TΑ ΜΑΥΡΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΑ

Σοβαρός και αρχαϊκός, γαλανός και ανοιχτοπρόσωπος, ο κυρ Δημητράκης

τ' Αγάλλου, με τας πλατείας χειρίδας, την κεντητήν ζώνην, και τα

στιλπνά πανωβράκια του, εσύχναζε καθ' εκάστην εις το

Κιόσκι........εντός της σιδηράς πύλης του Κάστρου, και αντικρύ εις το

μικρόν τζαμί, το οποίον ευρίσκετο διά τον τύπον εκεί, τάχα διά τας

θρησκευτικάς ανάγκας του μοναδικού Αγά, όστις ευρίσκετο ως σημείον

συνδέσμου και υποταγής εφ' όλης της νήσου. Εκεί εσυναθροίζοντο όλοι

οι προεστοί, πρόκριτοι και δημογέροντες του τόπου, διά να καπνίζουν

το μακρόν τσιμπούκι, να πίνουν το σερμπέτι, και να συζητούν, ως

μεγάλα κεφάλια, τα συμφέροντα όλης της κοινότητος. Εσχάτως μόνον το

σερμπέτι ήρχισε ν' αντικαθιστά ο καφές, τον οποίον εκόμισε πρώτος,

επιστρέψας άρτι εκ της Βλαχίας και της Κωνσταντινουπόλεως, ο κυρ

Αλεξανδράκης ο Λογοθέτης, μεγαλέμπορος και πρώτος προεστώς του

Κάστρου.

Συνήθως οι προεστοί ήσαν βραχύλογοι. Έσφιγγον τα χείλη, και δυσκόλως

έφευγε λόγος το έρκος των οδόντων των. Έμεναν πάντοτε αμφίρροποι, και

δεν εξεφράζοντο ποτέ αρκετά σαφώς διά παν ζήτημα. Ο κυρ Δημητράκης τ'

Αγάλλου έλεγε μόνος του εις μίαν ημέραν τόσα λόγια, όσα δεν έλεγαν

εις δέκα συνεδριάσεις όλοι ομού οι προεστοί. Πλην, με όλην την

στωμυλίαν ταύτην, κανέν υποκείμενον δεν εσαφηνίζετο. Ούτε ο λέγων

εφαίνετο να ηξεύρη ακριβώς τι έλεγεν, ούτε οι ακροαταί του ενόουν

ευκρινώς τι ήθελεν ο αγορητής να είπη.

Εκείνο το Σάββατον, οπού ο κυρ Δημητράκης επέστρεφεν οίκαδε περί την

μεσημβρίαν, σοβαρός και γαλήνιος, σκεπτικός εις όλον τον δρόμον, είχε

συζητηθή θέμα πολύ ευγενές εις το Κιόσκι, εις την συνάθροισιν των

προεστών. Επρόκειτο περί παίδων αγωγής, και μάλιστα περί της διαγωγής

των εφήβων και νεανίσκων, εκείνου του καιρού, μεσούντος του ΙΗ'

αιώνος. Δύο ή τρεις νέοι, τας ημέρας εκείνας, από καλάς οικίας

οπωσούν, είχον εκτραπή της ευθείας οδού και είχον εξοκείλει εις

θορυβώδεις κώμους την νύκτα, με βιολιά και με λαγούτα, και με λίαν

ζωηρά και ξανοιχτά άσματα. Μίαν λέξιν είχεν ειπεί μετά γενικότητος ο

κυρ Αλέξανδρος ο Κονόμος.

— Δεν πάμε καλά.

— Ξωκείλαμε, επρόσθεσεν ο κυρ Φραγκούλης του Φραγκούλη.

— Μπαττάραμε — πέσαμ' όξου, επέφερεν ο καπετάν Πέρρος ο Μαυρογιαλής.

— Ο φόβος του Θεού έλειψε, συνεπέρανεν ο Σακελλάριος, ο παπά-

Ζαχαρίας.

Και ο κυρ Δημητράκης ήρχισε στωμύλος ν' αναπτύσση το ζήτημα.

— Αδελφοί και πατέρες, ήρχισε με ύφος σχεδόν καλογηρικόν, πρέπει να

ξέρουμε πως όλοι 'μείς είμαστε σα μια οικογένεια αγαπημένη, από

πατέρα κι' από μάννα, όλοι αδέρφια είμαστε. Πατέρας μας είνε ο Θεός,

μάνα μας είν' η γης. Και λοιπόν, επειδής είμαστε όλοι αδέρφια, με το

να έχουμε όλοι ένα πατέρα, τον Θεόν, και μίαν μητέρα, την γης, πρέπει

να είμεθα αγαπημένοι και τιμημένοι, ωσάν μία οικογένεια που είμαστε.

Τι λέγει το ιερό Βγαγγέλιο; αγαπήσης τον πλησίο σου ως σεαυτόν.

Επειδής ο πλησίος, ο γείτονάς σου, είνε αδελφός, με το να έχη ένα

πατέρα, τον Θεόν, και μία μάννα, την γης, ήγουν θα πη πως είνε σαν

αδερφός σου, σωστός αδερφός σου. Και τι λέγει πάλιν; Ό συ μισείς

ετέρων μη ποιήσεις. Εταίρος, μου έλεγε ο Λογιώτατος ο γυιος μου,

εταίρος θα 'πη σύντροφος, φίλος. Πώς μπορείς να κάμης κακό στον

αδερφό σου, στον σύντροφό σου, στον φίλο σου; Ήγουν, διά να

καταλάβετε καλά, πατέρες, τι λέγω, θέλεις εσύ νάρχωνται να κάνουν

πατινάδες αποκάτω στα παράθυρά σου την νύκτα;

— Δεν τα λες και τόσο βαθειά ελληνικά, καταλάβαμε, είπεν ο πρώτος

λαλήσας, ο Αλέξανδρος ο Κονόμος.

— Αγκαλά, κυρ Δημητράκη, κι' ο γυιος σου, καθώς έμαθα, ο Αγάλλος

ήταν από διαβάτ' κι' αυτός, είπεν ο Καπετάν Πέρρος, ήταν μαζί με το

τσούρμο.

— Ποιο τσούρμο, καπετάν Πέρρο· στο καράβι είν' ο νους σ';

— Μαζί μ' αυτούς που έκαναν την πατινάδα, ηρμήνευσεν ο παπά-

Ζαχαρίας. Κ' εγώ τ' άκουσα, κυρ Δημητράκη.

— Τι λες, παπά;

— Το ναι, ναι, και τo ου, ου, επέμεινεν ο παπάς. Καλλίτερα να τα

λέμε μπροστά, κυρ Δημητράκη. Να μη γνέφη τινάς οφθαλμώ μετά δόλου,

λέγει ο σοφός Σολομών. Ο &ελέγχων& μετά παρρησίας &ειρηνοποιεί&.

— Εγώ τώρα τ' ακούω αυτό, επανέλαβε κατηφής ο κυρ Δημητράκης.

— Γιατί στερνά τα μαθαίνει όλα κείνος οπού έπρεπε πρώτος να τα ξέρη,

είπεν ο παπάς. Και &έσονται οι πρώτοι έσχατοι.&

— Ε! και τι να κάμη, σα σας ακούω και σας! έκραξεν ανυπόμονος ο

Αλέξανδρος ο Κονόμος. Μπορεί να μνουχίση τον γυιο του;

Κ' εκάγχασεν ολίγον φορτικώς [προπετώς].

— Καλλίτερα να τον πανδρέψη, είπεν ο παπάς. Έχουμε κορίτσια στο

χωριό. Πώς σας φαίνεται η ανηψιά μου, η Ουρανίτσα του Θωμά Κουμπή;

— Καλή και άξια, είπεν ο καπετάν Πέρρος.

— Καλά θα τον πανδρέψω, είπεν αποφασιστικός ο κυρ Δημητράκης. Σου

δίνω τον λόγον μου, παπά μου.

Έτεινε την χείρα προς τον ιερέα. Είτα επήρε το τσιμπούκι του, και

απήλθεν ορμητικός.

Άκουσε τι σου λέει ο αφέντης σου, έλεγεν η γρηά Αρετή, η

Δημητράκαινα, προς τον υιόν της, τον πρωτότοκον Αγάλλον.

— Έδωκα τον λόγο μου στον παπά-Ζαχαρία, επανέλαβε πολλάκις ο κυρ

Δημητράκης.

— Κ' εγώ είχα ρίξει το μάτι μου στην κόρη της Γκλεξίτσας, στη

Σκόπελο, επέμενεν άκαμπτος ο Αγάλλος.

Ο Αγάλλος ήτο 22 ετών, υψηλός και εύμορφος, γαλανός, όπως ο πατήρ

του. Είχεν αρχίσει από τριών ετών να κάμνη ταξείδια επάνω στον

Ποταμόν, εις την Βλαχίαν, κ' εκείθεν είχεν επανακάμψει προ ολίγων

μηνών, φέρων ολίγας εκατοντάδας φλωρίων, ως πρωτόλεια, εις τους

γονείς του. Είχε κρατήσει πέντ' έξ διά να ευθυμήση με τους φίλους

του.

Πριν φθάση εις το Κάστρον, είχε ξεμβαρκάρη κατ' ανατολάς εις την

αντικρυνήν νήσον, κ' εκεί είχεν ιδεί την ωραίαν, λεπτοφυή, ωχράν,

λευκήν και σχεδόν μεταξωτήν, εις συγγενικήν οικίαν, διότι είχε

πρωτεξαδέλφους εξ αγχιστείας, καθότι εγίνοντο τότε συχναί αγχιστείαι

μεταξύ των εγκρίτων οικογενειών των δύο νήσων. Και ο Αγάλλος είχεν

ερωτευθή την γαλαζοαίματην, την κιτρίνην και σχεδόν διαφανή κόρην.

Ο κυρ Δημητράκης ήρχισε να διηγήται μακρόν συναξάρι περί υπακοής και

απειθείας τέκνων και ότι «ευχαί γονέων στηρίζουσι θεμέλια οίκων». Ο

Αγάλλος μόλις ήκουεν. Η γρηά Αρετή πρόχνυ καθημένη, περιβάλλουσα με

συμπεπλεγμένας χείρας τα δύο γόνατα, έσειεν από καιρού εις καιρόν την

κεφαλήν, ως να επέθετεν οξείας και περισπωμένας εις το λεκτικόν του

συζύγου της.

Τέλος ο κυρ Δημητράκης είπε:

— Θέλεις νάχης την κατάρα μου;

— Όχι, αφέντη, είπεν ο νέος.

— Σου λέω έδωκα τον λόγο μου.

— Κ' εγώ έδωκα την καρδιά μου.

— Άκουσε τι σου λέει ο κύριός σου, παιδί μ', Αγάλλο μ', είπεν η

Αρετή.

— Τον ακούω, μάννα· μα, αν δεν είνε θέλημα Θεού, δεν θα γείνη.

— Δεν σου είπα, &ευχαί γονέων στηρίζουσι&.... παιδί μου; επανέλαβε

δευτέραν φοράν ο γέρος.

— Μου το είπες, αφέντη· μα λέει κι' αυτό: «Πατέρες μερίζουσιν οίκους

και ύπαρξιν τέκνοις· παρά δε Κυρίου αρμόζεται ανδρί γυνή».

Αν και δεν ήτο τόσον σοφός όσον ο Λογιώτατος, ήξευρε ρητά.

— Θα σε αποκληρώσω.

Παρήλθον ολίγαι ημέραι. Είχεν εμβή η Μεγάλη Σαρακοστή, επανήρχετο η

άνοιξις, κι' ο Αγάλλος ητοιμάζετο να πλεύση διά την Προποντίδα και

τον Βόσπορον, κ' εκείθεν διά τον Δούναβιν. Όταν εζήτησε την πατρικήν

ευλογίαν, ο κυρ Δημητράκης του είπεν:

— Ας είνε, παιδί μου· εσύ θα με γεροκομήσης.

Και όταν εφίλησε την δεξιάν της μητρός του, η Αρετή του είπε:

— Τα χεράκια σου θα με θάψουνε.

Διέτριψε μίαν εβδομάδα και πλέον εις την αντικρυνήν νήσον, όπου επήγε

να επισκεφθή την μεταξωτήν κόρην την γαλαζοαίματην, την Γκλεζώ,

θυγατέρα της Γκλεζίτσας, καταγομένης από το αίμα το Τσιρωνέικον, εξ

ευγενών Βενετών φυγάδων.

Την επαύριον, αφού εμίσεψεν ο Αγάλλος, ο κυρ Δημητράκης, όταν επήγεν,

ως συνήθως, εις το Κιόσκι, εις το μέσον των προεστών, εστράφη προς

τον παπά-Ζαχαρίαν τον Σακελλάριον και του είπε:

— Σου δίνω, παπά, στην ανεψιά σου την Ουρανίτσα τον Λογιώτατον,

επειδή ο Αγάλλος δεν ηθέλησε να μ' ακούση.

— Καλά, κυρ Δημητράκη· ως επίτροπος της κόρης, σου λέγω ότι είνε

δεκτόν.

Ο Επιφάνιος ήτο δευτερότοκος υιός του Δημητράκη, τον οποίον αυτός

είχεν επονομάσει Λογιώτατον, και το επίθετον αυτό εκόλλησεν επάνω του

και του έμεινεν.

Ο νέος είχε σπουδάσει στ' Αμπελάκια, στα Γιάννενα και κάπου αλλού,

όπου τον είχε στείλει ο πατήρ του. Φαίνεται ότι ήτο καλός ελληνιστής,

και πονήματά τινα κατέλιπεν, έμμετρα και πεζά, εξ ων έν μόνον

φυλλάδιον είχε τυπωθή εν Βενετία, ζώντος του συγγραφέως.

Εκείνας τας ημέρας έγεινεν η μνηστεία, και μετ' ολίγον καιρόν ο

γάμος. Ο Επιφάνιος επήρε την γυναίκα του, κ' επήγεν ως διδάσκαλος εις

την Ύδραν, όπου διέτριψεν έτη πολλά, μεταξύ του τέλους του ΙΗ' και

της αρχής του ΙΘ' αιώνος, διδάσκων τα ελληνικά γράμματα. Υπέγραφε δε

συνήθως Στέφανος (αντί του Επιφάνιος) Δημητριάδης.

Εν τω μεταξύ ο Αγάλλος διέμεινεν επί πέντε έτη εις Βλαχίαν, κ'

έγραφεν ανά δύο ή τρεις μήνας προς τους γονείς του, εις την νήσον.

Πότε τα γράμματα παρέπιπτον κ' εχάνοντο, πότε έφθανον εις χείρας του

πατρός του. Ο Δημητράκης, συνήθως, ούτε έστελλεν απάντησιν, και διότι

είχε γογγύσει η καρδιά του κατά του Αγάλλου, και διότι δεν είχε πλέον

γραμματικόν, όστις να του συντάξη επιστολήν. Ο Λογιώτατος έλειπε

χρονικώς εις την Ύδραν. Εις τον ίδιον αυτόν Λογιώτατον δεν έστελλε

γράμματα, αλλά μόνον στοματικά χαιρετίσματα, οπωσούν συχνά — διά

μέσου αλιέων και σπογγοθηρών πλεόντων από του Σαρωνικού εις τας

βορεινάς νήσους, και τανάπαλιν· κάποτε και διά μοναχών ταξειδιωτών,

εξ Αγίου Όρους ερχομένων, οίτινες, αφού επεσκέπτοντο τα επί της νήσου

Μονύδρια, την Παναγίτσαν της Κεχριάς την θαυματουργόν, την

Καστριώτισσαν, τον Πρόδρομον τον Κρυφόν, τον άλλον τον Ασέληνον,

κτλ., κατηυθύνοντο είτα εις Ύδραν, διά να ίδωσι τας εκεί μονάς και

τους μονάζοντας, και είτα έφθανον μέχρι του Μεγάλου Σπηλαίου και της

Αγίας Λαύρας, εις τα βορειοδυτικά του Μορέως.

Όταν εις το τέλος των πέντε ετών ο Αγάλλος εκίνησεν από τον Ποταμόν

διά να κατέλθη εις την Προποντίδα και εξέλθη εις την Άσπρην Θάλασσαν,

ηγνόει πολλά άλλα πράγματα εν τω μεταξύ επισυμβάντα, αλλά και τον

γάμον του Επιφανίου μετά της Ουρανίτσας. Και όμως εκ φήμης είχεν

ακούσει ότι είς Λογιώτατος καλούμενος, νέος από βορεινήν νήσον

προερχόμενος, ήτο διδάσκαλος εις την Ύδραν αλλ' η φήμη δεν ήτο αρκετά

φωτισμένη, ώστε να τον πληροφορήση αν ο Λογιώτατος εκείνος είχε

γυναίκα, και ποίαν και πόθεν. Ο Αγάλλος έφερε μαζί του όχι ολίγας

εκατοντάδας φλωρίων αυτήν την φοράν.

Μετά ένα μήνα από τον μισεμμόν του εκ της Βλαχίας έφθασεν εις τον

ωραίον τόπον, εις την πατρίδα της φαρφουρίνης Γκλεζώς· εμελέτα να

μείνη αυτόθι ολίγας ημέρας, είτα να πλεύση εις την πατρίδα του

αντικρύ, να εξευμενίση τους γονείς του με πάσαν θυσίαν, να τους πείση

να έλθουν εις τον γάμον [του] και να επανέλθη άγων αυτούς πλησίον της

μνηστής του. Ο γάμος θα ετελείτο πανηγυρικώς, με τας ευλογίας του

Θεού, δώδεκα παπάδων, από δώδεκα ενοριακάς εκκλησίας, και των γονέων,

και της πενθεράς του της Γκλεζίτσας, και τόσων άλλων παρανύμφων,

κηδεστών, αγχιστέων και φίλων.

Όταν απεβιβάσθη ο Αγάλλος, κ' επάτησε τον πόδα εις την ξυλίνην

αποβάθραν της ανόρμου εσοχής [αγκάλης] του αιγιαλού — την

κατεσκεύαζον [την αποβάθραν] ξυλίνην επειδή κατά χειμώνα τα κύματα

του βορρά την κατέστρεφαν, και πάσαν άνοιξιν την ανεκαίνιζον πάλιν —

αόριστον νέφος λύπης και κατηφείας (του εφάνη ότι) επεπόλαζεν

(επλανάτο) εις όλην την παραθαλάσσιον. Τα πρόσωπα, όσα άλλοτε έτρεχον

μετά χαράς να τον υποδεχθώσι και να τον χαιρετήσωσι, σκαιά και ψυχρά,

δεν έτρεχον μετά προθυμίας εις συνάντησίν του. Δύο ή τρεις γνώριμοι,

φίλοι, ή συγγενείς της μνηστής του, του είπον «καλώς ώρισες» με

μελαγχολικόν τινα τρόπον, ως να τον ώκτειρον. Εφαίνοντο ότι εις πέντε

έτη όλοι οι νέοι είχον γηράσει, ως να είχε παρέλθει εικοσαετία, και

όλοι οι ωρίμου ηλικίας είχον γείνει ψυχροί και δύσκαμπτοι, ως

παγωμένα σκέλεθρα.

Ο Αγάλλος υπωπτεύθη ότι η μνηστή του τον είχεν αρνηθή, και είχε

προτιμήσει άλλον. Ησθάνθη εις το στήθος του αιφνίδιον πλήγμα ως

δικόπου μαχαίρας· η μία ακωκή τον έπληττεν εις το αίσθημα, η άλλη —

ήτις πιθανόν να ήτο και η οξυτέρα εις την φιλαυτίαν του.

— Τι γίνεται το Γκλεζώ, καλά είνε; ετόλμησε να ερωτήση τον κυρ

Φόλην, ένα θείον της κόρης, όστις ήτο συγχρόνως και του ιδίου

συγγενής, από την παλαιοτέραν αγχιστείαν, ήτις προυπήρχε μεταξύ των

οικογενειών των.

— Έ, υπομονή, κουράγιο· τι να κάμουμε; είπεν εις απάντησιν ο γέρο-

Φόλης.

— Τι υπομονή, κουράγιο; επανέλαβεν εν απορία ο Αγάλλος.

— Αυτά έχει ο κόσμος, απήντησεν ο Φόλης.

— Το ξέρω, είπεν ο Αγάλλος· μόνο πες μου τι τρέχει;

— Ζωή σε λόγου σου, είπε πάλιν ο άλλος.

— Πέθανε το Γκλεζώ;

— Δεν απέθανε ακόμα· πεθαίνει.

Τω όντι η νεάνις έπνεε τα λοίσθια. Ωχρά, διαφανής, μεταξωτή, είχε

κρυολογήσει εις την εξοχήν το περασμένον φθινόπωρον, όπου επήγε κ'

έμεινε δύο-τρεις ημέρας εις το ιδιόκτητον καλύβι της οικογενείας, εκ

φιλοτιμίας βοηθούσα τας εργατίνας εις το μάζεμμα των ελαιών, ακόμα

και υπηρετούσα εις την έκθλιψιν του ελαίου, εις το πατητήρι, το

οποίον υπήρχεν εις το κατώγι της μικράς επαύλεως. Δεν ήκουε τας

νουθεσίας της μητρός της, ήτις την είχεν ακριβήν και πολυζήτητον.

Είχεν ακούσει ότι, εις την άλλην νήσον, εις την πατρίδα του

αρραβωνιστικού της, δεν το είχαν εις εντροπήν αι γυναίκες των

καλλιτέρων οικογενειών να βοηθώσιν εις τοιαύτας εργασίας, κ'

εφιλοτιμείτο να τας μιμηθή, διά να δείξη εις την πενθεράν και τας

ανδραδέλφας της όταν έμελλε να πλεύση με τον Αγάλλον αντικρύ, στο

Κάστρον ότι αυτή, ας ήτον και γαλαζοαίματη, επεθύμει να είνε χρήσιμος

και εργατική, όπως εκείναι. Τέλος επέστρεψεν εις την οικίαν άρρωστη.

Η μήτηρ της, ανήσυχος, την επεμελήθη τρυφερά, Όλαι αι γιάτρισσαι της

πόλεως με τα φάρμακα και τα ματζούνια ετέθησαν εις ενέργειαν. Αλλ' η

φύσις δεν εβοήθει, και η κόρη εχειροτέρευε. Παρήλθεν ο χειμών, και

ήλπιζεν η Γκλεζίτσα ότι με την ανατολήν της ανοίξεως (ετρώθη το

φθινόπωρον, εισέβαλεν ο χειμών) θα εδυνάμωνεν η μεταξωτή κόρη. Εις

μάτην. Η γλυκεία νεάνις εχειροτέρευεν, απήρχετο το περίβλημα, κ'

εγίνετο ψυχή. Και τέλος, τον Απρίλιον εκείνον, ολίγον μετά το Πάσχα,

όταν έφθασεν ο Αγάλλος, το άνθος εφυλλορρόησε, κ' έγειρε, κ'

εμαράνθη.

Αφού έκλαυσεν ως παιδίον, κ' εθρήνησεν ως γυνή ο Αγάλλος, κ' έβρεξε

με δάκρυα το χώμα, δευτέραν και τρίτην ημέραν μετά την ταφήν,

συγχρόνως είπε μέσα του:

— Δεν πάω εγώ τώρα ν' αρραβωνισθώ την Ουρανίτσα, διά να πάρω την

ευχή των γονέων μου; Ιδού φως φανερά, καθώς είπεν ο πατέρας, δεν

ημπόρεσα να θεμελιώσω σπίτι χωρίς την ευχή τους.

Ο γέρο-Φόλης και οι συγγενείς της τεθνεώσης τον ελυπήθησαν, και του

είχαν ναυλώσει πέραμα διά να τον στείλουν πέραν, να υπάγη να

λησμονήση, να παρηγορηθή, και να μην υγραίνη καθημερινώς το χώμα του

νεοσκαφούς τάφου. O Αγάλλος τους απεχαιρέτησεν, απεβιβάσθη, και εις

ολίγας ώρας έφθασεν εις την γενέθλιον νήσον. Απεβιβάσθη εις το

Ξάνεμον, εις ένα βορειανατολικόν λιμένα· εβάδισε δύο ώρας,

συνοδευόμενος από δύο αγωγιάτας με τας ημιόνους των, φέροντας την

μικράν αποσκευήν του, κ' έφθασεν εις το Κάστρον. Η αύρα της θαλάσσης

εφάνη σώτειρα και υγιαντική. Επαρουσιάσθη εις τους γονείς του, κ'

είπε:

— Καλά μου λέγατε, δεν μπορεί να θεμελιώση τινάς απάνω στην άμμο. Το

Γκλεζώ πέθανε. Λοιπόν, αφέντη, είμ' έτοιμος με την ευχή σου να πάρω

την Ουρανίτσα· ιδού λάβε το δακτυλίδι να της στείλης δι' αρραβώνα.

— Τι λες, παιδί μου; Η Ουρανίτσα τώρα έχει δυο παιδιά, ανήψια σου.

Βρίσκεται στην Ύδρα με τον αδερφό σου.

— Τον αδερφό μου... Την επήρε ο Μπιφάνης γυναίκα;

— Τι ήθελες να κάμω; Αφού είχα δώσει τον λόγο μου...Δεν με άκουσες

εσύ, ο Μπιφάνης έκαμε υπακοή.

Και πάλιν ο Αγάλλος ησθάνθη κρυφίαν ανασκίρτησιν εις το φανερόν,

εκρέμασε το κεφάλι κ' είπε:

— Καλά, τα γενόμενα ουκ απογίνονται.

Εξήλθε να περιπατήση ανά τα στενά σοκάκια του Κάστρου, διέσχισε κατά

μήκος τας συνοικίας, έφθασεν έως της Αναγκιάς το κανόνι, εις την

υψηλήν βορειοτέραν άκραν, και μέσα του εμελετούσε κ' έλεγε:

— Καλά, εγώ τώρα τι να κάμω; Ή πρέπει να βρω νύφη ή να καλογερέψω.

Εστάθη πολλήν ώραν εκεί, εκάθισεν επί της ουράς του μακρού πελωρίου

κανονίου, ρεμβάζων, αγναντεύων το βαθύ γαλανόν πέλαγος, και τα άσπρα

πετρώδη νησιά, κατοικίας των θαλασσαετών και των γλάρων, ακούων τον

ρόγχον των κυμάτων εις τους πόδας του Κάστρου, όπου είνε γιγαντιαίος

μονοκόμματος βράχος με δέκα σπιθαμές χώμα στρωμένον επί της κορυφής

και της κυματοειδούς πτυχής του, ως πεντακοσίας οργυιάς ύψος από της

θαλάσσης. Έβλεπε πλήθος παιδιά να παίζουν εις το χείλος του κρημνού,

χωρίς φόβον και χωρίς έν εξ αυτών να κυλισθή ποτέ τον κατήφορον.

Άλλα, ως είδος παιδικής γυμναστικής, κατωλίσθαινον εις την Γλίστραν,

ήτις κατήρχετο διαγωνίως εκεί προς χαμηλόν επίπεδον, σχεδόν σύρριζα

στον κρημνόν· πέτρα πελεκημένη, λεία, ως πέντε οργυιάς τo μήκος το

κατωφερές. Άλλα [πάλιν] προσέπαιζον εις την Αλτανού, την μυθώδη

Σπηλιάν, ήτις ήτο αντικρύ επί της πρώτης νησίδος, αποτείνοντα τας

ειθισμένας ταύτας ερωτήσεις, και δεχόμενα της Ηχούς τας αμυδράς και

παλμώδεις απαντήσεις:

— Αλτανού!

— Ου ου ου;

— Έχεις παιδιά;

— Α α α!

(Το πρώτον είνε ως αποκριτικόν επιφώνημα, κατά την διάλεκτον των

Πηλεορειτών μάλλον, όχι των νησιωτών ισοδυναμεί με το ε ε έ! το

ειθισμένον παρ' άλλοις. Το δεύτερον είνε καταφατικόν αντί του ναι).

Εκεί καθώς έστρεφεν ο Αγάλλος το βλέμμα, μίαν [φοράν] έξω προς το

πέλαγος και μίαν προς το έσω του Κάστρου, έν παράθυρον από μίαν

οικίαν, αντικρύ στο κανόνι, ηνοίχθη με τριγμόν, ως εξ εσκωριασμένων

στροφέων εκ της υγρασίας του Βορρά και της ανερχομένης διηνεκώς άλμης

των κυμάτων εις την θαλασσογείτονα εκείνην ακτήν, όπου διηνεκώς

διεξήγετο η πάλη των στοιχείων. Ο Αγάλλος έστρεψε το βλέμμα, και

είδεν ωραίαν όψιν νεαράς γυναικός, της οποίας το βλέμμα επί στιγμήν

έπεσε τυχαίως επάνω του. Η νεάνις εστερέωσε ταχέως τα παραθυρόφυλλα

επί του τοίχου, με τους συνήθεις σιδηρούς μύλους (τα στηρίγματά των),

και απεσύρθη τάχιστα εις το έσω της οικίας. Δεν την είδε πλέον, αν

και πολλάκις επανέφερε προς τα εκεί το βλέμμα.

Συγχρόνως μία γρηά κυρτή επέρασεν έμπροσθέν του, τον εγνώρισε, και

του είπε: «Καλώς ώρσες». Ο Αγάλλος την ενθυμήθη.

— Δεν είσαι η Μανιά; της είπε. Το Γηρακώ της Κατερίνας, που σε λένε

κοινώς Μανιά;

— Ναι.

— Δεν μου λες, Μανιά, ποια είν' αυτή η κόρη που βγήκε τώρα, κι

άνοιξε το παραθύρι κείνο;

— Είνε η Λ.... της Μ...

— Πανδρεμμένη;

— Αρραβωνιασμένη οχτώ χρόνια.

— Πώς αυτό;

— Ο Γιαννάκης ο Δράκος, ο πειστικός της, βρίσκεται στο Μισήρι· εκεί

είνε πραμματευτής.

— Α!

Ο Αγάλλος διελογίσθη, και ανεπόλησεν. Ενθυμήθη τον Γιαννάκην τον

Δράκον, εκείνον που έλεγεν η γρηά. Παιδιά ήσαν συμμαθηταί εις το

σχολείον του Αλεξάνδρου του Δασκαλάκη, όπου εμάνθανον ομού τα

κολλυβογράμματα, εκείνος δε ήτο ως δυο χρόνια πρεσβύτερος αυτού. Τώρα

είχε τόσα χρόνια να τον ιδή, όσα είπεν η Μανιά, και σχεδόν τον είχε

ξεχάσει.

— Και την έχει αρραβωνιασμένην; Επανέλαβε κάπως ένθερμος ο Αγάλλος.

— Εδώ και δέκα χρόνια.

— Και βρίσκεται στο Μισήρι;

— Σου είπα, στο Μισήρι.

— Και δεν ξαναήρθε από τότε που «έδεσαν της πανδριές;»

— Δεν ξανάρθε, παιδάκι μ'.

— Και δεν της στέλνει γράμματα;

— Κάποτε της έστελνε. Ύστερα έπαψε. Θαρρώ πως έχει καιρό να λάβη

γράμμα.

— Κι' αυτή τον καρτερεί ακόμα;

— Τον καρτερεί.

— Ως πότε;

— Αχ, παιδάκι μ', μη μ' ερωτάς πολλά. Η 'πομονή πούχουμε ημείς η

γυναίκες είνε μεγάλο πράμμα.

— Καλά, να με συμπαθάς, Μανιά, είπεν εν συναισθήσει ο Αγάλλος.

Είτα μετά μίαν στιγμήν, ευθύμως την ηρώτησε:

— Είσαι γειτόνισσα εδώ κοντά;

— Είμαι, παιδάκι μ'. Το σπιτάκι εκείνο, που βλέπεις δίπλα, είνε το

δικό μου. Παραθύρι με παραθύρι σμίζουμε. Άνδρας μπορεί να πηδήση το

χάσμα ανάμεσα στα δυο παράθυρα.

Βεβαίως τυχαίως τα έλεγεν αυτά η Μανιά. Αλλ' ήτο ως να έρριπτε

προσανάμματα εις την σκέψιν ή την επιθυμίαν του νέου. Ο Αγάλλος

απεχαιρέτησε την γραίαν, και κατήλθεν εις την πατρικήν οικίαν του,

εις την χαμηλήν πτυχήν του εδάφους, ανάμεσα εις τον Χριστόν, την

Παναγίαν την Πρέκλαν, και τον Άι-Νικόλαν, όπου ήσαν όλα τα

αρχοντόσπιτα.

Την επαύριον διωργάνωσε μικρόν κώμον ανά την υψηλήν συνοικίαν της

Αναγκιάς, όπου αυτοσχεδίασε ολίγα δίστιχα, και τα έμαθεν εις τους

συγκωμαστάς του να τα τραγωδήσουν υπό τα παράθυρα της Λ...

Από το Κάστρο ως τη Βλαχιά

στης Αναγκιάς το τόπι

δεν είνε χώρες και χωριά,

όρη, βουνά και τόποι.

Για σε πονεί η καρδούλα μου,

και στο Μισήρι μη διαβής,

κι' ο νους σ' εδώ να μένη,

ψυχή λησμονημένη.

Μετά δύο ή τρεις ημέρας εσχεδίασεν εκδρομήν, μετά δύο ή τριών φίλων

του, εις τα έξω, προς τ' ανατολικά μέρη της νήσου. Εκεί, αφού

ελειτουργήθησαν εις τον Πύργον, όπου ήτο παλαιόν σεβάσμιον παρεκκλήσι

του Αγίου Ιωάννου του θεολόγου, εστρώθησαν εις την βρύσιν της

Αβρακής, ολίγον ανήφορον υψηλότερα, εις τ' άνω του ρεύματος, κ'

έφαγαν εκεί ένα πετεινόν ψημένον στην σούβλαν, κ' ήρχισαν να λέγουν

το άσμα. Εκεί κατά περίεργον σύμπτωσιν παρουσιάζεται η γρηά Μανιά.

Φαίνεται ότι είχεν υπάγει, εν συνοδία με άλλας γυναίκας εκεί, διά ν'

ανάψουν τα κανδήλια και διά να ίδουν τα εκεί κτήματα, χωράφια έρημα,

όπου τα κατεπάτουν εν ακολασία οι γείτονες Α ή Β.

— Ώρα καλή σας, παιδάκια μ'. Πετεινό φάγατε; Εύχομαι, Αγάλλο,

αρχοντόπουλό μου, γλήγορα να τον φας κι' αγκαλιαστόν με την κόττα.

Τούτο εσήμαινεν ευχήν περί προσεχούς αρραβώνος ή γάμου.

— Απ' το στόμα σ' κη σ' Θεού τ' αυτί, είπεν ο Αγάλλος, επειδή

εμβήκεν αμέσως εις το νόημα.

Η γραία έπαιζε τα μάτια της, ένευε δε πονηρώς ότι κάτι ήθελε να του

πη. Ο Αγάλλος εύρε πρόφασιν, και απεμακρύνθη δεκαπέντε βήματα από την

συντροφιάν του, έφθασε δε εις πυκνήν λόχμην, δίπλα εις μικρόν

ρυάκιον, το οποίον έσκαζεν επί του όχθου, εις τους πόδας του βράχου,

κ' εκεί εκάθισεν εν ρεμβασμώ, τάχα διά να εύρη δροσιάν και πρόσκαιρον

μοναξίαν.

Η γρηά Μανιά, όπου ήξευρε καλώς τα μονοπάτια, επήγεν από άλλον

δρομίσκον και τον εντάμωσε.

— Καλώς σ' ηύρα, γυιόκα μ'. Τα είπα της Λ....

— Τι της είπες;

— Τα όσα μούπες.

— Δεν σου είπα να της πης τίποτε.

— Κ' εγώ δεν της είπα τίποτε παραπάνω. Το πως αρωτούσες γι'αυτήν,

και τον πειστικόν της, και πως τον καρτερεί δέκα χρόνια, πότε ν'

άρθη.

— Και τι άλλο θα της πης, γρηά Γηρακώ;

— Το πως ο Αγάλλος είνε καλός απ' τους καλούς, πρώτο σόι. Και τι

μαντάτα έχει απ' τον Δράκον, που τον απαντέχει χρόνους και καιρούς.

— Τι μαντάτα; ηρώτησεν ο Αγάλλος, παρανοήσας την φράσιν της γραίας.

— Τι διάφορο έχει, μαθές. Φωτιά π' τον ε!.. Πέτρα έρριξε πίσω,

αγυρισιά του γείνηκε, τόσα χρόνια, μήτε γράμμα, μήτ' απηλογιά.

Την νύκτα, όταν επέστρεψαν εις το Κάστρο οι ευφημούντες φίλοι,

πατινάδα ηκούσθη πάλιν περί την συνοικίαν της Αναγκιάς. Μεταξύ των

ψαλέντων ασμάτων ο Αγάλλος αυτοσχεδίασε το εξής:

Στην Αφρική είν' ένα νερό,

καινούργιο συντριβάνι·

ποιος έχει αγάπη στην καρδιά

ας πα να πιη να γιάνη.

Την πρωίαν εις το Κιόσκι μακρός λόγος έγεινεν εις το σύνηθες

συμβούλιον των προεστών, σχετικώς με την διαγωγήν της νεολαίας, και

μάλιστα περί του άρτι παλινοστήσαντος υιού του κυρ Δημητράκη.

— Ακούστε να σας πω, άρχοντες, είπεν ο κυρ Φραγκούλης του Φραγκούλη,

οι νέοι τούτου του καιρού άλλαξαν πλέον τα φερσίματά τους και την

διαγωγή τους. Όσοι μας έρχονται από της Βλαχίες, κι' από άλλα μέρη,

έμαθαν εκεί άλλα καμώματα, κι' άλλους τρόπους, κι' αυτά τα καμώματα

τα μαθαίνουν και στους άλλους συνομιλήκους τους, τους εδώ. Τι τα

θέλετε; Αυτό είνε πράμμα που κολλάει σαν ψώρα. Μια ψιλή σκέπη, μια

τσίπα, είνε όλη του ανθρώπου η ντροπή. Άμα πάη η τσίπα, πάει πλέον

ηθική και γνώση. Οι νέοι μας αθετούν την Διαθήκην, καθώς λέει ο σοφός

Σολομών. Είνε ασύνθετοι και άσπονδοι.

— Έτσ' είνε, κυρ Φραγκούλη, είπεν ο καπετάν Πέρρος ο Μαυρογιαλής.

Μπάττ' αποδώς, μπάττ' αποκεί, το καράβι πέφτει όρτσα λαμπάντα. Ένα

παγανίδι χρειάζεται μοναχά, για να το καϊνατίση.

— Και τι θα πη ασύνθετοι και άσπονδοι, κυρ Φραγκούλη; ηρώτησεν ο

παπά-Ζαχαρίας. Βαθειά ελληνικά μας είπες σήμαρε.

Κι' ο Λογιώτατος, ο γυιός του συμπέθερου εδώ (δείξας τον κυρ

Δημητράκην), βρίσκεται στην Ύδρα, δεν είν' εδώ για να μας τα εξηγήση.

— Ασύνθετοι είνε κείνοι που δεν στέκουν στον λόγον τους, παπά-

Ζαχαρία· και άσπονδοι είν' εκείνοι που δεν θέλουν να παραδεχθούν

όρκους και συμφωνίες. Κι' αν θέλης να ξέρης, παπά μου, άκουσε τι λέει

ο Εκκλησιαστής: «Τον καθαιρούντα φραγμόν δήξεται αυτόν όφις»· όποιος

χαλνάει φράχτη το φίδι θα τον φάη.

— Και ποιον φράχτη, σε παρακαλώ, κυρ Φραγκούλη, χάλασ' ο γυιός μου;

— ηρώτησε με πείσμα ο κυρ Δημητράκης — γιατί ενόησα καλά, μη μου το

αρνείσαι, πως τάχεις με το γυιό μου.

— Ένας αρραβώνας μιας κόρης είνε φράχτης, είπεν ο Φραγκούλης. Η Λ...

είνε αρραβωνιασμένη με τον Γιαννάκη τον Δράκο, ο γυιός σου πάει και

της κάνει πατινάδα, απέναντ' απ' τα παραθύρια της, και λοιπόν θέλει

να χαλάση τον φράχτη.

— Λοιπόν ακούσατε, πατέρες και αδελφοί, επήρε δρόμον να είπη ο κυρ

Δημητράκης, ο γυιός μου ο Αγάλλος παγαινάμενος εις την Βλαχία, δεν

ηθέλησε να πάρη 'κείνην που του έλεγα, θυμάσθε· εγώ πάλι ως καλός

γονιός της έδωκα τον γυιό μου τον Λογιώτατο. Επιστρέφοντας ο γυιός ο

μεγάλος από την Βλαχία, και πηγαινάμενος στην Σκόπελο, ηύρε 'κείνην

που ήθελε να πάρη του κεφαλιού του πεθαμμένη, κ' ήλθεν εδώ με πένθος

μεγάλο και με λύπησι, κ' επειδή τον έπιπτεν η συνείδησίς του, ήθελε

να κάμη τον λόγο μου, να πάρη την Ουρανίτσα, μη ξεύροντας πως εγώ την

είχα δώσει του γυιού μου του Λογιωτάτου. Και τότε ο Αγάλλος για να

ξεχάση τον καϋμόν του, ως νέος που είνε, έκαμε ζέφκι, όξ' απ' το

Κάστρο, με τους φίλους του, και πηγαινάμενοι στην Αβρακή έφαγαν κ'

ήπιαν, και στο γυρισμό τους θα είπαν κάν' δύο τραγούδια μέσ' το χωριό

την νύκτα. Τώρα, αν τα τραγούδια τα είπαν αποκάτ' απ' τα παραθύρια

καποιανής, ελπίζω ότι θα πέρασαν κάτω από πολλά παραθύρια κ'

ετραγούδησαν.

— Κ' έπειτα εκεί στης Αναγκιάς, επρόσθεσεν ως καλός εμβαλωματής και

ως ισοπεδικόν εργαλείον (μιστρί) ο παπά-Ζαχαρίας, εκεί πάνω είνε

ψηλά, ξέφαντο το μέρος. Βέβαια εκεί θα εσταμάτησαν διά ν' αναψυχθούν

και αναπνεύσουν πελαγίσον αέρα.

— Για σου, παπά-Σακελλάριε, είσαι βλέπω καλό μιστρί, είπεν ο κυρ

Πέρρος. Ακόμα και για μαλαχτάρι να σ' είχα θα μου έκανες, αν είχα για

πιλάγωμα το καράβι, στο καρινάγιο.

— Ως τόσον, εγώ σας υποσκέβομαι, ανίσως κ' έγεινε παρατιμωνία, όπως

θα έλεες του λόου σου, καπετάν Μαυρογιαλή, πως δεν θα ξαναγείνη.

Το δειλινόν, όταν είδεν ο Δημητράκης τον υιόν του, του είπε:

— Άκουσα, κυρ Αγάλλο, πως πήγες κάτ' απ' τα παράθυρα καποιανής, κ'

έκαμες πατινάδα. Τώρα δεν είσαι μικρός, είσαι μεγαλείτερος απ' τον

αδερφό σου τον νοικοκυρεμμένο. Κοντεύεις να τριανταρίσης.

— Αλήθεια, αφέντη, είπεν ο Αγάλλος.

Και όταν ενύχτωσε, διηυθύνθη διά πλαγίου δρομίσκου προς το μέρος της

Αναγκιάς. Εκεί ηύρε μίαν θύραν ανοιχτήν και εισήλθεν. Ήτο μικρά οικία

ανώγειος, όπου εκατοίκει το Γηρακώ της Κατερίνας, η λεγομένη Μανιά.

Ήτο χήρα και ατεκνωμένη, κ' ενδιεφέρετο δι' όλας τας αλλοτρίας

υποθέσεις, και μάλιστα διά πανδρολογήματα, προξενιές, κ' ενίοτε

ανδρογυνοχωρισιές.

— Καλή σπέρα, Μανιά.

— Καλώς το παιδί μου.

— Αυτό είνε το παραθυράκι που έλεγες;

— Ναι.

— Όπου μπορεί ένας άνδρας να πηδήση;

— Αυτό.

— Ο πατέρας μου τώρα μου είπε πως «πήγα από κάτ' απ' τα παραθύρια

καποιανής», και δεν ξέρω πώς, μου ήρθε στο νου αυτό το παραθυράκι,

που μου είπες την πρώτη βραδειά που ενταμωθήκαμε. Μπορεί, λες, να το

πηδήση ένας άνδρας;

— Μπορεί.

Ο Αγάλλος έδωκεν έν νόμισμα εις την γραίαν. Εκείνη επήγε ν' αγοράση

τρόφιμα από το πλησιέστερον καπηλείον. Εις το διάστημα οπού έλειψεν η

Μανιά, επί δέκα λεπτά, ο αποφασιστικός νέος περιειργάσθη με βαθείαν

προσοχήν το αντικρυνόν παράθυρον, διαγωνίως κείμενον, καθότι αι δύο

οικίαι έσμιγον καθ' οξείαν γωνίαν. Αλλ' όμως ήτο κλειστόν. Εσχεδίασε

πώς ήτο δυνατόν ν' ανοίξη. Διά βίας, ή διά δόλου. Διά ρήξεως ή

κάλλιον δι' απάτης: λόγου χάριν, αν η γραία έκραζε με κλαυθμηράν

φωνήν την νεαράν της γειτόνισσαν, και την παρεκάλει ν' ανοίξη, διά να

της ζητήση, ως εν ώρα ανάγκης, κάτι, οίον έν πυρείον διά ν' ανάψη το

σβυσμένον κανδήλι, επειδή ήτο παράωρα, κ' είχε λησμονήσει ν' αγοράση

ενωρίς. Η Μανιά επέστρεψε, φέρουσα τα οψώνια. Ο νέος εδείπνησε μαζί

της, κ' έμειν' εκεί μέχρι πρώτου λαλίσματος του πετεινού.

Όλα τ' ανωτέρω υποδειχθέντα, τα είχε σκεφθή η γραία πολύ πρωιμώτερα

και λογικώτερα ή ο Aγάλλος. Η Λ... εις τας πρώτας εξηγήσεις της

Μανιάς είχεν απαντήσει πολύ ψυχρά, είπε δηλαδή ρητώς ότι αυτή ανήκεν

εις τον αρραβωνιστικόν της και ποτέ δεν θα έπαιρνε άλλον, αν εκείνος

την εγκατέλειπεν.

Η Μανιά εξύπνησε την γειτόνισσάν της πρόωρα, με επικλήσεις και φωνάς

πόνου. Εκείνη εξύπνησε, την ελυπήθη, και ήνοιξε το παράθυρόν της. Η

γραία της εζήτησε με κομμένην φωνήν «ένα κόμπο ρακί» να βάλη στο

στόμα της, διά «να πιασθή η ψυχή της», επειδή της είχε «λυθή ο αφαλός

της» από ένα «σφάχτην», δριμύν πόνον που την έπιασεν έξαφνα σ' όλα τα

σωθικά της, από το «χουλιαράκι» της και κάτω. Ήξευρε καλώς ότι της

ευρίσκετο ρακί. Είχε διά πούλημα στο σπίτι, επειδή έκαμνε πολύ ρακί

απ' τ' αμπέλι της. Έζη μοναχή, με την παραλυτικήν μητέρα της, ήτις

δεν της εχρησίμευεν ειμή διά συντροφίαν, και διά να έχη άνθρωπον, τον

οποίον να υπηρετή, διότι άλλως η ζωή της θα ήτο κακή και έρημος.

Την πρωίαν άμα τη ανατολή του ηλίου ηκούσθη εις όλον το χωρίον, ότι ο

Αγάλλος είχε «χαλάσει τον φράχτην», όπως έλεγεν ο Φραγκούλης. Ο

φράχτης ήτο το παράθυρον, το οποίον διεσκέλισε και υπερεπήδησεν. Όλον

το Κάστρον εβόησε κατά του τολμητίου.

Ο νέος το είχε πράξει με «καλήν προαίρεσιν», καθώς τον εδικαιολόγει

εις την συνέλευσιν του Κιοσκίου, αυθημερόν, ο πατήρ του. Ήτο ανάγκη

να εκθέση οπωσούν εις τα όμματα και τα στόματα του κόσμου, ώστε ν'

αποφασίση οψέποτε αύτη να εγκαταλίψη τον άκαρπον μνηστήρα, όστις

εμπορεύετο εις την Αίγυπτον καιρούς και χρόνια, και είχε ρίξει

«πέτραν οπίσω του», όπως έλεγεν η γρηά το Γηρακώ, η Μανιά, και είχε

γείνει αγυρισά του — φωτιά π' τον ε! — και δεν της έστελλε «γράμμα

μήτ' απηλογιά». Την άλλην ημέραν, ήρκει να έλεγεν η κόρη το Ναι,

αυτός θα την εστεφανώνετο «αποκάτω απ' τα στέφανα των Προφητών,

καταμεσής στον ναόν του Χριστού, εν πομπή και παρατάξει».

Και ούτως θα έμελλε βεβαίως να γείνη, εάν η Θεία Πρόνοια δεν ωκονόμει

άλλως τα πράγματα. Την πρωίαν της άλλης ημέρας εξημέρωνε Κυριακήν,

και έκπαγλος είδησις ηκούσθη ανά το χωρίον. Ο Γιαννάκης ο Δράκος, ο

ξενητευμένος αρραβωνιστικός της Λ..., έφθασε κάτω εις τον μεσημβρινόν

λιμένα, εις την άλλην πλευράν της νήσου, όπου ήτο επίνειον, με ολίγα

νεώρια και μαγαζεία. Την είδησιν έφεραν εκείθεν ελθόντες κάτοικοι του

Κάστρου, όπου είχον καταβή διά να πωλήσουν κηπουρικά προϊόντα, τρεις

ώρας δρόμον, από τα Μποστάνια, τα κείμενα κατά την δυτικήν πλαγιάν,

αριστερόθεν του Κάστρου.

Πώς ο Γιαννάκης δεν ήλθε μίαν ημέραν πριν, προτού να πηδήση ο Αγάλλος

το παράθυρον; Και πώς δεν έφθασε μίαν ημέραν ύστερον, αφού την

Κυριακήν ητοιμάζετο να στεφανωθή ο Αγάλλος, εν πομπή και παρατάξει

αποκάτω από το στεφάνι των Προφητών, καταμεσής στον ναόν του Χριστού;

Γράφει [λοιπόν] ο Θεός δράματα;

Ο Αγάλλος το έμαθε, κ' έμεινεν εμβρόντητος επ' ολίγας στιγμάς. Ταχέως

όμως συνήλθε, κ' έτρεξε να εύρη τον παπά-Ζαχαρίαν, τον Σακελλάριον. Ο

σκοπός του ήτο να κατορθώση να τελεσθή ο γάμος πριν φθάση η είδησις

διά τον ερχομόν του Δράκου εις τα ώτα της Λ... και πριν αυτός φθάση

στο Κάστρον. Τούτο θα ήτο απηλπισμένον και σπασμωδικόν διάβημα, και

αν δεν είχε μάθη η κόρη τον ερχομόν του μνηστήρος. Αλλ' όμως, και

τούτο ουδέν το παράδοξον, η Λ... είχε μάθει την είδησιν ακριβώς δέκα

λεπτά πριν την μάθη ο Αγάλλος.

Διότι δεν υπήρχε μόνη η Μανιά γραία εις το χωρίον. Ήτο η γρηά

Κομνιανάκαινα, κατοικούσα εις μικράν καλύβην αμέσως εντός της πύλης

του φρουρίου. Αυτή πρώτη ήκουσε το μαντάτον από τους δύο παραγυιούς

του κηπουρού, του Κωνσταντή του Άγγουρα, οπού εμβήκαν το βράδυ στο

Κάστρον. Όχι ότι εις αυτήν πρώτην το είπαν, αλλ' αυτή πρώτη το

ήκουσε, πριν καταλάβη καλά ο πορτάρης της σιδηράς πύλης, εις τον

οποίον το είπαν. Ευτυχώς δεν ήτο τελείως κωφή, ήκουε καλά από το έν

ωτίον. Είχε πάρει την ρόκα της, καθώς εβασίλεψεν αντικρύ στα κυανά

και τα ρόδινα του Πηλίου ο ήλιος της Κυριακής, όπου έπαυε πλέον η

κανονισμένη αργία, κ' εκάθησε κάτω από την Μεγάλην Ταράτσα, εκεί όπου

είχαν το σύνηθες χάσμα [οπήν] άνω της φλιάς της σιδερόπορτας, διά να

ζεματίζουν τους κλέφτας, και εμάζευε δροσιάν από τον βουνόν εις τον

κόλπον της κι' από τους γιαλούς, και διήκουσε το νέον, το οποίον εν

σπουδή και ακρατήτως μετέδωκαν τα δύο κοπέλλια του κηπουρού εις τον

γέρο-Κώσταν τον πυλωρόν.

— Καλά, τρεχάτε να πάρτε τα σχαρίκια, απάνω στης Αναγκιάς, να το

πήτε της Χ... και της κόρης της, είπεν ο πορτάρης, αφού οι δύο

αγροδίαιτοι νέοι είπαν και ξαναείπαν την είδησιν, και αυτός μόλις

εκατάλαβε τι ήθελον να είπουν.

Η γρηά Κομνιανάκαινα είχε χώσει την ρόκα υπό την τραχηλιάν της, κ'

εποδάρωσε κ' έτρεξεν απνευστί προς την επάνω συνοικίαν. Μετ' ολίγα

λεπτά έφθασε πετάμενη, ως κουρούνα, κ' εφώναξε κάτω από το μικρόν

πρόστοον της οικίας της Λ...

— Τα σχαρίκια, Λ... ήρθ' ο αρραβωνιαστικός σου — ο Γιαννάκης ο

Δράκος έφθασε.

Η Λ... δεν επίστευε τα ώτα της, επί ικανήν ώραν έμενεν ως

απολιθωμένη.

Την πρωίαν έφθασεν εις το Κάστρον ο μνηστήρ ο ξενιτευμένος. Ο

Γιαννάκης δεν έφερε καμμίαν δυσκολίαν, ως έμαθε τα συμβάντα. Έρριψε

τα βάρη όλα στον Άγάλλον, κ' είπεν ότι ήξευρε την αρραβωνιαστικήν του

ως πιστήν και αφωσιωμένην, και ότι, αν έπταισε τίποτε εκείνη, αυτός

το αναλαμβάνει ως ίδιον πταίσμα του.

Ο Γιαννάκης είχε φέρει, ως έλεγαν, δυο χιλιάδες τάλληρα από την

Αίγυπτον. Άνθρωπος πραμματευτής, τόσον εύπορος, δεν έπρεπε να

λεπτολογή διά μικρά πράγματα. Μετά τρεις ημέρας, την Πέμπτην,

συνέπιπτεν εορτή, της Αναλήψεως, περί τα τέλη Μαΐου, ήτο δε ακριβώς

νέα σελήνη και ο γάμος ετελέσθη την εσπέραν της Πέμπτης (του Γιαννάκη

Δράκου και της Λ...) εν πομπή και παρατάξει, καταμεσής στον Χριστόν,

αποκάτω απ' το στεφάνι του μεγάλου πολυελαίου, πριν φύγη ακόμα ο

Αγάλλος διά το Άγιον Όρος.

Μετά πολλούς χρόνους, όταν όλα τα πρόσωπα του δράματος τα μεν

απήλθον, τα δε εγήρασαν — μετά είκοσι περίπου έτη — επανέκαμψεν από

το Όρος ο Αλύπας ιερομόναχος και πνευματικός. Είχεν ασκητεύσει τόσα

χρόνια εις τα Κατουνάκια, κατά τας δυτικομεσημβρινάς υπωρείας του

Άθωνος. Είτα είχεν αποθάνει ο γέροντάς του, αυτός δε επώλησε την

ασκητικήν καλύβην, κ' επέστρεψεν εις την γενέθλιον νήσον του.

Το γηραιόν ανδρόγυνον επέζη ακόμη, ο κυρ Δημητράκης τ' Αγάλλου κ' η

γραία Αρετή. Ο παπά-Αλύπας επήγε κ' εγκατεστάθη οριστικώς εις το

νεόκτιστον σταυροπηγιακόν και πατριαρχικόν Κοινόβιον του

Ευαγγελισμού.

Εξελέγη τέταρτος ηγούμενος μετά τον Νήφωνα και τον Γρηγόριον τους

κτίτορας (ο δεύτερος ήτο εντόπιος, και μακρυνός συγγενής του, υιός

του άρχοντος Χατζησταμάτη), οίτινες είχον αποθάνει προ του 1821, και

μετά τον Φλαβιανόν, απελθόντα προς καιρόν εκ της Μονής ένεκα των

ανωμαλιών και των περιστάσεων. Ως ηγούμενος διέπρεψε, κ' εφημίσθη

μάλιστα το Αλυπιακόν μοσχάτον, όπου αυτός περιτέχνως το κατεσκεύαζεν.

Ήτο φερωνύμως κατάλληλον διά ν' ανακουφίζη τας λύπας, τους καϋμούς

και τα βάσανα του κόσμου τούτου. Η γραία Αρετή απέθανε, και ο γυιός

της ο Αλύπας την έθαψε «με τα χεράκιά του», ως ιερεύς και ως υιός,

όπως αυτή ηυχήθη. Ο κυρ Δημητράκης, αφού έδωσε πολλά πανωπροίκια εις

τας θυγατέρας του τας υπάνδρους, έδωκεν ικανά κ' εις τον Επιφάνιον,

όστις είχεν έλθη εκ της Ύδρας προ πολλού, και μετήρχετο το

διδασκαλικόν επάγγελμα εις τον τόπον, εμοίρασε δε καί τινα εις τους

πτωχούς, εκράτησεν ακόμη ολίγα διά τον εαυτόν του, κ' επήγε κ'

εκοινοβίασεν εις την Μονήν του Ευαγγελισμού, διά να γηροκομηθή

πλησίον του υιού του Αγάλλου, όπως πάλαι είχε προείπη. Εκάρη, και

ωνομάσθη Δαυίδ.

Μετά χρόνους ύστερον ο πρωτότοκος υιός του Επιφανίου, του Λογιωτάτου,

Δημήτριος, αφού έμεινεν ολίγα έτη εις το Ρωσσικόν μοναστήρι, εις τον

Άθωνα, επέστρεψεν εις την πατρίδα του. Ούτος έμελλέ ποτε να φημισθή

αργότερα ως Διονύσιος ο Γέροντας και ως πνευματικός. Πλην τότε, όταν

επαρουσιάσθη εις τον θείον του Αλύπαν, μόλις εικοσιπενταετής,

εκαλείτο Δανιήλ ιεροδιάκονος, μοναχός.

Όταν τον είδεν έξαφνα ο θειος του, με λύπην και πόνον ανέκραξε:

— Μαύρο κούτσουρο εγώ, μαύρο κούτσουρο εσύ.

Τ΄ ΑΓΓΕΛΙΑΣΜΑ

Ανέβαινεν ασθμαίνων τον ανήφορον ο καπετάν Γεωργάκης ο Μ., αν και ήτο

καβάλλα επάνω εις μεγάλον ισχυρόν ημίονον, δυνάμενον να σηκώση υπέρ

τας 120 οκάδας. Ήσθμαινεν αυτός, ήσθμαινε και το ζώον. Ήτον πρωί

ακόμη, αρχαί Ιουνίου, έβαινε προς τα δυτικοβόρεια της εξοχής, κ' είχε

τον ήλιον οπίσω του. Και με πλατύ κόκκινο μανδήλι αδιαλείπτως

εσπόγγιζε τον ιδρώτα από το πρόσωπόν του. Κ' ήτον άρρωστος υπέρ τα

δύο έτη, κ' είχε σωθή και αναλύσει όλος από την αδυναμίαν και

ισχνότητα, κ' είχεν ακόμη το διπλάσιον βάρος συνήθους ανθρώπου.

Έφθασε στον Άι — Λιά ως δύο ώρας προ της μεσημβρίας. Τα πελώρια

πλατάνια εφυσώντο κ' εσείοντο κυρτά επί της πλατείας, σκεπάζοντα όλην

την έκτασιν, νανουρίζοντα την μεγάλην δίκρηνον βρύσιν. Εις το έν

τούτων εσώζετο ακόμη το τελευταίον κλήμα ανώρειον περιπλέκον και

σμίγον τα φύλλα του εις όλους τους κλάδους και τους ακρέμονας και

κρεμών τους προ πολλού δεμένους βότρυς του ανάμεσα στους κλώνας κ'

εις το κενόν. Εις τον μακρύν τεράστιον κορμόν του ανέβαινον ακόμη η

μάγκες και τα νοικοκυρόπουλα, κ' εκτυπούντο και ελικνίζοντο, μέχρις

ου καταστρέψωσι κι' αυτό το σωζόμενον κλήμα, όπως είχον καταστρέψει

και τ' άλλα γείτονα αδέλφια του. Εις την κρήνην εποτίζοντο έν κοπάδι

πρόβατα, του Γιώργη του Πολύχρονου, και έν απόλυον, του Κώστα του

Βαβήλα, εγκαρδιακού αδελφού του. Επιάνοντο σχεδόν καθημερινώς, όταν

ήρχοντο να ποτίσουν τα κοπάδια των, οι δύο γνήσιοι αδελφοί, εξ ων ο

νεώτερος είχε χάσει όπισθεν ενός λαϊκού παρεγκωμίου το οικογενειακόν

όνομά του. Ο Γιώργης κατέβοσκεν όλους τους ξένους αγρούς, όσοι

εγειτόνευον με τα σύνορα της νομής του, ο Κώστας κατεπάτει τα σύνορα

του αδελφού του και άμα κατεμαρτύρει εις τους ιδιοκτήτας κατά του

αδελφού του.

Όταν ήρχετό τις οικοκύρης να παραπονεθή και να τον επιπλήξη, ο

μπάρμπα-Γιώργης είχε τόσον γλυκείαν γλώσσαν, ώστε ο άνθρωπος σχεδόν

επείθετο ότι ο βοσκός δεν τον είχεν αδικήσει, και είχε γείνει λάθος.

Άμα έστρεφεν όμως εκείνος τα νώτα ν' απέλθη, ο Πολύχρονος εσήκωνε τα

χέρια και τον εμούτζωνε οπίσω του, γογγύζων, υβρίζων και βλασφημών. Ο

Κώστας, καθά διηγούντο, είχε γείνει ποτέ αράπης μελανωμένος την

νύκτα, διά να ενεδρεύση και δείρη ένα κάποιον Γούμενον, όστις είχεν

έλθει στο μοναστήρι μεταπομπαίος υπό του Επισκόπου, επειδή ο ξένος

καλόγερος διεμαρτύρετο κατά του Βαβήλα διά την καταβόσκησιν των

κτημάτων της Μονής.

Όταν συνηντώντο εις την βρύσιν του Άι-Λιά,

— Τώκαμες πάλι το θάμμα σου, πουλί παραδερμένο, άρχιζεν ο Γιώργης.

Πήες και μ' εγκάλεσες.

— Καλά σ' έκαμα, απεκρίνετο ο Κώστας· γιατί εσύ είσαι σκυλί

κρυφοδάγκωτο, που πρέπει να σε έχη κανείς έννοια.

— Τι γαυγίζης, βρε; που να λυσσάξης; με την κακία εσύ θα μείνης,

κακόμοιρε.

— Τι ουρλίσματα και αφρούς βγάζεις απ' το στόμα σου; θα φας τα λιακά

σου, γιατί δεν αφίνεις διαβάτη που να μη τον δαγκάσης.

— Αχ! σκυλί αγαρηνό, άπιστο!

— Τρομάρα σου! βρωμόσκυλο, κοπρόσκυλο, ψωριασμένο.

Εσήκωνεν ο Γιώργης την στραβολέκαν, ύψωνε κι' ο Κώστας την

στραβολέκαν, αντήλλασσον δυο αδελφικές ξυλιές, εωσότου ήρχετο είς

γηραιός αγροφύλαξ σοβαρός, ή γείτων κηπουρός γελών, κ' εχώριζε τους

δύο σκυλοαδελφούς (τα δυο σκυλαδέλφια).

Ο καπετάν Γεωργάκης επέζευσεν, εχαιρέτησε τους βοσκούς, όσοι

ανεψύχοντο εκεί με τα ποίμνιά των, έπιε δροσερόν νερόν, αφήκε βαθύν

στεναγμόν και εστράφη προς μακρόν ανώγειον οικοδόμημα, προ της θύρας

του οποίου είχε περάσει προ πέντε λεπτών. Ο αγωγιάτης του επήρε το

ζώον και το έδεσε διά να βόσκη, χωρίς να το ελαφρώση από το φόρτωμα.

— Μπορεί να κάμω ως μισήν ώρα, του είπεν ο καπετάν Γεωργάκης·

περίμενέ με. Εβάδισε με κόπον, ίσως διότι ήτο αιμωδιασμένος από την

καβάλλα. Είτα πάλιν εστράφη προς τον ημιονηλάτην:

— Αλήθεια, ξέχασα· φέρε τη λειτουργία, το κηρί, και το λιβάνι,

απάνω, στον πάτερ-Γερεμία.

Ο άνθρωπος υπήκουσεν. Έλαβεν από έν ζεμπήλι, κρεμάμενον εις το

πλευρόν του σαμαρίου, προσόψιον λευκόν τυλιγμένον, όπου ήσαν τα

θρησκευτικά δώρα, τα οποία είχεν ονομάσει ο καπετάν Γεωργάκης και τον

ηκολούθησεν.

Επήγαινεν ο καπετάν Γεωργάκης να ξαγορευθή στον πνευματικόν, όστις

εμόναζεν εκεί ερημικός και ανεξάρτητος (από δεκαετίας, χωρίς να

κατέλθη εις την πόλιν). Είχε τόσα χρόνια ανεξαγόρευτος, όλας τας

αμαρτίας της νεότητός του τας είχεν ακόμη φορτωμένος εις την

συνείδησίν του — τα σαρκικά πάθη και όλα τα λοιπά. Ήτο μόλις

σαρανταπέντε ετών, και είχε προκόψει [επιτύχει] εις τας επιχειρήσεις

[του]. Μεγαλοπλοίαρχος, με μπάρκα και με τρικάταρτα δυο τρία, είχεν

ανοίξει τον δρόμον, κ' έγεινεν αφορμή να ευπορήσουν και άλλοι

εμποροπλοίαρχοι, και είχε φέρει δευτέραν πρόσκαιρον ακμήν εις την

φθίνουσαν ναυτιλίαν του ιστίου. Εικοσαετής είχε κληρονομήσει παρά του

πατρός του μικρόν καραβάκι χρεωμένον, επλοιάρχει υπέρ τα είκοσιν έτη,

και είχε κατορθώσει εν τω μεταξύ όλα τα θαύματα αυτά!

Ήτο γίγας σωματικώς και καρδιακώς. Εδούλευε διά πέντε ανθρώπους, κ'

έτρωγε κ' έπινε δι' άλλους τόσους. Είχεν αρρωστήσει σ' ένα ταξείδι

προ δύο ετών και πλέον, κ' οι ιατροί της Σμύρνης, είτα κ' οι

καθηγηταί των Αθηνών, τω είχον επιβάλει δίαιταν. Ίσως είχε ψαμμίασιν,

ή μάλλον διαβήτην επιπλεγμένον με άσθμα. Πώς να τρέφεται αυτός με

γάλα, και να πίνη πτισάνην, ή ολίγον χλιαρόν νερόν; Αυτός έβλεπε το

μπαρπουνοκέφαλο και του ήρχετο να το αρπάξη από την χείρα του ναύτου

ή του ομοτραπέζου του. Ορφούς, συναγρίδας, οστρείδια, καλόγνωμες,

αστακούς και χέλια, πώς να τα ξεχάση; Πώς να μη τρώγη κοκορέτσι,

κεφτέδες, σπληνάντερο, ή ροσμπίφ με μακαρονάδα; Είνε ζωή αυτή; Ή πώς

να μη πίνη το θαυμάσιον μπρούσικο μαύρον του τόπου, ή και το μοσχάτο,

και τον ροδίτην, και να στερηθή ακόμη και το τσίπουρο; Είνε ζωή αυτή;

Έβαλεν ένα εξάδελφόν του πλοίαρχον εις το ένα μπάρκο, όστις δεν εύρε

δουλειές να δουλεύση και «τον έβαλε μέσα»· το άλλο τo εξεχώρησε

«χρεωλυτικώς» εις ένα παλαιόν φίλον του θαλασσινόν, όστις το έφαγε,

σκάφη κι' άρμενα και καρφιά, κι' αυτός έμενεν ως έγγιστα δύο έτη εις

την γενέθλιον νήσον. Πάλιν φόβον διά να πτωχεύση δεν είχε, καθότι

είχεν αποκτήσει κτήματα εις την πατρίδα αξίας 70 χιλιάδων δραχμών, κ'

είχε βαλμένα στην Τράπεζαν, εις τας Αθήνας, μετρητά περί τας πενήντα

χιλάδας.

— Για να βρουν τα κουτσούβελα να τρώνε, αν μου συμβή τίποτε, είχεν

ειπεί εις ένα πατριώτην του εις Αθήνας.

Εννοούσε τα τρία παιδιά, δύο αγόρια κ' ένα κορίτσι, που είχε.

Τον είχεν εύρει ο φίλος εκείνος εις ένα ξενώνα, της «Πελοποννήσου»,

πάσχοντα ήδη, πλαγιασμένον επί της κλίνης, και δίπλα, επί της

τραπέζης, ήτο έν ρεβόλβερ ολογέμιστον, και το ειρημένον ποσόν, μέρος

εις λίρας και μέρος εις χαρτονόμισμα, υπό το προσκέφαλόν του, διά να

το καταθέση την αύριον εις την Εθνικήν.

Είτα, όταν ήλθεν εις την πατρίδα, έτρωγε γαλατερά κ' έπινε δι'

αναψυκτικόν βυσσινάδα, κατά συγκατάβασιν, δι' όλου του θέρους. Όχι

άπαξ παρέβαινε τον αυστηρόν ιατρικόν κανόνα. Κατεβρόχθιζε μπριζόλαν,

ψητόν της σούβλας, εκείνο που τρελλαίνει τους φράγκους, «Ροτί αλλά

παλλικάρ», κ' είνε η απόλαυσις και το καύχημα όλων των Ελλήνων,

γενική πανήγυρις και άνοιξις και πρωτομαγιά! Αλλ' ευθύς ύστερον

επήρχετο πάλιν βαρεία η υπόμνησις του σκυθρωπού ασκληπιάδου —

ανθρώπου όστις θέλει να διδαχθή «την κεραμείαν εν τω πίθω, ή να μάθη

την κουρευτικήν επί της κεφαλής του φαλακρού» — κ' ηναγκάζετο να

γείνη πάλιν «γαλακτοφάγος», οποίοι ήσαν οι παλαιοί Α.........., κι' ο

Ρότσιλδ, εβραίος χιλιεκατομμυριούχος εις τα Παρίσια, και τόσοι άλλοι

δυστυχείς.

Τέλος, η υγιεία του δεν εβελτιώθη, κ' είχεν απομείνει ο μισός, κ'

ήξιζεν ακόμη διά δυο· και ήτο ασθενής, και μεγαλοπρεπής, σοβαρός και

κάτισχνος. Και την πρωίαν εκείνην, το Σάββατον, πριν επιβή της

ημιόνου διά να υπάγη εις το μέγα κτήμα του, εις την Κεχριάν, όπου

είχεν έπαυλιν και αγροτικήν οικίαν, διά να αλλάξη τον αέρα, κ' ο

δρόμος του ήτο να περάση από τον ναόν του Προφήτου Ηλία, όπου έφθασε

λίαν πρωί, είχεν ανοίξει το συρτάρι και είχε βγάλει έν πλήθος

ομόλογα, άλλα συμβόλαια, άλλα επί χαρτοσήμου και τ' άλλα εφ' απλού

χάρτου, κ' είχε στείλει να καλέση πέντ' έξ πτωχούς γέρους, παλαιούς

ναύτας, αποζώντας με 12 δραχμών σύνταξιν από το Απομαχικόν, και δέκα

ή δώδεκα χήρας, κι' άλλα τόσα ορφανά κοράσια, κ' έδειξε τα ομόλογα,

και τα έσχισεν επί παρουσία των, κ' είπε:

— Να παρακαλήτε για την ψυχή μου, αν πεθάνω.

Αι χήραι με δάκρυα και με σείσματα [νεύματα] κεφαλής τον

ευχαρίστησαν, αι ορφαναί ψιθυρίζουσαι εχαμήλωσαν τας κεφαλάς, και είς

εκ των γερόντων θαλασσινών τον ευχήθη:

— Ο Θεός να σ' αξιώση, καπετάν Γεωργάκη, να χαρίσης ακόμη πολλά.

— Αμήν! είπεν ο καπετάν Γεωργάκης, εννοήσας ότι τούτο εσήμαινε: «να

αποκτήσης πολλά, διά να χαρίσης αναλόγως».

Ακολούθως ίππευσεν επί του μεγαλοσώμου ζώου, και ανέβη τον ανήφορον,

δια τον Άι-Λιάν. Είτα επήγεν εις του παπά-Γερεμία, εξωμολογήθη, και

δεν άφησε τίποτε που να μην το είπη, εκτός αν εξέχασε μερικά!

Κατόπιν επέβη του ημιόνου, κ' εξεκίνησε διά το κτήμα του. Είχεν άλλον

τόσον δρόμον να βαδίση, μίαν ώραν περίπου, επίπεδον και κατήφορον

πλαγινόν. Ο Ήλιος εψήλωνεν, έκαιε τα νώτα του αναβάτου, και ήτο ήδη

ενδεκάτη και ημίσεια, όταν έφθασεν εις το κτήμα του ο καπετάν

Γεωργάκης.

Έκειτο ανάμεσα στο Πυργί και στην Κεχριάν, κ' είχεν αντικρύ το μέγα

δάσος των δρυών, τον Αραδιάν, προς μεσημβρίαν, και δεξιά τας ακτάς

και τους βράχους του βορεινού Κάστρου, και το θεσπέσιον πέλαγος το

και φρίσσον και αβυσσαλέον και γλαυκόν. Όλον το χωράφι, αγύριστον,

περιείχεν υπέρ τα χίλια δένδρα, ελαίας, μυγδαλέας, απιδέας και

συκέας, ήτο κατήφορος και κρημνός. Διά να κατέλθη τις εκ των άνω,

όπου ήτο κτισμένη η μικρά καλώς περιποιημένη έπαυλις, κι' όπου ο

Κώστας ο Σκαρλάτος έβοσκε τας πέντε ή έξ αίγας και τα πρόβατά του με

την εντολήν να φυλάγη τας μυγδαλέας και τ' άλλα οπωροφόρα, μέχρι των

κάτω, όπου πλατάνια και καρυδιές και δρύες εστόλιζον μέσα στο ρέμμα

την κρυφήν πηγήν του νερού, έπρεπε να ολισθήση τρις επάνω στα χόρτα,

να πέση, να πιασθή από σχοίνον ή κορμόν δένδρου, να βαρέση την πλάτην

του, ν' ανασηκωθή, να ξαναπέση, και τέλος να κυλισθή έως κάτω εις την

βαθείαν εσχατιάν, εις το κράσπεδον του κρημνού. Είτα η συντροφιά, ως

είχε γλυστρήσει τρις και τετράκις, με γέλοια και ευθυμίαν, θα

εστρώνετο υπό τα πλατάνια, σιμά στην βρύσιν, όπου ο Χρήστος ο

Καλογιάννης θα ελιάνιζε το κοκορέτσι και ο Φραγκούλης του Πάνου θα

εσούβλιζε το μπούτι, κ' η Κρατήρα η Σκαρλάταινα θα έφερνε ζεστά

αχνιστά τα τυροπ'τάρια, με χλωρόν τυρί, και με δωδεκάδα αυγών

κατασκευασμένα, και ψημένα στον φούρνον του καλυβιού της, αντικρύ

στην ράχην του βουνού. Αλλά πού τώρα σπληνάντερα και κοκορέτσι, και

πού τα τυροπ' τάρια;

Ο καπετάν Γεωργάκης επέζευσε, και εκάθησεν υπό την σκιάν μεγάλης

ελαίας της μικράς επαύλεως. Ο αγωγιάτης απέθεσε τα πράγματα εντός του

καλυβιού, κ' επήγε να δέση το ζώον.

(Ο πάτερ-Γερεμίας του είχε δώσει ως συνοδείαν τον γέρο-Πέτρον, λέγων:

— Ας έλθη ο αδελφός να σε συντροφεύση ως κάτω, να σου 'πη και κανένα

λόγον πνευματικόν. — Ο καπετάν Γεωργάκης δεν είχε προσλάβει συνοδίτην

από το χωρίον, εν μελαγχολία και παραξενιά. Είχεν ειπή εις την

γυναίκα ότι θα υπάγη δι' ολίγας ημέρας ν' αλλάξη τον αέρα στο καλύβι,

και ότι δεν θέλει κανένα μαζύ του. Την απεχαιρέτησεν, εφίλησε τα

τέκνα του — το μεγαλείτερον εκ των τριών ήτο δέκα ετών και απήλθεν.

Δεν ηθέλησε να παραβή τον λόγον του πνευματικού, κ' εδέχθη τον γέρο-

Πέτρον ως συνοδίτην. Ο Γέρο-Πέτρος, μοναχός με πενιχρά ράσα, έλεγεν

ότι ήτο 98 ετών. Ίσως έπεφτε όρτσα καμμίαν δεκάδα. Ήτο ακμαίος,

ηλιοκαής, με σφιχτόν κόκκαλον, ηλιοκαής και σκυτοδεμένος. Ήτο βραχύς,

με πενιχρά ράσα κ' είχε δέκα έως δεκαπέντε τρίχας υπό το χείλος και

τον πώγωνα. Είχεν υπηρετήση, ως διηγείτο ο ίδιος, στρατιώτης εν

Τουρκία, ήτο δε βουλγαρικής καταγωγής).

Το καλύβι ήτο καλοκτισμένον, περιποιημένον, με πολλά σκεύη κ'

εργαλεία γεωργικά, με αχυρώνα και σταύλον· μικρά έπαυλις. Ο καπετάν

Γεωργάκης εκάθησεν υπό την ελαίαν, δέκα βήματα κάτω του

δυτικομεσημβρινού τοίχου, επί όχθου τινός του κατωφερούς εδάφους. Ο

γέρο-Πέτρος εκάθησεν αριστερά του, τρεις σπιθαμάς παρακάτω, με τον

αριστερόν ώμον και την κατατομήν του προσώπου προς αυτόν νεύουσαν.

Ούτος εδοκίμασε ν' αρχίση ομιλίαν.

— Συνηθίζει και λέγει ο Γέροντας, καπετάν Γεωργάκη, όπως λέει ο

προφήτης Ησαΐας: «Πάσα κεφαλή εις πόνον, και πάσα καρδία εις λύπην».

Ώστε δεν υπάρχει άνθρωπος στον κόσμον που να μην πονέση και να μην

πικρανθή, είτε απ' την καρδία, είτε απ' το κεφάλι. Κι' ο Δαυίδ λέει:

«Ποτήριον εν χειρί Κυρίου οίνου ακράτου... πίονται πάντες οι

αμαρτωλοί της γης». Όθεν δεν μπορεί να γλυτώση ο αμαρτωλός απ' το

κατακάθι του ποτηριού, «της οργής του Θεού».

Ο καπετάν Γεωργάκης ήκουεν, αλλά δεν ενόει καλώς, και δεν απήντησεν.

Ο γέρων μοναχός εξηκολούθησε με έξαρσιν:

«Χρεμέτισον την φωνήν σου, η θυγάτηρ Γαλλήμ». «Και συντρίψει Κύριος

την ύβριν της υπερηφανείας σου, ότι το στρήνος σου ανέβη εις τους

μυκτήρας σου, και το κέρας σου συντριβήση». Όπου κι' αν χρεμετίση

τινάς την φωνήν του, κι' αν ψηλώση το κέρας του, το κέρατό του θα

συντριφθή, κ' η φωνή του θα λουφάξη.

— Αυτό είνε κοντά στον νου, απήντησε τυχαίως ο καπετάν Γεωργάκης.

— Κ' έπειτα να σου πω, επανέλαβε με περισσότερον θάρρος ο γέρο-

Πέτρος, δεν βλέπεις τι κακομοιριά, τι απροκοψιά, τι αναχορταγιά μας

εκυρίεψε όλους, εις αυτούς τους εσχάτους χρόνους; Λέει ο προφήτης:

Ίνα τι τιμάσθε αργυρίου εν ουκ άρτοις, και ο μόχθος υμών ουκ εις

πλησμονήν;» Ανίσως δεν στείλη ο Θεός βροχή και χιόνι, και πάχνη, κ'

ήλιο, και ζέστη, και δροσιά, ποίαν σημασίαν έχουν τα αργύρια; Αφού

δεν υπάρχουν καρβέλια, πώς θ' αγοράσωμε ψωμιά ; Αφού δεν χορταίνωμεν

απ' τον κόπον και τον ιδρώτα του προσώπου μας, πώς θα χορτάσωμε απ'

την αδικία και πλεονεξία ;

Έως εδώ είχε φθάσει εις την αφελή διδαχήν του ο γέρο-Πέτρος. Αίφνης

την στιγμήν εκείνην ο καπετάν Γεωργάκης ανεσκίρτησεν, ανεσηκώθη

αποτόμως, κ' ήρπασε την χονδρήν ράβδον, αγριελαιίνην ράβδον του

γέροντος μοναχού. Ο γέρο-Πέτρος έστρεψε βλέμμα προς αυτόν, και τον

είδεν έντρομος. Είχον εξογκωθή βλοσυρά τα όμματά του, αι τρίχες της

κεφαλής του εφρικίασαν, και αφήκεν αλλόκοτον φωνήν:

— Τι ήρθες εδώ;

Συγχρόνως εσφενδόνισε την ράβδον προς τα κάτω, ήτις στρυφοδονήσασα

επήγε τριάντα βήματα μακράν τον κατήφορον και πεσούσα εκτύπησε την

ρίζαν μιας νεοφύτου ελαίας.

— Τι τρέχει, αδελφέ; είπεν ο γέρο-Πέτρος.

— Να τος! να τος! έκραξεν έξαλλος ο καπετάν Γεωργάκης, δεικνύων

αριστερώτερα ολίγον του μέρους, όπου είχε πέσει η ράβδος.

Ο γέρο-Πέτρος εσηκώθη κ' έκαμε τον σταυρόν του.

— Δεν βλέπω τίποτε, αδελφέ μου! Ησύχασε.

— Είνε ψηλός, λάμπει το μάτι του, και κρατεί γυμνό σπαθί. Ήρθε να με

κόψη. Φορεί κοντή φουστανέλλα χωρίς λόξαις και κόκκινη χλαίνα, κι'

ολόχρυσο θώρακα. Να τος! φεύγει... έκαμε κατακεί.... θ' άρθη πάλι.

Ο γέρο-Πέτρος δεν έβλεπε τίποτε. Έκαμε πολλούς σταυρούς, κ'

επροσπάθει να καταπραΰνη τον άνθρωπον. Μετ' ολίγα λεπτά της ώρας, ο

καπετάν Γεωργάκης κατεβλήθη, έκλεισε τα όμματα, κ' έπεσε σχεδόν

αναίσθητος υπό την σκιάν του δένδρου.

Την επαύριον, το δειλινόν, είχε πλεύσει μεγάλη σκαμπαβία με έξ κουπιά

κάτω εις τον αιγιαλόν της Κεχριάς. Οι πέντε κωπηλάται ανήλθον μισής

ώρας δρόμον εις το κτήμα του καπετάν Γεωργάκη. Ο έκτος είχε μείνει

κάτω εις τον όρμον, διά να φυλάξη την βάρκαν. Άλλοι τόσοι εξωμερίται

και βοσκοί, ο Σκαρλάτος κ' οι γείτονες, συνηθροίσθησαν εις την μικράν

έπαυλιν.

Ο καπετάν Γεωργάκης είχεν αποθάνει την προλαβούσαν νύκτα. Εκείνος τον

οποίον είχεν ιδεί το μεσημέρι, ο άγγελος ή ο χάρος, είχεν ξαναέλθει

περί τα μεσάνυκτα, καθώς προείπεν ο καπετάν Γεωργάκης, και τον

«έκοψε».

Ο γέρο-Πέτρος, άγρυπνος όλην την νύκτα, του έκλεισε τα όμματα κ'

εδιάβασεν όσους ψαλμούς ήξευρεν εκ μνήμης. Η πενθερά του Σκαρλάτου η

γηραιά ήλθε διά να συστείλη [σαβανώση] προχείρως τον νεκρόν.

Οι άνδρες κατεσκεύασαν πρόχειρον φορείον με κλάδους και με φυλλάδας

δένδρων. Ήπλωσαν επ' αυτού τον γίγαντα νεκρόν, και τον κατεβίβασαν

και τον εκόμισαν &(με τέσσαρας ή πέντε σταθμούς)& — πώς να τον

βαστάσουν; — εις τρεις ώρας, τον κατήφορον και την κακοτοπιάν, μέχρι

του αιγιαλού κάτω και τον επεβίβασαν.

Η σκαμπαβία απέπλευσε με δύναμιν κωπίων.

Η κηδεία ετελέσθη πανηγυρική το δειλινόν εις την πολίχνην.

ΤΡΑΓΟΥΔΙ

TOY ΘΕΟΥ

Με είχε καλέσει ο γενναίος φίλος μου, ο κυρ Στέφανος Μ. εις την

οικίαν του την ημέραν του Πάσχα, διά να συμφάγωμεν την ώραν του

προγεύματος περί τας δέκα, από συγκατάβασιν και ευσπλαγχνίαν, διά να

κάμω κ' εγώ μετά τόσα χρόνια Πάσχα οικιακά, ως έρημος και ξένος στα

ξένα. Εύχαρι και θαλπερόν ήτο το εσωτερικόν της εστίας του, αφού

διήλθον την ευρείαν αυλήν, με την διάπλατον πύλην, και τους σταύλους

των αλόγων, την πρασινάδαν, και τας γάστρας των ανθέων. Η οικογένειά

του, η γραία Μαρία η συμβία του, αφελής και αρχαϊκή, ο υιός του,

αμόρφωτος και άπλαστος καλός αμαξηλάτης, κι' ο αδελφός του, στιβαρός,

γεροντοπαλλήκαρον, τραχύς και φιλαλήθης. Τέλος η κόρη του η Ρηνούλα,

τελεία αντιπρόσωπος της νέας γενεάς, κεντήτρια, ζωγραφίνα και

θεατρίνα. Πλην όμως και αυτή αφελής και απλή εις το πρόσωπον και τους

τρόπους. Είχε μίαν παιδίσκην επτά ετών, την Μαρίαν, πάντοτε μειδιώσαν

και ανοικτόκαρδον, και έν χαριτωμένον ξενικόν πλάσμα, την Τοτώ,

ξανθήν, γαλανόμορφον και αγγελοθωρούσαν. Η μικρά κόρη δεν ηξεύρω

ακριβώς πώς είχε πέσει εις τας χείρας της, και απετέλει μέλος της

οικογενείας. Φαίνεται ότι κάποια ξένη Γαλλίς, παιδαγωγός ή

διδασκάλισσα, είχεν εμπέσει εις τα δίκτυα κανενός επιχηρευτού και

είχε συλλάβει το μαγικόν τούτο χρυσόψαρον της δεξαμενής, διά να

πλεύση εις το πέλαγος του αγνώστου, εάν δεν έμελλέ ποτε να

πτεροφυσήση εις τον αιθέρα του αχανούς. Είτα την φερέοικον μητέρα,

οπού δεν είχε κτίσει την φωλεάν της ποτέ, την επήραν άλλαι πνοαί και

μετεκόμισαν, τις οίδε πού, εις άλλα κλίματα. Εύρε θέσιν καλλιτέραν

αλλού, κ' εταξείδευσε, κ' ενεπιστεύθη το έμψυχον κειμήλιον αυτό εις

τας χείρας της Ρηνούλας, όπως την είχεν εγκαταλίπει κι' αυτήν ο

πλανήτης, όστις την εστεφανώθη, και ανέθρεψε [εκείνη] το τέκνον της,

κ' έμεινε ζωντοχηρούσα, κ' εδέχθη ως έρμαιον το ξένον βρέφος αυτό,

ίσως επειδή ησθάνετο μικρόν θησαυρόν φιλοστοργίας εις τα στήθη της.

Πόση είνε η δύναμις της επιρροής, και αν η Ρηνούλα είχε γοητείαν και

όμμα επιβάλλον διά ν' ανατρέφη παιδία, το ησθάνθην την ημέραν εκείνην

του Πάσχα, όταν η μικρά Τοτώ, ηλικίας τότε τριάντα μηνών περίπου,

ήρχισεν αίφνης να κλαυθμυρίζη εκεί πού την είχαν βάλει να φάγη, διά

μίαν μικράν παράλειψιν. Η Ρηνούλα εστράφη προς την μικράν και της

είπεν απλώς με τον τρόπον και με το βλέμμα που αυτή ήξευρε:

— Faut pas pleurer! Δεν πρέπει να κλαις.

Κ' η μικρά ελούφαξεν ως εκ θαύματος.

Όταν απεφάγαμεν, κ' εσυγκρίσαμεν το κόκκιν' αυγό, και είχαμεν κενώσει

τα τρία τέταρτα της χιλιάρικης — ήτο ωραίον ρετσινάτο, όλον άρωμα και

πτήσις και αφρός — αφού έψαλεν ο γέρων Φίλιππος το &Χριστός ανέστη&

(ο κυρ Στέφανος δεν ήξευρεν άλλο να ψάλη ειμή το «Ψήσου γίδα ψήσου,

και ροδοκοκκινίσου»), ηθέλησα κ' εγώ να είπω το &Αναστάσεως ημέρα& το

αλλέγρο, τον πρώτον δηλαδή ειρμόν του Κανόνος της ημέρας, όχι το

τελευταίον το δοξαστικόν, το αργόν. Μόλις άνοιξα το στόμα μου, κ'

επρόφερα:

Αναστάσεως ημέρα,

Λαμπρυνθώμεν λαοί.

Πάσχα Κυρίου, Πάσχα...

η μικρά Τοτώ, βλέπουσα ατενώς προς με, αφήκεν ακράτητον επιφώνημα

χαράς, κ' έλαμψε το προσωπάκι της, το στόμα της, τα μάγουλά της όλα

εμόρφασαν κ' εμειδίασαν άρρητον μειδίαμα αγαλλιάσεως. Το πράγμα μου

επροξένησεν αίσθησιν. Φαίνεται τωόντι ότι έχουν άφατον άρωμα και

κάλλος, μαρτυρούμενον η «εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων», αυτά τα

εμπνευσμένα άσματα της αγίας Εκκλησίας μας. Συγχρόνως η Μαρία, με

παιδικήν χαράν κι' αυτή, ανέκραξεν:

— Αυτά δεν είνε τροπάρια που ψαίλνετε, κύριε.

— Αλλά τι είνε, κορίτσι μου; ηρώτησα.

— Αυτά είνε σαν γλυκά γλυκά τραγουδάκια.

Τούτο μου ενθύμισε μίαν άλλην μικράν κορασίδα, την Κούλαν (Αγγελικήν)

του φίλου μου Νικόλα του Μπούκη. Απλούς μανάβης, ή οπωροπώλης ήτον ο

άνθρωπος, αλλ' είχε λάβει θεόθεν διά την φιλοξενίαν του την ευλογίαν

του Αβραάμ. Η μικρά οικία ήτο ξενών διά τους φίλους και τους

διαβατικούς, διά τους εκλεκτούς και τους τυχόντας. Είχεν απολύσει η

λειτουργία μετά την παννυχίδα εις το παρεκκλήσι του Αγίου Ελισσαίου,

και την ώραν του αντιδώρου, η γυνή του Μπούκη του φίλου μου,

ακολουθουμένη από την μικράν κόρην της την Αγγελικούλαν, μ'

επλησίασεν εις το στασίδι, διά να μου υπομνήση, ως συνήθως, ότι

έπρεπε να υπάγω εις το γεύμα. Τότε η μικρά παιδίσκη (ήτο ως εννέα

ετών, ροδίνη και καστανή, και την είχαν υιοθετήσει από το

βρεφοκομείον, ως άτεκνον όπου ήτο το ανδρόγυνον· αλλ' αυτή το

ηγνόει), μ' εχαιρέτησε, και μου λέγει:

— Εσύ, μπάρμπ' Αλέξανδρε, ψαίλνεις τα τραγούδια του Θεού.

Τραγούδια του Θεού! Έκτοτε η μικρά με ήκουσε να ψάλλω συνεχώς

«Τραγούδια του Θεού», εις τον πενιχρόν ναΐσκον, όπου εσύχναζε τακτικά

με την μητέρα της. Εκοιμάτο μέσ' το στασίδι, εις τον γυναικωνίτην,

την ώραν των αποστύχων, εξύπνα μετά δύο ώρας εις τον Πολυέλεον, κ'

έκτοτε δεν ήθελε να κοιμηθή πλέον. Ήτο μία μετά τα μεσάνυκτα. Εκείνην

την ημέραν, ήτο 8η Σεπτεμβρίου, είχα ψάλει το «Χαίρε σεμνή, μήτερ και

δούλη Χριστού του Θεού». Μετά έξ ημέρας με ήκουσεν η μικρά να ψάλλω

το «Αγαλλιάσθω τα δρυμού ξύλα σύμπαντα». Και την ημέραν του Θεολόγου

έψαλα το «Φίλε μυστικέ, Χριστού επιστήθιε». Και του Αγ. Δημητρίου

έμελψα το «Δεύρο Μάρτυς Χριστού προς ημάς». Και των Εισοδίων έψαλα το

«Δεομένους των χαρισμάτων». Και του Αγ. Νικολάου έψαλα «Την ζωοδόχον

πηγήν την αένναον», και «Της Εκκλησίας τα άνθη περιιπτάμενος». Και τα

Χριστούγεννα έψαλα το «Θεός ων ειρήνης». Και του Αγ. Βασιλείου το

«Δεύτε του Δεσπότου τα ένδοξα Χριστού ονομαστήρια», και το «Σου την

φωνήν ήδη παρείναι, Βασίλειε». Και των Φώτων έψαλα το «Ιησούς ο ζωής

αρχηγός». Και της Υπαπαντής έψαλα το «Χερσίν εβαπτίσθην». Και του

Ευαγγελισμού το «Ως εμψύχω Θεού κιβωτώ». Και του Αγ. Γεωργίου το

«Ανέτειλε το Έαρ». Και της Αναλήψεως το «Θεώ καλυφθείς». Και της

Πεντηκοστής το «Παράδοξα σήμερον». Και των Αγ. Αποστόλων έψαλα το «Σε

την υπερένδοξον νύμφην», και το «Ο Χριστοκήρυξ Σταυρού καύχημα φέρων,

σε την πολυέραστον θείαν ηγάπησεν». Και της Μεταμορφώσεως έψαλα το

«Προ του Σταυρού σου, Κύριε, όρος ουρανόν εμιμείτο». Και εις μνήμην

της Παναγίας έψαλα τα θεσπέσια εκείνα κελαδήματα, το «Πεποικιλμένη»

και το «Νενίκηνται», και το «Συνέστειλε χορός των Αποστόλων το

θεοδόχον σώμα σου· εις ουρανίους θαλάμους προς τον υιόν χαιρετώσα».

Και εις την αποτομήν του Προδρόμου έψαλα το «Φρίττουσι πάθη των

βροτών» και τόσα άλλα. Κ' η μικρά κόρη τα ησθάνετο, και τα επόθει και

τα εχαρακτήριζε με αγγελικόν αίσθημα, ως τραγούδια του Θεού.

Έκτοτε απουσίασα από τας Αθήνας. Είχα ενθυμηθή τους πτωχούς οικείους

[μένοντας] εις την μικράν πατρίδα μου, μακράν της οποίας είχα ζήσει,

εκ μικρών διαλειμμάτων, υπέρ το ήμισυ της ζωής μου. Όταν τέλος με

είχον βαρυνθή κ' εκεί, ετόλμησα μετά τρία έτη να επανέλθω εις την

πρωτεύουσαν με την αμυδράν ελπίδα ότι δεν θα εγενόμην και πάλιν

βαρετός εις τους φίλους μου.

Αφού εκρύβην επί εβδομάδα εις κοινόν τινα ξενώνα, επήγα λάθρα μίαν

πρωίαν να ενταμώσω τον φίλον μου Νικόλαον τον Μπούκην. Φευ! τι έμαθα;

Η μικρά Κούλα, ήτις ήγε τώρα το ενδέκατον έτος της ηλικίας της, ήτο

άρρωστη βαρειά. Είχε δέκα ημέρας στο κρεββάτι, κι' ο ιατρός είπεν ότι

ήτο κακός πυρετός, ίσως τυφοειδούς φύσεως.

Επήγα κατ' ευθείαν από το οπωροπωλείον, όπως με προέτρεψεν ο Νικόλας,

διά να βοηθήσω με λόγια, και ενθαρρύνω την μητέρα. Η πτωχή, ήτις την

ηγάπα ως να ήτο γέννημα των σπλάγχνων της, ίσως και περισσότερον, μου

έδειξε την κλίνην, και η μικρά Κούλα (εχάρη άμα με είδεν, είτα μου

έδειξε την κλίνην) ήτο ισχνή, κάτωχρος, πυρέσσουσα, κ' έκειτο σχεδόν

αναίσθητος επί της κλίνης. Είπα εις την μητέρα τα συνήθη λόγια της

παρηγορίας και της ενθαρρύνσεως· έμεινα δύο ώρας εκεί. Είτα επανήλθα

πάλιν το δειλινόν, και την νύκτα, και την άλλην πρωίαν. Η Κούλα

έβαινε χειρότερα. Είτα την τρίτην ημέραν εφάνη να είχε βελτιωθή κάπως

[η υγεία της], και ησθάνετο. Η μητέρα της μου είπε να πλησιάσω και να

της ομιλήσω.

— Περαστικά, Κούλα. Δεν έχεις τίποτα, κορίτσι μου.

— Α! Μπάρμπ' Αλέξανδρε, εψέλλισεν ασθενώς. Πότε θα μου πης πάλι τα

θεία... τραγούδια;

— Όποτε θέλεις, Κούλα μου. Άμα γείνη αγρυπνία εις τον Άγιον

Ελισσαίον να έλθης να σου τα πω.

— Να μου τα πης. Μα θα τ' ακούσω;

— Άμα προσέχης, θα τ' ακούσης ...

— Ωχ!

Εστέναξεν, έκλεισε τα όμματα και δεν μου ωμίλησε πλέον. Εφαίνετο ότι

είχε πολύ κουρασθή (έφερεν ασθενώς την ισχνήν χείρα προς τo ους ενώ

εστέναξε. Φαίνεται ότι είχε πάθει βαρυκοΐαν ένεκα της νόσου). Της

έφεραν χρίσμα, έλαιον από την κανδύλαν. Αυτή ανέλαβε προς στιγμήν τας

αισθήσεις της, κ' εψιθύρισε:

— Μοσχοβολά η ψυχή μου. Λάδι, γαλήνη, ηρεμία. Θα πλέψω καλά.

Μετά τρεις ημέρας την προεπέμπομεν εις τον τάφον. Οι επαγγελματικοί

ιερείς κ' οι ψάλται έψαλλον τα κατά συνθήκην, από την Άμωμον οδόν έως

τον Τελευταίον ασπασμόν. Μόνος ο παπά-Νικόλας απ' τον Άι-Γιάννη του

Αγρού, ο Ναξιώτης, εφαίνετο ότι έπιανε χωριστήν ακολουθίαν,

εμορμύριζε μέσα του, και τα όμματά του εφαίνοντο δακρυσμένα.

— Τι μουρμουρίζεις, παπά; του είπα από τα όπισθεν του στασιδίου,

όπου είχεν ακκουμβήσει.

— Λέγω την ακολουθίαν των νηπίων μέσα μου, είπεν ο παπά-Νικόλας. Εις

αυτό το άκακον αρμόζει η κηδεία των νηπίων.

Τωόντι, κ' εγώ με όλον τον πόνον και τα δάκρυά μου, είχα αναλογισθή

εκείνην την στιγμήν την ακολουθίαν των νηπίων, και ακουσίως έλεγα

μέσα μου τα τραγούδια του Θεού «των του κόσμου ηδονών, αναρπασθέν

άγευστον...», και «ως καθαρόν, Δέσποτα, στρουθίον προς καλιάς

επουρανίους έσωσας», και «του Αβραάμ εν κόλποις σε, εν τόποις

ανέσεως, ένθα το ύδωρ εστί το ζων......Χριστός ο δι' ημάς νηπιάσας»

και «οις αριθμοίς το πλάσμα σου νήπιον.....τα νυν προς σε».

Και αντί του Δεύτε τελευταίον, «Ω, τις μη θρηνήσει, τέκνον μου;.. Ότι

βρέφος άωρον εκ μητρικών αγκαλών νυν, ώσπερ στρουθίον τάχος

επέτασας». Και ακροτελεύτιον, ύστερον από τόσα και τόσα τραγούδια του

Θεού, τα οποία προ τριών ημερών είχε προφητεύσει ότι δεν θα ηδύνατο

να τ' ακούση, το «Άλλος τω Αδάμ εχρημάτισεν, η του φύλου απόστασις

πύλας εν Εδέμ, ότε όφις ιόν εξηρεύξατο». Αλλά τα ήκουε τάχα η αγνή

ψυχή, αν ο άγγελός της της επέτρεπε να ακούη εκεί γύρω;

ΤΑ ΣΥΜΒΑΝΤΑ

ΣΤΟΝ ΜΥΛΟ

Εκείνην την βραδειάν είχε μείνει διά να φυλάξη τα κορίτσια την νύκτα,

οπού είνε πάντοτε μυστήριον και αβεβαιότης, ο μπάρμπα Σταμάτης ο

Καρδοπάκης. Ήτο φαιδρός και πρόθυμος γέρων, μικρόσωμος, «παρηγοριά»

του χωριού. Ήξευρεν εκάστοτε να λέγη στα κορίτσια χίλια τραγούδια,

όνειρα, παραμύθια. Παντού τον εύρισκες, παντού ήτο παρών, στα σπήτια,

στα μαγαζειά, στα ξωκκλήσια, στα καλύβια. Έπινε ρακί όπου του έδιδες,

και ποτέ δεν σου «χαλνούσε το χατήρι» να πάη μίαν ώραν δρόμον, διά

θέλημα. Εκείνο το δειλινόν, καθώς ανέβαινε το βουνόν προς τα επάνω,

είχε περάση από τον μύλον του Αντώνη της Σάββαινας, κάτω στα

Βουρλίδια, εις την βαθείαν κοιλάδα την σύσκιον και υγράν δι' όλου του

έτους. Κ' εκεί κάτι είχεν ιδεί και ακούσει. Όταν έφθασε, είπε τα

μαντάτα στα δύο κορίτσια, στην Σοφίαν την νεαράν χήραν, και την

Λουκρητίαν την νεαράν αδελφήν της· κ' αι δύο χαριτωμέναι κόραι τον

εκράτησαν διά συντροφιάν, να κοιμηθή υπό την αυτήν στέγην, εις τον

μύλον μαζί τους, διά συντροφιάν και παρηγοριάν. Από μύλον εις μύλον

είχεν εκδουλεύσεις ο Σταμάτης. Η Σοφία είχεν υπανδρευθή μόλις προ

τριών ετών, όταν ήτο δεκαοκτώ χρόνων. Ήσαν ορφαναί, και είχον

ανατραφή εις άλλον τόπον, αν και κατήγοντο απ' αυτό το μέρος.

Ευρέθησαν χωρίς προστάτην, και όταν επαρουσιάσθη διά την Σοφίαν

ανέλπιστος γαμβρός, παραπάνω από εξήντα χρόνων, καλοκαμωμένος και

ακμαίος, ο Μανώλης του Αγάλλου, αυτή τον επήρεν, αν και δεν τον

ήθελε. Τι να κάμη; Φτώχεια, ορφάνια, ερημία. Ο Μανώλης είχε σύνταξιν

από την Γαλλίαν (όπου είχε ζήσει 30 χρόνια ως λεμβούχος), καταθέσεις

εις τo Κρεντί Λυονναί, και προσέτι, όταν μετά τόσα χρόνια επέστρεψεν

εις την πατρίδα, εύρεν αρκετά πατρικά του κτήματα, χερσωμένα και

καταπατημένα, κ' εξώδευσε πολλά διά να τα διεκδικήση και τα

καλλιεργήση. Τον εφώτισεν ο Θεός, όταν ενυμφεύθη την Σοφίαν, και της

τα «έκαμεν όλα επάνω της». Οι συγγενείς του εγόγγυσαν διά τούτο, αλλά

τι τους έπταιεν η πτωχή Σοφία; Ας μην εγύρευεν ο Αγάλλος πανδρειά.

Ο Μανώλης έζησε δύο χρόνια και απέθανεν. Η Σοφία τα εκληρονόμησεν

όλα, μαζί και τον μύλον αυτόν, τον οποίον είχεν ανακαινίσει εσχάτως ο

μακαρίτης. Εκεί έμειναν επί εβδομάδας, το φθινόπωρον εκείνο, αι δύο

αδελφαί. Εις την αρχήν είχον συντροφιάν, διότι υπήρχον και άλλοι

νερόμυλοι εις το ρέμμα της Κεχριάς. Εκεί τον κατήφορον ήτον ο μύλος

της Μοσχαδώς της χήρας, ο μύλος του Δήμου του Μανιάτη. Αλλ' αι

εργασίαι ωλιγόστευσαν, κ' οι γείτονες έφυγαν. Έλειπαν τον

περισσότερον καιρόν, και τα «δύο κορίτσια» εξηκολούθουν να μένουν

πάντοτε εκεί, μη έχουσαι πού αλλού να κλίνουν την κεφαλήν, διότι οι

συγγενείς του Αγάλλου είχον αποπειραθή (μετά την κηδείαν) να

καταλάβωσι την οικίαν, κ' ενήργησαν να σφραγισθή η θύρα και η

υπόθεσις, εις τας χείρας των δικολάβων και των δωροφάγων, έμενεν

ακόμη «εγκρεμής». Εκεί λοιπόν είχον αναγκασθή να κλεισθούν εις τον

μύλον.

Εκεί τας ηύρεν ο Σταμάτης ο Καρδοπάκης, και αφού ταις είπε τι είχε

μάθει, τον εκράτησαν να κοιμηθή εκεί. Αφού εσταμάτησαν τον μύλον, κ'

επήραν το «εξάγι» από το τελευταίον άλεσμα της ημέρας, εκάθησαν να

δειπνήσουν εληές, τυρί και πλαθόπητταν οπτήν, την οποίαν είχε ψήσει

εις ολίγα λεπτά, ανάψασα φωτιάν εν υπαίθρω, ως είδος εστίας ή

καμίνου, κατά το πρόθυρον του κτιρίου, η Λουκρητία. Κατόπιν ο μικρός

γέρων ήρχισε να διηγήται παραμύθια χειμερινά, και ν' απαγγέλλη

αισθηματικά δίστιχα. Αι δύο κόραι, με το πλέξιμόν τους εις το

στέρνον, τον ήκουον με το έν αυτί κ' εγέλων χωρίς όρεξιν. Ο Σταμάτης

έψαλλε και τραγούδια ανάμεσα, διά να τας κάμη να διασκεδάσουν και

αποσπάση τον νουν των από την τυραννούσαν σκέψιν. Διότι ήτο διωγμός

εναντίον των εκ μέρους των συγγενών του μακαρίτου, και άλλαι ακόμη

σκευωρίαι και ραδιουργίαι. Τέλος ο γέρο-Σταμάτης ενύσταξεν· αι δύο

αδελφαί, αν και δεν είχον ύπνον, εσηκώθησαν κ' έκαμαν την προσευχήν

των εμπρός εις το Τριμόρφι (εικόνα φέρουσαν τον Χριστόν, την Παναγίαν

και τον Πρόδρομον) υπό το αναμένον κανδήλι, όπου έφεγγε γλυκά εκεί

εις την ερημικήν φωλεάν των.

Έστρωσαν σινδόνα και βελέντζαν διά τον Σταμάτην, επί του μικρού

σανιδώματος, άνω των τριών ή τεσσάρων βαθμίδων του μικρού πατώματος.

Αυταί επλάγιασαν εντεύθεν της θύρας, της μη εχούσης θυρόφυλλα, επί

του ιδίου δαπέδου. Ο γέρο-Σταμάτης ήτο καλά εκεί, διά να είνε

πλησιέστερα εις την έξω θύραν, και ν' ακούση πάντα τυχόν κρότον

μέλλοντα ν' ακουσθή έξω. Επειδή εκαυχάτο ότι ήτο άγρυπνος πάντοτε και

τον είχον επονομάσει τινές «φύλακα των κοριτσιών». Δίπλα εις το μικρό

πάτωμα ήτο η καθαυτό μηχανή, ο κύριος μύλος. Υποκάτω του πατώματος

ήτο η διέξοδος του νερομύλου προς τον κατήφορον, δυτικά, εις το

ρεύμα.

Ο Καρδοπάκης είχεν αποκοιμηθή, και αντί ν' ακούη αυτός τους κρότους

τους έξω, ήκουον αι δύο κόραι τον ρογχαλισμόν του. Έξω εφύσα λεπτή

αύρα, κ' ηκούετο από καιρού εις καιρόν ο θρους των φύλλων. Ο μικρός

χείμαρρος κατήρχετο μελαγχολικώς από την δροσεράν σπηλιάν,

παραπλεύρως και ολίγον χαμηλότερα του παλαιού Ερήμου μοναστηρίου της

Κεχριάς, κ' εκελάρυζε την νύκτα ανάμεσα εις τους βράχους και τους

θάμνους, και πότε έπιπτεν εις μικρούς καταρράκτας με ορμήν, πότε

εστρώνετο εις μαλακόν ρείθρον ως έλαιον επί της άμμου και των

χαλίκων. Καβούρια και χέλια μικρά θα ηδύνατο να ψαρεύση εκεί την

ημέραν ευκαιρών άνθρωπος. Τα δένδρα έσμιγον εις τρυφεράς περιπτύξεις

εκεί την νύκτα, και ο κισσός και το κλήμα ανερριχώντο εις τα ύψη των

κλάδων, και καρποί μελαμβριθείς εκρέμαντο εις τα ακροκλώνια, διά να

δίδεται τροφή εις όλα τα πτερωτά και τα όρνεα, τα επικαλούμενα το

όνομα του Κυρίου. Και θνητός άνθρωπος δεν ηδύνατο ν' αναβή εκεί, ουδέ

να καταβή, εκτός αν ήτον ουρανοπετής. «Ουδέ κεν αμβαίη βροτός ανήρ,

ου καταβαίη». Και τ' άντρα τριγύρω εφύσων ως κινύραι της νυκτός εις

το σκότος, κ' η ηχώ έμελπε τους στρυφνούς διφορουμένους χρησμούς της.

«Εθέλω ειπείν τι — τι; — Λέξον ως &ερώ& — ερώ». (4) Και τα άστρα

κατέφεγγον όλην την κοιλάδα, ως αφιερωμένα, και .... ο γαλαξίας, κ' η

Πήχη, και η Πούλια, και τ' Αμάξι, και οι δύο Αδελφοί, οπού τελευταίοι

εβασίλευον πέραν εκεί, εις τα καταμέλανα βουνά της Στερεάς, εις τα

ανάβαθρον του ουρανού, το Πήλιον. Μόνον μία νεράιδα ερημικά

βαθυπλόκαμος απετόλμα την νύκτα και κατήρχετο εις το ρεύμα, κ'

εμπιστευομένη εις το εχέμυθον της νυκτός απέβαλλε τον πέπλον, κ'

ελούετο, εις τα κρύα νερά του λάκκου, της στέρνας, εις την κορυφήν

του μύλου, επάνω της στέγης. Και δυο δειλά όμματα σατύρων, νεόπλαστοι

βλαστοί της αιπολικής γενεάς, προέκυπταν διά μέσου των κλάδων, υψηλά

εις τα δένδρα, και ηγωνίζοντο ν' ανακαλύψωσι το μυστήριον της

καλλονής εκεί εις το σκότος. Και τότε η ηχώ θα ηδύνατο καθώς το

πάλαι, εις την εξομολόγησιν του Ερώντος, να επαναλάβη: Ερώ, ερώ.

Ο Σταμάτης ο Καρδοπάκης δεν είχε χορτάσει τον ύπνον. Θα ήτο μία μετά

τα μεσάνυκτα και η Σοφία δεν είχεν αποκοιμηθή ακόμη — τόσον νέα (είχε

λάβει) πικράν πείραν του κόσμου. Η μικρή Λουκρητία είχε κλείσει τα

όμματα, διότι ήτο μόλις δεκαεπτά ετών και δεν είχε γνωρίσει ακόμη τα

πάθη και τα βάσανα. Εις τας ώρας εκείνας του μυστηρίου και της σιγής,

όταν η αύρα η εσπερινή είχεν αποκάμει να πνέη και άνεμος όρθριος δεν

εφύσα, και ήτο ζέστη φθινοπωρινή, διώκτρια του ύπνου — και τα άστρα,

ως μαγευμένα, τρέμοντα έφεγγον εκεί επάνω εις το άπειρον — τότε

ηκούσθη θρους, κρότος μαλακός, επαισθητός εις τα ώτα της Σοφίας.

Ηκούσθησαν αόριστοι ψιθυρισμοί, αμυδροί ήχοι, ως ομιλίαι ανθρώπων εν

ονείρω. Η νέα ανεσηκώθη επί του προσκεφάλου της, στηρίζουσα εις τον

βραχίονα την παρειάν και ηκροάσθη. Οι ψίθυροι, αν και πολύ ήρεμοι της

εφάνηκαν πράγματι υπαρκτοί, και δεν την επλάνα η φαντασία, ούτε την

εγέλων τα ώτα της.

Ανελογίσθη τότε τι της είχεν ειπεί ο γέρο-Καρδοπάκης, όταν έφθασε το

δειλινόν εις τον μύλον. Εις τα Βουρλίδια, εκεί κάτω, όχι μακράν του

χωρίου, όπου απείχε μιας και πλέον ώρας δρόμον απεδώ, εκεί ήτο

καταφύγιον και τόπος συναντήσεως δια τους (γύρω στον μύλον της

Σάββαινας) νέους κυνηγούς, διά μερικούς νεαρούς βοσκούς της νέας

γενεάς, όπου εφύσων αυλόν και έψαλλον κινύραν, ακόμη και διά

ξεπεσμένα αρχοντόπουλα, της μικράς πολίχνης, οπού ησχολούντο εις

«εργολαβίας», και επιχειρήσεις ερωτικάς. Ο γέρο-Σταμάτης, αν δεν

ηπατήθη, ή δεν ήθελε να «πουλήση δούλεψιν», είχεν ακούσει, εις το

πέρασμά του, σχέδια και μηχανορραφίας μελετωμένας μεταξύ των νέων

αυτών, εξ ων εύρε πέντε ή έξ συνηθροισμένους εις την δροσεράν κοιλάδα

την ημέραν εκείνην. Φαίνεται ότι επρόκειτο, καθώς υπώπτευσεν εκ των

όσα ήκουσεν ο εύθυμος γέρων, «για να κλέψουν ή την Σοφιά ή τη

Λουκρητία». Εγίνοντο δηλαδή μελέται περί απαγωγής της μίας των δύο

αδελφών υπό των ερωτύλων ή των «κυνηγών» εκείνων. Και εις τα

συμβούλια ταύτα ήτο παρών, ως εμαρτύρει ο Καρδοπάκης, και είς των

νεωτέρων συγγενών του μακαρίτου Αγάλλου, ανεψιός του εξ αδελφού. Ήτο

μάλλον θετός υιός του αδελφού του, αλλά τόσον χειρότερα. Διότι και

χρηματικώς και ερωτικώς ακόμη ο άνθρωπος θα ενδιεφέρετο εις την

υπόθεσιν. Οι συγγενείς λοιπόν του Αγάλλου, ως έλεγεν ο γέρο-Σταμάτης,

«είχον την ουρά τους μέσα σ' αυτή τη βρωμοδουλειά». Είχον διπλούν

συμφέρον, να δυσφημισθή η νεαρά χήρα, διά να καταφάγουν αυτοί την

κληρονομίαν.

Η Σοφία, έτεινεν ισχυρώς τα ώτα, και οι ψίθυροι εγίνοντο

ευκρινέστεροι. Τότε εσηκώθη σιγά, επάτησε με τους πόδας γυμνούς δύο

βήματα, και ήνοιξεν έν μικρόν συρτάρι εις χαμηλόν σκαμνοτράπεζον παρά

τον τοίχον.

Την στιγμήν που ήνοιξε το συρτάρι ενθυμήθη να επικαλεσθή τα θεία.

Εστράφη, κ' έκαμε τρεις σταυρούς προς το εικόνισμα υπό το τρέμον

γλυκύ φως του κανδηλίου, όπου εφαίνοντο ως όνειρον αι τρεις

διαλάμπουσαι μορφαί. Είτα επανεστράφη προς το έπιπλον, εβύθισε την

χείρα, κ' έλαβεν εκείθεν έν ρεβόλβερ.

Ήτο το περίστροφον του μακαρίτου του ανδρός της, όστις την είχε

νυμφευθή από όψιμον έρωτα, κ' εφάνη τόσον καλός προς αυτήν. Η Σοφία

το εζύγισεν εις την χείρα, εβεβαιώθη, αν και το ήξευρεν, ότι ήτο

γεμάτον, εστάθη μίαν στιγμήν, διά να ακροασθή ακόμη. Δεν απεφάσισε να

ξυπνήση την αδελφήν της, ήτις είχεν αποκοιμηθή προ μικρού.

Εβάδισε τρία βήματα προς την θύραν την άνευ παραθύρου, όπισθεν της

οποίας έρρεγχεν ο γέρο-Σταμάτης. Έκυψε, του έθιξε τον ώμον, τον

έσεισεν. Ο γέρων έβλεπε νεανικά όνειρα εις τον ύπνον του. Μόλις

ησθάνθη το σείσιμον, εγύρισε να στραφή από το άλλο πλευρόν, κ'

εμορμύρισε με θρηνώδη φωνήν:

— Τι με πικραίνεις, Κατερίνα. Κατερινάκι μου;... Γονάτισα,

μοιρολόησα απάνω στον τάφο σου, σα γυναίκα.... σου είπα τόσα λυπητερά

τραγούδια.

Ενθυμείτο την μακαρίτισσα την γυναίκα του, όπου την είχε θάψει προ

επτά ετών και ακόμη δεν είχε παρηγορηθή διά την στέρησίν της.

— Μπάρμπα Σταμάτη, σήκω! ήρθαν κείνοι πούλεγες... Μας περικύκλωσαν

απόξω.

Και πάλι τον έσεισε σφοδρότερον εις τον ώμον. Ο γέρο-Σταμάτης έτριψε

τα όμματα, έκαμε ν' ανασηκωθή, και πάλιν έπεσεν εις τo πενιχρόν,

σκληρόν προσκέφαλον η κεφαλή του. Εν τοσούτω την ανεγνώρισε.

— Τι μολογάς, Σοφία; της είπε. Γλυκός ο ύπνος την αυγή.

— Δεν είνε ακόμη αυγή, μπάρμπα-Σταμάτη, είπεν αγωνιώσα η Σοφία, μα

είνε απόξω, είνε... που το μάτι τους να βγη!

— Και τι θα καταλάβης να τους βγη το μάτι, Σοφία; είπεν εμπνεόμενος

εις αντιλογίαν, με όλην την νύσταν του, ο Καρδοπάκης. Μήπως θ'

αποχτήσης ποτέ σου εσύ τρία μάτια; Πάντα με δύο μάτια θάσαι.

— Αχ! χρειάζονται τέσσαρα μάτια την ώραν αυτήν, απήντησε με πάθος η

Σοφία.

Εκράτησε τον γέρον από των δύο ώμων, και του είπε με τόσον απαλήν,

αλλά και λεπτήν φωνήν, ώστε και κωφός θα ήκουε:

— Ακούς, γέρο;...ήρθαν εκείνοι, να μας κλέψουν την Λουκρητία, ή να

μας πάρουν τον μύλο και τα κτήματα... Έχω εδώ το ρεβόλβερο... Σήκω,

να ιδούμε τι θα κάμωμε... μη μας σπάσουν την πόρτα, γέρο-Σταμάτη.

Ο γέρων έτριψε το μέτωπον, την κεφαλήν, και τους κροτάφους του, και

είπε:

— Τότε, σιωπή. Μη μας ακούσουν... Τσιμουδιά μη βγάλης.. για να

νομίζουν πως δεν είν' εδώ κανείς.

— Α! όσο γι' αυτό, είπεν η Σοφία, θα μπορούσαμε να κάμωμε τον ψόφιο,

μπάρμπα-Σταμάτη. Τι σε θέλαμε σένα;.. Μπάρμπα, να φύγης. Να

φερθούμε...

— Αμέσως! αλέστα! βάρ' τα χάλασ'τα! έκραξε τότε ο Καρδοπάκης και

ανεπήδησεν από την στρωμνήν του.

Εν τω μεταξύ είχεν εξυπνήσει κ' η Λουκρητία, ως να της ωμίλησέ τις

καθ' ύπνον εις το ωτίον και να της είπε: Σήκω. Εσηκώθη, έτριψε τα

μάτια της, κ' είπε:

— Τι τρέχει;

Οι άνθρωποι είχον έλθει πράγματι έξωθεν του μύλου, κ' η Σοφία δεν

είχεν απατηθή εις την αϋπνίαν της. Ήσαν τρεις νέοι κρατούντες

τουφέκια, ο Κώτσος ο Κ., ο Αντώνης ο Β. και ο Αλέκος ο Π.,

δημοδιδάσκαλος «αριστοβάθμιος» της νέας εποχής. Εξ αυτών ο πρώτος

ίσως είχε μέσα του σκοπόν και απόφασιν, τη βοηθεία των φίλων του,

τους οποίους είχε κατηχήσει, ν' αρπάση την Λουκρητίαν, να την

στεφανωθή λάθρα, και να λάβη την προίκα της διά ψυχολογικής βίας από

την κληρονομίαν της Σοφίας εκ της περιουσίας του μακαρίτου. Ο

δεύτερος, όστις ήτο συγγενής του αποθανόντος, με απροθυμίαν εφαίνετο

να επινεύη εις το σχέδιον τούτο, με την πλαγίαν σκέψιν να στενοχωρήση

την Σοφίαν, διά να «το κάμη χειρότερα», ως έλεγεν. Ο τρίτος ήρχετο

απλώς διά «ρομάντζα», όπως λάβη πείραν πως κλέπτονται τα κορίτσια.

Την στιγμήν εκείνην, όταν είχε σηκωθή η Λουκρητία, ηκούσθη βραδύς και

μελετημένος κτύπος εις την οικίαν. Εκείνος, όστις είχε κρούσει την

θύραν, εφαίνετο ότι εκτύπα άλλο τόσον η καρδία του, και δεν ήτο

πρόθυμος να επαναλάβη τον κτύπον δευτέραν και τρίτην φοράν. Εν

τούτοις μετά δύο λεπτά δεύτερος κτύπος ηκούσθη, ακόμη μαλακώτερος.

Εις τον κτύπον τούτον απήντησεν άλλος κρότος, γνώριμος εις όλων τας

ακοάς. Η Σοφία έσυρε την σκανδάλην του πιστολιού της και ανεσήκωσε

τον λύκον.

Συγχρόνως ηκούσθησαν ψιθυρισμοί έξωθεν, ως να συνεννοούντο μεταξύ των

οι πολιορκηταί. Κάτωθεν του μικρού πατώματος προς τον τοίχον ήχησεν

αλλόκοτος, ασυνήθης κρότος.

Η Σοφία έβαλε τον δάκτυλον στο στόμα και ακουσίως εγέλασε.

— Την φτερωτή... Την φτερωτή σπάζουν· για να μπουν απ' τη μυλότρυπα.

— Εκεί είνε διαβολότρυπα, είπεν ο γέρων Σταμάτης.

Και συγχρόνως χωρίς να συμβουλευθή τας δύο κόρας, έβαλεν αγρίαν

φωνήν:

— Μωρέ, τι κόσμος είν' εδώ; Στοιχειά ήρθαν απόξου, να μας

φοβερίξουν; Ξορκίζω σε, Σατανά ... Δος μου το τουφέκι να ρίξω. Άνοιξε

το παράθυρο, ψηλά, ψηλά, απ' τον φεγγίτη εκεί!..

Η θεατρική αύτη κραυγή έσχε το αποτέλεσμά της. Πρώτος ο

δημοδιδάσκαλος έδωκε το σημείον της αποχωρήσεως. Δεύτερος τον εμιμήθη

ο συγγενής του μακαρίτου, και τελευταίος έφυγεν, άμα είδεν ότι

απεμονώθη, ο Κ., ο επιχειρηματίας και εραστής της Λουκρητίας. Και

ούτως εφηρμόσθη και εδώ, όπως πάντοτε, το Ευαγγελικόν: &Και Έσονται

οι πρώτοι έσχατοι, και οι έσχατοι πρώτοι.&

ΤΑ ΒΕΝΕΤΙΚΑ

Η εκκλησιά εδιάβαζε, Κυριακήν πρωί, κ' ημείς οι δύο, ο Νικολός του

Αγιώτη κ' εγώ, επήραμεν, εκείνος το ζεμπίλι στον ώμον — είχε βάλει

μέσα, εκτός από τα μικρά οψώνια διά το εξοχικόν γεύμα μας, και το

σίδηρον της σκαπάνης — εγώ δε εκράτουν επιδέξια, τάχα ως ραβδίον

οδοιπορίας, το ξύλον ή το στηλιάρι της τσάπας αυτής, κ' εκινήσαμεν

εις μελετημένην εκδρομήν.

Είχε κάμει ταξίδια ο Νικολός ανά το Αιγαίον, με την γολέτταν του

πατρός του, εις κύκλους τριών ενιαυτών, και τώρα, το φθινόπωρον του

187..., ο γέρο-Αγιώτης είχε δέσει την σκούναν του, από την Κολώναν

της αγοράς, όπως εσυνήθιζον οι καραβοκυροί του καιρού εκείνου, εις

τον μικρόν λιμένα, κ' εκάθισε να διαχειμάση εις την εστίαν του. Ο

ομήλικος φίλος μου, ο Νικολός, είχε μβαρκάρει το πρώτον προ τριών

χρόνων, κατά Μάρτιον, αφήσας μισά τα μαθήματα του σχολείου, κ' ημάς

τους συμμαθητάς του ορφανούς. Κατά παν φθινόπωρον ο Νικολός

επανήρχετο σοφώτερος από τα ταξίδια. Απ' όλα τα μέρη που είχεν

αρμενίσει διηγείτο εις ημάς τους στασίμους, τα οστρείδια του βράχου,

όπως μας ωνόμαζεν, όλα τα θαύματα όσα είδεν· εις το όρος Άθω, όπου

είχον μετακομίσει από τα μετόχια των εσοδίων της χρονιάς εις έν των

μοναστηριών, το Χιλιαντάρι, όπου είχε μάθει και άλλας σλαβωνικάς

λέξεις, και τον στίχον τούτον:

Χιλιαντάρα μοναστήρα

ντόμπρα ντόμπρα κουκουλτίτσα.

Είχεν ακούσει προσέτι και το &Άξιόν εστιν& εις την γλώσσαν εκείνην:

«Ντόστονο εστ γιακοβώ, ιστίνο μπλαζίτιτια Μπογορόδιτς...» Εις την

Σαλονίκην πάλιν είχεν εκμελετήσει τα ήθη των Εβραίων, και διηγείτο

πώς ένα χωριατόπουλο, πρώτην φοράν ελθόν, και ιδόν Εβραίον με μακρά

ρούχα και γένεια, τον εξέλαβεν ως παπάν, κ' έσπευσε να βάλη

μετάνοιαις· τότε πλήθος Ιουδαίων ελθόντες ενέπαιζον την ακακίαν του

παιδίου, απαιτούντες όλοι την ιδίαν χριστιανικήν υπόκλισιν, και

λέγοντες: «Κάμε και τούτο το παπά, μετάνοια, κουζούμ· κάμε και τ'

άλλο το παπά μετάνοια... » Εις την Σμύρνην πάλιν είχεν ακούσει τόσες

περιπαθείς πατινάδες εις τον Φραγκομαχαλάν, και είχεν απολαύσει εις

την Αγίαν Φωτεινήν την ψαλμωδίαν του «Νικολάου Σμύρνης».

Την χρονιάν εκείνην, όταν έφθασεν εις την πατρίδα, θα ήτο τότε ως

δεκαννέα ετών, εγώ δε ήμην σχεδόν δύο έτη νεώτερος, τρέφων φιλίαν

προς εμέ, μου ενεπιστεύθη τότε (μου διηγήθη) — όπως δεν ήσαν σπάνιαι

αι διηγήσεις αύται κατ' εκείνους τους χρόνους· λ.χ., ο δείνα παλαιός

κλέφτης, κι' αγωνιστής, ξενητευμένος τόσα χρόνια, εξόριστος εις την

Ανατολήν, ή και πρώην ληστής, φυγόποινος ή δραπέτης, έτυχε να

συναντηθή μ' ένα «καραβάν», καταγόμενον από μίαν τινά νήσον του

Αιγαίου, και άμα τη γνωριμία, κ' επάνω εις το κέρασμα, άρχισε να του

διηγήται πως εις τα 23 ή τα 25, όταν ήτον λιάπης, στρατιώτης του

Καρατάσου, είχε ζήσει μακρόν χρόνον εις την νήσον εκείνου του καραβά·

με χαμηλήν φωνήν, και μ' εμπιστευτικόν τρόπον του απεκάλυπτε πως εις

ένα ξωκκλήσι, αντικρύ στο Κάστρο του Βοριά, εκεί που αγριεύει και

πλήττει τους βράχους το κύμα, όπου βοΐζουν η ρεμματιές και αντιλαλούν

τα σπήλαια, και ο χείμαρρος κατέρχεται δρομαίος κατά το ρέμμα και

τους βράχους και της αμμούδες της βαθειές, εκεί στο ερημοκκλήσι, οπού

το λένε Παναγία Ντομάν, αντίκρυ στο ιερό της εκκλησιάς είνε χωμένα

γρόσια, φλωριά βενέτικα. Την ώραν που βγαίνει ο ήλιος, καθώς θα

κτυπήση την κορυφήν του σουβλερού βράχου, — τον λέγουν Μύτικα, — εκεί

ακριβώς οπού πέφτει ο ίσκιος της κορυφής του Μύτικα, εκεί να σκάψουν

— αχ! να μπορούσε ο γέρο-λεβέντης, οπού τάλεγε, να κάμη φτερά, να

βρεθή ένα πρωί στο μέρος εκείνο· πλην τα φτερά του ήσαν κομμένα τώρα

— και θα εύρουν άλλοι τα γρόσια.

Ένα τοιούτον γέρο-λύκον παλαιόν είχε συναντήσει, φαίνεται, ο νεαρός

Νικολός εις τα μέρη της Ανατολής τα παράλια, όπου είχε προσεγγίσει η

γολέττα, και τοιαύτην ιστορίαν εκείνος του είχε διηγηθή. Και άμα

ήλθεν ο φίλος μου έσπευσε να με κάμη κοινωνόν του μυστικού, ή μέτοχον

της επιχειρήσεως. Χάριν μεγαλυτέρου κύρους, ως περίεργος και μνήμων

οπού ήτο, μου διηγείτο πολλά και άλλα εγχώρια θρυλήματα.

— Ξέρεις πόσοι και πόσοι έχουν εύρη γρόσια στα παλαιά χρόνια!.. Ο

παππούς σου, ο γέρο-Μωραΐτης ο Αλέξανδρος, που έχεις και το όνομά

του, δεν ηύρε τον μαμτζά (δηλαδή μακρόν υπόδημα ή μπότταν) με τα

βενέτικα, στην αγκωνή του κατωγειού, στο σπήτι με την αυλήν την

μεγάλη, που το έχει τώρα ο γυιός του ο Δήμαρχος, ο μπάρμπας σου;... Ο

γέρο-Χατζηραφτάκης, που ζη ακόμα — δεν πας να τον ερωτήσης, αγκαλά...

δεν θα σου το πη — δεν ηύρε μίαν τζάρα (ή πιθαράκι) γεμάτη φλουριά,

στην πεζούλα της αυλής του, που την εχάλασε για να την ξαναφτιάση;...

Την γρηά το Μπραϊνώ τσ' Αλεφάντους δεν την ωνείρεψε να πάη να σκάψη

στο Έρμο-Κάστρο, με άλλες δυο μαζί — τη γρηά Καλοεδίτσα και τη

Σεβαστάκαινα — κ' επήγαν, κ' ηύραν τα γρόσια; Να της ερωτήσης, δεν το

μαρτυρούν, μα τα ηύραν... Το πλειο παράξενο απ' όλα ήτον το συμβάν

του γέρο-Σκοινά. Από πού, θαρρείς, έγεινε καπετάνιος, με δυο καράβια,

ο Γιάννης ο Σκοινάς; Είχε εργάτες στο χωράφι, κάτω απ' την Αραδιά,

κατά το γιαλό, κοντά στο ρέμμα. Ήτον Σάββατον βράδυ. Όλη μέρα

ξεσκάλωναν, βοτάνιζαν, έσκαβαν. Κατά το δειλινό, σαν άρχισε να γέρνη

ο ήλιος, ο ένας ο εργάτης, εκεί πού έσκυφτε στη δουλειά του, κι' ο

Γιάννης, με το τσιμπούκι του αναμμένο, εκάθητο σ' ένα μεγάλο

κούτσουρο, και τον εκύτταζε πώς δουλεύει, δύο-τρία βήματα παρέκει,

εκεί ο εργάτης βρίσκει κάτω στη γης ένα τάλλαρο, κολοννάτο. Και να

ήθελε να το κρύψη δεν θα μπορούσε, γιατί ο γέρος ήτον καταμπροστά

του. «Αφεντικό, του λέει, κύτταξε τι ηύρα. Μη σου έπεσε;» Ο Γιάννης

έκαμε πως έψαχνε στην τσέπη του, κ' είπε: «Τωόντι, εμένα μώπεσε». Και

έλεγε σαν αλήθεια, γιατί &του έπεσε& πράγματι στον λαχνό... «Καλά,

είπε, θα σου δώσω τα βρεθίκια». Τάρπαξε, και τώβαλε στην τσέπη. Αλλά

την ίδια στιγμή, και με μάτια τέσσερα, ο Σκοινάς, για να μην τον

καταλάβη ο εργάτης — απάν' απ' το κεφάλι τους ήταν ένας πεύκος,

μεγάλο δένδρο· ο μεροκαματιάρης άνθρωπος, καθώς έσκυφτε κ' έσκαβε,

δεν έβαλε ο νους του να κυττάξη καταπάνω. Θα πης, γιατί; Δεν ήτο

κισμέτι, τόσο ήτον το ριζικό του, η μοίρα του ήτον να σκύφτη και να

σκάβη. Ο γέρο-Σκοινάς όμως, καθώς εκάθητο αναπαυτικά με το τσιμπούκι

του, πολύ βολικά του ήρχετο να κυττάξη καταπάνω, στον πεύκο. Και τι

βλέπει; ένα δισάκκι παμπάλαιο, πέτσινο, καταμουχλιασμένο, εκρέματο

ανάμεσα στα πυκνά κλωνάρια του παλαιού δένδρου. Πέρασε μισή ώρα. Ο

ήλιος έγερνε, και κατέβαινε για να κρυφθή στο βουνό, στη μεγάλη

στεριά την αντικρυνή. Τότε γυρίζει ο γέρο-Σκοινάς, και λέει στους

τρεις ή τέσσερες νομάτους οπού είχε για να του ξανοίξουν το χωράφι:

«Επειδής ξημερώνει Κυριακή αύριο, παιδιά, ας σκολάσουμε νωρίτερα, δεν

πειράζει. Βάλτε το για το χωριό, κ' εγώ θα μείνω παραπίσω· θέλω να

κατεβώ ως τον γιαλό, να πλύνω τα ποδάρια μου — και μπορεί να σας

φτάσω στον δρόμο· αλλοιώς περνάτε απ' το σπήτι, ν' αφήστε τα σύνεργα,

να σας κεράση η κυρά και το σουρούπωμα σας βρίσκω κάτω στην πιάτσα,

και σας δίνω τα μεροκάματα», — «Καλό, αφέντη». Εκείνοι έκαμαν κατά τη

ράχη, κι' ο γέρο-Σκοινάς κατά το ρέμμα. Κείνοι ετράβηξαν τον ανήφορο,

κι' αυτός εκρύφθη μέσ' το ορμάνι. Κείνοι εκύτταζαν τον δρόμο τους,

κι' αυτός είχε το μάτι κολλημένο στον πεύκο. Σαν αλαργάρισαν εκείνοι,

αυτός εζύγωσε, κι' ανέβη αλαφρός στο δένδρο, κ' εκαβαλλίκεψε στους

κλώνους, κ' εξεκρέμασε κείνο που εφαίνετο σαν δισάκκι αραχνιασμένο,

μια χαρά, και το δισάκκι σάπιο έρρεψε όλο, και τα κολοννάτα

πετάχθηκαν σωρός, κάτω στο χώμα. Κ' έτσι μ' αυτά και μ' αυτά έχτισε ο

γέρο-Σκοινάς ανώγεια και κατώγεια, κ' εσκάρωσε σκάφες, κι' αρμάτωσε

άρμενα. Και θαρρώ πως θα ξέχασε να δώση και του φτωχού εργάτη τα

βρεθίκια πού του έταξε.

Ο Νικολός ήτον στοχαστής πολύ, και είχεν εκλέξει καλώς την ώραν. Ουδέ

πιθανόν ήτο να συναντήσωμεν άνθρωπον καθ' οδόν την ώραν εκείνην της

Κυριακής, πλην εάν μακρόθεν εφαίνετο ως σκιά κανέν κρυπτόμενον εις

την διάβασίν μας βοσκόπουλον ή αν διεκρίνομεν όπισθεν των πυκνών

θάμνων κάπου το ίνδαλμα παιδίσκης τινός βοσκοπούλας, που να

εξαφνίζετο και να εφάνταζε κάπου ως ζωντανόν σκιάχτρον. Κ' εγώ

εκράτουν το πέλεκον της σκαπάνης ως ράβδον, κ' εκείνος είχε το

σίδηρον μέσα στην σπειρίδα την πλεκτήν. Και μου ξανάλεγε στον δρόμον

πώς ο γέρο-κλέφτης ο παλαιός, με τα μουστάκια του αγκίστρια δεμένα

όπισθεν των ώτων, του είχε διηγηθή την ιστορίαν.

Βέβαια με τον Καρατάσον ήτον παλλικάρι κι' αυτός. Λοιπόν ο θησαυρός

περί ου ο λόγος, χιλιάδες φλωρία, όλο βενέτικα, ήτο θαμμένος σιμά εις

την Παναγίαν της Κεχριάς, απ' οπίσω απ' το παλαιόν μοναστηράκι, κατά

την μικρήν πόρταν, σύρριζα εις την νοτιανατολικήν, όπου ήτον όλη

κατηρειπωμένη τώρα, και το μονύδριον έρημον από πολλού. Και αντικρύ

εις ένα μεγάλον βράχον, πάντοτε την ώραν που θα εψήλωνεν ο ήλιος δυο

κοντάρια, ή τρεις καλαμιές — δι' όλα είχε προνοήσει ο Νικολός, αλλά

δεν εφρόντισε να πάρωμεν μαζί μας κανέν τοιούτον μέτρον, διά να

εύρωμεν το ύψος του ηλίου — εκτός αν θα μας εχρησίμευε προς τούτο το

στηλιάρι της τσάπας οπού εκράτουν εγώ — εκτός πάλιν αν το ξύλον τούτο

θα έπρεπε να χρησιμεύση διά μέτρημα των ιδίων πλευρών μας, οίτινες

επιθυμούντες χρήματα (λέγει ο Δαυίδ: &επιθυμία αμαρτωλού απωλείται&,

και ο Σολομών λέγει: &επιθυμίαι άνδρας κτείνουσι&) δεν εβλέπαμεν

εμπρός μας την προς τούτο άγουσαν οδόν, την οποίαν όλοι οι Εβραίοι,

και πλείστοι Γραικοί, γνωρίζουσιν, εργασία, οικονομία κατ' αρχάς,

είτα ασπλαγχνία, τοκογλυφία, εκμετάλλευσις όλων των άλλων ανθρώπων —

εκεί άρα όπου έμελλε ν' απλωθή την ώραν εκείνην η σκιά, εκεί έπρεπε

να σκάψωμεν, διά να εύρωμεν τον θησαυρόν, όλο βενέτικα.

Σιμά εις την κορυφήν του βουνού, εις τον Άι-Κωνσταντίνον, εκεί ήσαν

τα πλατάνια, ωραία δένδρα, και από την ρίζαν των ανέβλυζε δροσερά

πηγή. Εστάθημεν προς στιγμήν διά ν' αναψύξωμεν. Εκείθεν έπρεπε να

κατέλθωμεν τον κατήφορον, διά να φθάσωμεν εις την Κεχριάν, μισήν ώραν

δρόμον ακόμα. Ο Νικολός εφορτώθη πάλιν το ζεμπίλι, εγώ έλαβα το είδος

του ροπάλου μου, κ' αίφνης ακούομεν δρομαίον βήμα, και εις τα ώτα μας

αντηχεί γνώριμος φωνή:

— Εδώ είσθε;... καλά που... σας ηύρα.

Ήσθμαινεν ο άνθρωπος από τον ανηφορικόν δρόμον. Ήτον ο εξάδελφός μου

ο Γιαννιός, άνθρωπος πλέον ή σαράντα ετών. οπαδός της Μεγάλης Ιδέας,

έχων δύο βάρκες, την «Θεού Σοφίαν» και την «Επτάλοφον».

— Μη φοβάστε... Καλά. Θα τα βρούμε σίγουρα.

«Ες άρτι φανερόν γέγονε το ρήμα τούτο », είπέ ποτε εν απορία ο Μέγας

Μωυσής. Είχε φονεύσει τον Αιγύπτιον προς χάριν των αδελφών του, και

οι αδελφοί του τον εφοβέριζον και τον επότιζον πικρίας.

— Πώς το έμαθες; ποιος σου το είπε; ηρώτησεν απορών ο Νικολός.

— Μην τα ρωτάς... Θα τα βρούμε, σας λέω.

Αφότου είχε παύσει να ταξιδεύη με τα καράβια εις μακρυνά πέλαγα,

εψάρευε κατ' αρχάς γύρω εις την νήσον, κ' εγιάλευεν εις τον λιμένα.

Ύστερον ηγόραζεν απ' αλλού σιτάρια, τα άλεθεν εις τους μύλους πέραν,

εφόρτωνε της δύο βάρκες, κ' ήρχετο και τα επώλει εις τον τόπον. Είχε

μανίαν ν' αποκτήση θησαυρούς, διά να σώση το Γένος. Τότε του

εκόλλησεν είς φοβερός αλήτης, ο Μαλακίας λεγόμενος, όστις

εξεμεταλλεύθη την αδυναμίαν του αυτήν, και του υπεδείκνυεν αμυθήτους

θησαυρούς, εις διαφόρους αιγιαλούς, εις πολλάς ακτάς, και άλλας

τοποθεσίας. Toν επήρε σύντροφον εις την «Επτάλοφον», αλλ' αυτός εις

ολίγον καιρόν του έγεινεν αφέντης. Ο Γιαννιός εδούλευε δι' αυτόν.

Εκαλοπερνούσε ο Μαλάκιας, κόττα-πήττα, εφόρεσε πανωβράκια και

Τουνέζικα φέσια δι' εξόδων του Γιαννιού, εκάπνιζεν αναριθμήτους

ναργιλέδες έξω στα καφενεδάκια, ακόμα και στην βάρκα μέσα. Έπινε

τσάια, έτρωγε κοττόπουλα. Και κάθ' εβδομάδα έκαμναν τρία ταξίδια, και

στο γύρισμα επλησίαζαν εις διαφόρους γιαλούς, κ' έσκαφταν, έσκαφταν.

Εις την Χονδρήν Άμμον, εις το Ελαφοκκλήσι, εις το Τουρκομνήμα, κ' εις

το Μακρυκατάλυμα. Ο θησαυρός δεν έμενε ποτέ εντός της θήκης, σύμφωνα

με την ετυμολογίαν του, αλλ' έκαμνε ποδάρια, έφευγε, άλλαζε θέσιν,

έτρεχεν ως τροχός κατά το σχήμα το κυκλικόν οπού έχει· πειρασμικά,

τελώνια, από φθόνον τον έκρυφταν· τον εμάγευεν ο Αράπης, οπού τον

έβοσκε, κι' έτρεχαν τα βενέτικα ως έμψυχοι τροχοί μαγευμένοι. Αλλά

δεν θα τους έφευγεν όμως. Πού θα πάη; Όπου και αν έφευγε, θα τον

έπιαναν μίαν ημέραν.

Τέλος υπέδειξεν ο Μαλακίας εις τον καπετάν Γιαννιόν ότι, αφού εκείνος

τώρα επέρασεν η ηλικία του, και δεν εμβήκεν εις τον κόσμον — και δεν

έπρεπε να νυμφευθή, διότι η ιδέα που έτρεφε να ελευθερώση και να

πλουτίση το Έθνος δεν επέτρεπε τον γάμον — έπρεπε τουλάχιστον να

φροντίση να νοικοκυρέψη αυτόν, τον Μαλάκιαν, να τον στεφανώση και τον

κουκουλώση, να τον προικίση και τον αποκαταστήση· ούτω πως θα είχε

κι' αυτός ο Γιαννιός καταφύγιον και θάλψιν εις το γήρας του· διότι

δεν εσύμφερε να μείνουν κ' οι δύο άγαμοι. Και πού θα απέθετον τον

θησαυρόν, αν τον εύρισκον, όπως έμελλον ασφαλώς να τον εύρουν; Εις

χήρας ή υπάνδρους αδελφάς του Γιαννιού, κ' εις ένα σωρόν ανεψιάς του,

δεν έπρεπε να εμπιστευθούν. Αυτός δε ήτο ξένος εις τον τόπον, και δεν

είχεν άλλην κατοικίαν ειμή την «Επτάλοφον». Ενώ, αν έπαιρνε προικώαν

οικίαν, κατά το έθος του τόπου, εκεί ασφαλώς θα έκρυπτον τον

θησαυρόν. Όλον το κατώγι, όσον ευρύ και αν ήτο, μόλις θα ήρκει διά να

τα χωρέση, τόσον αμέτρητον πλήθος βενέτικα.

Τωόντι ο Γιαννιός κατώρθωσε να τον προξενέψη, και τον αρραβώνιασε με

μίαν ορφανήν κόρην, το Κουμπώ του Καλκάνη. Μέγας θρίαμβος διά τον

Μαλάκιαν. Ζαχαρομηλιά, μπακλαβάδες, πετεινάρια, φραγκοκοττόπουλα

αγκαλιαστά, μοσχάτο κρασί, ταμτζάνες. Έκαμε δε αίσθησιν το πράγμα εις

το μικρόν χωρίον, και είς αυτοσχέδιος ποιητής, ο Μιτζέλης Δήμου

Μιτζέλα, εις ανάμνησιν των αρραβώνων εκόλλησε το εξής τετράστιχον:

.....................................................

.....................................................

.....................................................

.....................................................

Τέλος, όταν το κακόν επαράγεινε, ο τότε δήμαρχος του τόπου

Κωνσταντίνος Μωραΐτης, άνθρωπος όστις εξήσκει πολλάκις επ' αγαθώ την

αυθαιρεσίαν, κατά παράκλησιν των συγγενών του Γιαννιού, τον έκαμε

«σουργούνι» τον Μαλάκιαν, τον εξώρισε δηλαδή απλώς και καθαρώς από

τον τόπον, και ούτως εγλύτωσε το Κουμπώ του Καλκάνη, έσωσε δε και τον

καπετάν Γιαννιόν, τον πάλαι ποτέ ιδιοκτήτην της «Επταλόφου» και της

«Θεού Σοφίας» (διότι εν τω μεταξύ τα είχε φάγει ο Μαλάκιας όλα, και η

μία βάρκα είχε πωληθή, η άλλη ήτον υπέγγυος) από την Άτην την

&σθεναρήν& και &αρτίποδα&, ήτις &πάντας ανθρώπους& αάται, ώστε μόνον

το ύδωρ της Στυγός να μένη «αάατον».

Αυτά συνέβησαν ύστερον, μετά δέκα χρόνους. Όταν δε μας συνήντησεν ο

εξάδελφός μου ο Γιαννιός, επάνω στην Βρύσιν, στα Πλατανάκια, έμβρυον

ήτον ακόμη εις τας φρένας του η μανία του θησαυρού, προς πλουτισμόν

του Γένους, και ο Μαλάκιας το έμψυχον τερατώδες άγαλμα της λατρείας

ταύτης. Αφού δεν ημπορέσαμεν να λάθωμεν την άγρυπνον προσοχήν του

πλοιάρχου της «Έπταλόφου» — διότι ενδιεφέρετο σφόδρα διά πάσαν

ιστορίαν θησαυρού, και δεν ηδύνατο τίποτε να του διαφύγη — είνε

άπορον, πώς δεν έγεινα εγώ ύποπτος εις τον Νικολόν πλην ο φίλος μου

δεν ήθελε να με αδικήση διά τοιαύτης υπονοίας. Και έως σήμερον ακόμη

δεν ενθυμούμαι να είπα εις κανένα διά την υπόθεσιν του θησαυρού της

Κεχριάς, νομίζω δε ότι πολύ δεν επίστευα μέσα μου, αν και τόσον νέος,

εις την ύπαρξιν του θησαυρού τούτου. Ο Νικολός δεν ελυπήθη και πολύ

διά την παρουσίαν του Γιαννιού, ήτον δε πρόθυμος, ως λίαν

ανοικτόκαρδος, να μοιράση τα γρόσια, τα οποία θα εύρισκε, και με

αυτόν, και με πάντα άλλον.

Επήραμεν τον κατήφορον, και αφού διήλθομεν τρία ρέμματα, επεράσαμεν

πολλά πλάγια και ρεβένια και εχώθημεν τέσσαρας φοράς εις την λάσπην.

Είχε βρέξει προ τριών ημερών, και η υγρασία της γης θα διηυκόλυνε

μεγάλως την εκσκαφήν του θησαυρού μας. Έλεγε δε ο Νικολός, ως ευσεβής

νέος οπού ήτον, ότι η λειτουργία της Κυριακής την ώραν εκείνην ήτον

αγαθή συγκυρία, διότι πάσα καλή εργασία, δέησις, ευχή και τάξιμον

κατά την ώραν της λειτουργίας εκτελείται. Όπως λ. χ. την πρωίαν της

Μεγάλης Πέμπτης, την ώραν οπού διαβάζεται το Ευαγγέλιον της

Λειτουργίας, χύνει ο χρυσοχός το δακτυλίδι ή το φλωρί, το οποίον

έταξεν η χαροκαμμένη μάνα (της οποίας έχουν αποθάνη τα πρώτα της

παιδιά) διά να της στερεωθή ο καρπός της κοιλίας, και της χαρίση ο

Θεός το κατόπιν τέκνον της.

Τέλος εφθάσαμεν εις το έρημο μοναστηράκι της Κεχριάς. Ο ναΐσκος,

παλαιός, με ζωηράς τοιχογραφίας, με τον τρούλλον και τας χιβάδας του

εώρταζε την Μετάστασιν, ή τα Εννεάημερα της Παναγίας. Εισήλθομεν,

επροσκυνήσαμεν τας εικόνας, κι' ο Νικολός ήναψεν ευλαβώς τα κανδήλια.

Μέσα εις το ζεμπίλι του, χωρίς να το σκεφθώ εγώ, είχε βάλει και έν

μολύβδινον παγούρι με έλαιον.

Εξήλθομεν κ' εκυττάξαμεν γύρω-γύρω τον τόπον. Όλοι οι λόφοι, αι

κλιτύες και τα πλάγια, ελαιοφυτευμένα, γλαυκά, δροσερά, ευώδη. Την

χρονιάν εκείνην δεν υπήρχε καρπός ελαίας, διότι αι ελαίαι

εκαρποφορούσαν «δευτοροχρονιά». Άλλως, ας ήτο και Κυριακή, εξάπαντος

θα ευρίσκομεν ίχνη ανθρώπου εις τα μέρη εκείνα.

Κάτω προς τον αιγιαλόν, εις το βαθύ ρέμμα, υπήρχον, ή μάλλον εσώζοντο

από παλαιού καιρού, ολίγοι νερόμυλοι, εφθαρμένοι, σχεδόν ερείπια.

Ίσως δύο εξ αυτών εδουλεύοντο από καιρού εις καιρόν. Πλην δεν

ηκούσαμεν κρότον, ουδέ ψυχήν είδομεν.

— Σήμερα Κυριακή, δεν δουλεύουν, είπεν ο Γιαννιός.

— Ξέρω πως δεν δουλεύουν, μα μπορεί να βρίσκωνται, είπεν ο Νικολός,

όστις αν και τόσον νεώτερός του, εφαίνετο να γνωρίζη καλά τα μέρη.

— Και λες να είναι κανένας εδώ;

— Η γρηά το Μουσκαδώ με τα κορίτσια της, η συμπεθέρα της η

Αγάλλαινα, και τόσες άλλες, εδώ βρίσκονται τον περισσότερον καιρό.

Αποδώ αραδίζουν, πηγαίνουν, έρχονται. Την νύχτα βλέπουν και στοιχειά

κάποτε εδώ στο ρέμμα.

— Και σαν τι στοιχειά; είπα εγώ.

— Λέω την νύχτα, επέφερεν ο Νικολός, ακόμη και την ημέρα. Νεράιδες,

νεράιδες είδαν με τα μάτια τους να χορεύουν, εδώ κάτω στο ρέμμα, σιμά

στην βρύσι. Νεράιδες ζωντανές, ασπροφορεμένες, που έσερναν τον χορό,

κ' ετραγουδούσαν, μέρα μεσημέρι: «Ημείς παίρνουμε της μιλιές, ημείς

καλές κυράδες». Και κα-κα-κα τα γέλοια, κα-κα-κα τα γέλοια.

Εγώ ήκουα μετά προσοχής, κ' εκύτταζα γύρω γύρω, ως να ήλπιζα να ιδώ

κάπου ανάμεσα στα πυκνά κλαδιά, κάτω στο ρέμμα, της «καλές κυράδες»,

όπου έλεγεν ο Νικολός. Εξήλθομεν προς την μεσημβρινήν πλευράν του

παλαιού μονυδρίου, και οι δύο ήρχισαν να επιθεωρούν επιμελώς την

τοποθεσίαν.

— Να ο μεγάλος βράχος, είπεν ο Νικολός, αυτός θα είναι. Να ο ήλιος,

τώρα πρέπει να είναι δυο κοντάρια ψηλά. Να κι' ο ίσκιος, ως πού

φθάνει.

Εσημείωσε το μέρος με τον πόδα, έλαβε το σίδηρον από την σπειρίδα

του, το προσήρμοσεν εις το στηλιάρι, έκαμε τον σταυρόν του, κι'

άρχισε να σκάπτη. Έσκαψε μισήν ώραν, έκαμε ρηχόν πλατύν λάκκον. Είτα

εστάθη.

— Έλα, μπάρμπα Γιαννιέ, τώρα, αράδα σου είναι.

Ο Γιαννιός έλαβε την σκαπάνην και τον διεδέχθη. Έσκαψεν άλλην τόσην

ώραν, επλάτυνε τον λάκκον και τον εβάθυνεν.

Επί δύο τρεις ώρας ενηλλάσσοντο. Εδοκίμασα κ' εγώ άπαξ, αλλά δεν

ηδυνήθην να εργασθώ πλέον των δέκα λεπτών.

— Δεν ξέρεις να σκάψης, μου είπεν ο Νικολός.

— Δεν είναι για τα χεράκια σου, είπεν ο Γιαννιός.

Εγώ εν τούτοις την περισσοτέραν ώραν εκαθήμην μόνος μακράν από την

γινομένην σκαφήν, προς την νοτιοδυτικήν γωνίαν της πλευράς του

μοναστηρίου, ολίγα βήματα παραπάνω από το μονοπάτι, το φέρον κάτω

προς το ρέμμα. Εκεί &εβίγλιζα&, ήτοι ήμην &καραούλι&· είχα δηλαδή

σκοπιάν, μήπως φανή που ερχομένη ψυχή ανθρωπίνη, διαβάτου ή γείτονος,

ώστε να τους δώσω εγκαίρως είδησιν να παύσουν, και να έλθουν

ευπρόσωποι προς το μέρος που εκαθήμην.

Εκόντευε μεσημέρι, και δεν είχεν ακόμη μισό μπόι βάθος ο λάκκος. Ο

ιδρώς περιέρρεε τα μέτωπα και τους λαιμούς των.

Εζήτησε να πίη νερόν ο Νικολός, αλλ' εστάθη.

— Το νερό μας έκοψε, δεν πίνεται... Κάθεσθε, να πάω ως την βρύσι, να

φέρω νερό; Έρχεσαι, είπε προς εμέ, μαζί μου;

— Όχι, κάθησε συ, είπεν ο Γιαννιός, που είσαι πολύ αποσταμένος, και

πάω εγώ με τον Αλέξανδρον.

Δεν πάμε καλύτερα και οι τρεις μας; είπα εγώ... Δεν θα φάμε κι' όλα,

κάτω στην βρύσι;

— Εγώ το ξέχασα πώς τρώνε, είπεν ο Νικολός. Μα πώς θα τ' αφήσωμε

αυτά εδώ;

— Ο λάκκος εδώ που είνε, είπεν ο Γιαννιός, δεν θα φαίνεται απ' το

μονοπάτι κάτω. Ποιος θ' ανεβή εδώ απάνω να κυττάξη; Κρύψε την τσάπα

μέσ' τα χώματα, φέρε τo ζιμπίλι σου εδώ, και πάμε στη βρύσι να

κολατσίσουμε.

Κατήλθομεν ως πεντακόσια βήματα κάτω, εις το ρέμμα, όπου ηκούετο να

κελαρύζη το νερόν. Ανάμεσα εις πλατάνους βαθυφύλλους, οπού δεν είχεν

αρχίση ακόμη να πίπτη το φύλλωμά των, εις τον υγρόν κόλπον της

κοιλάδος, οπού εχορτομανούσε, κ' εδροσοβολούσε από δρόσον

φθινοπωρινήν, απ' τους λαγόνας ενός βράχου αμαυρού, ανέβλυζεν η πηγή.

Εκεί σιμά εκαθήσαμεν, κ' εστρώσαμεν το γεύμα μας. Ο Νικολός εκαθάριζε

της σαρδέλλες, εγώ έσπαζα τα σφιχτοβρασμένα αυγά, κι' ο Γιαννιός από

έν κλειστοπίνακον, το οποίον είχε τυλιγμένον με λευκόν ράκος μέσα

στην τσέπην του ναυτικού χιτωνίου του, έβγαλε τρεις ή τέσσαρες πέρκες

τηγανητές και πέντε ή έξ κεφτέδες. Μόλις εκάμαμεν τον σταυρόν μας κ'

εβάλαμεν δύο ψωμούς στο στόμα, κ' επαρουσιάσθη κάτι ωσάν οπτασία εις

τα όμματά μας. Τρία μικρά πλάσματα λευκοφορεμένα ήρχοντο προς τα

επάνω, προς την βρύσιν, όπου ημείς εκαθήμεθα. Εφαίνοντο να έρχωνται

από το κάτω ρέμμα, το γείτον του αιγιαλού, ίσως από τους μύλους, όπου

έλεγεν ο Νικολός: — Να η Νεράιδες!

Εγώ έβαλα την φωνήν, και σχεδόν θα ηυχόμην να ήσαν, αλλ' ο Νικολός με

εξήγαγεν από την πλάνην.

— Αυτές πρέπει να είνε η εγγονές της Αγάλλαινας και της συμπεθέρας

της, της Μωσκαδώς. Είνε Κυριακή, και γι' αυτό φορούν άσπρα

φουστανάκια. Είνε όλες καλοκαμωμένα κορίτσια, ώμορφο σόι, επέφερεν ο

Νικολός.

Άμα μας είδαν, αι τρεις κορασίδες εκοντοστάθηκαν, και δεν εβάδιζαν

ούτ' εμπρός ούτ' οπίσω. Εκρατούσαν κανατάκια εις τας χείρας των. Ο

Γιαννιός έκραξε με πραείαν φωνήν:

— Μη φοβήσθε κορίτσια, δεν είμαστε στοιχειά. Κ' έπειτα σεις από

στοιχειά θα είσθε μαθημένες να βλέπετε 'δώ κάτω. Τα τρία κοράσια

εγέλασαν οξύν αργυρόηχον γέλωτα, όπως γελούν η Νεράιδες.

— Εδώ έρχεσθε και παίρνετε νερό; είπεν ο Νικολός. Δεν έχει νερό κάτω

στο μύλο;

— Έχει, μα δεν της αρέσει της μαννούς μας, είπεν η μία, η μεγαλυτέρα

εκ των τριών. Δεν είνε σαν αυτό εδώ.

— Εκεί κάτω είνε η μαννού σου;

— Εκεί είνε.

— Χαιρετίσματα να της πήτε πολλά, απ' τον Νικολό τ' Αγώτη· είμαστε

γενιά.

— Μετά χαράς.

Εγέμισαν τα κανατάκια των κ' έφυγαν τρέχουσαι. Η πρώτη εξ αυτών, η

λαλήσασα, εφαίνετο να είνε ως δεκαπέντε ετών· αι άλλαι, αδελφαί ή

εξαδέλφαι της, θα ήσαν έως δώδεκα ή δεκατριών. Και αι τρεις είχον ήδη

τους κόλπους «ως νεβρούς δορκάδος κοιμωμένους εν μέσω κρίνων». Η δε

χροιά του προσώπου των ερρόδιζεν ως λευκόν τριαντάφυλλον.

— Καλά που ήρθαμε και το στρώσαμ' εδώ, είπεν ο Νικολός· εάν κανέν'

απ' αυτά τα κοριτσάκια τώρα εξεθάρρευε ν' ανεβή παραπάνω, ή αν ταις

ήρχετο να παν να προσκυνήσουν ως την εκκλησιά — ή αν ταις είχε δώσει

παραγγελία η μαννού τους ν' ανάψουν τα καντήλια — που προλάβαμε ημείς

και τ' ανάψαμε — βέβαια θα μας έβλεπαν να σκάβουμε 'κει απάνω.

Εάν, τώρα, ο Νικολός είχε προτείνει αυτός την γνώμην, ότι ήτο καιρός

να κατέλθωμεν στην βρύσιν να γευματίσωμεν, θα έλεγε: «Καλά σας το

είπα εγώ». Επειδή όμως άλλος την επρότεινε, δεν έλεγε: «Καλά μας το

είπε ο Αλέξανδρος». Και ταύτα, ενώ ήτο φίλος μου και με ηγάπα.

&Μάταιοι οι υιοί των ανθρώπων&.

Αφού εφάγαμεν, μετά μίαν ώραν ακόμη, επανήλθομεν εις την εργασίαν.

Τώρα ο ήλιος έπιπτε, καθώς έκλινε προς δυσμάς, εις το μέρος του

λάκκου, κ' έκαιε πολύ. Η αγγαρεία εγίνετο δυσκολωτέρα. Εν τοσούτω

έσκαψαν ακόμη ως δύο ώρας, πότε ο Νικολός πότε ο Γιαννιός. Πτυάριον

δεν υπήρχε, και ανεβίβαζον το χώμα με τας δράκας. Η γη εγίνετο

σκληρότερα, πετρώδης, ή σχιστολιθοειδής. Ήτο κόπος και πόνος.

Τους ώκτειρα, και ήθελα να σκάψω. Αλλ' ήμην αδέξιος.

Εκεί καθώς έκαιεν ο ήλιος, κ' έσιζον από ελαφράν πνοήν τα φύλλα των

δένδρων, μικρός κρότος ηκούσθη άνωθεν, απ' τον ανατολικόν τοίχον του

μοναστηρίου· μέσα από την βαθείαν λόχμην και τους πυκνούς θάμνους

επρόβαλεν έν πρόσωπον. Γηραλέος άνθρωπος, μεγαλόσωμος, με τουφέκι εις

τον ώμον, βέργαν εις την χείρα, και δύο πιστόλια εις το σελάχι περί

την μέσην του.

— Καλώς σας ηύρα· γεια σας, παιδιά.

Ο Νικολός κι' ο Γιαννιός έμειναν με το στόμα ανοικτόν. Εγώ σχεδόν

εχάρην μέσα μου. «Θα λάβη τέλος», είπα.

Ήτον ο Τριαντάφυλλος ο Τσολοβίκος, ο αγροφύλαξ του Δήμου. Από

νηπιόθεν τον ενθυμούμην με τον χιτώνα του ως τα γόνατα, με της

κουμπούρες και με τα χαρμπιά του στην μέσην, και σχεδόν εις πάσαν

εκλογήν αγροφυλάκων επροτιμάτο, αυτός κι ο γέρο-Στάμος, ο άνδρας της

Τζενεΐνας, χήρας του Τζενεού. Εμειδία, και ήτο ευμενής. — Τι σας

ήρθε, βρε παιδιά, κυριακάτικα και δε μ' αφήσατε δυο ώρες τώρα να χαρώ

τον μεσημεριάτικο τον ύπνο μου, νταπ, ντουπ, ντουπ, ντουπ, δύο ώρες;

Κ εγώ το είχα πάρη δίπλα ανάμεσα στης κουμαριές, στον ίσκιο ενός

ορνιού, κ' έλεγα να χορτάσω τον ύπνο.

— Τίποτα, μπάρμπα Τριαντάφυλλε, τίποτα, είπεν εν αμηχανία ο Νικολός.

— Θα βρήτε γρόσια, λέτε; μη σας ωνείρεψε; Αχ, παιδιά μου, θα βρήτε

και σεις γρόσια, όσα ηύρεν ο Δημήτρης ο Στόγιος, κι' ο Ντούσκος, κι'

ο Γιάννης ο Σπίης, κι' ο Τσιμτσιός, κι' ο Λεγαντής, και τόσοι άλλοι,

κι' ο Αποστόλης ο Κακόμης, κι' ο Γιάννης της Μυλωνούς. Ήμην νέος κ'

εγέρασα, που δεν έπαψαν να ψάχουν για γρόσια, στο Έρμο Κάστρο, και

στην Παναγιά την Ντομάν, και στ' Αχειλά το ρέμμα, και σε κάθε

ξωκκλήσι, και σε κάθε βράχο, και σε κάθε σπηλιά, και στα Πέντ'

Αδέρφια, και στην Καμμένη Πέτρα, και στο Κακόρρεμμα.

Και μετά μίαν στιγμήν επέφερεν:

— Αχ, παιδί μου, για ν' αποκτήση κανείς γρόσια, άλλος τρόπος δεν

είνε, πρέπει να έχη μεγάλη τύχη, να εύρη στραβόν κόσμο, και να είνε

αυτός μ' ένα μάτι, δεν του χρειάζονται δύο. Πρέπει να φάη σπήτια, να

καταπιή χωράφια, να βουλιάξη καράβια, με τριανταέξ τα εκατό,

θαλασσοδάνεια, το διάφορο κεφάλι. Όπως και ο γέρο-Μαμούκος, ας έχη

ζωή, πού μας έβγαλε και κάλπη για να γείνη δήμαρχος. Τακούς;

Εφαίνετο ν' απευθύνεται κατά προτίμησιν εις τον Νικολόν.

— Τ' ακούω, και θαρρώ πως έχεις δίκηο, μπάρμπα Τριαντάφυλλε.

— Ημείς ίσα ίσα, είπε λαβών τον λόγον ο Γιαννιός ο εξάδελφός μου,

ζητούμε τα γρόσια, αν θέλης να ξέρης, μπάρμπα Τριαντάφυλλε, για να

ελευθερώσουμε τον κόσμο απ' αυτούς τους αιματοφάγους που λες.

— Κι' αν θέλη ο Θεός, δεν τους ελευθερώνει; Είνε η αμαρτίες, παιδί

μου, που τους σκλαβώνουνε. Ο Γιάννης έγεινε σύννους.

— Ας είνε ωστόσο· αφού το θέλετε, ψάξτε, σκάβετε, σκάβετε· κάτι θα

βρήτε· ή κόκκαλα, ή κοχύλια, ή λαλαρίδια. — Είπε, κ' επήρε δρόμον

κατά το ρέμμα. Ημείς εμαζέψαμεν τα σύνεργά μας κ' επήραμεν τον

ανήφορον, επιστρέφοντες εις το χωρίον.

Η χολεριασμένη: Τα μετά θάνατον · 第 7 / 9 题