' οδόν πλείστοι ιππόται καταλιπόντες
ανάνδρως τας τάξεις των έτρεξαν προς την Κωνσταντινούπολιν, και
εκεί εν τω τρόμω αυτών, βλέποντες προ των πυλών της πόλεως τους
Βουλγάρους, επέβησαν εις πλοία Ενετικά όπως επιστρέψωσιν εις
τας πατρίδας των. Την λειποταξίαν ταύτην ιδόντες οι αρχηγοί των
σταυροφόρων έπεμψαν ταχυδρόμους εις Κωνσταντινούπολιν ίνα
απαλλάξωσι του φόβου τους Φράγκους· αλλ' ότε οι ταχυδρόμοι
αφίκοντο, επτακισχίλιοι περίπου ιππόται και άλλοι μαχηταί ήσαν
επί των πλοίων έτοιμοι ν' αναχωρήσωσι. Μάτην οι πιστώς
εμμένοντες εις το καθήκον των προσεπάθουν να τους αποτρέψωσι
της αναχωρήσεως ικετεύοντες αυτούς «να μη αμαυρώσωσι διά φυγής
ανάνδρου την δόξαν, ήν είχον αποκτήσει, διότι η εν τοιαύτη
περιπτώσει εκ Κωνσταντινουπόλεως αναχώρησις ήτο έλλειψις προς
τους Κυρίους των, προδοσία κατά του Χριστιανισμού, ύβρις προς
τον Θεόν και χαυνότης μεγίστη.» Αμείλικτοι μένοντες εις τας
ικεσίας ταύτας εκείνοι απεκρίθησαν ότι θέλουσι σκεφθή περί του
πρακτέου, αλλά την νύκτα άραντες τας αγκύρας ανεχώρησαν εκ
Κωνσταντινουπόλεως, καταλιπόντες απεγνωσμένους τους ομοφύλους
αυτών. (57)
Εν τούτοις Ερρίκος ο του Βαλδουίνου αδελφός, προσκληθείς, ως
είπομεν, παρά του αυτοκράτορος προς βοήθειάν του, ήρχετο εξ
Αδραμυττίου συνεπάγων εικοσακισχιλίους Αρμενίους συν γυναιξί
και τέκνοις αυτώ εφεπομένους. Πληροφορηθείς δε καθ' οδόν την
προ της Αδριανουπόλεως καταστροφήν κατηυθύνθη εις Ραιδεστόν,
όπου ήσαν συνηγμένοι και οι λοιποί ιππόται, καταλιπών όπισθεν
αυτού τους Αρμενίους, οίτινες σύροντες και υποζύγια δεν
εδύναντο να προβαίνωσι ταχείς. Οι δυστυχείς ούτοι εχθροί
θανάσιμοι των Γραικών όντες και ούτως εγκαταληφθέντες,
προσεβλήθησαν καθ' οδόν και μεληδόν κατεκόπησαν άπαντες· οι δε
μετά του Ερρίκου ελθόντες εις Ραιδεστόν, πληροφορηθέντες τας
λεπτομερείας της προ της Αδριανουπόλεως καταστροφής παρεδόθησαν
εις αμύθητον λύπην και επειδή η περίστασις ήτο κρίσιμος και
ανάγκη επέκειτο εκλογής αρχηγού, απεφάσισαν να εκλέξωσιν ως
αντιβασιλέα τον Ερρίκον, μέχρις ού λάβωσιν ειδήσεις Βαλδουίνου,
και πέμψωσι πρέσβεις εις Γαλλίαν, Ρώμην και Φλάνδραν ίνα
επικαλεσθώσιν επικουρίας εκείθεν. Τοιουτοτρόπως ο Ερρίκος
μετέβη εις Κωνσταντινούπολιν μετά του στρατού αυτού, όστις προς
τοις άλλοις δυστυχήμασιν υπέστη και νέον, τον θάνατον του
πολυμήτιδος, δόγου Δανδόλου, θανόντος τη 14 Ιουνίου 1205, και
ταφέντος εν τη αγία Σοφία. Φόβος μέγας κατέλαβε τους κατοίκους
τότε αναμένοντας την επιδρομήν Ιωάννου του βασιλέως των
Βουλγάρων, όστις καταστρέφων την εν ταις επαρχίαις κυριαρχίαν
των Φράγκων, εξέπεμπε τους Κουμάνους αυτού μέχρι των πυλών της
Κωνσταντινουπόλεως. Τοιουτοτρόπως δεν έμενεν εις τους
σταυροφόρους εκ των τέως κτήσεων αυτών, ειμή η Ραιδεστός και η
Σηλύβρια, εκείθεν δε του Βοσπόρου μόνον το φρούριον των Πηγών,
διότι Λάσκαρις ο αυτοκράτωρ της Νικαίας, ωφελούμενος εκ των
περιστάσεων, κατέλαβε πάσας τας επιλοίπους χώρας.
Εν τω μέσω των κινδύνων, οίτινες επολλαπλασιάζοντο καθ'
εκάστην, οι σταυροφόροι ηγνόουν την τύχην του αυτοκράτορος
Βαλδουίνου. Ο Ερρίκος άμα λαβών τους οίακας της αντιβασιλείας
παντοιοτρόπως προσεπάθησε να μάθη περί του αδελφού του, πέμψας
και ανθρώπους πιστούς εις τα διάφορα μέρη των Βουλγάρων, διά να
ανιχνεύσωσί τι περί εκείνου. Λύτρα πλούσια, ικεσίαι, απειλαί,
τα πάντα εξηντλήθησαν παρά τω Ιωάννη εις μάτην. Ο Πάπας αυτός
πληροφορηθείς παρά των απεσταλμένων των σταυροφόρων την προ της
Αδριανουπόλεως ήτταν και την αιχμαλωσίαν του Βαλδουίνου, έγραψε
προς τον Ιωάννην εξορκίζων αυτόν ως τέκνον της εκκλησίας να
ελευθερώση τον αυτοκράτορα επί τω όρω εντίμου ειρήνης, και
απειλών αυτόν εν εναντία περιπτώσει διά της οργής του βασιλέως
της Ουγγαρίας και της των Γάλλων· έγραψε δε συνάμα και προς τον
επίσκοπον Τυρνάβου έξαρχον Βουλγαρίας, όπως μεσολαβήση παρά τω
βασιλεί υπέρ του αιχμαλώτου. Προς τας επιστολάς του Πάππα ο
Ιωάννης απήντησεν ότι ότε ο Βαλδουίνος εγένετο αυτοκράτωρ,
αυτός πέμψας πρέσβεις όπως ζητήση την φιλίαν του εφενακίσθη και
εξυβρίσθη, ώστε εκείνος ην αίτιος του πολέμου, ότι ο Θεός
ταπεινών τους υπερήφανους τω έδωκε την νίκην, και ότι τον
Βαλδουίνον, θανόντα ήδη εν τη αιχμαλωσία, δεν δύναται να
ελευθερώση. Περί δε του θανάτου του δυστυχούς αυτοκράτορος,
πολλά και αντίθετα οι ιστορικοί λέγουσι. Το μεν Χρονικόν του
Μωρέως, αφηγείται, ως είδομεν, ότι ο Βαλδουίνος έπεσε πολεμών
προ της Αδριανουπόλεως, τουναντίον δε Νικήτας ο Χωνιάτης
ιστορεί ότι αιχμαλωτισθείς κατά την μάχην εκείνην και δεσμοίς
υποβληθείς καθείρχθη εις Τύρναβον, και εξαχθείς είτα κελεύσει
του βασιλέως εκ της φυλακής, απεκόπη τους μεν πόδας από γόνατα,
τας δε χείρας από βραχίονος πελέκει Τενεδίω, μεθ' ό κατά
κεφαλής επί φάραγκος κρημνισθείς και ούτω ζήσας τρεις ημέρας
εγένετο βορά των ορνέων. Κατά Γεώργιον τον Ακροπολίτην,
εφονεύθη εν τω μέσω συμποσίου τινός υπό του βασιλέως των
Βουλγάρων, και τα μεν μέλη του ερρίφθησαν εις τους βράχους, το
δε κρανίον του περιχρυσωθέν εχρησίμευεν ως ποτήριον του αγρίου
βασιλέως· μία δε των ρωμαντικών περί του θανάτου του Βαλδουίνου
αφηγήσεων υπάρχει και η εξής. Ο Βαλδουίνος κατακλεισθείς εις
σκοτεινήν φυλακήν απέθνησκε σχεδόν εκ πείνης ουδεμίαν άλλην
παρηγορίαν έχων ή τας επισκέψεις της βασιλίσσης, ήτις επετράπη
παρά του συζύγου της, τω λόγω φιλανθρωπίας, να παραμυθή ενίοτε
τον δυστυχή αυτοκράτορα· υπό σφοδρού δε έρωτος προς αυτόν
καταληφθείσα, τω είπε μια των ημερών, παραπονουμένω διά την
τύχην του ότι εδύνατο και άνευ λύτρων να ελευθερώση δύο
αιχμαλώτους. «Τίνες εισίν ούτοι; ηρώτησεν ο Βαλδουίνος;» «Συ,
απεκρίθη η βασίλισσα και εγώ, ήτις στενάζω υπό την τυραννίαν
βαρβάρου συζύγου. Αν με νυμφεύησαι, δυνάμεθα να ελευθερωθώμεν
και οι δύο. Ας αφήσωμεν εις τον Ιωάννην την αθλίαν αυτήν
αυτοκρατορίαν της Κωνσταντινουπόλεως, ήτις δεν δύναται πλέον να
υπάρξη, και ας επιστρέψωμεν ομού εις τους τόπους σου. Εγώ σοι
παρέχω τα μέσα». Φρίττων ο Βαλδουίνος διά την ομολογίαν ταύτην,
απέκρουσε τας ενόχους προτάσεις της βασιλίσσης, ήτις τότε
παραπλησία προς την γυναίκα του Πετεφρή, δραμούσα προς τον
σύζυγόν της, διέβαλε τον Βαλδουίνον ότι δήθεν ηθέλησε να την
εκβιάση. Οργισθείς δε ο Ιωάννης διά την προσβολήν ταύτην, μετά
μυρίας βασάνους απεκεφάλισεν αυτόν και το σώμα του έρριψεν είς
τι δάσος, ένθα εντυχούσα αυτό γυνή τις Βουργουνδία, ήτις
επέστρεφεν εκ του αγίου Τάφου, διερχομένη διά Τυρνάβου,
συνέλεξε τα οστά του και τα έθαψε κρυφίως· ο δε μοναχός
Αλβερίκος ισχυρίζεται ότι και θαύματα ουκ ολίγα συνέβησαν επί
του τάφου του (58).
Τοιούτο υπήρξε το τέλος του Βαλδουίνου, ένδεκα μόνον μήνας
βασιλεύσαντος, και εις ηλικίαν τριάκοντα πέντε ετών θανόντος.
Ήτο ανδρείος, μεγαλοπρεπής, ελευθέριος, φιλόμουσος και ευσεβής,
αλλ' όλα τα προτερήματα ταύτα ουδόλως ίσχυσαν να αποτρέψωσι την
κακήν μοίραν του και το τέλος αυτού εγένετο το προοίμιον της
πτώσεως της Λατινικής αυτοκρατορίας, ήτις εν τη Ανατολή είχεν
ιδρυθή, επί τοσούτον σαθρών βάσεων.
Χρόνον τινά μετέπειτα φήμη διεδόθη εν Φλάνδρα ότι πολλοί
ευγενείς εκ των ακολουθησάντων, τoν Βαλδουίνον, διεσπάρησαν
μετά την μάχην της Αδριανουπόλεως τήδε κακείσε και ότι
περιεπλανώντο υπό ενδύματα μοναχών. Ερρρέθη μάλιστα ότι και
αυτός ο Βαλδουίνος περιβληθείς το ράσον έζη κεκρυμμένος είς
τινα γωνίαν του Αϊνώ· την δε ιδέαν ταύτην εβασιμοποίησε γεγονός
τι περίεργον, καταδεικνύον την πανουργίαν απατεώνων τινών.
Κάτοικός τις της παρά το δάσος του Γλαυσώνος κώμης Μορτάνης,
συναντήσας καθ' οδόν ερημίτην κρατούντα πήραν και έχοντα μορφήν
ευγενή και τρόπους διακεκριμένους, υπώπτευσεν ότι ανήκει εις
επίσημόν τινα οικογένειαν, και τον ηρώτησε περί του ονόματος,
της πατρίδος και των γεννητόρων του· ο ερημίτης τω απήντησεν
αδιαφόρως προς ταύτα· εκείνος δε πιστεύσας ότι υπό τον
μοναχικόν μανδύαν κρύπτεται ευγενής τις εκ Κωνσταντινουπόλεως
ελθών, έσπευσε να εξαγγείλη τοις φίλοις τον την ιδέαν του
ταύτην. Φήμη λοιπόν διεδόθη πανταχού ότι είς των σταυροφόρων
επέστρεψεν ως μοναχός, σωρηδόν δε έτρεξαν οι κάτοικοι προς την
καλύβην του ερημίτου διά να τον είδωσι και ερευνήσωσι τα κατ'
αυτόν. Η επιμονή όμως μεθ' ής ούτος ηρνείτο να φανερώση το
γένος και την πατρίδα του, παρέσχεν είς τινας το ενδόσιμον ότι
αυτός είνε ο Βαλδουίνος. Μάτην εκείνος διεμαρτύρετο ότι δεν
είνε αυτός. Οι κάτοικοι επέμενον, τινές δε εκ των άλλοτε μεν
υπηκόων του Βαλδουίνου, τότε δε υπηκόων της θυγατρός του
Ιωάννας, ασχάλλοντες διότι ήσαν ηναγκασμένοι να κύπτωσι τον
αυχένα εις τον ζυγόν μιας γυναικός, εδράξαντο της περιστάσεως
ν' αποτινάξωσιν αυτόν, συγκεντρούμενοι περί τον νέον τούτον
Βαλδουίνον. Ο δυστυχής μοναχός θέλων και μη, επείσθη, να
παραστήση το πρόσωπον του εξαφανισθέντος αυτοκράτορος, και μια
των ημερών του έτους 1225 αναβάς επί τι ύψωμα διεκήρυξεν
ενώπιον πολυαρίθμου λαού ότι αυτός είναι ο κόμης Βαλδουίνος,
ότι απελπισθείς εκ της ήττης της Αδριανουπόλεως αφήκε τον
κόσμον, αλλ' ότι ενδίδων εις την θέλησιν των πιστών υπηκόων του
αναγκάζεται να ρίψη το προσωπείον και ν' αποδώση εαυτόν
εκείνοις τε και τη πατρίδι.
Πλήρεις χαράς οι κάτοικοι ωδήγησαν αυτόν εις Μορτάνην και
έσπευσαν πανταχόθεν να τω προσφέρωσι την υποταγήν των. Ο δουξ
της Βραβάντης και έτεροι των τα μάλα ισχυόντων τον ανεγνώρισαν
κύριόν των, και επί τέλους ο πτωχός εκείνος ερημίτης
περιβληθείς το στέμμα, προέβη εις πράξεις βασιλικάς, ονομάσας
δέκα ιππότας και απονείμας διαφόρους αξίας εις ετέρους. Η την
αρχήν διέπουσα θυγάτηρ του Βαλδουίνου, αναγκασθείσα να
δραπετεύση εκ της κομητείας της, κατέφυγε προς τον βασιλέα της
Γαλλίας Λουδοβίκον Η, καθικετεύουσα αυτόν όπως την συνδράμη
προς ανάκτησιν του θρόνου της. Ο βασιλεύς χαριζόμενος τη
κομήσση προσεκάλεσε τον ψευδο-Βαλδουίνον εις Περόννην, όπως τον
εξετάση περί διαφόρων πραγμάτων· εκείνος δε ίνα μη δυσαρεστήση
τω βασιλεί επαρουσιάσθη ενώπιον αυτού μετά πολυαρίθμου
συνοδείας. Ερωτηθείς όμως περί τινων αντικειμένων, άτινα, εάν
πραγματικώς ήτο ο Βαλδουίνος ώφειλε να γνωρίζη, και μη έχων τι
ν' αποκριθή, διετάχθη υπό του παρωργισμένου Λουδοβίκου να
εξέλθη εντός τριών ημερών του βασιλείου του. Ο ψευδο-
Βαλδουίνος, γνωσθείσης της απάτης, ενώ επέστρεφεν εις
Βαλενσιέννην, φεύγων διά Βουργουνδίας υπό ένδυμα εμπόρου,
συνελήφθη υπό τινος ιππότου, όστις τον παρέδωσεν εις την
κόμησσαν. Αύτη δε αφού τον κατέκλεισεν εις ειρκτήν και τον
εβασάνισε πολυτρόπως, επί τέλους διέταξε να τον απαγχονίσωσι.
(59)
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ.
ΕΡΡΙΚΟΣ.
Δεύτερος Φράγκος αυτοκράτωρ της
Κωνσταντινουπόλεως.
20 Αυγούστου 1206-11 Ιουνίου 1216.
Ο στρατός των Βουλγάρων παραπλήσιος προς ορμητικόν χείμαρρον
προυχώρει λεηλατών και αρπάζων, εκτείνων δε τας λαφυραγωγίας
αυτού άχρι Θεσσαλονίκης και απειλών τας παράλους του
Ελλησπόντου πόλεις, όσαι ένεκα της εμπορικής αυτών θέσεως
διετέλουν ευπορούσαι. Αφ' ετέρου η Φραγκική αυτοκρατορία,
εστερημένη ικανών προμάχων, υπήρχε σχεδόν εις αποσύνθεσιν, και
οι εν Κωνσταντινουπόλει επερίμενον μετά παλμών τρόμου και
φρίκης να ίδωσι προ των πυλών αυτής της πρωτευούσης, τας αγρίας
και ανελεήμονας των Μυσών ορδάς. Αλλά, προς ευτυχίαν αυτών, οι
σύμμαχοι εκείνων Κουμάνοι εμπλησθέντες λείας πολλής και
αδυνατούντες να υποφέρωσι τα θερινά θάλπη ως και τα χειμερινά
ψύχη, απεσύρθησαν προς τα όρη αυτών· ο δε Ιωάννης, μη νομίζων
εαυτόν εις κατάστασιν όπως, άνευ των ισχυρών εκείνων επικούρων,
αποτελεσματικώς προσβάλη τους Φράγκους, ηναγκάσθη να αναβάλη
διά τον προσεχή χειμώνα την κατά της Κωνσταντινουπόλεως
μελετωμένην επίθεσιν, και έστρεψε τα νικηφόρα όπλα του κατά του
βασιλέως της Θεσσαλονίκης Βονιφατίου, όστις, απών τότε μετά του
στρατού τον εις πολιορκίαν του Ναυπλίου, άμα επληροφορήθη την
πρόθεσιν του Μυσού βασιλέως, λύσας την πολιορκίαν έσπευσε να
επανέλθη εν πάση ταχύτητι εις το κράτος του (60).
Της κατά του βασιλείου της Θεσσαλονίκης προσβολής έναρξιν
εποιήσατο ο Ιωάννης, διά της πολιορκίας των Σερρών, ών ο
φρούραρχος Ούγος δε-Κιλεμής ανέπτυξε μεγίστην ανδρίαν, αλλά,
πεσόντος αυτού κατά τινα μάχην, σφαγέντων δε και των πλείστων
στρατιωτών του, η πόλις παρεδόθη εις τον Ιωάννην, όστις εκ
Σερρών προυτίθετο να κατευθυνθή εις Θεσσαλονίκην· αλλά κατοίκων
τινών της Φιλιππουπόλεως εκ της των Παυλικανών αιρέσεως
υποδειξάντων αυτώ την ευπορίαν της πόλεως ταύτης και το
ολιγάριθμον των εν αυτή φρουρούντων, επείσθη να αναβάλη εις το
μετέπειτα την κατά της Θεσσαλονίκης επίθεσιν, και να κυριεύση
πρότερον την Φιλιππούπολιν, εκδιώκων τους Φράγκους κατόχους
αυτής. Ο της πόλεως φρούραρχος Ρενιέρος δε-Τριτ πληροφορηθείς
την συνεννόησιν ταύτην των Παυλικανών και μη έχων υπό τας
διαταγάς του δύναμιν αξιόμαχον, πυρπολήσας την συνοικίαν, ήν
ώκουν εκείνοι, έφυγε προς το Στενήμαχον ένθα υπήρχε φρουρά τις.
Μετά την φυγήν αυτού είς των εγχωρίων, Αλέξιος τούνομα, ανήρ
επιχειρηματίας και τολμηρός, συναγαγών οπαδούς τινας, τους
έπεισε διά λόγου ενθουσιώδους όπως δράξωνται των όπλων υπέρ της
αυτονομίας αυτών και μη κύψωσι, μόλις απαλλαγέντες του
Φραγκικού ζυγού, υπό έτερον χείρω και βαρβαρικώτερον, του των
Βουλγάρων. Η εύγλωτος αυτού παρόρμησις κατηλέκτρισεν τους
κατοίκους της Φιλιππουπόλεως, οίτινες ορκισθέντες ν' αποθάνωσιν
υπέρ της ελευθερίας αυτών, έλαβον τα όπλα και ότε ο βασιλεύς
Ιωάννης επαρουσιάσθη προ των τειχών της πόλεως, απεκρούσθη κατ'
επανάληψιν υπό του Αλεξίου και των συν αυτώ· αλλά κυριευθείσης
επί τέλους της Φιλιππουπόλεως, τη προδοσία των Παυλικανών, ο
βάρβαρος εκείνος, τον μεν Αλέξιον οδυνηρώς εφόνευσεν, αναρτήσας
αυτόν από των σφυρών, κατέστρεψε δε και επυρπόλησε τα τείχη,
τους πύργους και τα μεγαλοπρεπή οικοδομήματα της πόλεως και
άρδην κατηδάφισεν αυτήν. Τοιούτο τέλος έσχεν η αρχαία εκείνη
και επιφανής πόλις, ήν Φίλιππος ο Μακεδών έκτισε, και ήτις μετά
την Κωνσταντινούπολιν και την Θεσσαλονίκην ήτο η λαμπροτέρα
πόλις της Βυζαντινής αυτοκρατορίας (61).
Εις δεινήν θέσιν ο Ερρίκος διατελών και τον επικείμενον
προβλέπων κίνδυνον απεφάσισε πριν ή ψυχρανθή ο ζήλος των
ιπποτών, και ενόσω έτι ο Ιωάννης ήτο μακράν, να προσπαθήση όπως
επανακτήση τας πόλεις, αίτινες είχον υψώσει την σημαίαν της
αποστασίας κατά των Φράγκων, από των Θρακικών αρχόμενος.
Εξελθών λοιπόν της Κωνσταντινουπόλεως εκυρίευσε την
Αρκαδιούπολιν, ής οι κάτοικοι είχον αποσυρθή, και εκείθεν
πορευθείς εις Άπρω επροξένησε τα μεγαλείτερα κακά τοις
κατοίκοις, άλλους μεν δίκην ποιμνίων ή βουκολίων κατασφάξας,
άλλους δε αιχμαλωτίσας και ποικιλοτρόπως βασανίσας, αυτός ο τον
σταυρόν του Κυρίου άρας και της Χριστιανοσύνης την σωτηρίαν
επαγγελλόμενος. Ενώ δε ο Ερρίκος αφ' ενός περιήγε και κατέσφαζε
τήδε κακείσε τους δυστυχείς Γραικούς, αφ' ετέρου οι Ενετοί νήας
μακράς εξοπλίσαντες ελήστευον τα εώα πάραλα μέρη διαπράττοντες
εν αυτοίς δεινά, ως λέγει ο Νικήτας, πολύμορφα, βαρυαλγή και
ανύποιστα. Η διαγωγή αύτη των σταυροφόρων αντί να επιφέρη το
αποτέλεσμα όπερ ούτοι προσεδόκων, την υποταγήν δηλονότι των
εγχωρίων, τουναντίον εξηρέθιζε την οργήν και το μίσος αυτών,
βλεπόντων ότι αδύνατος αποβαίνει πάσα διαλλαγή προς άνδρας
θηριώδεις και ανελεήμονας είς τε τους αντιτασσομένους εξίσου
και εις τους παραδιδομένους. Μετά την καταστροφήν ταύτην της
Άπρω ο Ερρίκος θέλων να τιμωρήση τους κατοίκους του τε
Διδυμοτοίχου και της Αδριανουπόλεως, απεφάσισε να πορευθή και
επ' αυτούς ώστε παγιών ούτω την εξουσίαν του κακεί, να επανέλθη
μετέπειτα εις Κωνσταντινούπολιν.
Πρόσφατον ήτο εισέτι το προ της Αδριανουπόλεως πάθημα των
Φράγκων και η καταισχύνη, ήν υπέστησαν ούτοι, ουχί μόνον πλήθος
στρατιωτών, αλλά και αυτόν τον αυτοκράτορα Βαλδουίνον
αποβαλόντες· δι' αυτό ο Ερρίκος αποφασίσας να προσβάλη την
πόλιν εκείνην, έλαβεν όλα τα μέτρα, όπως ει δυνατόν, εκδικήση
την ήτταν των Φραγκικών όπλων. Συναγαγών λοιπόν όσας
περισσοτέρας δυνάμεις εδυνήθη, επορεύθη εις την Αδριανούπολιν
και πέμψας προ αυτού πρεσβείαν προς τους κατοίκους, τοις
προέτεινε να παραδοθώσιν· αλλ' εκείνοι, αναμιμνησκόμενοι των εν
Άπρω σφαγών, απήντησαν ότι ουδεμίαν βάσιν δύνανται να έχωσιν
εις των Φράγκων τους λόγους, όντων εχθρών βαρβάρων και απίστων,
σκληρών δ' επίσης και προς εχθρούς και προς φίλους. Η απάντησις
αύτη, δεικνύουσα ότι οι εγκάτοικοι είχον αποφασίσει ν'
αντιστώσιν άχρις εσχάτων, έπεισε τον Ερρίκον ότι μόνον διά του
πολέμου εδύνατο να επιτύχη την υποταγήν της πόλεως. Οχυρώσας
λοιπόν τα περίχωρα όπως αντικρούση πάσαν εκ των έξωθεν
προσβολήν και ανοίξας βαθείαν τάφρον, ήρξατο την πολιορκίαν της
πόλεως· αλλ' οι εντός ητοιμασμένοι κατά πάντα όντες αντέταξαν
τοσαύτην καρτερίαν, και διά του υγρού πυρός και των λοιπών
αμυντικών όπλων τοσαύτην φθοράν επροξένησαν εις τους εχθρούς,
ώστε ούτοι λύσαντες την πολιορκίαν απεχώρησαν προς το
Διδυμότοιχον. Αλλά και εκεί δεν υπήρξαν ευτυχέστεροι, διότι
επελθουσών ραγδαίων βροχών και του ποταμού Έβρου
πλημμυρήσαντος, πολλοί των Φράγκων παρασυρθέντες υπό των υδάτων
επνίγησαν, οι δε λοιποί άραντες κατεσπευσμένως τας σκηνάς
αυτών, κατέφυγον εις Ρούσιον, το oποίον ωχύρωσαν,
πληροφορηθέντες ότι ο βασιλεύς Ιωάννης έπεμπε κατ' αυτών
πολυάριθμον στρατόν. Εκ δε Ρουσίου, καταλιπών προς φύλαξιν τον
Θιερρή δε-Λος μετά τεσσαράκοντα ιπποτών και πολλών ιππέων, ο
Ερρίκος μετά των περί αυτόν επανήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν,
πέμψας προηγουμένως φρούραρχον Διδυμοτοίχου τον Θεόδωρον Βρανάν
(62).
Εν τούτοις ο Βασιλεύς Ιωάννης, πάσης δραττόμενος περιστάσεως
όπως βλάψη τους Φράγκους, αφ' ενός μεν έπεμψε πολυάριθμον
στρατόν εκ Γραικών, Κουμάνων και Σκυθών κατά του Ρουσίου, του
οποίου την φρουράν κατανικήσας εκείνος, εξεδίωξεν εις
Ραιδεστόν, αφ' ετέρου δε διατρέχων ο ίδιος τας διαφόρους
πόλεις, έφερε παντού την μάχαιραν και το πυρ· αι δε δηώσεις και
σφαγαί αύται έβλαπτον μεν καιρίως την εν τη ανατολή Φραγκικήν
κυριαρχίαν, αλλά κατέστρεφον άρδην τους Γραικούς, οίτινες
ηυρίσκοντο μεταξύ δύο εχθρών εξίσου ανηλεών και αμειλίκτων·
διότι ο Ιωάννης εχθρός άμα και εκδικητής αυτών γινόμενος
εξέδιδε τοις Σκύθαις εις προνομήν και λαφυραγωγίαν όλας τας
κώμας και πόλεις, όσαι πρότερον είχον αναγκασθή να κύψωσιν υπό
τους Φράγκους, «και ην ιδείν, λέγει Νικήτας ο Χωνιάτης (63),
και ασύνηθες και πάσαν υπερπαίον θεοκίνητον μάστιγα, την γαρ
αυτήν γην και το αυτό έθνος εδήου γένη διττά, πη μεν εκατέρα,
πη δε θάτερον παρά θάτερον επεισπίπτοντα.»
Από της ολεθρίας μάχης της Αδριανουπόλεως ο Ερρίκος εξηκολούθει
θαρραλέως υπερασπίζων την κλονιζομένην υπό των αδιαλείπτων των
Βουλγάρων προσβολών και των επαναστάντων Γραικών επιθέσεων
αυτοκρατορίαν· αι έκτακτοι όμως αύται περιστάσεις απήτουν ου
μόνον χείρα στιβαράν, αλλά και εξουσίαν πεπαγιωμένην όπως
αντεπεξέλθη κατά τοσούτων εχθρών. Έτος είχεν ήδη παρέλθει από
της αιχμαλωσίας του Βαλδουίνου, όστις, ως είπομεν. δεν είχεν
αφήσει άρρενας απογόνους, και η φήμη του θανάτου αυτού
διαδοθείσα μεταξύ των Φράγκων, έπεισεν αυτούς όπως προβώσιν εις
την εκλογήν νέου αυτοκράτορος. Τις δε ήτο καταλληλότερος του
Ερρίκου όπως φορέση το στέμμα κατά τας κρισίμους εκείνας
περιστάσεις; Και εκ σεβασμού λοιπόν προς τας αρετάς και την
μνήμην του σφαγιασθέντος Βαλδουίνου, και εκ δικαίας εκτιμήσεως
της ανδρίας και των προτερημάτων του αδελφού αυτού Ερρίκου, ο
κλήρος έπεσεν επ' αυτόν και την εικοστήν Αυγούστου 1206, ημέραν
Κυριακήν, εστέφθη υπό του Πατριάρχου Θωμά Μοροζίνη εν τω ναώ
της Αγίας Σοφίας δεύτερος Φράγκος αυτοκράτωρ της
Κωνσταντινουπόλεως μετά πασών των κατά τοιαύτας περιπτώσεις
διατυπώσεων (64).
Η εκλογή του νέου αυτοκράτορος ηκούσθη μετά μεγάλης
ευχαριστήσεως εν Κωνσταντινουπόλει παρά πάντων των Φράγκων και
εορταί δημόσιαι πανταχού ετελέσθησαν· αλλ' ο Ερρίκος μικράν
προσοχήν εις τα τοιαύτα δίδων, χαρακτήρος δ' ών ενεργητικού και
σοβαρού ενησχολήθη από της πρώτης της εκλογής του ημέρας περί
τα της πολιτείας. Ήρξατο λοιπόν τας εργασίας αυτού από της
ανανεώσεως των προς την Ενετικήν δημοκρατίαν συμβάσεων του
προκατόχου του, και πέμψας τέσσαρας πρέσβεις εις Ενετίαν,
επεκύρωσε τας προνομίας, άς αι πολίται της δημοκρατίας εκείνης
εν Κωνσταντινουπόλει εκέκτηντο. Μετά ταύτα, επειδή αι συνεχείς
ταραχαί και η βραχυχρόνιος διάρκεια της βασιλείας του αδελφού
του δεν είχον επιτρέψει εκείνω να συντάξη τους θεμελιώδεις του
κράτους νόμους, επέστησε την προσοχήν του εις το αντικείμενον
αυτό, αρξάμενος από των σχέσεων των υποτελών προς το στέμμα.
Ενομοθέτησε λοιπόν ότι οι υποτελείς του αυτοκράτορoς είτε
Γάλλοι είτε Ενετοί ώφειλον να συνοδεύωσι μετά του στρατού των,
ιδία δαπάνη συντηρούντες αυτόν, εν ταις εκστρατείαις του τον
αυτοκράτορα από της πρώτης Ιουνίου μέχρι της επετείου εορτής
του αγίου Μιχαήλ· συνετέμνετο δε ο χρόνος ούτος κατά το ήμισυ,
εάν οι υποτελείς είχον εχθρόν τινα παρά τα όρια των, και ήσαν
ολοσχερώς απαλλαγμένοι της τοιαύτης υποχρεώσεως, εάν ο εχθρός
ούτος ήθελε προσβάλει αυτούς. Προσέτι εάν εχθρός τις εισέδραμεν
εις τας χώρας του αυτοκράτορος, οι υποτελείς ώφειλον να τον
συνδράμωσιν, ιδία πάντοτε δαπάνη, άνευ προθεσμίας, ενόσω
δηλονότι δεν απεσοβείτο ο εχθρός εκείνος· πας δ' υποτελής
ελλείπων του τοιούτου καθήκοντος, εξέπιπτε της αξίας του
δικαζόμενος υπό δικαστών του ιδίου έθνους. Ταυτοχρόνως ηθέλησε
χάριν της μελλούσης ευημερίας των υπηκόων του να περιστείλη την
ισχύν αυτού τε και των διαδόχων του, θεσμοθετών ότι ο
αυτοκράτωρ ώφειλε να συμμορφούται επί υποθέσεων αφορωσσών την
αύξησιν ή υπεράσπισιν του κράτους προς την γνωμοδότησιν
συμβουλίου συγκειμένου εκ των βαρώνων, των κομήτων, του Ενετού
πράκτορος και του βασιλέως της Θεσσαλονίκης, ότι ουδέν ήθελε
πράττει εναντίον των νόμων, την αρμοδιότητα των οποίων ουδ'
αυτός εδύνατο να διαφύγη, και ότι όπως επαρκή εις την αξιοπρεπή
διατήρησίν του εδικαιούτο να λαμβάνη τας προσόδους της Θράκης,
καθώς και οι υποτελείς διά τας πολεμικάς δαπάνας, εις τας
οποίας υπέκειντο κατά τον ανωτέρω κανονισμόν, εδικαιούντο να
νέμωνται τας προσόδους των τιμαρίων αυτών. Θέλων δε να
καταστήση τας διατάξεις ισχυράς και αμετάκλητους, εψήφισεν ότι
ουδέν άρθρον δύναται να προστεθή ή ν' αφαιρεθή απ' αυτών άνευ
της συγκαταθέσεως πάντων των μελών του ως άνω είρηται
συμβουλίου, άτινα και υπέγραψαν παραδεξάμενα αυτάς (65).
Αι συνεταί αύται πολιτικαί πρόνοιαι, διεκόπησαν εκ του θορύβου
των όπλων, διότι ενώ ο Ερρίκος εθεσμοθέτει εν
Κωνσταντινουπόλει, ο Ιωάννης εβάδιζε μετά στρατού πολυαρίθμου
προς το Διδυμότοιχον, το oποίον ο φρούραρχος Βρανάς δεν εδυνήθη
να υπερασπίση κατά των επιδρομέων. Την πτώσιν αυτού και τας
επακολουθησάσας ταύτην φρικαλέας σφαγάς, λεηλασίας και
αιχμαλωσίας πληροφορηθέντες οι εν Αδριανουπόλει, έπεμψαν
πρέσβεις προς τον αυτοκράτορα, εκλιπαρούντες αυτόν όπως τοις
αποστείλη ταχείαν επικουρίαν. Ο Ερρίκος προθύμως αποδεξάμενος
την ικεσίαν εκείνων ανεχώρησεν αμέσως μεθ' ικανού στρατού εκ
Κωνσταντινουπόλεως και αφικόμενος εις Αδριανούπολιν
επληροφορήθη ότι ο εχθρός πεφορτωμένος λείαν πλουσίαν είχεν
αποσυρθή προς το κράτος του, συνεπάγων πολυπληθείς αιχμαλώτους
εκ Διδυμοτοίχου. Αποφασίσας λοιπόν να καταπολεμήση τον βασιλέα
των Βουλγάρων, συνάμα δε και ελευθερώση τους αιχμαλωτισθέντας
υπηκόους του, ετράπη προς καταδίωξιν αυτού μέχρι Βερροίας της
εν Θράκη, πόλεως εκείνω ανηκούσης, ής οι κάτοικοι μακρόθεν
ιδόντες την έλευσιν του Φραγκικού στρατού απεσύρθησαν εις το
όρος Αίμον. Αυτόσε πολυαρίθμους τροφάς ο αυτοκράτωρ ευρών και
αναπαυθείς επ’ ολίγας ημέρας, ώδευσε προς την Βλίσνην, την
οποίαν ομοίως εύρεν ακατοίκητον, των ενοίκων καταλιπόντων
αυτήν. Εκεί πληροφορηθείς ότι ο βασιλεύς Ιωάννης εστρατοπέδευεν
ου πολύ μακράν είς τινα κοιλάδα, εξέπεμψε κατ' αυτού δύο ίλας
ιππικού μετά πολλών Γραικών εκ Διδυμοτοίχου και Αδριανουπόλεως,
οίτινες εν μεγίστη προθυμία έδραμον προς απελευθέρωσιν των
αιχμαλώτων οικείων των, υπό τον αδελφόν του Ευστάθιον, και τον
Μακάριον δε-Σαιν Μενεχούλ. Οι Βούλγαροι ιδόντες αυτούς μακρόθεν
επερχομένους παρετάχθησαν εις μάχην, αλλά μετά συμπλοκήν
πολύωρον και αιματηράν ηναγκάσθησαν να τραπώσιν εις φυγήν
καταλιμπάνοντες εις τους νικητάς εικοσακισχιλίους Γραικούς
αιχμαλώτους, τους οποίους εκ Διδυμοτοίχου είχον παραλάβει, και
τρισχιλίας φορτηγούς αμάξας πλήρεις λείας. Επανελεθόντων των
Φράγκων μετά την λαμπρών ταύτην επιτυχίαν εις Αδριανούπολιν, ο
αυτοκράτωρ ηλευθέρωσε τους αιχμαλώτους και απέλυσεν αυτούς,
επιδραμών δε εις τας χώρας του Ιωάννου, κατέστρεψε την πόλιν
των Θερμών, περιώνυμον ούσαν διά τα ιαματικά αυτής ύδατα, και
αφού εδήωσε και ελαφυραγώγησε διαφόρους άλλας πόλεις ανηκούσας
εκείνω, επέστρεψεν εις Αδριανούπολιν, της οποίας την φρούρησιν
ενεπιστεύθη εις τους Γραικούς, άρχοντα αυτών καταστήσας τον
Πέτρον δε-Ράδιγγεν μετά είκοσιν ιπποτών (66).