και κινδυνώδης, του οποίου αι συνέπειαι ήσαν επί τοσούτον
δειναί, εφ' όσον υπέρ οιουδήποτε των διαμαχομένων και αν
έκλινεν η πλάστιγξ του πολέμου τα αποτελέσματα ήσαν εξίσου διά
τους Φράγκους φθοροποιά. Ο φονευθείς βασιλεύς της Θεσσαλονίκης
Βονιφάτιος κατέλιπε δύο υιούς, εκ των οποίων εις μεν τον
πρώτον, καλουμένον Γουλλιέλμον και γεννηθέντα εκ της πρώτης
συζύγου του, εκληροδότησε διά διαθήκης την ηγεμονίαν της
Μοντφεράτης, εις δε τον δευτερότοκον, ώ όνομα ην Δημήτριος,
γεννηθέντα εκ της δευτέρας αυτού συζύγου Μαργαρίτας της εκ
Παιόνων, κατέλιπε το βασίλειον της Θεσσαλονίκης. Του τελευταίου
τούτου, ανηλίκου όντος, κηδεμών διωρίσθη ο κόμης Βλάνδρας ανήρ
επιχειρηματίας και παλίμβουλος όστις μόλις έλαβε κατοχήν του
βασιλείου, απεφάσισε να καταστήση αυτό ολοσχερώς ανεξάρτητον
από του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως, και απεκδύων του
στέμματος τον κηδεμονευόμενόν του, επιθέση αυτό επί την κεφαλήν
του Γουλλιέμου, ο οποίος ένεκα της ηλικίας του ήτο αρμοδιώτερος
να βαστάση τοιούτον φορτίον. Περιελθόντος του ενόχου αυτού
σχεδίου εις γνώσιν του αυτοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως,
καθ' όν χρόνον ούτος επανήρχετο εκ του κατά των Βουλγάρων
πολέμου, ο Ερρίκος, καί τοι βαρέως χειμώνος όντος, κατηυθύνθη
εις Θεσσαλονίκην, όπως προλάβη πάσαν ανταρσίαν· αλλ' αφικομένω
αυτώ εις Χριστούπολιν, ο διοικητής, εντολή του κόμητος, τω
έκλεισε τας θύρας της πόλεως και απηγόρευσε συνάμα τοις
κατοίκοις να δώσωσι τροφάς εις τον αυτοκρατορικόν στρατόν, όπερ
ηνάγκασε τον αυτοκράτορα να τελέση τας εορτάς της του Χριστού
γεννήσεως εκτός της πόλεως. Εκείθεν ο αυτοκράτωρ κατηυθύνθη
προς την κοιλάδα των Φιλίππων, και αποδιοπομπούμενος να έλθη
φανερώς εις ρήξιν προς τον κόμητα, προσεκάλεσεν αυτόν ίνα έλθη
όπως συνομιλήσωσι περί της ενεστώσης καταστάσεως των πραγμάτων,
αλλ' εκείνος οχυρώσας την Θεσσαλονίκην έστειλε και εις Σέρρας
Λομβαρδόν τινα καλούμενον Ωβερτίνον κύριον του Στίνα, ίνα
οχυρώση και την πόλιν εκείνην (82).
Ο αυτοκράτωρ αναχωρήσας εκ Φιλίππων εστρατοπέδευσεν είς τι προ
της Θεσσαλονίκης κείμενον μοναστήριον, εκείθεν δ' έπεμψε τον
Κόνωνα Πετούνην, τον Πέτρον δε-Λουαί και τον Νικόλαον δε-Μαλλή
ίνα ζητήσωσιν από τον Βλάνδραν λόγον της διαγωγής του· αλλ'
εκείνος απεκρίθη μετ' επάρσεως ότι ο τόπος κατεκτήθη τη ανδρεία
των Λομβαρδών, και ότι κατά συνέπειαν, απηλλαγμένος ων πάσης
ετέρας εξαρτήσεως, εις μόνον τον βασιλέα του οφείλει υποταγήν.
Εν τούτοις οι απεσταλμένοι έπεισαν τον κόμητα Βλάνδραν να δεχθή
εις συνέντευξιν τον αυτοκράτορα, υπό μόνων τεσσαράκοντα ιπποτών
συνοδευόμενον· αλλά καθ' ήν στιγμήν ο Ερρίκος εισήρχετο εις την
πόλιν, εισορμήσας άπας ο στρατός αυτού συνεισήλθε, και
τοιουτοτρόπως ο Βλάνδρας συλληφθείς εκρατήθη αιχμάλωτος μέχρις
ού ήθελε παραδώσει τω αυτοκράτορι και τας πόλεις Σερρών και
Χριστουπόλεως. Τότε η χήρα του μαρκησίου Βονιφατίου Μαργαρίτα
προσελθούσα διεμαρτυρήθη ότι εναντίον της θελήσεως αυτής ο
Βλάνδρας διωρίσθη κηδεμών του τέκνου της και ότι ο φόβος μόνον
την είχεν εμποδίσει ν' αντιστή προς την επανάστασιν· ο δε
Ερρίκος όπως την πείση ότι ουδέποτε είχε πρόθεσιν να αφαιρέση
από τον υιόν της το βασίλειον της Θεσσαλονίκης ανηγόρευσεν
ιππότην τον νέον Δημήτριον και έστεψεν αυτόν κατά την ημέραν
των Επιφανειών βασιλέα μετά πλείστης όσης επισημότητος (83).
Ο κόμης Βλάνδρας αιχμάλωτος ων παρητήθη μεν κατά το φαινόμενον
της κηδεμονίας και της αντιβασιλείας, αλλά πράγματι διετήρησεν
όλην την εξουσίαν αυτού παρά τοις διοικηταίς, οίτινες ήσαν
πλάσματά του· διότι υποσχεθείς να παραδώση εις τον αυτοκράτορα
τας δύο εκείνας πόλεις, έπεμψε κρυφίως προς τους διοικητάς
αυτών διαταγήν να μη υπακούσωσιν, ει προσεκαλούντο να
παραδοθώσι. Κατά συνέπειαν δεν εδέχθησαν τους επιτρόπους,
οίτινες ήλθον να λάβωσι κατοχήν της πόλεως, ο δε Ερρίκος
εξοργισθείς κατά της προδοσίας ταύτης, εστενοχώρησε πολύ πλέον
τον Βλάνδραν, θέσας αυτόν υπό την επιτήρησιν του Κόνωνος
Πετούνη, του Ανσώ δε-Καχιέ και του Βαλδουίνου Σοριέλ. Ο
Ωβερτίνος, διοικητής των Σερρών, φοβούμενος μη δεν δυνηθή ν'
αντιστή προς τους στρατούς του αυτοκράτορος, έσπευσε να
προσφέρη εις τον Βορύλαν την πόλιν, διαβεβαιών αυτόν ότι οι
Γραικοί κάτοικοι ευχαρίστως απαλλασσόμενοι της των Φράγκων
κυριότητος ήθελον υποβληθή εις την εξουσίαν αυτού. Αλλ' οι
κάτοικοι αγανακτήσαντες διότι ήθελε να τους κατακτήση
συνενόχους της προδοσίας του και φοβούμενοι τας συνεπείας
αυτής, προσεκάλεσαν τον αυτοκράτορα, όστις επελθών εκυρίευσεν
άνευ αντιστάσεως την πόλιν (84).
Μετά την άλωσιν των Σερρών υπελείπετο η της Χριστουπόλεως. Ο
Βλάνδρας ώμνυεν ότι δεν εξήρτητο παρ' αυτού να υποτάξη την
πόλιν ταύτην, εις τον αυτοκράτορα, αλλ' απαταιών υπάρχων, ενώ
αφ' ενός διεμαρτύρετο κατά της αθωότητός του, αφ' ετέρου
απέστελλε προς τον φρούραρχον Χριστουπόλεως τον πιστόν φίλον
του Πέτρον δε-Βίνην, εντελλόμενος προς αυτόν να μη παραδώση την
πόλιν, και αν ακόμη υπ' αυτού του ιδίου εγγράφως προσεκαλείτο.
Ενώ ταύτα συνέβαινον ο Κόνων Πετούνης διετάχθη παραλαβών τον
Βλάνδραν να μεταβή εις Χριστούπολιν επί τη ελπίδι ότι η
παρουσία αυτού ήθελε συντελέσει εις την άμεσον παράδοσιν της
πόλεως· αλλ' επειδή επήλθε το αντίθετον αποτέλεσμα αφ' ό,τι
προσεδοκάτο, ο Κόνων μη έχων αρκούσας δυνάμεις όπως προσβάλη
την πόλιν, συνομολόγησε μετά του φρουράρχου αυτής ημερών τινων
ανακωχήν και απεσύρθη εις Δράμαν, ένθα οι Λομβαρδοί κύριοι του
φρουρίου όντες νύκτωρ ελθόντες τον προσέβαλον και τον
ηχμαλώτισαν μετά των στρατιωτών του. Οργισθείς κατά τοσούτων
απιστιών ο Ερρίκος, αλύσεσι δεσμεύσας τον Βλάνδραν, έφερεν
αυτόν εις Θεσσαλονίκην, ένθα τον παρέδωσεν εις χείρας της
βασιλίσσης Μαργαρίτας, ήτις τον έρριψεν εις σκοτεινόν
δεσμωτήριον μέχρις ού ήθελε διεξαχθή η δίκη του. Ταυτοχρόνως η
φρουρά της Χριστουπόλεως αθετήσασα την ανακωχήν και επιδραμούσα
ελήισε τας παρακειμένας χώρας. Τούτο μαθών ο Βαλδουίνος Σοριέλ,
εξελθών της Δράμας επέπεσε κατά των Λομβαρδών και μετά
αιματηράν συμπλοκήν τον μεν Πέτρον Βίνην και τον φρούραρχον
Ραούλ ηχμαλώτισε, τους δε λοιπούς εφυγάδευσεν εις τα όρη, ένθα
εγένοντο θύματα ελεεινά των χωρικών (85).
Ενώ δε ο αυτοκρατορικός στρατός διέλυεν εις Χριστούπολιν τας
Λομβαρδικάς του Βλάνδρα ορδάς, ο Ερρίκος ελάμβανεν υπό του
Ρολάνδου Πίσχη, κυρίου Πλαταμώνος, πόλεως κειμένης παρά τον
Θερμαϊκόν κόλπον, επιστολάς δι' ών εκείνος εζήτει επικουρίας
όπως αντιστή κατά των επιθέσεων των οπαδών του Βλάνδρα. Ο
Ερρίκος τω έπεμψε παραχρήμα τον Ανσώ δε-Καχιέ και τον
Γουλλιέλμον δε-Σαιν μετά τριάκοντα ιπποτών προς βοήθειαν· αλλ'
ενώ ούτοι επορεύοντο, έμαθον καθ' οδόν ότι, ο Πισχής
συνθηκολογήσας μετά των Λομβαρδών ηνώθη μετ' αυτών, όπως
καταπολεμήση εκείνους οίτινες ήρχοντο προς βοήθειάν του. Ολίγοι
όντες και μη δυνάμενοι να λάβωσιν επιθετικά μέτρα απεσύρθησαν
εις Κίτρον, ένθα μετ' ού πολύ ήλθε και ο Ερρίκος μετά πασών των
δυνάμεών του και έπεμψε κατ' αυτών τον Ανσώ δε-Καχιέ μέ τινας
ίλας ιππικού. Οι Λομβαρδοί δειλιάσαντες εκ της αφίξεως του
αυτοκράτορος, τω έπεμψαν πρεσβευτήν τον Ρολάνδον δε-Μαγχικούρ
ίνα τω προτείνωσιν ειρήνην επί τω όρω ν' αποφασισθή παρ'
επιτροπής Γάλλων και Λομβαρδών αν έπρεπεν ο Βλάνδρας να μένη
αιχμάλωτος ή ελευθερωθείς να αναλάβη την του ανηλίκου Δημητρίου
κηδεμονίαν. ο Ερρίκος άτοπον και αναξιοπρεπή την πρότασιν
ταύτην ευρίσκων έπεμψε στρατόν επί την Χριστούπολιν, οι δε
Λομβαρδοί καταλαβόντες την γέφυραν ποταμού τινος όν έμελλε να
διέλθη ο αυτοκρατορικός στρατός, παρετάχθησαν εκεί όπως τω
παρεμποδίσωσι την διάβασιν, αλλ' ελθόντων των αυτοκρατορικών
και μάχης αιματηράς συγκροτηθείσης, οι Λομβανδοί ηττηθέντες,
υπεχώρησαν προς την πόλιν, ένθα πολιορκηθέντες, ηναγκάσθησαν να
παραδοθώσιν επί τω όρω του ότι ήθελε του χαρισθή η ζωή. Μετά
την μάχην ταύτην ο μεν Ερρίκος απεσύρθη εις Μύρα, συνεφωνήθη δε
να συνέλθωσιν αντιπρόσωποι του τε αυτοκράτορος και των
Λομβαρδών εν τη κοιλάδι της Θεσσαλονίκης, όπως συνομολογήσωσι
συνθήκην επί όρων δι' αμφοτέρους λυσιτελών· αλλ' οι Λομβαρδοί,
καί τοι συγκατατιθέντες εις τούτο, δεν ετήρησαν όμως ακολούθως
τον λόγον των.
Ενώ ταύτα συνέβαινον εν Μακεδονία, ελθών προς τον αυτοκράτορα ο
Όθων δε-λα-Ρος επεκαλέσατο την επικουρίαν αυτού όπως εκδιώξη
από των Θηβών τους καταλαβόντας αυτάς Λομβαρδούς. Ολίγω δε
ύστερον του Όθωνος ήλθε και ο Βιλλαρδουίνος μετά τεσσαράκοντα
ιπποτών όπως εκθέση προς τον αυτοκράτορα τον κίνδυνον όστις
ηπείλει τας εν Θεσσαλονίκη κτήσεις αυτού από τους οπαδούς του
Βλάνδρα. Ο Ερρίκος επιθυμών να καταστρέψη εσαεί τας τοσούτον
παρενοχλούσας αυτόν Λομβαρδικάς ορδάς, παραλαβών τον
Βιλλαρδουίνον και ισχυρόν στρατιωτικόν σώμα, εξεστράτευσε κατά
των Θηβών. Οι της πόλεως ταύτης φρούραρχοι Ωβερτίνος και
Ραϊνόλδος κατά πρώτον μεν τω έκλεισαν τας πύλας· αλλά
πολιορκηθέντες ηναγκάσθησαν να παραδοθώσιν, επί τω όρω του να
προσαγάγη τον Βλάνδραν ο αυτοκράτωρ εις Θήβας όπως απολογηθή
κατά των αποδιδομένων αυτώ κατηγοριών. Εις ταύτα επένευσεν ο
αυτοκράτωρ, αλλ' ο κατηγορούμενος ενώ ωδηγείτο εις Θήβας
διαλαθών την προσοχήν των φυλάκων αυτού εδραπέτευσεν εις
Εύβοιαν, ένθα ήρξατο τας κατά του Ερρίκου επιβουλάς αυτού,
μελετών να τον καταστρέψη ή διά του σιδήρου ή διά του
δηλητηρίου, όπερ ήθελε βεβαίως επιτύχει, ει μη ο της νήσου
άρχων Ραβανός δε-λα-Κάρσερι διεκώλυεν αυτόν. Τας επιβουλάς
ταύτας μαθών ο Ερρίκος, κατηυθύνθη εις Εύβοιαν όπως προσβάλη
τον δραπέτην· αλλά μεσολαβήσαντος του Ραβανού, ο Βλάνδρας έτυχε
της συγγνώμης του αυτοκράτορος και αναχωρήσας εις Ιταλίαν
έπαυσε του να η αιτία τοσούτων δεινών εις αυτόν (86).
Ενώ ο Ερρίκος ήτο εις Θήβας, ο της Ηπείρου δεσπότης Μιχαήλ
βλέπων μετά δυσαρεσκείας αυτόν εκτείνοντα την δύναμίν του τόσον
πλησίον του κράτους του απεφάσισε να έλθη εις διαπραγματεύσεις
περί ειρήνης μετά των Φράγκων, καθόσον μάλιστα επ' εσχάτοις
είχεν αποβάλλει και την πλουσίαν πόλιν Επίδαμνον. Πέμψας λοιπόν
πρέσβεις εξέφρασε την επιθυμίαν του προς τον αυτοκράτορα, όστις
αφ' ετέρου θέλων εν τη ειρήνη να εύρη ανακούφισίν τινα,
παρεδέχθη την πρότασιν του Μιχαήλ, και εν ταχθείση ημέρα οι δύο
ηγεμόνες συνήλθον εν τη κοιλάδι της Θεσσαλονίκης όπως
συνδιαλεχθώσι. Τούτου γενομένου, ο Μιχαήλ επρότεινε τον γάμον
της θυγατρός αυτού μετά Ευσταθίου του κόμητος της Βολωνίας και
αδελφού του Ερρίκου, προσφέρων αντί προικός το τρίτον του
κράτους του και ομνύων πίστιν εις τον αυτοκράτορα. Του Ερρίκου
παραδεχθέντος τας προτάσεις ταύτας, συνωμολογήθη η συνθήκη και
ο γάμος εγένετο· αλλ' η συμμαχία μικρόν διήρκεσε, το μεν διά
τον επελθόντα θάνατον του Ευσταθίου μη καταλιπόντος τέκνα, το
δε διά τον φιλοτάραχον του Μιχαήλ χαρακτήρα (87).
Μετά την απέλασιν του Βλάνδρα η αντιβασιλεία του κράτους της
Θεσσαλονίκης και η κηδεμονία του Δημητρίου ανετέθησαν παρά του
αυτοκράτορος εις την Μαργαρίταν, ήτις διά παπικής βούλας, κατά
Απρίλιον του 1210 εκδοθείσης προς τον αρχιεπίσκοπον Ηρακλείας
και τους επισκόπους Γαρδικίου και Θερμοπυλών, είχεν επιτύχει
υπέρ εαυτής τε και υπέρ του υιού της και την του Πάπα
προστασίαν. Αλλ' ο αυτοκράτωρ ίνα παγιώση την δύναμιν αυτής και
εξασφαλισθή περί της πίστεώς της, διώρισεν ένα βοηθόν εις την
αντιβασιλείαν, όστις συμμετείχε της διοικήσεως εν τοις
συμβουλίοις υπό το όνομα επιτρόπου του αυτοκράτορος της
Κωνσταντινουπόλεως εν τω βασιλείω της Θεσσαλονίκης. Κατά τον
αυτόν χρόνον ο βασιλεύς των Βουλγάρων ειρηνεύσας μετά του
αυτοκράτορος και θέλων να προσελκύση την φιλίαν αυτού, τω
προέτεινε συμμαχίαν και συγγένειαν δι' αγχιστείας. Η
αυτοκράτειρα Αγνή είχε τέως αποθάνει εκ τοκετού, συναποθανόντος
και του βρέφους ό εγέννησεν· ο Βορύλας λοιπόν, όστις δεν είχε
ποσώς τέκνα, επρότεινεν εις τον Ερρίκον να νυμφευθή την
θυγατέρα του προκατόχου του Ιωάννου· ιστορικοί δέ τινες
αναφέρουσιν ότι και αυτός ενυμφεύθη την ανεψιάν του
αυτοκράτορος και θυγατέρα του Πέτρου κόμητος του Ωξέρ, αλλά
τούτο ουδόλως, φαίνεται, συνέβη. Εν τούτοις ο Ερρίκος ευρών
αρεστάς τας προτάσεις του Βορύλα ενυμφεύθη την Βουλγαρίδα
ηγεμονόπαιδα και οι Φράγκοι είδον επί του θρόνου καθεζομένην
την θυγατέρα του θανασιμωτέρου εχθρού των (88).
Αλλ' ήτο, φαίνεται, πεπρωμένον να μη έχη ο Ερρίκος ουδέ στιγμήν
αναπαύσεως. Άρχων Κορίνθου και Άργους ήτο ο Θεόδωρος, όστις
μετά μεγίστης δυσαρεσκείας έβλεπε τας προόδους των Φράγκων και
την ειρήνην, ήν είχε συνομολογήσει μετ' αυτών ο της Ηπείρου
δεσπότης Μιχαήλ, παρ' ού και μόνου, εδύνατο να προσδοκά
βοήθειαν. Εγειτνίαζε δε με αυτόν ο Γουλλιέλμος Βίλλαρδουίνος,
όστις θέλων να συμπεριλάβη εις τας κτήσεις του και την του
Θεοδώρου χώραν, εξεστράτευσε κατ' αυτού και πολιορκήσας τον
ηνάγκασε να παραδοθή δι' έλλειψιν τροφών· συνομολογήσας δε μετ'
αυτού συνθήκην του αφήρεσε την Κόρινθον, καταλιπών εις εκείνον
μόνην του Άργους την κυριότητα (89).
Την εν Κορίνθω εγκατάστασιν των Φράγκων πληροφορηθείς ο Μιχαήλ
και θεωρήσας ταύτην ως παράβασιν των συνθηκών, ανέλαβε τον
πόλεμον και συλλαβών τον ανύποπτον διατελούντα κοντόσταυλον της
Ρωμανίας μετά εκατόν Φράγκων ιπποτών και στρατιωτών,
μετεχειρίσθη αυτούς βαρβάρως και ανηλεώς, διότι άλλους μεν
εμαστίγωσεν, άλλους δε καθείρξε, τον κοντόσταυλον απηγχόνισε
και έτερόν τινα εις υπηρεσίαν του αυτοκράτορος διατελούντα
εξέδαρε ζώντα. Επειδή δ' εγνώριζεν ότι οι στρατιώται του
Ερρίκου εγόγγυζον κατά του ευτελούς μισθού των, προσείλκυσε
προς εαυτόν πολλούς εκείνων το υποσχέσει μεγαλειτέρου μισθού,
και τοιουτοτρόπως ήρξατο πολεμών τον αυτοκράτορα διά των ιδίων
στρατιωτών του. Ο πάπας Ιννοκέντιος, πληροφορηθείς παρά του εν
Κωνσταντινουπόλει εξάρχου αυτού την λειποταξίαν των στρατιωτών
του αυτοκράτορος, εξεσφενδόνισε κεραυνοβόλον αφορισμόν κατ'
εκείνων, οίτινες συνετάσσοντο τοις Γραικοίς και τω απίστω και
απανθρώπω αυτώ ηγεμόνι· αλλ' οι της Ρώμης κεραυνοί ήσαν
ανίσχυροι όπως διασκεδάσωσι μόνοι την καταιγίδα (90).
Εν τω μέσω της μήπω παγιωθείσης εισέτι τάξεως και ενώ ο
αυτοκράτωρ ηγωνίζετο όπως αποσοβήση τους αδιαλείπτως
γεννωμένους εχθρούς, οι Λατίνοι εκκλησιαστικοί δεν έπαυον
εργαζόμενοι υπέρ της υλικής αναπτύξεως αυτών, ουχί μόνον
προσηλυτίζοντες τους δυστυχείς Γραικούς, αλλά και παντοιοτρόπως
προσπαθούντες να επαυξήσωσι τα εαυτών πλούτη. Από της ενάρξεως
της βασιλείας του Ερρίκου, ο αυτοκράτωρ, οι βαρώνοι και οι
διάφοροι ιππόται είχον συμφωνήσει να παραχωρήσωσι τη εκκλησία
αντί της περιουσίας ήν αύτη εκέκτητο επί των Βυζαντινών
αυτοκρατόρων, το δέκατον πέμπτον των ακινήτων κτημάτων όσα
απέκτησαν, και το δωδέκατον των ζώων και των γεωργικών ειδών·
εξηρείτο δε της διατάξεως ταύτης η πρωτεύουσα και το εμπόριον
αυτής. Τας παραχωρήσεις ταύτας είχεν εγκρίνει και ο Πάπας,
όστις υπέβαλε ποινήν αφορισμού εις πάντας όσοι δεν ήθελον τυχόν
συμμορφωθή προς αυτάς· αλλ' οι Φράγκοι εκκλησιαστικοί,
ακόρεστοι εις τας αρπαγάς αυτών όντες και υπό πλεονεξίας
ασυγγνώστου ελαυνόμενοι, έπειθον τους πιστούς των να προικίζωσι
διά δωρητηρίων ή διά κληροδοτημάτων την εκκλησίαν με κτήματα
και γαίας, και επειδή τα εκκλησιαστικά κτήματα ήσαν απηλλαγμένα
πάσης συνεισφοράς ή άλλης υποχρεώσεως προς την πολιτείαν, το δε
κυριώτερον οι κάτοικοι των τοιούτων κτημάτων εξηρούντο της
στρατολογίας, συνέβαινεν ώστε η μεν εκκλησία οσημέραι επλούτει,
το δε κράτος αδιαλείπτως επτώχυνε και εξησθένει. Τούτο βλέπων ο
Ερρίκος εξέδωκε διάταγμα δι' ού απηγορεύετο εις πάντας η επί
οιωδήποτε τίτλω και λόγω παραχώρησις γαιών εις την εκκλησίαν
είτε υπό ζώντων, είτε υπό θανόντων, ένιοι δε των ιπποτών
προφασιζόμενοι ότι τα κτήματα άτινα ο κλήρος κατείχε, τω
εδωρήθησαν μετά την έκδοσιν του διατάγματος, επέβαλον χείρα επ'
αυτών. Εμάνησαν οι του κλήρου ιδόντες την πράξιν ταύτην του
αυτοκράτορος και σπεύσαντες κατήγγειλαν αυτόν εις τον Πάπαν ως
εναγή και ιερόσυλον και ως παραίτιον της καταστροφής εκκλησίας
κατά την Ανατολήν. Ο Πάπας λαβών τας επιστολάς των κληρικών
προσεκάλεσε τον αυτοκράτορα ν' ανακαλέση το ανόσιον εκείνο
διάταγμα και εν παρακοή επέτρεπεν εις τους επισκόπους να
προσβάλωσιν αυτόν τοις βέλεσι του πνεύματος· αλλά βλέπων ότι αι
απειλαί του μικρόν έσχον αποτέλεσμα, διέταξε τους επισκόπους
Γαρδικίου και Σήθωνος να κηρύξωσιν ότι η πράξις του
αυτοκράτορος παραβλάπτουσα τα δικαιώματα της εκκλησίας, και
άντικρυς αντιβαίνουσα προς το δίκαιον, ήτο άκυρος και ουδείς
υπεχρεούτο να συμμορφωθή προς αυτήν. Ο Ερρίκος φοβούμενος τα
σκάνδαλα άτινα, επιμένοντος αυτού, εδύναντο να επέλθωσι, και εκ
σεβασμού προς την Αγίαν Έδραν, ετροποποίησε το πρώτον διάταγμα
και τοιουτοτρόπως διεσκεδάσθη η μεταξύ αυτού και του Πάπα
διένεξις (91).
Ολίγω μετά ταύτα επήλθεν ετέρα διαφωνία αφορμήν λαβούσα την
αξίωσιν του κλήρου επί της πρωτοκαθεδρίας εν τη εκκλησία της
Αγίας Σοφίας. Ο πατριάρχης Μοροζίνης ισχυρίζετο ότι εν ταις
ιεροτελεστίαις όφειλε να κάθηται ένδον του βήματος, του
αυτοκράτορος καθημένου εκτός· ούτος δε απήτει όπως κάθηται επί
θρόνου εντός του βήματος έχων εκ δεξιών και εις θέσιν κατωτέραν
τον Πατριάρχην· επειδή δε αι αξιώσεις αμφοτέρων εβασίζοντο επί
των πρωτείων της εκκλησίας ή της πολιτείας, ο Πατριάρχης
ανηνέχθη προς τον Πάπαν, όστις γράψας μετά δριμύτητος προς τον
αυτοκράτορα, αφού απεδείκνυεν εκ διαφόρων ρήσεων της Γραφής το
ιερατικόν αξίωμα υπέρτερον του βασιλικού, τον επέπληττε πώς
διενοήθη να ταπεινώση τοσούτον τον Πατριάρχην της
Κωνσταντινουπόλεως, εκ των πρωτίστων μελών της εκκλησίας όντα,
ώστε να τω προσδιορίση ως θέσιν τους πόδας του θρόνου του. Επί
του αντικειμένου τούτου τω παρετήρει ότι οι Γραικοί
αυτοκράτορες είχον τον θρόνον των εν τη Αγία Σοφία εκτός του
βήματος και έναντι του άμβωνος, κατά προτροπήν του Αγίου
Αμβροσίου, όστις υπέδειξεν εις τον αυτοκράτορα Θεοδόσιον ότι εν
τω βήματι δεν έπρεπε να εισέρχωνται ειμή οι εκ του κλήρου.
(92) Ο αυτοκράτωρ μη θέλων να ενδώση προφασιζόμενος ότι οι
Γάλλοι βασιλείς είχον τον θρόνον των εντός του βήματος,
επέμενε, και αγνοούμεν τι ήθελε συμβή, ει μη ο επελθών κατά
Ιούλιον του 1211 θάνατος του Πατριάρχου διέκοπτε την τοιαύτην
έριν.
Ο θάνατος του Μοροζίνου εγέννησε νέους διαπληκτισμούς μεταξύ
των Γάλλων και Ενετών διά την εκλογήν του διαδόχου αυτού. Οι
Ενετοί εναντίον της αποφάσεως του Πάπα ότι το αρχιερατικόν
αξίωμα δεν πρέπει να δίδηται κληρονομικώς, αλλά κατ' αξίαν, και
θέλοντες να διαιωνίσωσι την Πατριαρχείαν της Κωνσταντινουπόλεως
εις το έθνος των, συνήχθησαν ένοπλοι και κατέλαβον την Αγίαν
Σοφίαν, απαιτούντες εν ύβρεσι και απειλαίς όπως εκλεχθή
διάδοχος του αποβιώσαντος ο πρεσβύτερος, εφημέριος του ναού
τούτου, ομοεθνής των ων. Οι Γάλλοι διαμαρτυρηθέντες κατά της
απρεπούς των Ενετών διαγωγής, εξελέξαντο κατ' ιδίαν τρεις
υποψηφίους, δηλονότι τον επίσκοπον Κρεμώνος, τον Πέτρον
Καρδινάλιον του Αγίου Μαρκέλλου και τον ιερέα Ροβέρτον δε
Γορξόν και ανέθηκαν εις τον Πάπαν την μεταξύ των τριών αυτών
εκλογήν του ενός ως Πατριάχου. Τούτων δ' ούτως εχόντων αμφότερα
τα έθνη έπεμψαν πρέσβεις εις Ρώμην όπως εκθέσωσι τα δίκαια
αυτών· ο δε Πάπας ακούσας τους πρέσβεις ηκύρωσε την παρ'
αμφοτέρων γενομένην εκλογήν ως αντικανονικήν και διέταξε νέαν
κατά τους ειθισμένους τύπους. Κατά συνέπειαν της αποφάσεως
ταύτης συνήλθον επανειλημμένως οί τε Ενετοί και οι Γάλλοι όπως
προβώσιν εις την εκλογήν του Πατριάρχου, αλλά δεν ηδυνήθησαν να
φθάσωσιν εις τελικόν αποτέλεσμα, διότι οι μεν πρώτοι εψήφισαν
τον εξ Ενετίας καταγόμενον αρχιεπίσκοπον της Ηρακλείας, οι δε
Γάλλοι τον εφημερίον Λουδοβίκον. Τοιουτοτρόπως αυτών μη
προβάντων εις οριστικήν εκλογήν, ο Πάπας εξαπέστειλεν εις
Κωνσταντινούπολιν τον νοδάρον αυτού και αποστολικόν γραμματέα
Μάξιμον όπως εξομαλύνη το πράγμα· αλλ' επειδή και ούτος
ουδεμίαν εδυνήθη να φέρη θεραπείαν, ο Πάπας μετά τεσσάρων και
ημίσεως έτους χηρείαν του Φραγκικού Πατριαρχικού της
Κωνσταντινουπόλεως θρόνου διώρισε Πατριάρχην, ακυρώσας πάσας
τας προγεγενημένας εκλογάς, εν έτει 1215,τον εξ Ετρουρίας
Γερβάσιον (93).
Μέχρι τούδε οι Γραικοί, καίτοι εν ταπεινώσει και εξευτελισμώ
διατελούντες, καίτοι βλέποντες την οικτράν κατάστασιν εις ήν η
εθνική των εκκλησία είχε περιέλθει, υπέμενον όμως τα πάντα,
διότι τουλάχιστον έλειπεν ο θρησκευτικός διωγμός, του ηπίου
προσηλυτισμού απλώς διενεργουμένου· αλλά και η τελευταία αύτη
παρηγορία εξέλιπεν από τινος και σκάνδαλον ενέσκηψεν επενεγκόν
ταραχήν και θλίψιν άφατον εις τους δυστυχείς ορθοδόξους.
Αποβιώσαντος του παπικού εξάρχου καρδιναλίου της Αγίας
Σουσάννης, ανδρός συνετού και μετριοπαθούς, ο Πάπας έστειλε
διάδοχον αυτού τον φανατικώτατον και εις ύψιστον βαθμόν
μισορθόδοξον καρδινάλιον Πελάγιον, επίσκοπον Άλβης. Ο ανήρ
ούτος, κούφος και μάταιος ων, επαιρόμενος δε επί τη αξία και τω
βαθμώ αυτού, μετεχειρίζετο μεγαλοπρέπειαν ασυνήθη και γελοίαν,
διότι ουχί μόνον αυτός από κεφαλής μέχρι ποδών ήτο
πορφυροενδεδυμένος, αλλά και οι υπηρέται αυτού και τα σκεύη και
οι χαλινοί των ίππων και τα εφίππια ήσαν πορφυρόχροα· τούτο δ'
ετάρασσε τους Γραικούς βλέποντας εις ποίον εξευτελισμόν
περιήλθε το χρώμα εκείνο, όπερ άλλοτε μόνοι οι αυτοκράτορες των
εδύναντο να φέρωσι. Μη αρκούμενος δε εις την ματαιότητα ταύτην
ο παπικός έξαρχος διέπραξε βιαιοπραγίας αρρήτους κατά των
Γραικών, ών τους ιερείς έρριψεν εις τα δεσμωτήρια και τας
εκκλησίας έκλεισεν, αναγκάζων αυτούς επί ποινή θανάτου να
εξομώσωσι το θρήσκευμά των και ομολογήσωσι την πνευματικήν
υπεροχήν του Πάπα. Ο βίαιος ούτος τρόπος εξηρέθισε τους
Γραικούς, οίτινες δραμόντες σωρηδόν εις τα ανάκτορα και
πεσόντες προ των ποδών του αυτοκράτορος εβόων. «Ημείς μεν άλλου
γεγονότες γένους και άλλον αρχιερέα έχοντες, εαυτούς τω κρατεί
σου υπετάξαμεν, ώστε σωματικώς κατάρχειν ημών ου μην γε ψυχικώς
και πνευματικώς. Σου μεν γαρ εν πολέμω υπερμαχείσθαι των
αναγκαίων, των δ' ημετέρων εκστήναι σεβασμάτων και θρησκευμάτων
των αδυνάτων πάντων καθέστηκεν. Ήγουν λύσον ημίν τα υπελθόντα
δεινά, ή άφες, ως ελευθέρους εν τοις ιθαγενέσιν αφίχθαι.» Ο
αυτοκράτωρ εκτιμών τας μεμψιμοιρίας των υπηκόων του εδικαίωσεν
αυτούς, και τους μεν ιερείς των εξήγαγεν εκ των ειρκτών, τας δε
εκκλησίας των ήνοιξε, μηδόλως λαμβάνων υπ' όψιν την λυσσώδη
ορμήν του Πελαγίου (94).
Εν τω μεταξύ είχε λήξει η μετά του αυτοκράτορος της Νικαίας
ανακωχή και ούτος, το μεν, άσπονδον κατά των Φράγκων μίσος
τρέφων, το δε παροτρυνόμενος υπό των εκ Κωνσταντινουπόλεως κατά
τον διωγμόν των ορθοδόξων παρ' αυτώ καταφυγόντων ιερέων,
ανέλαβε τον κατά του Ερρίκου αγώνα προσβάλλων και φονεύων τους
εν τη Ασία διεσπαρμένους Φράγκους. Ταύτα πληροφορηθείς ο
αυτοκράτωρ της Κωνσταντινουπόλεως, διαβάς μετά ισχυρού στρατού
τον Ελλήσποντον και εις Τρωάδα και Μυσίαν διεκπεραιωθείς,
ώδευσε προς τα όρια της Βιθυνίας, ένθα κατέλαβε το Ποιμανινόν
και άλλας πόλεις μετ' ασήμαντον αντίστασιν. Εις Λεντιανά όμως
οι φρουρούντες έδειξαν μεγίστην ανδρίαν και επί τεσσαράκοντα
ημέρας εδέησεν ο αυτοκράτωρ ν' αναπτύξη όλην την στρατηγικήν
αυτού ικανότητα όπως εκπορθήση την πόλιν· κύριος δ' αυτής
γενόμενος εθανάτωσε τον ανδρείον του Λασκάρεως αδελφόν
Κωνσταντίνον, τον γαμβρόν αυτού Ανδρόνικον Παλαιολόγον και τον
φρούραρχον Δερμοκαΐτην τους οποίους εθεώρει ως παραιτίους της
μακροχρονίου εκείνης αντιστάσεως. Παραλαβών δε την της πόλεως
φρουράν και κατατάξας εις τα ίδια τάγματα, έθηκεν επί κεφαλής
αυτών τον στρατηγόν Γεώργιον Θεοφιλόπουλον, και αναθείς αυτώ
την υπεράσπισιν πασών των εν Ανατολή κτήσεων της αυτοκρατορίας
επανήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν (95).
Εν τούτοις ο Λάσκαρις αδυνατών ν' αντιστή προς τους Φραγκικούς
στρατούς έσπευσε να προτείνη προς τον Ερρίκον ειρήνην· ούτος δε
όπως απαλλαχθή των εν τη Ασία περιπετειών και συγκεντρώση πάσας
αυτού τας δυνάμεις κατά του δεσπότου της Ηπείρου Μιχαήλ, όστις
εισβάλλων εις τας χώρας του τον παρηνώχλει, εδέχθη την ειρήνην,
καθ' ήν η μεν Μυσία περιήρχετο εις τας κτήσεις του
αυτοκράτορος, άπασα δε η από Σάρδεων μέχρι Νικαίας χώρα
συμπεριλαβανομένων εκτός της Περγάμου και Προύσσης, και πολλών
άλλων πόλεων, έμενεν ως κτήμα του Λασκάρεως. Συγγραφείς τινές
προσθέτουσιν ότι κατά την περίστασιν ταύτην ο Ερρίκος εξέδωκε
τω Λασκάρει εις γάμον μίαν των ανεψιών του, θυγατέρα της
αδελφής του Υολάνδης κομήσσης του Ωξέρ (96)· αλλά το τοιούτο
δεν έχεται αληθείας. Εν τούτοις ο αυτοκράτωρ μένων ανενόχλητος,
εκ της Ασίας, έστρεψε την προσοχήν προς τον δεσπότην της
Ηπείρου και συναγαγών στρατόν αξιόμαχον παρεσκευάζετο να
κατευθυνθή επ' αυτόν, ότε επληροφορήθη ότι εκείνος απεβίωσε
δολοφονηθείς εν τη κλίνη του υπό τινος των υπηρετών του (97).
Τον Μιχαήλ μη έχοντα τέκνα διεδέξατο εν τη δεσποτεία της
Ηπείρου ο ανεψιός αυτού Θεόδωρος, ο του Ιωάννου Σεβαστοκράτορος
υιός, ανήρ τολμηρός και γενναίος. Ούτος μόλις λαβών τας ηνίας
της διοικήσεως, επιτεθείς κατά των Βουλγάρων, εκυρίευσε δυο
πόλεις αυτών, τας Αχρίδας και το Πρίλαπον, προς δε κατέλαβε το
τε Δυρράχιον και το Αλβανόν, άτινα ήσαν τιμάρια του κράτους,
ανήκοντα τοις Ενετοίς. Ο Ερρίκος μαθών την εισβολήν ταύτην του
Θεοδώρου ανεχώρησε μετά στρατού εκ Κωνσταντινουπόλεως όπως
ανακτήση τας δύο εκείνας πόλεις, αλλ' αφικόμενος εις
Θεσσαλονίκην απεβίωσε τη 11 Ιουνίου 1216, το τεσσαρακοστόν
πέμπτον της ηλικίας του έτος άγων.