Τι Χριστούγεννα έμελλαν να κάμουν, το έτος εκείνο, εις το παλαιόν
βραχοκτισμένον θαλασσοδαρμένον Κάστρον, κατέναντι του αγρίως
μαινομένου πελάγους, εις [προς] τα κράτη του Βορρά;
Δυστυχισμένη χρονιά εκείνη. Δύο χιλιάδες γίδια και πρόβατα είχαν
ψοφήσει από τα ολίγα κοπάδια της μικράς νήσου, μέσα εις τα χειμάδια
των ποιμένων και βοσκών, από το τρομερόν ψύχος, από τα χιόνια τα
πρώιμα, όπου εσκέπασαν τους λόγγους και τα βουνά, έως τους βουβώνας,
το ύψος. Τρόφιμα άλλα δεν υπήρχον, ειμή ελαίαι και παστά οψάρια. Τ'
αμπέλια δεν είχον καρποφορήσει· άγνωστος πρωτοφανής νόσος είχε βλάψει
τα σταφύλια.
Τας τελευταίας σταγόνας του οίνου της χρονιάς, ολίγον λάκυρον
νεροπλυμένον, το οποίον είχαν κάμει το έτος εκείνο, τας είχον πίει
προ-δύο τριών ημερών ο Νικολός το Πιτς, και ο αχώριστος φίλος του, ο
Αντώνης της Γαλοντζίτσας, εις το καπηλείον του Γιαννιού της
Στέργαινας· και τώρα, όταν [όπου] εξημέρωναν Χριστούγεννα, με τον
ουρανίσκον στεγνόν, έμειναν αγρυπνούντες εις το μικρόν καπηλείον, το
σύνθετον και από [με] καφενέν, το οποίον έμεινεν ανοικτόν εξαιρετικώς
την νύκτα εκείνην, μέχρι της ώρας καθ' ην έμελλε να σημάνη ο Όρθρος
και η Λειτουργία των Χριστουγέννων.
Πού η εποχή εκείνη, καθ' ην παντοίοι κορσάροι, Τούρκοι, Αφρικανοί,
Γενοβέζοι, περιεκάθιζον εις το μικρόν παραθαλάσσιον φρούριον, — και
όμως οι τότε άνθρωποι ήσαν ευτυχείς χωρίς να το ηξεύρουν! Η
σιδηρόπορτα πάντοτε κλειστή, η κινητή γέφυρα ανεβασμένη· είχον
αφθόνους τροφάς, κ' έπινον νερόν από μίαν στέρναν κ' επειδή εφείδοντο
του νερού, όταν επρόκειτο να κτισθή τοίχος αυλής ή μικρά καλύβη,
κατεσκεύαζον την λάσπην με κρασί — καθώς διηγούντο οι γεροντότεροι —
και αυτοί το είχον εξ ακοής — και όλοι έλεγαν ότι το πιστεύουν. Πού η
αφθονία εκείνη εις όλα τα πράγματα; ευλογημένος καιρός!
Σήμερον, ο Νικολός το Πιτς, και ο φίλος του, ο Αντώνης της
Γαλοντζίτσας, ησθάνοντο ξηρόν τον φάρυγγα, ενώ εξημέρωνε τέτοια
μεγάλη και φαιδρά εορτή, χρονιάρα μέρα! Αφού έπαυσαν τα φαναράκια να
περιφέρωνται, και τα παιδία που έψαλλον τα «Χριστούγεννα-Πρωτόγεννα»
επήγαν να κοιμηθούν, κ' εσβύσθησαν όλα τα φώτα και ο βορράς εμαίνετο
και αντήχει ο πλαταγισμός των κυμάτων κάτωθεν του βράχου, έμεινε το
καπηλείον με τας δύο πενιχράς καπνώδεις λυχνίας του, με την θύραν
βλέπουσαν προς το πέλαγος, εις το ύψος, όπου ίστατο το παμμέγιστον
«Κανόνι της Αναγκιάς» κατά το βόρειον άκρον του Κάστρου.
Δύο ή τρεις άλλοι θαμώνες έκλινον την κεφαλήν εις τα τραπέζια κ'
ενύσταζον· ο κάπηλος, όρθιος παρά το κυλικείον, αφήκε μέγαν ρογχασμόν.
Ο Νικολός το Πιτς κι' ο Αντώνης της Γαλοντζίτσας εξήλθον ν'
αγναντέψουν το μαύρον πέλαγος, από της Αναγκιάς το Κανόνι. Τούτους
ηκολούθησε μετ' ολίγον διά να ξενυστάξη κι' ο ίδιος ο καφετζής.
Ανάμεσα εις τα χορεύοντα κύματα, εις το έρεβος της νυκτός και το
χάος, ο Νικολός κι' ο φίλος του είδαν έξαφνα έν φως μικρόν, ως
λαμπυρίς, να σείεται, ν' αφανίζεται, και πάλιν ν' ανακύπτη. Κάποιον
πλοίον αγωνιούσε κ' επαράδερνεν εκεί εις το μαύρον πέλαγος.
— Να, ένα καΐκι, είπεν ο Νικολός το Πιτς.
— Καράβι μεγάλο είνε! είπεν ο υιός της Γαλοντζίτσας.
— Μεγάλο, μικρό... η φορτούνα το σπρώχνει κατά 'δώ.
— Ξυλάρμενο; είπεν ο άλλος.
— Ποιος μπορεί να διακρίνη;
Παρήλθον ολίγα λεπτά της ώρας. Το πλοίον είχε πλησιάσει. Εφαίνετο να
έχη κατεβασμένα τα πανιά. Ηκούσθη κρότος αλύσεως.
— Να, άραξε, είπεν ο Νικολός το Πιτς. Θε μου, και να ήτον φορτωμένο
κρασιά; ...ο Χριστός το στέλνει.
— Να έχη και τίποτε ξεροτύρια, στ' αμπάρι του! παρετήρησεν ο Αντώνης
της Γαλοντζίτσας.
— Να έφερνε και κάμποσα κεφάλια γιδοπρόβατα για σφάξιμο! προσέθεσεν
ο Γιαννιός της Στέργαινας.
Προ έτους και πλέον, ο καπετάν Ηρακλής ο Καλούμπης, με την ωραίαν
μεγάλην σκούναν του, είχεν αποπλεύσει από την Σαλονίκην, διά να
εκφορτώση έν υπόλοιπον του εκ λιθοκόλλας και οικοδομικού υλικού
φορτίου του εις ένα δυτικόν αιγιαλόν του λαιμού της Κασσάνδρας εντός
του Θερμαϊκού κόλπου. Είχε λάβει επί του πλοίου του ένα ή δύο
Εβραίους βοηθούς διά την εκφόρτωσιν, επειδή η επιχείρησις εγένετο από
μέρους της ισραηλιτικής κοινότητος της Σαλονίκης.
Ο Εβραίος φορτωτής και ο υπάλληλός του δεν ήλπιζον να φθάσωσι τόσον
γρήγορα εις το τέρμα του πλου. Ήτο Σάββατον, έφθασαν προ μεσημβρίας,
και ο καπετάν Ηρακλής επέμενε ν' αρχίση αμέσως η εκφόρτωσις.
Ήτο περί τα μέσα του φθινοπώρου, οι καιροί ήσαν θυμωμένοι, και κατά
πάσαν νύκτα σφοδρότατοι απόγειοι άνεμοι έπνεον.
Το μέρος ήτο αλίμενον. Ήτο κίνδυνος, αν έμενον την νύκτα, ο άνεμος
και τα κύματα να ξεσύρουν την άγκυραν, να ξοριάσουν το πλοίον, και
τότε... καλό ξεπλάτισμα! — όπως λέγουν οι ναυτικοί.
Ο Εβραίος ηρνήθη να δώση χείρα εις την εκφόρτωσιν εν ημέρα Σαββάτου.
Δεν ήξευρεν ο Τσιφούτης, ότι «έξεστιν εν Σαββάτω αγαθοποιείν», και
δεν ήξευρεν ότι «Κύριος εστιν ο Υιός του ανθρώπου και του Σαββάτου».
Ήξευρε μόνον να σώζεται, με τον κόπον των Ελλήνων ναυτικών, πλέων εν
ημέρα Σαββάτου.
Πώς δεν τους διέτασσε (του έλεγεν ο καπετάν Ηρακλής) να αράξουν
καταμεσής στο πέλαγος, εις βάθος διακοσίων οργυιών, διά να μη
αρμενίζουν το Σάββατον; Άλλως και διά να αράξουν μόνον εχρειάζετο
κόπος, εργασία. [Αλλά ήτο, ως φαίνεται, γνήσιος απόγονος εκείνων,
οίτινες το πάλαι διύλιζον τον κώνωπα και κατέπινον την κάμηλον].
Ο πλοίαρχος εθύμωσεν, ηγανάκτησε και δυστυχώς, ως ελέχθη, ίσως
παρεξετράπη κατά του Εβραίου. Τον υπάλληλόν του τον υπεχρέωσε διά της
βίας να εργασθή, εξεφόρτωσεν όπως ηδυνήθη και απέπλευσε.
Την άλλην χρονιάν, μεσούντος του Δεκεμβρίου ο καπετάν Ηρακλής,
προερχόμενος από τα Μπογάζια και το Δεδεαγάτς, φέρων καί τινα
εξαίρετα κασκαβάλια της Αίνου, επλησίασεν εις την Λήμνον, εφόρτωσεν
ωραία κοκκινωπά κρασιά, κ' έπλευσεν εις Θεσσαλονίκην.
Η Εβραϊκή κοινότης ηρνήθη να δεχθή και να εκφορτώση τα πράγματα, τα
οποία ήσαν προωρισμένα εις παραλαβήν αυτής. Απηγόρευσεν εις όλους
τους εργάτης της, εκφορτωτάς, αχθοφόρους, αμαξαγωγούς, Εβραίους ή
όχι, να συντελέσωσιν εις την εκφόρτωσιν.
Ο καπετάν Ηρακλής δεν ήξευρε τίποτε δι' ό,τι είχε συμβή από πέρυσιν
έως εφέτος. Εν τω μεταξύ η κοινότης τον είχε κάμει &χαραμάδον&, ήτοι
αποσυνάγωγον, μεταξύ των Ελλήνων εμποροπλοιάρχων.
Ο καπετάν Ηρακλής δεν ηθέλησεν ούτε να ενεργήση τι, ούτε εις το
προξενείον να προσφύγη. Επειδή ήρχοντο Χριστούγεννα, δεν εμελέτα μεν
να πλεύση εις την γενέθλιον νήσον του, διά να εορτάση, αλλ' ενδομύχως
ηύχετο να έστελλεν ο Θεός ένα καλόν βορράν, διά να πουλήση τα κρασιά
οπουδήποτε, (τα οποία ήξευρεν ότι εκόστιζαν πάμφθηνα εις τον έμπορόν
του), και έπειτα μίαν καλήν νοτιάν διά να ποδίση και μεταβή εις την
πατρίδα του. Δεν ήξευρεν, επειδή προ πολλού δεν είχε λάβει γράμματα
εκείθεν, ότι ακριβώς διά το είδος αυτό του τερπνού εμπορεύματός του
υπήρξε μεγάλη δίψα εις όλους τους ουρανίσκους και τους φάρυγγας των
νυκτερινών θαμώνων του καπηλειού, επάνω εις το Κανόνι της Αναγκιάς —
εκεί ήτο η πατρίς του.
Απέπλευσεν από την Σαλονίκην, και έλεγε μέσα του: «Να μην πιάση η
κατάρα των Τσιφούτηδων! Να μην τους περάση!» &Διασκέδασον την βουλήν
του Αρχιτόφιλ,& Κύριε ο Θεός μου!
Ανοικτά από την Κασσάνδραν εύρε δύο μεγάλα πλοία, βαρυφορτωμένα από
αρνία πρώιμα κ' ερίφια. Ηγόρασεν εξ αυτών είκοσι κεφάλια.
Όπως ηυχήθη, ούτω σχεδόν έγεινε. Την πρώτην νύκτα έστειλεν ο Θεός
ελαφρόν βορράν. Την δευτέραν εσπέραν έπνευσε σφοδρός νότιος.
Επόδισε την νύκτα και κατέπλευσεν εις το παλαιόν βραχοκτισμένον και
θαλασσοδαρμένον Κάστρον.
Άμα εξημέρωσε και έπαυσεν ο άνεμος, εξεφόρτωσε τα είκοσι κεφάλια
αρνία και ερίφια, τα εξαίρετα τυριά της Αίνου, κ' επώλησε προς είκοσι
λεπτά την οκάν το κοκκινωπόν αφρώδες ποτόν.
Κ' έτσι έκαμαν καλά Χριστούγεννα, και ο πλοίαρχος εις την εστίαν του,
κι' ο Νικολός το Πιτς, κι' ο Αντώνης της Γαλοντζίτσας, κι' ο Γιαννιός
της Στέργαινας, και όλοι οι κάτοικοι των βορεινών θαλασσοδαρμένων
χωρίων.
Ο ΓΕΙΤΟΝΑΣ ΜΕ ΤΟ ΛΑΓΟΥΤΟ
Ο νέος νοικάρης που είχεν ενοικιάσει την κάμαραν την μεσανήν, κοντός,
κυρτός, μεσόκοπος, είχεν ένα μεγάλο λαγούτο, μακρύ, πλατύ. Έκυπτε διά
να ξεκλειδώση την θύραν του, κρατών υπό μάλης το λαγούτο, το οποίον
έψαυε το έδαφος.
Ποτέ δεν ήρχετο ωρισμένην ώραν εις το δωμάτιόν του. Πότε πολύ ενωρίς,
πότε πολύ αργά, άλλοτε έλειπεν όλην την νύκτα κ' εκοιμάτο την ημέραν.
Πότε ήτον νηστικός, πότε εφαίνετο να είνε «αποκαής». Δεν είνε βέβαιον
αν έπινε χασίς, φαίνεται όμως ότι έπινε πολύ ρακί. Ήτον Τουρκομερίτης.
Ωνομάζετο Βαγγέλης.
Τα άλλα οικήματα, έξ-επτά δωμάτια χαμόγεια, εις γραμμήν, όλα
παμπάλαια, τρώγλαι, άλλα χωρίς παράθυρα, όλα σχεδόν με σαθρούς τους
τοίχους, κατείχοντο από διαφόρους. Υπήρχον δύο ή τρεις μπεκιάρηδες,
μία οικογένεια με πέντε ή έξ παιδιά, μία νέα ζωντοχήρα, Κατερνιώ η
Πολίτισσα, ξενοδουλεύουσα, ζώσα κατά το φαινόμενον ολομόναχη· και το
μέσα δωμάτιον εις τον μυχόν της αυλής κατείχεν η σπιτονοικοκυρά κυρά
Γιάνναινα, χήρα με την κόρην της, την Δημητρούλαν. Η μάνδρα με τα
πενιχρά οικήματα έκειτο είς τινα πάροδον, ανάμεσα στου Ψυρρή και στου
Τάτση.
Όταν επαρουσιάσθη εις την σπιτονοικοκυράν ο Βαγγέλης διά να ενοικιάση
το δωμάτιον, επαρουσιάσθη ως μπεκιάρης και ως μέλλων να ζη μοναχός
του. Ύστερ' από λίγας ημέρας της λέγει έξαφνα, ότι έχει μίαν γυναίκα
και σκέπτεται να την φέρη εδώ. Η κυρά Γιάνναινα αμέσως υπώπτευσεν,
ότι θα είχε καμμίαν «λεγάμενη».
— Αυτά δεν τ' ακούω εγώ, του λέγει· εσύ μου είπες πως είσ' εργένης·
για εργένη σ' έβαλα. Αν εννοής να μου φέρης εδώ καμμιά παστρικιά,
πολύ σε παρακαλώ να μου αδειάσης την κάμαρα... σαν τελειώση ο μήνας
που έχεις πληρώσει.
Την νύκτα, όταν ήρχετο κάποτ' ενωρίς, προ του μεσονυκτίου, συνήθως
δεν είχεν ύπνον. Ήναπτε το φως, επεριπάτει, εξηπλώνετο στο κρεββάτι
κ' ελιανοτραγουδούσε ή τούρκικα ή ντόπια κουτσαβάκικα:
Βασίλω μ', κάτσε φρόνιμα,
σαν τ' άλλα τα κορίτσια ...
Ρήνα μου, Κατερίνα, μη φαρμακώνεσαι,
σου δίνω το βοτάνι....
Είτα εμονολόγει επί ώραν πολλήν, ολίγας δε απεσπασμένας φράσεις
κατώρθουν ν' ακούουν οι γείτονες.
— Μωρέ κόσμος, ντουνιάς!... μπεκιάρης, σου λέει ο άλλος...
Μην έχεις, λέει, καμμιά λεγάμενη; .. Σ' ερωτώ εγώ, κυρά μου, τι έχετε
σεις, και τι κάνετε σεις; ...Ο κόσμος είνε τροχός, ρόδα που γυρίζει,
κυρά μου... &μπου ντουνιά τοαρκ φελέκ!...& Έννοια σου, εγώ, μωρή, δε
σ' αφήνω, δε σ' απαρατάω· &εσκί ντος ντουσμάν ολφάς!...& Παληός
φίλος, οχτρός δε γένεται. Έννοια σου, κ' η τιμή τιμή δεν έχει... Είνε
τιμημένες, λέει, τιμημένες, κυρά μου... Κ' έχει τιμολόγιο, μαθές, η
τιμή; Μία γροσάρα, ένα μπεσλίκι, ένα εξάρι, ένα εικοσάρι, μια λίρα,
ως πόσα έχει; Ένα λιμοκοντόρο, ένα διπλό, ένα τάλλαρο, ένα
εικοσιπεντάρικο, ένα κατοστάρικο, παραπάνω, πόσα έχει;... Να σου πω
εγώ πόσα έχει... Εκατό χιλιάδες χάρτινες δραχμές η αρχόντισσα της
Αθήνας, εκατό χιλιάδες λίρες η αρχόντισσα της Πόλης η πιο μεγάλη
χανούμισσα, ένα εκατομμύριο λίρες η εφτακρατόρισσα, δέκα εκατομμύρια
η Σουλτάνα...
Αυτό είνε το τιμολόγιο!...
Επί τινα λεπτά έπαυε ν' ακούεται η φωνή του. Είτα και πάλιν ήρχιζε να
μονολογή:
— Έχουν αξία όλα τ' άλλα πράγματα, κυρά μου, εις έναν κόσμο, που
μόνον οι παράδες έχουν τιμή;... Αχ! κεφάλι, κεφάλι, που θέλεις
χτύπημα στον τοίχο αυτόν τον ραγισμένο, στο ντουβάρι, αυτόν το
μουχλιασμένο, το βρώμικο... Πότε θα βάλης γνώσι;... Έπρεπε να ζη
διακόσια, πεντακόσια χρόνια ένας άνθρωπος, για να μπορέση να καταλάβη
καλά τον κόσμο... Σαν ξαναγένω νύφη, ξέρω και καμαρώνω... Καλά το λεν
οι Αγάδες εκεί πέρα — μωρέ, πού είστε, τάγια χώματα;... Του Ρωμηού η
γνώση ύστερα έρχεται... &Γιουννανίν ακίλ σουραντάν γκελίορ!&
Μίαν πρωίαν η κυρά Γιάνναινα, καθώς εξήλθε πρωί-πρωί, είδε να
ξεμυτίζη απ' την πόρτα του Βαγγέλη ένα κεφαλάκι μικρό, ξεσκούφωτο, με
κάτι κορδέλλες και φιόγκους στα μαλλιά, ν' ανεμίζη ένα φουστανάκι,
και να γλυστράη εις το χαλικόστρωτον της αυλής έδαφος και να φεύγη ως
αστραπή. Της εφάνη να ήτον μία γυναικούλα, σουφρωμένη, μικρόσωμος,
σχεδόν γρηούλα.
Τότε έκαμεν αυστηράς παρατηρήσεις εις τον Βαγγέλην. Αυτής δεν της
χρειάζονται τα τοιούτα. Δεν ανέχεται να κακοσυστηθή στη γειτονιά το
σπήτι της. Και θα της κάμη την χάρι να της αδειάση την γωνιά.
Η νοικάρισσα, η Κατερνιώ η Πολίτισσα, κάτοχος του δευτέρου δωματίου,
καθώς έμβαινες από την αυλόπορτα, ήτον θαρρετή κ' ελεύθερη γυναίκα.
Είχεν αρχίσει να χωρατεύη ολίγον με τον Βαγγέλην, άκακα να τον
πειράζη. Μίαν πρωίαν, καθώς έβγαινεν εκείνος με το λαγούτο από την
κάμαρη, του ήρπασε με θάρρος το λαγούτο, το ακούμβησεν επί του
βραχίονός της, κ' εδοκίμαζε με το πλήκτρον να βγάλη φωνάς.
— Ε! καϋμένε, κυρ Βαγγέλη!... δεν είσαι και συ, κανένας μερακλής
...δεν σ' ακούσαμε καμμιά βραδυά να μας παίξης κ' εδώ τίποτα... Είνε
καμπόσοι βιολιτζήδες τόσο μερακλήδες, που καλλίτερα παίζουν μονάχοι
τους, όταν τους έρχεται το κέφι, παρά όταν τους δίνουν οι άλλοι
παράδες.
— Ησύχασε, κυρά μου, κι' ο λύκος τη φωλιά του δεν τη μολύνει
ποτέ!... Εδώ η κυρά Γιάνναινα, δεν της αρέσουν τα παιγνίδια, μήτε τα
λαλούμενα.
Η Κατερνιώ έβαλε το λαγούτο πλάγιον επί του στέρνου της, κ' έκαμνε
τάχα πως το παίζει.
— Άφησέ το, κυρά μου, μη το καταπιάνεσαι! ...Δεν είνε για τα χεράκια
σου...
Όταν ο Βαγγέλης, την νύκτα της ιδίας ημέρας, ευρέθη ότι είχε πίει
πολύ ρακί και κρασί, τότε ενθυμήθη την πρωινήν μικράν σκηνήν με την
Κατερνιώ, την ζωντοχήραν, και φαίνεται ότι έδωκε την ερμηνείαν, την
οποίαν ήθελε να δώση σύμφωνα με τους καπνούς της ώρας εκείνης.
Επανήλθε διά να κοιμηθή την μίαν μετά τα μεσάνυχτα. Καθώς εμβήκεν από
την αυλόπορταν, εστάθη παρά την δευτέραν θύραν και κατ' αρχάς
εγρουτσάνισε δύο ή τρεις φθόγγους με το πλήκτρον επί του λαγούτου,
είτα με τους όνυχας, ήρχισε να γρουτσανίζη και την σανίδα της θύρας.
— Άνοιξε, Μαριώ μ', την πόρτα!... Ε! Κατερνιώ μ'! άνοιξε.
Η Κατερνιώ, ή εκοιμάτο, ή έξυπνη ήτο, δεν έδωκεν απάντησιν. Ο
Βαγγέλης ήρχισε να μονολογή έξωθεν της θύρας:
— Ξένοι στα ξένα, κυρά μ'! ξενάκια όλοι είμαστε. «Πού να καθίσω, να
ξενυχτίσω;»... Αχ! είνε κακός ο κόσμος, κυρά μ'! δεν μπορεί να πη
κανείς τον πόνον του! ...Σεβντάς, άχτι, καϋμός, μαράζι, ντέρτι,
μεράκι, βάσανο, κυρά μ'! ...«Σ' αφίνω την καλή νυχτιά, πέσε γλυκά
κοιμήσου! και στ' όνειρό σου!...»
Ούτε φωνή, ούτε ακρόασις. Ο Βαγγέλης απεχώρησεν ήνοιξε την ιδίαν
θύραν του, δύο πόρτες παραπέρα, κ' έμεινεν άγρυπνος, μονολογών,
μορμυρίζων και σιγοτραγουδών, ως το πρωί.
Είτα εκοιμήθη έως το μεσημέρι. Όταν εξύπνησεν ήκουσε την Κατερνιώ απ'
έξω να διακωδωνίζη προς τας άλλας γειτονίσσας το συμβάν της νυκτός,
ως κωδωνοφόρος αρετή, είδος κροταλίου. Και πάλιν, αν ήτο βεβαία ότι
κανείς άλλος δεν είχεν ακούσει, είνε αμφίβολον αν θα έλεγε τίποτε.
Αλλ' η υπόληψίς της, βλέπετε, και το «ο κόσμος είνε κακός», την
έκαμνον να θορυβή.
Ο Βαγγέλης από το δωμάτιόν του ήκουε την φωνήν της Κατερνιώς, ήτις
διεμαρτύρετο λέγουσα:
— Και ποια είμ' εγώ! ...Θάρρεψε πως ήμουν καμμιά σαν τα μούτρα του,
ο χαμένος! ...Αν δεν του σπάσω το κεφάλι του, να το κάμω μακρουλό και
κούφιο και πλακαρό, σαν το λαγούτο του, να μη με λένε Κατερνιώ.
Ο οργανοπαίκτης, αισθανόμενος μεγάλην καρηβαρίαν, συνάμα δε και φόβον
κ' εντροπήν, δεν εξήλθεν ως το βράδυ. Σαν ενύκτωσε και δεν ήκουε
πλέον φωνάς, ούτε πατήματα έξωθεν της θύρας του, απετόλμησε να
εξέλθη.
Η κυρά Γιάνναινα, η οποία, φαίνεται, τον παρεμόνευε, τον σταματά και
του λέγει:
— Αύριο, το δίχως άλλο, να βρης κάμερα, να κουβαλιστής!...
Ας μην ετελείωσε κι' ο μήνας! ...καλλίτερα έχω να σου δώσω πίσω τα
λεπτά, όσα κάνει για της μέρες του μηνός που μένουνε. Δεν θέλω εγώ
ιστορίες μες στο σπήτι μου, ακούς;...
— Να βρω κάμερα και φεύγω, κυρά!...
Δεν επρόφθασε να τελειώση τον λόγον, και, πατ, κιούτ! του έρχονται
δύο κατακεφαλιαίς εκ των όπισθεν. Η Κατερνιώ, με ελαφρόν βήμα, είχε
πλησιάσει εκ των νώτων, κ' εννοούσε να εκδικηθή διά την προσβολήν.
— Φχαριστώ, κερά μου...μη χερότερα!
Ο Βαγγέλης εφυλάχθη, προέτεινε το λαγούτο ως ασπίδα και η οργίλη γυνή
δεν επρόλαβε να του καταφέρη άλλην.
— Θέλησα να σου κάμω, μια πατινάδα, κυρά μου· μονάχη σου τo
ζήτησες... είπες, γιατί να μην παίζω όταν είμαι μονάχος, όπως κάνουν
οι μερακλήδες. — Εγώ σου είπα, με το λαγούτο να μην καταπιάνεσαι.
Άπορον πώς είχε τόσην ετοιμότητα. Ίσως να είχε προμελετήσει την
απόκρισιν ταύτην, κατά τας ώρας της μοναξιάς.
Την νύκτα δεν επανήλθεν ο Βαγγέλης και καθ' όλην την επιούσαν, είτε
ηρεύνα, είτε όχι διά να εύρη δωμάτιον, δεν εφάνη. Την εσπέραν, αφού
ενύκτωσε, παρουσιάζεται έξαφνα μία γυνή, άγνωστος εις τους εν τη
οικία, ευρίσκει την σπιτονοικοκυράν και την κόρην της εν υπαίθρω εις
την αυλήν και λέγει «καλησπέρα».
Είτα ερωτά:
— Εδώ κάθεται ο Βαγγέλης, ο λαουτιέρης;
Η κυρά Γιάνναινα αργά-αργά απήντησεν:
— Εδώ κάθεται, μα αύριο θα φύγη, θα κουβαλισθή.
— Απόψε θα έρθη;
— Δεν ξέρω.
— Γιατί; Πώς γίνεται, να μην έρθη να κοιμηθή.
— Δεν ξέρω, χριστιανή μου· δεν έχω την έννοια του.
— Δεν είσαι του λόου σου, η σπιτονοικοκυρά; Και πώς γίνεται να μην
ξέρης; Τρέχει, μαθές, τίποτε;
— Κάτι πολλά ρωτάς, κυρά, μας σκότισες· είπε λαβούσα τον λόγον η
Δημητρούλα, η κόρη της Γιάνναινας.
— Σώπα συ, την επέπληξεν η μάνα της.
— Θέλω να τον περιμένω εδώ, ως που νάρθη, είπεν η ξένη. Αι γυναίκες
δεν απήντησαν.
— Εγώ είμ' εξαδέλφη του, προσέθηκεν η νεωστί ελθούσα.
— Δεν μας μέλει πως είσαι ξαδέρφη του, εμορμύρισεν η Δημητρούλα.
— Τι είπες, κυρά;
— Τίποτε.
— Λοιπόν, σας πειράζει τίποτε, να καθήσω εδωδά να τον περιμένω;
Η Γιάνναινα έσεισε τους ώμους.
— Ποια είναι η κάμαρή του, σας παρακαλώ;
Η Γιάνναινα διά χειρονομίας της έδειξε την θύραν του δωματίου του
οργανοπαίκτου. Η ξένη ελθούσα εκάθησεν εκεί, εις το κατώφλιον.
— Μαμά, πες της να πάη από κει πούρθε, υπέβαλεν η Δημητρούλα εις την
μητέρα της· εμείς τον έχουμε για διώξιμο αύριο, και θα μας κουβαλά
εδώ της ξαδέρφες του!...
Η γραία ήτον συλλογισμένη.
— Μα δεν ετελείωσε ο μήνας για να κλείση το νοίκι... Τι να κάμω,
ξέρω κ' εγώ;... Θέλεις να τρέχουμε στης αστυνομίαις;... Όποιος έχει
κάμαραις και νοικιάζει, τον μπελά του βρίσκει... έχει να κάμη με
λογιών-λογιών ανθρώπους, κορίτσι μου...
Η νεωστί ελθούσα εκράτει μικράν δέσμην, την οποίαν δεν είχεν ιδεί
τέως η Γιάνναινα και η κόρη της, επειδή η ξένη την είχεν αποθέσει,
κατά συγκυρίαν ίσως και χωρίς να ξέρη, ακριβώς πλησίον της κλειστής
θύρας του Βαγγέλη. Είτα, όταν εκάθησεν εις το κατώφλιον, ετράβηξε την
δέσμην ταύτην πλησιέστερον προς εαυτήν.
Η Δημητρούλα είδε το κίνημα, κ' εψιθύρισεν εις την μητέρα της. Τότε η
Γιάνναινα:
— Άκουσε να σου πω, κυρά, εφώναξε· βλέπω κ' έχεις ρούχα· μην είσαι
για ξενύχτι απόψε εδώ;.. Δεν έχουμε κανένα χάνι εμείς!... Άλλο να
κοπιάσης!... Τον εξάδερφό σου, τι τον έχεις, τον έχουμε για ξύσιμο
αύριο...
Η γυνή μετά τινα σιωπήν απήντησε:
— Δεν ξέρω κ' εγώ, αν θα κοιμηθώ απόψ' εδώ ή όχι!... Ο ίδιος θα μου
'πή... Εγώ τάχω αλλού τα ρούχα μου... Αυτά που βλέπεις δεν είνε
ρούχα... Να τον ιδώ μόνον και μπορεί να με οδηγήση αλλού να
φύγω...
— Δεν είνε ρούχα, αμμή, τι είνε; εφώναξεν η Δημητρούλα.
Η ξένη δεν απήντησεν εις τούτο, μόνον επέφερεν:
— Εγώ δεν θέλω να σας παραβαρύνω, κυρά· εγώ δεν είμαι κακή γυναίκα.
Λυπούμαι αν δεν τάχετε καλά με το Βαγγέλη, αλλά τι φταίω εγώ;
Πράγματι, εκείνο το οποίον εφαίνετο ως δέσμη ήσαν τέσσαρες ή πέντε
όρνιθες και πετεινοί, δεμένοι από τους πόδας, και τυλιγμένοι εις μέγα
πλατύ ράκος. Την στιγμήν εκείνην ηκούσθη ο κλωγμός των ορνίθων.
— Μαμά, κόττες έχει! είπεν η Δημητρούλα.
— Α! ήρθες, βλέπω, με της κόττες σου, κυρά.
Την ιδίαν στιγμήν εφάνη εις το σκότος και εις την ασθενή ανταύγειαν
του νυσταλέου φανού του δρομίσκου η σκιερά μορφή του Βαγγέλη,
εισελθόντος από την αυλόπορταν.
— Α! καλώς σε ηύρα, εξάδερφε, εφώναξεν η ξένη, πάραυτα αναγνωρίσασα
αυτόν.
Ο Βαγγέλης με λίαν ταπεινόν ήθος και τρόπον εξηγήθη δι' ολίγων λέξεων
ότι η ελθούσα είνε πράγματι εξαδέλφη του, ότι ηναγκάσθη να ξενοικιάση
το δωμάτιον, όπου εκατοικούσεν, επειδή είνε διά ταξίδι, αύριον ή
μεθαύριον, και η σπιτονοικοκυρά της είχε σπεύσει να το προενοικιάση,
ότι τα ρούχα της δεμένα τα έχει αφήσει εις φιλικήν οικίαν και ότι,
αφού κι' αυτός, άμα εύρη δωμάτιον θα μετοικήση, ας επιτρέψη η κυρά
Γιάνναινα να μένη κ' η εξαδέλφη του μίαν νύκτα εδώ· εάν πάλιν η κυρά
Γιάνναινα επιμένη ότι πρέπει να φύγη αυτός, πριν τελειώση ο μήνας,
αύριον, χωρίς άλλο, θα εύρη δωμάτιον και θα φύγη, κι' αυτός κ' η
εξαδέλφη του. Μια βραδυά είν' αυτή.
Η Γιάνναινα σχεδόν συνεκινήθη από τον ταπεινόν τρόπον του Βαγγέλη,
αλλά δεν ήθελε να το δείξη· ίσως επειδή ενόμιζεν ότι δεν αρμόζει εις
μίαν οικοκυράν, όπου έχει σπήτια κ' ενοικιάζει, να φαίνεται
δεικνύουσα συμπάθειαν προς εκείνους οι οποίοι «δεν έχουν στον ήλιο
μοίρα», καθώς κάμνουν άλλαι γυναίκες του δρόμου.
— Τι να κάμουμε, πλέον!... είπε με στρυφνόν τρόπον.
Αλλ' ο τρόπος αυτός δεν ήρεσεν εις τον Βαγγέλην, όθεν ούτος έσπευσε
να προσθέση:
— Ξέρεις, απ' το νόμο δεν έχεις κανένα δικαίωμα, τα γνωρίζω εγώ
αυτά, ας είμαι και Τουρκομερίτης... Όσο δικαίωμα έχω εγώ να εξετάζω
ποιοι και πόσοι έρχονται στο σπήτι σου και τι τους έχεις, αν είνε
γενειά σου ή όχι, άλλο τόσο έχεις και συ να εξετάζης ποιον μπάζω στην
κάμαρα, αφού το νοίκι σου τώχω πληρωμένο. Μπορείς μόνον έξωσι να μου
κάμης, με προθεσμία... Μα εγώ σε παρακαλώ με το γλυκό, επειδή
πλειότερο ψωμί τρώγεται με το μέλι, που λέει ο λόγος, για νάμαστε
εξηγημένοι φιλικώς.... Κι' αν εσφάλαμε πάλι κ' εμείς συμπαθάτε μας
και Θεός σχωρέσ' σας.
Η ξένη, η νεοφερμένη, όσον ολίγον και αν την είδεν η Γιάνναινα εις το
σκότος, εις την ανταύγειαν του φανού της οδού, καθώς ήτον ανοικτή η
αυλόπορτα, δεν ήτον, ήτο βεβαία η Γιάνναινα, η ιδία με την
γυναικούλαν εκείνην, την μισόγρηαν και σουφρωμένην, που είχεν ιδεί να
βγαίνη ένα πρωί, με ανεμίζον το φουστανάκι της, από την πόρταν του
Βαγγέλη. Εν τούτοις, ούτε αυτή, ούτε η Δημητρούλα, η κόρη της, ούτε η
δύο νοικάρισσες, επίστευσαν εις την εξαδερφοσύνην της.
Εγκατεστάθη μέσα εις το χαμόγειον του Βαγγέλη, και δεν έφυγεν ούτε
την επιούσαν, ούτε την μεθεπομένην, ούτε την άλλην ημέραν. Πάντοτε
έλεγε πως θα φύγη αύριον, και το αύριον δεν είχε ποτέ τελειωμόν.
Ωμιλούσε διά τα ρούχα της, διά τα έπιπλά της, τα οποία είχεν
ακουμβημένα προσωρινώς εις ένα σπήτι, και θα πάη να τα πάρη, και πού
να τα βάλη, και πού να τα κουβαλά... και θα φύγη αύριον διά ταξίδι...
Τα ίδια επεβεβαίωνε και ο «εξάδελφος» της ο Βαγγέλης.
Η κυρά Γιάνναινα καθημερινώς σχεδόν του υπενθύμιζεν ότι πρέπει να
εύρη δωμάτιον να φύγη· ετελείωσεν ο μήνας, ο προπληρωμένος, και σαν
ήρχισεν ο δεύτερος, ο άνθρωπος με το λαγούτο εδικαιολογείτο λέγων ότι
δεν πληρώνει, επειδή θα μετοικίση, και επιφυλάσσεται να πληρώση μόνον
της μέραις όπου θα έκαμνον να δίδη την ημέραν, καθ' ην έμελλε να
μετακομισθή εις άλλον οίκημα.
Κατ' ευτυχίαν το δωμάτιον είχεν έν μικρόν υπόγειον, πολύ ρηχόν, μισό
μπόι το βάθος, με μίαν κλαβανήν. Εκεί κάτω έβαλεν η ξένη της κόττες
της, να κατιάσουν. Είπεν ότι ονομάζεται κυρά Σταυρούλα. Εκείθεν κάθε
βράδυ, κάθε μεσάνυκτα και κάθε πρωί, σχεδόν πάσαν ώραν της νυκτός και
της ημέρας, ελαλούσαν βραχνοί και μεγαλόστομοι οι δύο πετεινοί.
Σχεδόν δεν άφιναν κανέναν νοικάρην να χορτάση τον ύπνον, τόσον δυνατά
και τόσον συχνά ελαλούσαν. Κ' η κόττες ανάμεσα εκακάριζαν. Κ' οι δύο
πετεινοί με της τρεις κόττες ετρέφοντο κ' επάχυναν καλά εκεί μέσα.
Η κυρά Σταυρούλα δεν τας άφινε ποτέ να εξέρχωνται εις την αυλήν. Κ' η
ιδία δεν εξήρχετο ποτέ να κάμη τρία βήματα ως την αυλόπορταν, διά να
ψωνίση τίποτε από κανένα γυρολόγον ή μανάβην, χωρίς να κλειδώση καλά
την θύραν, και να βάλη το κλειδί εις την τσέπην της.
Αι τέσσαρες γυναίκες, η σπιτονοικοκυρά μαζί με την κόρην της, η
Κατερνιώ η ζωντοχήρα, κ' η κυρά Μήτραινα, η μήτηρ της μισής δουζίνας
παιδιών, έκαμαν μέγαν συνασπισμόν και σταυροφορίαν εναντίον της
Σταυρούλας. Δεν επίστευον εις την εξαδερφοσύνην της, την
εσκυλόβριζαν, την έλεγαν ότι είνε κι' αυτή μια «από κείνες». Δεν την
άφιναν να προκύψη εις την θύραν, χωρίς να ζητήσουν να εύρουν αφορμήν
καυγά εναντίον της.
Τέλος απαιτούσαν να ξεκουμπισθή, να τους αδειάση την γωνιά, να
ξεβρωμήση απ' εκεί αυτή κ' η κόττες της.
Ο εξάδελφός της, πότε ήρχετο την νύκτα, πότε έλειπεν. Αυτή του έκαμνε
παράπονα κατά της οικοκυράς και των γειτονισσών.
— Τι κόσμος είν' αυτός, καλέ;
Ο Βαγγέλης πότε εμορμύριζεν εναντίον των, πότε εσιώπα. Συνήθως είχε
το λαγούτο υποκάτω από την μασχάλην του, καθώς υποκάτω από τα σκέλη
του ο σκύλλος την ουράν.
Μίαν εσπέραν, ότε έγεινε ραγδαιοτάτη και διαρκής βροχή, η στέγη όλων
των σαθρών χαμογείων διέρρευσε. Το πάτωμα έγεινε λίμνη. Όλων τα
οθόνια εβράχησαν. Ο Βαγγέλης έλειπε την νύκτα. Ήλθε το πρωί, ευρίσκει
το στρώμα και τα σκεπάσματα της κλίνης όλα βρεγμένα, και αρχίζει
πικράν επίπληξιν κατά της εξαδέλφης του.
— Μήπως και τα δικά μου δεν θα βράχηκαν τάχα, εκεί που βρίσκονται;
είπε μεγαλοφώνως, ίσως διά να την ακούουν έξω, η Σταυρούλα. Να, και
το παπλωματάκι μου, κύττα, πως έγεινε!
Ευρέθη να έχη πάπλωμα, ενώ όταν επρωτοήρθε δεν είχεν άλλο τίποτε παρά
της κόττες. Αλλά φαίνεται ότι ο εξάδελφός της τής είχε φέρει από
άγνωστον μέρος, εν τω μεταξύ, αυτό το πάπλωμα.
Από την ημέραν εκείνην ήρχισε μεγάλη γρίνια και φαγούρα μεταξύ του
Βαγγέλη και της εξαδέλφης του. Την άλλην ημέραν την παρεκάλεσεν
αποτόμως να φύγη, τέλος πάντων, επειδή κι' αυτός θέλει να φέρη εδώ
«την γυναίκα του», να ζήση σαν άνθρωπος, να νοικοκυρευθή.
Τότε η Σταυρούλα, παραδόξως, επεκαλέσθη την υποστήριξιν των άλλων
γυναικών, των τέως ασπόνδων πολεμίων της. Σαν ήκουσαν εκείναι ότι την
διώχνει, διά να φέρη την «λεγάμενη», (η οποία, καθώς εσυμπέραινε μετά
μεγάλης πιθανότητος η Γιάνναινα, θα ήτον αυτή εκείνη την οποίαν είχεν
ιδή να προβάλη μίαν πρωίαν από την πόρταν του Βαγγέλη), έγειναν «το
ένα τους» μαζί με την Σταυρούλαν, κ' εκήρυξαν πόλεμον κατά του
Βαγγέλη και των σχεδίων του. Τώρα διά πρώτην φοράν επηγγέλλοντο ότι
επίστευον εις την συγγένειαν της Σταυρούλας.
— Ακούς! να διώχνη, ο πρόστυχος, την εξαδέλφη του, για να μας
κουβαλήση εδώ την παληοπατσαβούρα!...
Όθεν, μετά δύο ή τρεις ημέρας, ο λαγουτιέρης, βλέπων ότι «ουδέν
ωφελεί, αλλά μάλλον θόρυβος γίνεται», εμάζωξε τα ρούχα του, επήρε την
κασσελίτσαν του στον ώμον, το λαγούτο του υπό την μασχάλην, κ' επήγε
να βρη, «την γυναίκα του, να νοικοκυρευθή».
Τώρα έμεινεν η Σταυρούλα κυρίαρχος του δωματίου. Η ειρήνη φαίνετο
πλέον βεβαία εντός της αυλής. Πλην αμέσως, την άλλην ημέραν, η
Γιάνναινα κ' η κόρη της, η Μήτραινα, η Κατερνιώ, όλαι ευρούσαι ως
πρόφασιν το σκούπισμα της αυλής, το λάλημα των πετεινών, ή ό,τι
δήποτε, ήρχισαν πάλιν σφοδροτάτην καταφοράν εναντίον της ξένης.
Ποτέ αυτή δεν ήκουσε τ' όνομά της. Όλα τα παρεγκώμια, όσα δεν υπήρχον
εις κανέν εκδεδομένον λεξικόν, της έρριπτον κατάμουτρα.
— Η κοτταρού, η κοκοτταρού, η κοκκουρού! ...η χαρχαλού, η
πετειναρού!...η μουρλουλού, η ζουρλουλού!. . .
Και όλος ο ατελείωτος ορμαθός των εις «ου».
Την παρίστων μόνον ως αποτυχούσαν ερωμένην του λαγουτιέρη, η οποία
δεν μπόρεσε να τον βαστάξη πλησίον της, κ' εκείνος της έφυγε... και
καλά που έκαμε!
Εν τοσούτω, μετ' ολίγας ημέρας, φθίνοντος Σεπτεμβρίου η Σταυρούλα
άδειασε το δωμάτιον, και φαίνεται ότι ανεχώρησε πράγματι από τας
Αθήνας. Δύο ή τρεις ημέρας πριν φύγη οι πετεινοί δεν είχον ακουσθή
εις την αυλήν. Ολίγον μετά την αναχώρησίν της συναντά ο Βαγγέλης
πλησίον εις την Βλασσαρού, όπου μετώκησεν, ένα από τους νοικάρηδες
της κυρά Γιάνναινας και του λέγει:
— Η δασκάλα πήρε τον διορισμό της, και μας έφυγε... πάει στα χωριά
του Βώλου... Είδες δα, κ' εκείνη η Γιάνναινα, κ' η άλλαις εκεί, τι
κόσμος! Πώς την εσκυλλόβριζαν άδικα την καϋμένη.
Τότε μόνον διά πρώτην φοράν ηκούσθη ότι η «πετειναρού» ήτο δασκάλα. Ο
άνθρωπος ακούσας είπεν αφελώς μέσα του:
— Α! ήτον δασκάλα!... Γι' αυτό είχε τους κοκκόρους! Σε κανένα
Τμηματάρχη θα τους κουβάλησε.
Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
ΚΑΙ Ο ΥΛΙΣΜΟΣ
Συγγραφεύς τις (3) παρατηρεί ότι το ανθρώπινον πνεύμα υπόκειται εις
περιοδικάς εκλείψεις. Εις τοιαύτην δε έκλειψιν αποδίδει τας
υφισταμένας σήμερον αμφιβολίας περί της υπάρξεως του Θεού.
Εκλείπει και ο Ήλιος και όμως αναφαίνεται πάλιν λαμπρότερος. Το
φωτοβόλον άστρον θέλει εξακολουθεί, ενόσω υπάρχει ο κόσμος, να
διατρέχη τον ημερήσιον δρόμον του, και των θνητών η διάνοια θα
στρέφεται αείποτε προς το θείον ως προς την μόνην αυτής ανάπαυσιν ή
τον μόνον αγώνα.
Τι είναι ο Ήλιος; διά τους μεν αίνιγμα, διά τους δε θαύμα·
και η ιδέα του Θεού είναι διά τους μεν γρίφος, διά τους δε
λαμπάς.
Ο περιώνυμος Λιττρέ, αποθανών προ δύο μηνών εν Παρισίοις, και ο προ
αυτού Αύγουστος Κοντ «δεν αρνούνται τον Θεόν, αλλά τον θέτουσι κατά
μέρος». Εν τοσούτω ο Λιττρέ εβαπτίσθη και εκοινώνησε των μυστηρίων
κατά τας τελευταίας του βίου αυτού στιγμάς.
Λέγουσιν ότι η επίδρασις των κληρικών, της γυναικός και της θυγατρός
του παρέτρεψεν αυτόν. Τι αποδεικνύει τούτο; ότι ο πενιχρός ούτος
ανθρώπινος εγκέφαλος είναι ασθενέστερος ή ώστε να επιχειρή να
αμφισβήτηση το θείον.
Προ των σήμερον υλιστών, δαρβινιστών και θετικιστών υπήρξαν οι
απαισιόδοξοι, οι ορθολογισταί και οι κριτικισταί· αλλά παρήλθον· προ
αυτών ήσαν οι πανθεϊσταί, αλλά εξέλιπον. Παρέρχονται, κρύπτονται εν
τη σκιά, αφανίζονται, αφού επί βραχύ τέρψωσι τους φιλοκαίνους και
τους φιλαναγνώστας διά περιέργου συναυλίας λέξεων και γνωμών. Ο δε
Χριστιανισμός έμεινε και θα μένη.
Το αρνείσθαι την αιτίαν πράγματός τινος είναι τοσούτον άτοπον, όσον
και το αρνείσθαι αυτό το πράγμα. Ήττον παράλογοι ήσαν οι
παραδοξολόγοι εκείνοι φιλόσοφοι, οίτινες ηρνήθησαν απλώς την ύπαρξιν
του κόσμου. Ο Αναξαγόρας όμως, όστις δεν ηδύνατο να συλλάβη τόσον
αστείαν ιδέαν, είπε προ δισχιλίων ετών, ότι νους εδημιούργησε τα
πάντα. Ο δε Σωκράτης, ότε ηρμήνευε προς τον Αριστόδημον την θαυμαστήν
σκοπιμότητα των μελών του ανθρωπίνου σώματος, ουδέν άλλο έπραττε ή
έθετε τας βάσεις της εν τη νυν χριστιανική επιστήμη λεγομένης
&τελεολογικής αποδείξεως& της υπάρξεως του Θεού.
Πνεύμα ευθύ, διάνοια υψηλή και ευρεία, ο όντως εκείνος φιλόσοφος
ανεκάλυπτε φως, όπου οι πολλοί ευρίσκουσι σκότος. Μετείχε της ουσίας
του αληθούς και μετέδιδον αυτής προς πάντας. Ο πόθος της μωράς
επιδείξεως, η μανία του κενά εκάστοτε λέγειν, η δοκησισοφία, ο τύφος
και η οίησις άγουσιν εις τας συγχρόνους αθεϊστικάς θεωρίας, αφ' ων
τουναντίον απάγει η ειλικρινής και ακραιφνής φιλοσοφική ζήτησις της
προ των οφθαλμών ημών κειμένης αληθείας.