Τριάντα τόσα κομμάτια καράβια είχον καταπλεύσει εις τον λιμένα. Δέκα
μεγάλα βρίκια, γαλέττες δώδεκα και δύο ή τρία μπάρκα ή τρικάταρτα και
χωριστά άλλα μικρότερα, κόττερα, βρατσέρες και λόβερ. Και τότε ο
μακαρίτης ο γέρο-Γιαλέδης, όστις ήτο σφόδρα ενάντιος εις την ιδέαν,
δι' ην είχον παραταχθή ως εις ναυμαχίαν όλα τα σκάφη ταύτα, έλεγε
πρός τινα άλλον νεώτερον ομόφρονά του έν παλαιόν δίστιχον:
Ήρθαν τ' ανθρωπάκια
απ' τα καραβάκια.
Όλαι αι παλαιαί ναυτικαί οικογένειαι του τόπου, Μαϊμπαίοι,
Γιακουμπαίοι, Κουμπαίοι, Χαναίοι, Μολγκοναίοι, Μπιρμπαίοι, (και ο
διηγούμενος ταύτα επρόσθετε: Μπουλαμπεραίοι, Αστροφταίοι,
Μπουμουναίοι, Κουρουταίοι, Σταχταίοι, Στουρναίοι, Κασναίοι και
λοιποί) είχον βάλει πείσμα ότι έπρεπε να εκλεχθή εξ άπαντος, εις την
επικειμένην δημοτικήν, ως άρχων του τόπου ο κ. Νίκος Αγγούδης,
νεαρώτατος δικηγόρος της τελευταίας κοπής, νεωτεριστής, ερωτύλος,
φιλόκοσμος και φιλόδοξος εις άκρον, κωμαστής και κιθαρωδός (έπαιζε
«κριθάρα», κατά την φράσιν του Διοματάρη Ρήγα, ενός των θερμών
υποστηρικτών του), και ο μόνος κατάλληλος να δοξάση τον τόπον. Και
ήτο τωόντι βέβαιον ότι θα εξελέγετο, με τόσην φοβεράν επιστρατίαν
ναυστολικού και πληρωμάτων.
Άμα οι αντίθετοι είδον την μεγαλόσωμον αυτήν ακρίδα [ή την αγέλην
αυτήν των ορνέων των Θαλασσινών] ενσκήψασαν εις τον λιμένα, ήρχισαν
εν χορώ να τραγωδούν το «Πολλή μαυρίλα πλάκωσε»! Όλος σχεδόν ο
ιστιοφορικός στολίσκος της νήσου είχεν επιστρατευθή. Έν μόνον μεγάλο
καράβι, του καπετάν Αλέξη Παγούρη, εβράδυνε να φανή και δεν εφαίνετο
εις την συνάντησιν των σκαφών των ξυλίνων. Το επερίμεναν από ημέρας
εις ημέραν να φανή· εις μάτην, Δεν ήλθε δι' όλου του εκλογικού
αγώνος, δεν ήλθεν ούτε την παραμονήν της εκλογής, δεν ήλθεν ούτε εις
τα επινίκια. Αλλ' ούτε μετά τας εκλογάς ποτέ ήλθεν.
Εις μάτην η καπετάνισσα, η Φλωρού, η γυνή του Αλέξη Παγούρη, έβγαινε
πάσαν πρωίαν και πάσαν εσπέραν εις το ηλιακωτόν δώμα, ανάμεσα εις
τους δύο [τρεις] κομψούς και λεπτούς κίονας τους υποστηρίζοντας την
στέγην, και ίστατο εκεί ώρας, με το ναυτικόν κιάλι εις το όμμα,
αγναντεύουσα το μακρόν πέλαγος, εξετάζουσα τα κύματα και διερευνώσα
με το βλέμμα τα χαριτωμένα νησάκια, τους μεμακρυσμένους βράχους και
τας σπηλάδας. Ίχνος ιστίου δεν έβλεπε πουθενά, ούτε ως πτερόν γλάρου,
ούτε ως λοφιάν πάπιας, ούτε ως κεκρύφαλον καλλικατζούνας· ούτε
όπισθεν των χθαμηλών σκοπέλων, ούτε πέραν της Μπιώτας, ούτε εκείθεν
του Καλαμακιού· ούτε προς την ανατολικήν, ούτε προς την δυτικήν
ακτήν. Κ' επανήρχετο εν αθυμία η γυνή εις τον θάλαμόν της και
κατέθετε το κιάλι το άχρηστον, κ' έτρωγε το πικρόν δείπνον της εν
συντριβή και ανεκλίνετο εις τον σκληρόν καναπέν της εν αγωνία. Και
ήτο μόνη εις το ωραίον κομψόν σπήτι της η Αρχόντω, αυτή και η
εικοσαέτις ανεψιά της η Φλωρού, την οποίαν είχεν υιοθετήσει, μη
έχουσα θυγατέρα. Επειδή τους δύο υιούς της, τον Αργύρην και τον
Κίμωνα, τους είχε μαζί του στο καράβι ο πατήρ των. Κ' η κομψή ακρινή
οικία, μάρτυς της φιλοκαλίας του κτήτορός της, ίστατο εκεί επάνω εις
τα Σχιναδέικα, επί αμβλείας προβλήτος προς τον γιαλόν του Επάνω
Μαχαλά, εις την γωνίαν ακριβώς δύο κολπίσκων. Ύπερθεν του παλαιού
μύλου με τους βράχους τους σπαρτούς, επί των οποίων ανεγινώσκοντο
ακόμη, κατά την παράδοσιν ή την πρόληψιν, τα γράμματα του
Θεμιστοκλέους προς τους Ίωνας της Μικράς Ασίας, προτρέποντος αυτούς
ν' αποταχθώσι τον μισητόν βάρβαρον και προσέλθωσιν εις την γλυκείαν
Ελλάδα, την μητέρα των.
Πώς να παρηγορηθή η Αρχόντω διά την απουσίαν του συζύγου της, αφού
ήτο εκ των προτέρων γνωστόν ότι ούτος, όπως και όλοι οι πλοίαρχοι,
είχε δώσει υπόσχεσιν να έλθη εις τας εκλογάς; Ιδού ήτο Παρασκευή,
εξημέρωνε το Σάββατον, την μεθαύριον θα επανέτελλε Κυριακή, ημέρα των
εκλογών, και το καράβι δεν εφάνη. Η καπετάνισσα, καθώς λέγει το
παραμύθι [ο λόγος], «έμβαινε κ' έβγαινε και βαρειαναστέναζε».
— Μάνα, της λέγει μετά πολύν δισταγμόν η ανεψιά η ψυχοκόρη της.
Ακούς, τι άκουσα να λένε, πως η γρηά η Γκότσαινα, πούνε μάγισσα...
— Ξωρκισμένη νάνε, παιδί μου, υπέλαβεν η Αρχόντω!
— Μα ακούς, μάνα ... επανέλαβεν η κόρη, επειδή, αφού άπαξ ήρχισεν,
ησθάνετο την τόλμην να εξακολουθήση.
— Δεν ακούω τίποτα, είπεν αυστηρώς η Αρχόντω.
Η κόρη «εποδαιώθη», κ' εσιώπησε.
Μετά μίαν ώραν, αφού είχε σηκωθή από το πικραμμένον δείπνον της η
καπετάνισσα, πριν σηκωθή να κάμη την προσευχήν της, διά να πλαγιάση,
αίφνης της λέγει:
— Τι έλεγες, Φλωρού, για την γρηά-Γκότσαινα, την μάγισσα;
— Ναι, αλήθεια, μάνα· του Ραχιώτη το καράβι, ακούς, οπού έλειπε
καιρό και καιρό, κ' ήταν φόβος, δεν ήθελε η Ραχιώταινα, ακούς, να
πάρη την Γκότσαινα να της κάμη τα μάγια μέσ' το αυγό, να ιδή με τα
μάτια της η καπετάνισσα ανίσως είνε καλά το καράβι ή όχι· και τότε η
Γκότσαινα της λέει· κι' αν φοβάσαι τα μάγια, πέσε στα θεοτικά· πάρ'
ένα κορίτσι απάρθενο, αθώο, ως ένδεκα χρονών να είνε, κατέβασ' ένα
'κόνισμα απ' το 'κονοστάσι, δος της το στα χέρια να το κρατή ώρα
πολλή, και να το κυττάζη ατράνταχτα, χωρίς να ξεκολλήση ούτε στιγμή
απ' το 'κόνισμα το μάτι. Και τότε το κορίτσι θα φωτισθή και θα τ'
αρωτήσης, τι βλέπε; Κ' εκείνο θα σου πη βλέπω το και το, ή
βουλιαμμένο είνε το καράβι, ή αβούλιαχτο.
— Δέσε τη γλώσσα σ', είπεν η Αρχόντω.
— Ναι· ο λόγος το λέει. Έτσι της είπε η Γκότσαινα, κ' έτσι έκαμε η
Ραχιώταινα. Επήρε το κορίτσι του καπετάν Λυμπέρη, τη Χ., που είνε ως
ένδεκα χρονών, καθαρό, αθώο, όπως της είπε η Γκότσαινα, και της έβαλε
το 'κόνισμα στα χέρια, κ' εκάθισε, και το κύτταζε, μιαν ώρα. Κ'
ύστερα την ερωτά· τι βλέπεις; Και της είπε· βλέπω το καράβι που
αρμενίζει με πρύμον καιρό, με τα πανιά φουσκωμένα, κι' ο καπετάνιος
στο τιμόνι· κατά 'δώ έχει την πλώρη. Κι' αληθινά, σε τρεις μέραις,
ήρθε το καράβι. Το θυμάσαι, μήνες είνε από τότε.
Η Αρχόντω, μετά μικράν σκέψιν είπε:
— Πας να την φωνάξης;
— Ποια, την Χ., του καπετάν Λυμπέρη; Τέτοιαν ώρα, έρχεται;
— Τι ώρα είνε; Η κόττες τώρα κάτιασαν.
— Πώς να πάω, μάνα; φοβάμαι.
-Βγαίνω στο παραθύρι και σ' αγναντεύω· σε φυλάω με το μάτι· τρεις
πόρτες παραπέρα είνε.
— Ας πάω.
Η κόρη εξήλθε, κατέβη στον δρόμον, κ' η θεία της ήνοιξε το παράθυρον
και την ενεθάρρυνε. Μετά πέντε λεπτά ήκουσε την φωνήν της, οπού
εκάλει την κόρην του καπετάν Λυμπέρη.
— Χ. Έ, Χ.
— Τι είνε; Ποιος φωνάζει;
— Κατέβα να σου πω.
Ήκουσε μικρόν θόρυβον, συνεννοήσεις, φωνάς της παιδίσκης από τον
δρόμον, της μητρός της από το μπαλκόνι. Και μίαν τελευταίαν
παραγγελίαν:
— Ας είνε, πήγαινε. Ναρθής γλήγορα.
Και μετ' ολίγα λεπτά αι δύο κορασίδες ανέβαινον τρέχουσαι τα
σκαλοπάτια της οικίας του καπετάν Αλέξη.
Η Χ. ήτον χλωμή, λευκή και λεπτοφυής εις άκρον.
Ταχέως εξετελέσθη το πείραμα. Η μικρά παιδίσκη επί ώραν εκράτει έν
εικόνισμα με τας δύο χείρας της. Εν τω μεταξύ η καπετάνισσα η
Λυμπέραινα, είτε διότι εδυσχέραινεν εκ της παρατεινομένης απουσίας
του θυγατρίου, είτε μάλλον διότι επεθύμει να είνε και αυτή παρούσα
εις την διεξαγωγήν της μαντείας, έφθασεν εις την οικίαν της
Παγούραινας. Μετά ώραν ικανήν, όταν η Αλέξαινα, καθημένη αντικρύ της
μικράς, είδε κάπως τα όμματά της να ιλλωπίζουν, από κούρασιν ή ζάλην,
την ερωτά:
— Τι βλέπεις;
— Βλέπω, απήντησεν η παιδίσκη, ένα καράβι. Βλέπω σύννεφα πολλά,
θολά, τρεχούμενα, ανακατωμένα, φουσκοθαλασσιά, τρικυμία, θεώρατα
κύματα, που χτυπούν επάνω στους βράχους, στο κάβο, στην ακρογιαλιά.
— Και πώς το βλέπεις το καράβι; ηρώτησε με κομμένην φωνήν η Αρχόντω.
— Το καράβι σύντριμμα και τρομάρα... Ωχ! και είνε ένας, δύο, τρεις
νομάτοι που πλέουν, τους συναπαίρνει το κύμα, (ύψωνεν αλληλοδιαδόχως
τρεις δακτύλους της δεξιάς χειρός της), τους κτυπά η θάλασσα απάνω
στα βράχια, που πολεμούν να πιαστούν, τους αρπάζει ξανά πίσω το κύμα,
πάλι τους πετά εμπρός, τους χτυπά, πω, πω! απάνω στα γκρύφια, κ' οι
νομάτοι ζαλισμένοι, μουσκεμμένοι, μισοσκοτωμένοι, δεν μπόρεσαν να
πιαστούν. Βουλιάν, βούλιαξαν, πάνε, όμοροι έγειναν... Οι δύο επήγαν
στον πάτο κάτω, κι' ο ένας ακίνητος, με γουρλωμένα μάτια, φαίνεται
σαν να γλυκοκοιμάται απάνω σε μιαν αμμουδιά μακράν, τοσηδά, ως τρεις
πιθαμές (έκαμε με σχήμα ως να εμέτρα ως τρεις πιθαμάς).
Τέλος διεξήχθη πανηγυρικώς η εκλογή, ο υποψήφιος της νέας εσοδείας
επήρε το διπλάσιον των ψήφων από τον παλαιόν, τον πολύ φημισμένον
άλλοτε και ισχυρόν αντίπαλόν του. Εωρτάσθησαν μετ' ενθουσιασμού τα
επινίκια. Χαρά και αγαλλίασις μετ' αφθόνων σπονδών επέπεσον εις την
αγοράν, εις τ' Αλώνια, και τα Λειβάδια, όπου έως τότε έβοσκον ησύχως
τόσα άκακα κτήνη. Όλος ο συμμαχικός στόλος εσημαιοστολίσθη. Ποικίλα
λαλούμενα, βιολιά και λαγούτα. Γύφτοι με κλαρινέττα, φυσώντες και
χορεύοντες, επήδησαν, ηλάλαξαν, εκοβίδησαν, προεξάρχοντες της
βακχικής πομπής. Γυναίκες εχρωμάτισαν από την μέθην των, και παιδιά
ωλόλυζαν από την λαχτάραν των, από τους δρόμους και από τα σοκάκια
[τρέχοντα] εις τα πλευρά και εις την ουράν της λαϊκής πλημμύρας
(αγέλης).
Είχον βεβαίως δίκαιον να χαρώσι τόσον· ο νέος δήμαρχος έμελλεν, όπως
έγραφεν εις το πρόγραμμά του, δημοσιευθέν εις την «Παλίρροιαν» της
Χαλκίδος, κ' εις το «Μη χάνεσαι» των Αθηνών, να κατορθώση πολλά και
μεγάλα έργα. Εν πρώτοις απόφασιν είχε να κατεβάση από το βουνόν την
βρύσιν του Προφήτου Ηλιού, να την εγκαθιδρύση εις την μικράν πόλιν.
Είκοσι χιλιάδας δραχμών εισόδημα είχεν ως έγγιστα ο δήμος·
πεντακόσιαι τουλάχιστον χιλιάδες θα εχρειάζοντο διά να κατορθωθή το
μεγαλεπήβολον έργον, ώστε να παύσουν πλέον οι εκλογείς του πίνοντες
νερόν από τα φρέατα, ας ήσαν ταύτα φλεβώδη και λίαν υγιεινά. Τι θα
του εκόστιζε του νεαρού εκλεκτού των να εύρη κάπου πεντακοσίας
χιλιάδας διά να το εκτελέση; Προσέτι ο νέος δημοτικός άρχων θα ίδρυεν
εις τον τόπον εταιρίαν «Αλληλοβοηθείας» μεταξύ των ναυτικών. Προς
τούτο όλοι οι πλοίαρχοι (αλλά και διά να τον αποζημιώσουν, διότι θα
έχανεν ο άνθρωπος την πελατείαν του εις την έδραν του Πρωτοδικείου)
προκατέβαλον χιλιάδας δραχμών εις χείρας του. Και η μεν
«Αλληλοβοήθεια» ποτέ δεν εξετελέσθη, κ' η κρήνη του Προφήτου Ηλιού
έμεινε διά πάντοτε εις το βουνόν, όπου ήτο. Εις δε το «Μη Χάνεσαι»
εδημοσιεύθη μετά τινας μήνας, ότι «ο μεγαλοπράγμων δήμαρχος κ. Ν.
Αγγούδης κατεσκεύασε τρεις ωραίας οδούς διασχιζούσας την νήσον, εξ ων
η μία άγει εις την Μακεδονίαν (sic), η δευτέρα προς την Παλαιάν
Ελλάδα, κ' η τρίτη εκβάλλει εις την θάλασσαν. Εφώτισε προσέτι την
πόλιν διά δεκατριών φανών, διά να βλέπουν την νύκτα όλοι οι
νυκτοβάται, και διά να γκρεμοτσακίζωνται την αυγήν όλοι οι εργατικοί,
όσοι θα εξύπνων πολλά πρωί διά ν' απέλθωσιν εις το έργον των.
Τέλος, αφού κατώρθωσεν όλα ταύτα, ο νέος δήμαρχος επήρε την κιθάραν
του κ' έπλευσεν εις την απέναντι νήσον, όπου εφημίζετο ότι υπήρχον
πλούσιαι νύμφαι. Διωργάνισεν εκεί, επειδή αυτός προεξήρχεν ως
κιθαρωδός και ορχηστής, κώμους και παννυχίδας με την νεολαίαν του
τόπου· όλην την νύκτα «έπαιζε κριθάραν», καθώς έλεγεν ο Διοματάρης,
κ' έμελπε μερακλίδικα τραγούδια. Μία ορφανή πλουσία δεν ημπόρεσε να
βαστάξη εις την γλύκα κ' εις το πάθος της κιθάρας και μετ' ολίγον
καιρόν συνήφθη αρραβών και είτα ετελέσθη ο γάμος.
Εν τω μεταξύ η πτωχή Αρχόντω, η χήρα του πνιγέντος πλοιάρχου, έκλαιε
τον σύζυγον και τους υιούς της, κ' οι πλοίαρχοι έκλαιον τας
προκαταβολάς των. Και πέραν του πελάγους, εις την αντικρυνήν νήσον
αντηχούν άσματα γαμήλια, βακχικά. Ολίγον κατ' ολίγον, αφού
συνεπληρώθη η τετραετία του ο κ. Νίκος Αγγούδης μετεκόμισε την
δημοτικότητα, την φιλοπατρίαν και όλα τα προγράμματά του εις την
πέραν μεγάλην νήσον, κ' έπαυσε πλέον να παίζη «κριθάρα» και να
κατεβάζη από τo βουνό εις την πόλιν την βρύσιν του Προφήτου Ηλιού.
ΟΙ ΚΑΝΤΑΡΑΙΟΙ
«Μήνυσις Ιω. Δ. Κανταραίου, κατά Γ. Δ. Κανταραίου, επί αγροζημία,
επιθέσει και απειλή». — «Έγκλησις Αντων. I. Κανταραίου, κατά Βασ. Γ.
Κανταραίου επί καταπατήσει αγρού, τραύματι και αικίαις». — «Μήνυσις
Κωνστ. Στ. Κανταραίου, κατά Αν. Στ. Κανταραίου επί διαταράξει
οικιακής ειρήνης, εξυβρίσει και απειλή». Όλ' αυτά τα έγγραφα και
πολλά άλλα ομού τα διεξήρχετο ο καπετάν Γιωργής ο Ζηρείτης, πρώην
ναυτικός, εμποροπλοίαρχος και νυν γραμματικός των χωριών,
&ταουνκλέρκ& (1), όπως λέγουν οι Άγγλοι, δηλαδή γραμματεύς της
Δημαρχίας. Επειδή τον καιρόν εκείνον η αστυνομία ήτο δημοτική, παρ'
αυτή εγίνοντο αι ποινικαί καταγγελίαι. Και χωρίς να προσέξη εις το
πλήθος αυτό των Κανταραίων, οίτινες είχον γίνει τόσον πολλοί, (καθότι
ήτο εξοικειωμένος με την πληθώραν ταύτην και δεν του έκαμνεν
εντύπωσιν), ανελογίζετο μόνον το ατελείωτον αυτό ζήτημα των
αγροζημιών των γενομένων ένεκα διαφοράς περί τα σύνορα αγρού και
ακουσίως ανεπόλει τον Αλέξην τον Μπαρέκον, υιόν του Γιάννη Παρρήκη,
μεγαλοβοσκόν, με αγέλην επτακοσίων αιγών, προ ολίγων ετών αποθανόντα·
αυτός θα ήτο ο μόνος όστις, άμα έβλεπε πως είχον καταβοσκήσει εις
απηγορευμένον μέρος τα γίδια του, χωρίς μάρτυς να τον ίδη, ειμή μόνος
ο Θεός, (αλλά με την ισχυράν πιθανότητα ότι αυτός έμελλε να γείνη
ύποπτος, καθό γείτων), πάραυτα έτρεχεν εις την Δημαρχίαν, επαρουσίαζε
πέντε εκατοστάρικα, κ' έλεγε: «Να, εκεί κ' εκεί έκαμα ζημία, στου
τάδε και στου τάδε· ας βάλουν «πραγμαγνώμονας» να τα εκτιμήσουν και
να τα συμβιβασθούμε. Ας μοιρασθούν αυτά, κι' αν τους φανούν λίγα, εδώ
είμαστε».
Θεός χωρέστ' τον, τον Αλέξην τον Μπαρέκον. Ήμεθα εις τον γάμον του,
τον Ιούλιον του 1868. Ο θειος μου, δήμαρχος τότε, ως σύντεκνος, τον
είχε στεφανώσει. Μεταξύ των καλεσμένων ήτον και ο ιατρός του χωρίου
μας, ο αλησμόνητος Βαυαρός Γουλιέλμος Βιλδ, καλός, ανοιχτόκαρδος,
είρων, με το τσιμπούκι του και θαυμάσιος διά συναναστροφήν. Μαζί του
ήταν κ' η ανεψιά του, η Κατερίνα Χιώμμελ, την οποίαν ως άκληρος είχεν
υιοθετήσει. Ήρχετο από το Αρσάκειον, όπου είχεν αρχίσει να μαθητεύη
ως εσωτερική από δύο ετών, και ήτον χλωμή, απλοϊκή και «γλυκόκαρδη»,
&σουήτχαρτ&. Η φτωχή! ποίος το ήλπιζεν ότι έμελλε μετά τρία έτη να
λάβη τραγικόν θάνατον, από τας ιδίας της (2) χείρας, πριν γείνη
ακόμη είκοσιν ετών;
Λοιπόν ο καπετάν Γιωργής ο Ζηρείτης, εφυλλομέτρα τας διαφόρους
μηνύσεις, τας μεταξύ τόσων ομωνύμων, διά να συντάξη τα «κλητήρια
θεσπίσματα», και τας κλήσεις των μαρτύρων, όπως εισαχθώσιν αι
υποθέσεις εις το Πταισματοδικείον. Ήτο μεγάλη φάρα, σχεδόν κράτος εν
κράτει, ολόκληρον φρατρίαν και φυλήν απετέλουν αυτοί οι Κανταραίοι.
Είχον πληθυνθή τόσον ανά το χωρίον και εις τους κάμπους της νήσου
[γύρω], όπου είχον αποκτήσει εκτεταμένα κτήματα, αγρούς και αμπέλους
και κήπους και είχαν ως συνοικίαν ολόκληρον καλυβιών, από μίλι εις
μίλι, από κάμπον εις ρεμματιάν, και από λόφον εις δάσος, εις όλας τας
χλοεράς τοποθεσίας της μεσημβρινής ακτής, — εις το Σκληθρί, την
Καναπίτσαν, εις τον Πλατανιάν, τον Τρούλον, τον Στροφυλιάν και της
Κουκουναριές, το ωραίον άλσος των πιτύων, όπου ηπλούτο κ' η λίμνη, η
ορφή με τα γαλήνια βαθειά νερά, κτήμα του δήμου, την οποίαν αυτοί
πάντοτε ενοικίαζον ή εξεμεταλλεύοντο. — Τόσον, λέγω, είχον πληθυνθή,
ώστε θα ήσαν επικίνδυνοι, εάν δεν τους είχε δώσει ο Θεός κακήν μανίαν
και λύσσαν να τρώγωνται μεταξύ των. Απήρτιζον αυτοί καθ' εαυτούς
μικρόκοσμον και όταν είχον ανάγκην να εκσπάσουν τας κακάς ορμάς των,
δεν έδερναν άλλον, αλλ' εδέρνοντο αυτοί μεταξύ των, αδελφοί, θείοι
και ανεψιοί, εξάδελφοι και σπανίως εγεννώντο Κανταροπούλες· όλο
Κανταρόπουλα· δεν κατεπάτουν ξένον κτήμα (άλλως, ολίγους γείτονας
είχον διά να καταπατήσουν σιμά στα σύνορά των, — τους
Δελχαρονιαναίους, τους Αιτωναραίους, τους Ασβισταίους και
Στροφισταίους), αλλά Κανταραίος κατεπάτει τον αγρόν του Κανταραίου.
Αν τους έπιανε κοκκίνη μανία να φονεύσουν, [εφόνευον] ο ανεψιός τον
θείον και καθεξής. Και ηυξάνοντο και επληθύνοντο, πληρούντες την
ευχήν ή την κατάραν του Δημάρχου.
Μας διηγήθη την ιστορίαν, πώς είχεν έλθει εις την νήσον η δαιμονία
οικογένεια, ο γέρων Διονύσιος, ο εμπνευσμένος πνευματικός, εις τον
Προφήτην Ηλίαν. Εις μίαν ακτήν της Ευβοίας, τον καιρόν εκείνον, ολίγα
έτη προ του 21, σιμά εις το Πευκί, το Αρτεμίσιον, είς άνθρωπος, νέος
ακόμη, λίαν πρωί επέταξε τα ρούχα του (ήτο Ιούνιος μην) κ' ερρίφθη
εις την θάλασσαν. Ήτο καλός κολυμβητής, αν και εξωμερίτης, ήτοι
γεωργός και βουκόλος. Ήτο ο Γιάννης ο Κάνταρος, τελευταίον λείψανον
της πάλαι πολυπληθούς εν Ευβοία οικογενείας των Κανταραίων.
Ο άνθρωπος έφευγε την τουρκικήν εξουσίαν, επειδή είχε καταγγελθή ως
αδελφοκτόνος. Κατ' εκείνον τον καιρόν ίσχυεν εκεί, ως και αλλού, το
«εν τη μαχαίρα μου ζήσομαι». Δεν ήσαν τότε δικαστήρια διά να κρεμά
τις την κάπαν του, ούτε δικολάβοι διά να κάμνουν εικονικά έγγραφα και
στρεψοδικίας, ούτε διαιτηταί διά να «συβαστής», ούτε ψευδομάρτυρες
διά ν' «αθωωθής». Τότε σ' εξεθέωναν οι προεστοί κ' οι
«γυφτοχαρατζήδες», τώρα σε «αθωώνουν» οι βουλευταί κ' οι δήμαρχοι.
Λοιπόν ανάγκη πάσα, διά να ζήσης και προκόψης επί της γης, διά να
«κεφαλώσης» και αποκτήσης αρπάγματα και κλέμματα (και διά να πυκτεύης
και θητεύης και δουλεύης), να είχες το τουφέκι σου γυαλισμένον,
γεμάτον, την κουμπούραν σου ασημοδεμένην, σφιχτοταπωμένην, την πάλαν
σου κυρτήν, αστράπτουσαν, ακονισμένην. Οι Κανταραίοι τότε είχον
πληθυνθή· υπέρ τα πενήντα κεφάλια άρρενες ήσαν εις την Εύβοιαν, όλοι
σχεδόν καλοί δουλευταί κ' ευπορούντες, αλλά καταπιεζόμενοι από τους
εισπράκτορας και καταπροδίδοντες αλλήλους. Εντεύθεν ήρχισεν εκεί η
&αμάχη&, η οργή και κατάρα του Θεού. Ετρώγοντο μεταξύ των επί ήμισυν
αιώνα, κατά γράμμα. Ο Κάνταρος εκυνήγει τον Κάνταρον με το τουφέκι
εις το δάσος, και τον εφόνευεν ως θηρίον. Άλλος Κάνταρος παρεμόνευε
τον Κάνταρον εις το στενόν με την κουμπούραν και τον άφινε στον
τόπον. Άλλος εμάλωνε με άλλον εις τα σύνορα του αγρού, τον ετρύπα με
την πάλαν και τον έρριπτε κάτω.
Συνέβη και ολίγοι τινές Κανταραίοι να ξενιτευθούν άλλοι απέθανον από
την πανώλη την ενσκήψασαν περί τα τέλη του αιώνος. Όθεν, εις τον
καιρόν εκείνον, δεν έμειναν πλέον, εκτός των θηλειών, ειμή δύο
Κανταραίοι αδελφοί, ο Νικόλαος, σχεδόν τεσσαρακοντούτης, κι' ο
Γιάννης τριακονταπεντούτης. Μίαν των ημερών, ίσως διότι έκριναν ότι
υπήρχον παραπολλοί δύο Κανταραίοι, και ο είς επερίσσευεν, ο νεώτερος
εκυνήγησε τον πρεσβύτερον με το τουφέκι, εις τον δρυμώνα, εντεύθεν
της ακτής, όχι μακράν από το κλεινόν Αρτεμίσιον, το Πευκί, έρριξε και
τον έφαγε με το βόλι. Διά μυριοστήν φοράν ο Κάιν εφόνευσε τον Άβελ,
αλλ' αντιστρόφως ως προς την τάξιν των πρωτοτοκίων. Άνθρωποι ήκουσαν
τον βρόντον και τον συριγμόν, έτρεξαν, και είδαν τον φονέα και το
θύμα. Όχι μακράν απείχεν ο σταθμός του Τούρκου, του &Γιαορκητζή&, ή
τελωνοφύλακος. Υπήρχον και δύο νιζάμηδες, στρατιώται, εκεί πλησίον.
Οι χωρικοί εφοβέριξαν τον Γιάννην. Ούτος πιστεύσας ότι ήδη έτρεχον
κατόπιν του οι νιζάμηδες, ως ταχύπους όπου ήτο, έτρεξε προς την
ακτήν, έρριψεν εκεί το όπλον του κάτω, εγυμνώθη κ' ερρίφθη εις την
θάλασσαν.
Η νήσος η Ποντική, το ερημόνησον οπού κείται εις το μέσον του
πελάγους, θ' απέχη περί τα πέντε μίλια. Πώς να διακολυμβήση τις τόσον
υγρόν διάστημα; Πότε να πλέη τις ως χελώνη, πότε ως δελφίν, «τ'
ανδρίκεια», πότε να υπτιάζεται, «τ' ανάσκελα» διά να ξαποστάση, κτλ.
— του κάκου δεν ηδύνατό τις να πλεύση πέραν. Πλην δεν έλειπαν η
ψαροπούλες και τα περάματα. Όταν ο Κάνταρος είχεν αποκάμει, κ' είχε
πλεύσει τα δύο πέμπτα ως έγγιστα του πορθμού, Έν τοιούτον πλοίον
ευρέθη και τον εψάρευσε. Δεν ήτο προωρισμένος να χαθή, επειδή όλα και
όλοι χρειάζονται, διά τας ατελειώτους αμαρτίας των ανθρώπων.
Εις τους αλιείς — διηγήθη ο Γιάννης όταν ανεξήχθη και συνήλθεν εκ της
λιποθυμίας, πρώτον με το ρακί, είτα με μικράν τροφήν και ολίγον οίνον
— ότι ήτο άνθρωπος άτυχος, οπού τον κατέτρεχαν οι αγάδες, αλλά και
μερικοί χριστιανοί προδόται, επειδή ήτο φιλελεύθερος και συνεννοείτο
με τους αρματωλούς και τους κλέφτας, αντιπέραν εις την Ρούμελην. Οι
άνθρωποι τον επίστευσαν, ως εικός. Δεν είνε σύνηθες πράγμα να βλέπη
τις άνθρωπον, και μάλιστα χερσαίον, να κολυμβά τολμηρός τόσον
πέλαγος, χωρίς να έχη ισχυρούς και σπουδαίους λόγους. Βεβαίως
τοιούτος άνθρωπος δεν ηδύνατο να μην είνε παλληκάρι.
Δεν ήτο έγγαμος, ευτυχώς, ο Γιάννης ο Κάνταρος, όταν τον απεβίβασε το
πέραμα εις την νοτιοδυτικήν ακτήν της Σ., εις τον Στροφυλιά, σιμά εις
το άλσος των πιτύων και την γλυκείαν λίμνην με τα πολλά χέλια. Είχεν
αφήσει πολλάς θείας, εξαδέλφας, κι' ανεψιάς και χήρας και ορφανάς,
οπίσω εις την Εύβοιαν, και ούτε ηρώτησεν ούτε έμαθε ποτέ τι είχον
γίνει τα πλάσματα εκείνα. Είνε αληθές ότι είχον ευπορίαν αγροτικήν
και μικρόν κατά μικρόν ηγχιστεύθησαν με τους εντοπίους,
συνεχωνεύθησαν, κ' έλειψεν εκείθεν τ' όνομα των Κανταραίων.
Ο Γιάννης προσεκολλήθη το πρώτον, ως κοπέλλι, πλησίον του γέρο-
Στριαριώτη, ενός γεωργοκτηματίου, εθήτευσεν, εδούλευσεν, έκαμε
κλέμματα και αρπάγματα. Εδούλευε διά τρεις, έτρωγε μόνον δι' ενάμισυ
και ήτο πολύ προκομμένος. Οπωσούν έφερεν ευτυχίαν εις τον παραφέντην
του, και θα ηδύνατο και αυτός να καυχηθή, όπως ο Ιακώβ προς τον
Λάβαν, ότι είχε «καλό ποδαρικό». «Επί τω ποδί μου ευλόγησέ σε Κύριος
ο Θεός». Το δεύτερον έτος έκλεψε μίαν κόρην (ή απήγαγε) του αφεντικού
του και την ενυμφεύθη· το τρίτον έτος, εκτός της προικός την οποίαν
στανικώς επήρεν, είχεν αποκτήσει άλλα τόσα χωράφια, και είχε
κατακτήσει όχι ολίγα γειτονικά χέρσα, με τον κόπον του, και τα
εκαλλιέργησε. Κατόπιν η περιουσία του αυτή ετριπλασιάσθη, εγέννησεν
υιούς, τον Στάμον και τον Δημήτριον, και θυγατέρα, την
Τριανταφυλλιάν, και απέθανε πεντηκοντούτης.
Οι υιοί του εκληρονόμησαν την περιουσίαν του και την προκοπάδα του
(*). Το διήγημα απέμεινε ατελές
Τ'ΜΠΟΥΦ ΤΟΥ Π'ΛΙ
Ποίαν να είχε καλήν τύχην ο καπετάν Στέφος ο Γιαρής και του ήρχοντο
όλα βολικά εις αυτόν τον κόσμον; Ποτέ δεν υπήρξεν άνθρωπος τόσον
τυχερός, όσον αυτός. Από μίαν παληοκαϊάσα, είδος βομβάρδας ή
κολυακιάς, οπού του είχεν αφήσει ως αζήλευτον κληρονομίαν ο πατέρας
του, απέκτησε τώρα μίαν τεραστίαν σκούναν μεγίστης χωρητικότητος —
επειδή η μόδα ήτον, εις τας ημέρας μας, ν' αρματώνουν ως σκούνες και
τα μεγαλύτερα θαλασσινά σώματα [κομμάτια]. Άλλοι έλεγαν ότι είχε
συνήθειαν, εκάστοτε, όταν επρόκειτο να μπαρκάρη από τον λιμένα, να
βάζη την γυναίκα του την Σινιώραν να προπορεύεται πρώτη ως την βάρκα,
κι' αυτός ν' ακολουθή, επειδή εκείνη είχε καλό ποδαρικό. Και όταν είς
γείτων, διαβασμένος κάπως, παρετήρησεν ότι αυτό ήτο δεισιδαιμονία, ο
παπ' Αβέρκιος ο ερημίτης απήντησεν ότι την δοξασίαν ή την συνήθειαν
αυτήν επικυρώνει κ' η Αγία Γραφή. «Επί τω ποδί μου ευλόγησέ σε Κύριος
ο Θεός», είπεν ο Ιακώβ εις τον Λάβαν τον πενθερόν του. Άλλοι έλεγαν
ότι το μόνον «γούρι», ο καλός οιωνός, τον οποίον συνήθιζε κατά κόρον
ο καπετάν Στέφος, ήτον η κλεψιά. Αγαπούσε πολύ το πλιάτσικο, ο
βλογημένος. Ό,τι του έπεφτε στην πλώρη του δεν το άφινεν. Είτε εις το
πέλαγος, είτε εις τον όρμον, όπου και αν προσήγγιζε, παν ναυτικόν
είδος, το οποίον ήθελεν ευρεθή στον δρόμον του, άρμενον ή κάνναβιν ή
ξύλον, το μετεχειρίζετο ως λάφυρον πολέμου. Πλην τούτο ίσως το
συνήθιζον και άλλοι ναυτικοί, και, διά να είπωμεν την μαύρην
αλήθειαν, ποτέ δεν έλειψεν από τον ναυτικόν μας κόσμον αυτή η
στοιχειώδης πειρατεία. Και όμως οι άλλοι ποτέ δεν ημπορούσαν, όπως
ωμολόγουν οι ίδιοι, να «κεφαλώσουν», δεν εσήκωναν δηλαδή άνω την
κεφαλήν, από τας καταδρομάς της τύχης. Αλλά διά τον καπετάν Στέφον
όμως η κλεψιά του έβγαινεν εις καλόν.
Τον ενθυμούντο όλοι, όταν ήσαν παιδιά εις το δημοτικόν σχολείον, και
εις την πρώτην του ελληνικού· διότι ως εκεί επήγαιναν συνήθως τα
καπετανόπουλα του τόπου. Δεν υπήρχεν όνειδος και χλεύη, δεν υπήρχε
παραγκώμι και αναγόρευμα, το οποίον να μη του έρριπτον κατάμουτρα.
Συνήθως τον ωνόμαζον «σαλιάρα», ή «μπουκαπόρτα», ή «μάπα κεφάλι».
Αλλά τώρα, όταν τον έβλεπαν και τον εζήλευαν, θα ηδύναντο να είπωσι
προς αλλήλους: «Ούτος ην, ον έσχομέν ποτε εις γέλωτα και εις
παραβολήν;»
Όσον αφορά την Σινιώραν την καπετάνισσαν, όλ' οι άνδρες την
εθεωρούσαν ως πολύ καλόκαρδην, όταν την έβλεπαν ανοικτοπρόσωπην,
κοκκινομαλλούν, χονδρήν ως ξυλίνην καρούταν, να κάθηται σχεδόν
διαρκώς επί του κατωφλίου της εξώπορτας του σπητιού, χωρίς να κάμνη
τίποτε. Αι γυναίκες την έλεγαν «απαστύλωτη» «αναφάνταλη»,
«αστάνευτη». Έλεγαν ότι εξακολουθεί και τώρ' ακόμα, σχεδόν πενηντάρα,
να βάπτη τα μαλλιά της μ' «ακνά». Επειδή, όταν της τα έβαπτε μικράς
κόρης η μάνα της, το πράγμα δεν ελογίζετο εις όνειδος. Αυτή όμως θα
ηδύνατο ν' απαντήση ότι τώρα ήτο λογικώτερον να τα βάπτη. Και τωόντι,
ποτέ δεν εχαλούσεν η καρδιά της, ούτε δι' αυτό ούτε δι' άλλο τίποτε.
Έλεγε μόνον: «Ποτέ δεν βάζω κακό στο νου μου, κι' όλα μου έρχονται
δεξιά».
Πώς να μην είναι καλόκαρδη, και πώς να μην της έρχωνται όλα δεξιά,
αφού ευθύς μετά τον γάμον της, όταν απέθανεν η πρώτη γυναίκα του, και
την επήρε χηρευμένος ο Στέφος (η μακαρίτις εκείνη επέζησε μόνον έως
τον δέκατον μήνα μετά τον γάμον της, και τόσον μόνον εχάρη, όσον διά
να κυοφορήση, να φέρη έν βρέφος εις τον κόσμον και ν' αποθάνη λεχώ),
η Σινιώρα δεν εδίστασε, καθώς έλεγαν, να υπάγη με αντικλείδι μίαν
νύκτα, να ανοίξη το έρημο κι' άχαρο σπήτι της μακαρίτισσας, (το
οποίον εκληρονόμησεν ο σύζυγος διότι επέζησε το νεογνόν), να κλέψη τα
νυφιάτικα ρούχα της νεκράς και να τα φορέση; Απ' εδώ φαίνεται ότι δεν
είχε προλήψεις, η «καλοκόκκαλη». Ποτέ δεν έβαζε κακό στο νου της, και
της ήρχοντο όλα δεξιά. Μία τοιαύτη, επόμενον ήτο να έχη και «καλό
ποδαρικό» διά τον σύζυγόν της.
Όσον διά τον καπετάν Στέφον, οι τωρινοί πλοίαρχοι είχαν ξεχάσει πλέον
όλα τα παλαιά παραγκώμια και τον περιέγραφον μόνον ως «μπούφον». Το
όρνεον εκείνο, ως διηγούνται, φύσει ανίκανον να κυνηγή, όπως κάμνουν
τ' άλλα αρπακτικά, κάθηται επί κλάδου ή επί βράχου, όπου η μαύρη
μορφή του συγχέεται και γίνεται έν με το βάθρον και με την σκοπιάν
του, ανοίγει μίαν σπιθαμήν το πλατύ και λαίμαργον στόμα του, και τα
καϋμένα τα πουλάκια, απατώμενα από τον μέλανα γνόφον, καθώς πλέουν
εις το κενόν, έρχονται ωσάν τυφλά και πέφτουν μέσα εις το χάσκον, το
σπηλαιώδες στόμα του μπούφου. Ούτω πως του ήρχοντο όλαι αι
επιχειρήσεις του Στέφου. «Σαν τ'μπούφ του π'λί». Όπως στον μπούφον το
πουλί.
Οι άλλοι πλοίαρχοι, επί μήνας καθήμενοι εις τον Γαλατάν, ή τους
λιμένας του Ευξείνου, δεν εναυλώνοντο. Αυτός μόλις έφθανεν, εύρισκε
ναύλον.
Άλλοι ικανώτεροι αυτού θεωρούμενοι ναυτικοί, μόλις απέπλεον, εύρισκον
τους καιρούς εναντίους. Αυτός εύρισκε πάντοτε πρύμον τον άνεμον. Οι
άλλοι εναυλώνοντο προς 95 εκατοστά του φράγκου. Αυτός προς 1,05. Οι
άλλοι δεν εγλύτωναν από «σταλία», την άργητα εις το εκφόρτωμα. Αυτός
εξεφόρτωνεν αμέσως. Οι άλλοι συχνά εφουρτουνιάζοντο, ή ευρίσκοντο εις
την ανάγκην να κάμουν αβαρίαν, εις αυτόν ποτέ δεν συνέβη.
Μίαν φοράν, ενώ ευρίσκετο εις το χωρίον του, συνέβη έν εβραιοκάικον,
ξωριασμένον ίσως από την Σαλονίκην, να φθάση έρημον εις τας ακτάς της
νήσου. Ήτο μικρόν σκάφος, παλαιόν, σαθρόν, άχαρι. Όταν η επί των
Ναυαγίων επιτροπή το έβγαλεν εις την δημοπρασίαν, όλ' οι άλλοι το
επεριφρόνησαν και μόνος ο Στέφος προσέφερεν ευτελή τιμήν. Το ηγόρασεν
αντί εβδομήκοντα περίπου δραχμών, ως καύσιμον ξυλείαν. Την άλλην
ημέραν παρουσιάζεται είς παλαιός, ξεπεσμένος γριπάρης, και
προσφέρεται, αν το επεσκεύαζεν ο αγοραστής δι' εξόδων του, να το
ενοικιάση και να το μεταχειρισθή προς αλιείαν, με συμφωνίαν να δίδη
εις τον καπετάν Στέφον το τρίτον του προϊόντος του ακαθάριστον. Αφού
το παρέλαβε, το έκαμε τράταν, και ήρχισε να ψαρεύη. Κατά τους μήνας
του χειμώνος εκείνου συνέβη να πέση τόσον άφθονον ψαρικόν εις τους
αιγιαλούς της νήσου, ώστε ο καπετάν Στέφος εις το μερίδιόν του
επήρεν, εις 67 ημέρας, 1300 δραχμάς. Εις το πλάγι ενός βουνού, εις το
μέρος το πλέον άγονον και άνυδρον, ο Στέφος έδωκε τρεις λίρας εις
πτωχόν χωρικόν και ηγόρασεν εκτεταμένον αγρόν. Μόλις έβαλε να
καλλιεργήσουν το κτήμα και την τρίτην ημέραν οι εργάται ανεκάληψαν
άφθονον βρύσιν εις μίαν γωνίαν. Επί είκοσι χρόνους ο πρώην ιδιοκτήτης
δεν είχε παύσει ν' ανασκαλεύη όλον το έδαφος και ποτέ η σκαπάνη του
δεν έτυχε να κτυπήση εις την θαυματουργόν φλέβα! — Τινές είπον, ότι
ανεκαλύφθη και μεταλλείον εντός του αγρού εκείνου· αλλά τούτο ίσως
ήτο υπερθεματισμός.
Τις οίδε, πόθεν είχε λάβει το μυστηριώδες μαγικόν, το περίαπτον αυτό
της ευτυχίας; Μία γραία, ήτις εφαίνετο να γνωρίζη πολλά πράγματα,
διηγείτο τον βίον και την πολιτείαν δύο παλαιών γυναικών γνωρίμων
της.
— Κλεφτρίνες, πλειο, κακές κλεφτρίνες, παιδάκι μ'! Τ' ακούς εσύ,
όποτε έφερνε μπόρα, κι' όλες η νοικοκυράδες κι' η αργατίνες η
παρακατινές, που μάζευαν της εληές στον κάμπο, εφορτώνονταν βιαστικά
τα κοφίνια τους κ' έτρεχαν για το χωριό, αυτές η δυο μαυροφόρες, η
Γιαρούδαινα κ' η Τούρκα, η μάνα της, έπαιρναν της κόφες τους κ'
έτρεχαν για τα χωράφια! Ο λύκος στην ανεμοζάλη, πλειο....
Αύται υπήρξαν αι δύο τροφοί του Στέφου, η μάνα του, κ' η κυρούλα του.
Από αυτάς είχε λάβει, ως φαίνεται, το μυστικόν περίαπτον της
ευτυχίας.
Μίαν χρονιάν, εν τοσούτω, τες παραμονές των Χριστουγέννων, είχεν
εκτεθή εις το καφενείον Λασκιώτη, εις το παραθαλάσσιον, μίαν εικών
(αυτοφυούς ζωγράφου, μάλλον χρωματιστού), ναύτου, ήτις παρίστανεν επί
μακράς οθόνης τεραστίαν σκούναν, πλέουσαν με φουσκωμένα τα πανιά. Επί
των κεραιών της εφαίνετο μία περίεργος μορφή, έν άγνωστον είδος ζώου
με στόμα μέγα ανοικτόν, και γύρω εις την μορφήν ταύτην νέφος ζωυφίων
πτερωτών, τα όποια έπιπτον εις το χάσκον στόμα.
Τι εσήμαινεν η εικών αύτη; Πολλαί συζητήσεις εγένοντο.
— Θα είνε τελώνιο, που εκάθισε στα πινά της σκούνας, έλεγεν ο είς.
— Θα είνε θαλασσινό όρνιο, που γητεύει τα πουλιά, έλεγεν άλλος.
— Είνε θαλασσαετός!.... είνε σακκάς, πελεκάνος!....
— Είνε γλάρος!...
— Μωρέ είνε μπούφος! είπεν είς γηραιός θαλασσινός.
— Μα γιατί έχει σαν ανθρωπινό μούτρο;
Τας ημέρας εκείνας ο καπετάν Στέφος ο Γιαρής επεριμένετο να φθάση,
διά να κάμη Χριστούγεννα εις το χωρίον. Ήλθεν η παραμονή και δεν
εφάνη. Η μεγάλη σκούνα δεν επρόβαλεν ανάμεσ' απ' τα δυο νησιά να
εισέλθη εις τον λιμένα. Τι έγεινε; Μήπως εφουρτουνιάσθη ο καπετάν
Στέφος κ' επόδισε πουθενά; Θα ήτο απίστευτον.
Όλοι ανησύχησαν μόνον η Σινιώρα, η καπετάνισσα, δεν εξέφρασε καμμίαν
ανησυχίαν. Είχε νυκτώσει. Έβαλε τα παιδιά της να κοιμηθούν. Κοντά τα
μεσάνυχτα άνοιξε το παράθυρον. Τρικυμία εμαίνετο έξω. Ο βορράς
εσύριζεν.
Ήκουσε συριγμόν τροχαλίας και κρότον αλύσεως. Μέγας όγκος εφαίνετο
εις τον λιμένα αντικρύ του παραθύρου της. Μεγάλη βάρκα, φέρουσα
φανόν, απεσπάσθη από τον μέγαν όγκον, κ' επλησίασε με βαρείαν
κωπηλασίαν εις την προκυμαίαν.
— Καλώς σ' ηύρα, καπιτάνισσα! έκραξε μία φωνή από την βάρκαν.
— Καλώς την αγάπη μ' τη χρυσή! έκραξεν η κοκκινομαλλού, αναγνωρίσασα
την φωνήν του συζύγου της.
Την επαύριον ο καπετάν Στέφος επήγεν εις το καφενείον. Είς αστείος
μεταξύ των συναδέλφων του ναυτικών τον εφαντάζετο (πράγματι αυτός
είχε δώσει νύξιν εις τον χρωματιστήν, πώς να ζωγραφίση) καθήμενον ως
επί κλάδου, επί της κεραίας και των αξαρτίων του ιδίου πλοίου του με
κεφαλήν μπούφου και με ανθρωπίνην κατά τα άλλα όψιν, ανοίγοντα μίαν
πήχυν το στόμα και μέσα εις το μαύρον χάσμα να πίπτουν ως τυφλά, ωσάν
πτερωτά πουλάκια, τα χρυσά και αργυρά νομίσματα.
Ο απλοϊκός ζωγράφος έβαλεν εις πράξιν την ιδέαν, κ' εσχεδίασε μεγάλην
σκούναν ν' αρμενίζη πλησίστιος. Επάνω εις το κατάρτι της το πρυμναίον
εζωγράφισεν ένα μέγαν ανθρωπόμορφον μπούφον, ωσάν καρφωμένον επί της
κεραίας, με ηλίθιον μειδίαμα εις την όψιν, και εις το στόμα του, το
χάσκον ως άδης, βροχηδόν, αγεληδόν, πτεροφόρα και πτηνοειδή έπιπτον
αμέτρητον πλήθος ναπολεόνια, τούρκικες λίρες, βενετικά φλωριά,
ρηγγίνες και κολωνάτα.
Ο καπετάν Στέφος είδε την εικόνα και την επήνεσε.
— Μπράβο του μαστρο-Γιαννιού, την κατάφερε, είπε· κέρασέ τον ένα
ρακί!
Και έρριψε μίαν πεντάραν εις το τραπέζι.