Την κατωτέρω διήγησιν, καθώς και μίαν άλλην, επιγραφομένην «το Θαύμα
της Καισαριανής», ήκουσα εκ στόματος της παθούσης, ήτις είνε η κυρά
Ρήνη Ελευθέραινα, του ποτέ Ροδίτη, σεβασμία γερόντισσα Αθηναία.
«Με είχαν παρατήσει όλοι οι δικοί μου, ο άνδρας μου, όπως κι' ο
αδερφός μου...Είχα πανδρευθή μικρή, μ' αυτόν τον μπάρμπα-Λευθέρη, που
βλέπεις που κοντεύει τώρα τα ογδονταπέντε. Θα ήτον ως είκοσι χρόνια
μεγαλείτερος από μένα.
Τόσο μικρή και τόσο άκακη και άγνωστη ήμουν, κορίτσι δεκατριών
χρονών. Εκείνος μ' έπαιρνε στα γόνατά του και μ' εφίλευε καραμέλες.
Θα ήταν τριαντάρης τότε. Εγώ ούτε ιδέαν είχα απ' αυτά τα πράγματα.
Σαν ήρθε η φοβερή χρονιά, που έφερε την κατοχή των Αγγλογάλλων και τη
χολέρα, που βάσταξε τρεις μήνες κ' έπαψε την ημέρα του Αγίου
Φιλίππου, ύστερα από μεγάλη λιτανεία και δέησι που έκαμε ο λαός με
τους παπάδες, με τα εικονίσματα, με Σταυρούς και με ξεφτέρια, κ' οι
Αγγλογάλλοι φοβέριζαν τον βασιληά μας, τον Όθωνα, κ' εκείνος ήτον
κλεισμένος στο Παλάτι, — μόνο για να παρηγορή τον λαό έβγαινε — και
δεν το κούνησε από την Αθήνα, μ' όλη τη χολέρα και το θανατικό. Κ'
έβγαιναν τον ανήφορο οι Αγγλογάλλοι, πλήθος πολύ, καβαλλαρία,
Δραγώνοι τους λέγανε, και φαντάροι, που φορούσαν κάτι πουτούρια και
τους λέγανε Ζουάβους· κι' άλλοι με κατακόκκινες γιακέταις, κάτι
φοβεροί, θεόρατοι, άνδρες ως 'κεί 'πάνω, με άντζες γυμνές, που
φορούσαν κάτι σαν φουστανέλλες· κ' έβγαιναν κατά την πλατέα κ'
εφοβέριζαν τον Όθωνα. Κι' όσο τον εφοβέριζαν οι Αγγλογάλλοι, τόσο τον
αγαπούσε ο λαός. Κι' ο βασιληάς επονούσε το λαό κ' εσκορπούσε ελέη
και ψυχικά πολλά απ' το Παλάτι.
Σαν ήρθε η χρονιά εκείνη, εμείς ήμαστε πανδρεμμένοι τρία χρόνια
μπροστήτερα. Ο μπάρμπα-Λευθέρης με της καραμέλες με είχε καταφέρει.
Θα ήμουν δεκαπέντε, ας ήμουν το πολύ δεκάξη χρονών, όταν έγεινε η
στεφάνωσι. Εκείνος θα ήτον παραπάνω από τριάντα.
Τότε, σαν ήρθε το κακό, χολεριάσθηκα κ' εγώ. Είχα γεννήσει ολίγους
μήνες μπροστά τη μοναχοκόρη, την Κατήγκω μου, αυτή που βλέπεις. Σαν
μ' έπιασαν οι εμετοί και τα άλλα συμπτώματα, Θεός να φυλάη — μακρυά
από σας — ο Λευθέρης, αυτός που βλέπεις, μ' απαράτησε κ' έγεινε
άφαντος. Πέρασαν πολλές ώρες και δεν εφάνη. Ο αδερφός μου ο Θύμιος,
κι' αυτός, ούτε θέλησε να με ζυγώση.
Εκαθόμουν στην ενορία των Αγίων Αποστόλων, σ' ένα στενό σοκάκι, στην
Ακρόπολι αποκάτω. Είχα το παιδί στην κούνια κ' έκλαιε. Εγώ υπόφερνα
απ' τους πόνους της αρρώστειας κ' εδίψαγα φοβερά.
Εφώναζα νάρθη κανένας. Εζητούσα ένα ποτήρι νερό για έλεος. Κανένας
δεν ήρχετο. Η γειτόνισσες, άλλες είχαν φύγει, με την ώρας τους, στην
εξοχή, κι' άλλες έκαναν τον κουφό και δεν άκουαν.
Μόνον ένας γείτονας, ο κυρ Μικέλης ο Φλουδάκης, πέρασε το χέρι του
απ' το παραθυράκι και μου έρριξε δέκα σβάντζικα. Εγώ του φώναζα να
μου φέρη νερό. Αλλά μου είπε, δεν είχε, κ' έφυγε. Ή δεν είχε αληθινά,
ή φόβος τον έπιασε και δεν ήθελε ν' αργοπορήση σιμά μου, μην κολλήση.
Καλά και τα δέκα σβάντζικα. Λεφτό δεν είχα. Μα ευχαρίστως θα έδιδα τα
δέκα σβάντζικα, για να μου έφερνε κανείς ένα ποτήρι νερό.
Μια αρμάθα κυδώνια είχα κρεμασμένη στον τοίχο απ' έν' αραφάκι.
Σηκώθηκα, επήρα ένα και το μάσησα, για να ξεδιψάσω. Ύστερα, σαν
καλλίτερα μου φάνηκε να ήταν ψημένα. Έκαμα κουράγιο, άναψα φωτιά κ'
έψησα δυο-τρία και τάφαγα.
Είχα κουράγιο. Η καρδιά μου γερή. Ο εμετός μου είχε πάψει από ώρα.
Σαν είχα φάγει τα κυδώνια, μου φάνηκε πως μου εκόπη κάπως η δίψα.
Ύστερα πάλι εδίψασα χειρότερα.
Σηκώθηκα, κ' εβγήκα έξω. Έκαμα ολίγα βήματα στο σοκάκι. Η γειτονιά
έρημη. Ο κόσμος είχε φύγει. Αυλόπορτες κλεισμένες. Παράθυρα
κλειδομανταλωμένα. Ψυχή δεν εφαίνετο πουθενά.
Επήγα παραπέρ' ακόμα. Ήξευρα πως ήτον μια βρύσι κάπου εκεί. Έφτασα,
με μεγάλη αδυναμία, με κομμένα γόνατα. Ξέστρηψα με κόπο την κάνουλα
της βρύσης. Ω! συφορά μου! το νερό είχε κοπή.
Σηκώνουμαι, σέρνουμαι ακόμα παραπέρα... Δεν θυμάμαι αν είχα πάρει
μαζί μου το κορίτσι μου από την κούνια...»
Εδώ η αφηγουμένη διεκόπη, και προσεπάθει ν' αναπολήση. Είτα
επανέλαβε·
«Ναι... όχι, δεν το πήρα μαζί μου... Είχα βγη έξω για προσωρινά. Το
ένα πρώτο για να βρω νερό κ' έπειτα με την ελπίδα ν' απαντήσω κανένα
γνώριμο... να τον αρωτήσω αν είδε τον άνδρα μου πουθενά. Χωρίς άλλο,
είχα σκοπό να γυρίσω πίσω στο σπιτάκι μου.
Επήγα παραπέρ' απ' τη βρύσι, που δεν είχε νερό. Εκεί ακούω σαν
μουρμουρητό, σαν σιγανή ψαλμωδία. Έφτασα απ' έξω απ' τους Αγίους
Αποστόλους. Βλέπω μια μικρή καρρότσα, με τ' αλογάκια της, που έστεκε
παρέκει, σε μια γωνιά του δρόμου.
Η πόρτα της εκκλησιάς ήτο ανοικτή. Βλέπω μια γρηά. Ήτον η
κλησιάρισσα. Σαν με είδε, φοβήθηκε κ' ηθέλησε να κλείση την πόρτα από
μέσα. Θα κατάλαβε απ' την όψι μου πως ήμουν μολεμμένη. Σπρώχνω την
πόρτα, φωνάζω·
— Λίγο νερό! ... δεν είστε χριστιανοί;
Είδα που είχε δύο στάμνες ακουμπισμέναις από μέσ' απ' την πόρτα, σιμά
στο παγγάρι. Η γρηά μ' ελυπήθηκε, εσήκωσε τη μια στάμνα, που φαίνεται
να είχε λίγο νερό, κάτω απ' τη μέση, και μου είπε·
— Κάμε της χούφτες σου.
Έκαμα της χούφτες μου, της παλάμες μου βαθουλές, έσκυψα, αυτή μου
έρριχνε απ' ολίγο-λίγο νερό μέσ' της χούφτες κ' εγώ έπινα. Μου φάνηκε
σαν αγιασμός. Αναστήθηκ' η ψυχή μου. Ύστερα η γρηά, σαν ετράβηξε τη
στάμνα μέσα, έκαμε πάλι να σπρώξη την πόρτα, για να με κλείση απ'
έξω. Εγώ έπιασα με τα δυο χέρια το φύλλο της πόρτας, κ' είπα·
— Τι κάνουν μέσα;
Άκουσα σιγανή ψαλμωδία και διάβασμα παπά.
— Βαφτίζουν, μου είπεν η καλόγρηα, με τρόπον που έδειχνε πως ήτον
στενοχωρημένη που δεν μπορούσε να με απομακρύνη.
Επέρασα το κεφάλι στο άνοιγμα της πόρτας. Ξαφνίστηκα. Έβαλα μια φωνή.
Εκεί μέσα στην εκκλησιά, γνώρισα δικούς μου ανθρώπους. Ήτον ο
Λευθέρης, ο άνδρας μου, ο Στάθης, ο γαμβρός του κ' η Στάθαινα, η
ανδραδέλφη μου, που είχε πάρει ευχή, καθώς φαίνεται, πριν σαραντίση
και εβάφτιζαν το μικρό τους, την πρώτη κόρη που του είχε κάμει η
γυναίκα του η νιόνυφη.
Ένας άλλος άνθρωπος ήτον μαζί τους. Αυτός ήτον ο αμαξάς εκείνης της
καρρότσας, που είχα ιδεί να στέκη απ' έξω εκεί.
Κατάλαβα τι έτρεχε. Είχαν σκοπό να φύγουν όλοι τους μαζί, για κανένα
περιβόλι, κ' είχαν έτοιμο και τον αμαξά με την καρρότσα, κι' ο άνδρας
μου, που έκανε και το νουνό, θα πήγαινε, καθώς φαίνεται, μαζί τους.
Πριν φύγουν, ηθέλησαν σαν καλοί χριστιανοί, να βαφτίσουν το μωρό
τους.
— Πώς ήρθες; μου εφώναξε ο άνδρας μου σαν με είδε· πού άφησες το
παιδί;
— Εσύ, πώς μ' άφησες, εμένα; του λέω.
Εκείνη τη στιγμή είχε τελειώσει η βάφτισι. Εγώ τους έγεινα κουνούπι
και δεν έφευγα από κοντά τους. Ο άνδρας μου ήτον συλλογισμένος.
Μ' έβλεπαν πως μου είχε πάψει ο εμετός, κ' εβαστούσα καλά στα πόδια
μου. Ετοιμάζοντο για να φύγουν.
— Θάρθω κ' εγώ μαζί σας όπου πάτε! είπα εγώ χτυπώντας το κοφτερό του
χεριού επάνω στην παλάμη μου.
— Σύρε να φέρης το παιδί, μου λέει ο άνδρας μου.
— Πάμε μαζί, του λέω.
Ο Λευθέρης άρχισε να ξύνεται. Ο αμαξάς χωρίς να του προτείνη κανείς
τίποτε, άρχισε να φέρνη δυσκολίες.
— Συφωνήσαμε για τρεις νοματαίους και το μωρό τέσσεροι και μου
δώσατε, τι μου δώσατε; τον άκουσα να λέη στον ανδράδελφό μου. Τώρα οι
τέσσεροι θα γίνουν έξη. Δεν μας παίρν' η καρρότσα.
Ο ανδράδελφός μου, τον είδα που του έγνεψε με τρόπο, σαν να ήθελε να
του πη: «Ησύχασε και μη σε μέλη...θα είμαστε όσοι είμαστε...»
Τότ' εγώ έβγαλα τα ένδεκα σβάντζικα, που μου είχε ρίψει ο γείτονας ο
κυρ Μικέλης και δεν είχα ξεχάσει να τα δέσω καλά στο κλωνί της
μανδήλας μου. Σαν άκουσε τον κουδουνισμό ο καρροτσέρης, εγύρισε κατά
μένα.
— Να, έχω ένδεκα σβάντζικα, είπα. Σου τα δίνω όλα να με πάρης κ'
εμένα μαζί.
Ο καρροτσέρης εζύγωσε προς το μέρος μου. Ξέχασε πως ήμουν
χολεριασμένη.
Έβγαλα τα σβάντζικα και τα μετρούσα.
— Να, πάρε τα και τα δέκα, είπα και να με πάρης μαζί.
Την πρώτη φορά είχα ειπεί ένδεκα· ύστερα, στη στιγμή, το μετάνοιωσα
κ' είπα με τον εαυτό μου: «ας κρατήσω κ' ένα σβάντζικο, δεν ξέρω τι
γίνεται». Μα ο αμαξάς είχεν ακούσει τα ένδεκα. Επάσκισα εγώ να το
κρύψω, το ένα μέσ' την παλάμη μου, μα εκείνος το είδε.
— Είπες ένδεκα, είπεν ο αμαξάς. Φέρ' τα εδώ και θα σε πάρω.
— Δέκα, είπα εγώ.
— Φέρ' το και τ' άλλο, επέμεινεν ο αμαξάς.
Μου τα πήρε και τα ένδεκα. Ο ανδράδελφός μου γύρισε και του είπε·
— Τώρα δεν έλεγες πως θα πέσουμε πολλοί;
— Μα αφού μας παίρν' η βάρκα! απελογήθη ο αμαξάς· η βάρκα χωρεί,
εσάς τι σας μέλει;
Είχαν ιδεί πως δεν είχα πλέον άσχημα συμπτώματα, η όψι μου φαίνεται
να είχε σιάξει και δεν έδειχναν μεγάλο φόβο. Η ανδραδέλφη μου μού
έρριξε μια ματιά, σαν να μ' ελυπήθη.
— Ας έρθη κι' αυτή, η καϋμένη, Στάθη, είπε του ανδρός της.
Κοντολογής, ο άνδρας μου, ο Λευθέρης, έκαμε κουράγιο, επήγε μόνος του
ως το σπίτι, ηύρε το παιδί μας που έκλαιε, το επήρε και μου το έφερε
και ολίγα ρουχικά μαζί.
Μπαρκάραμε όλοι αντάμα στην καρρότσα.
Εμείναμε δυο-τρεις μήνες, με τον άνδρα μου, σ' ένα περιβόλι μιανής
συγγένισσάς μας, κοντά στον Άι-Γιάννη του Ρέντη.
Εκεί ήρχοντο συχνά Αγγλογάλλοι. Είχαν σταθμούς εκεί κοντά. Τους
έπλυνα τα ρούχα και μου έδιναν ασημένια φράγκα. Έβλεπαν το κορίτσι
μου, την Κατήγκω μου, που μεγάλωνε σιγά-σιγά, κ' εκόντευε να χρονίση.
Την εχάδευαν κ' έλεγαν· «Πίκκολο! πίκκολο!»
Ως τόσο, όταν ήταν όλοι τους μαζί, καβαλλαρία, με της περικεφαλαίες
τους, εφαίνοντο φοβεροί· χωριστά κι' ολίγοι-ολίγοι, εφαίνοντο κι'
αυτοί καλοί άνθρωποι.
Περάσαμε καλά. Η χολέρα έφυγε σε λίγο. Κοντά στα Χριστούγεννα, ήρθαμε
στο σπίτι μας, στους Αγίους Αποστόλους, τo ηύραμε απείραχτο, κ'
εκαθίσαμε με αγάπη και ειρήνη.
Όχι μόνον είχαμε περάσει καλά, αλλά και κάτι λεφτά μου περίσσεψαν από
της υπηρεσίες που έκανα στους Αγγλογάλλους. Όταν εγυρίσαμε στην
Αθήνα, μέσα, είχα σωστά εκατόν δέκα φράγκα ασημένια.
Μου φάνηκε, τα ένδεκα σβάντζικα, που είχα δώσει τρεις μήνες μπροστά
στον καρροτσέρη, πως τα είχα σπείρει στη γης κ' εκαρποφόρησαν το
δεκαπλάσιο».
Ο ΓΑΜΟΣ ΤΟΥ ΚΑΡΑΧΜΕΤΗ
Κατ' εκείνον τον καιρόν είχε καταπλεύσει ο Καπετάν Πασάς με την
αρμάδα του εις τον Μέγαν Γιαλόν, κάτω από το Παλαιόν Κάστρον του
Βορρηά, όπου εξέσπων τ' άγρια κύματα, φθάνοντα ως μετά μακρόν δόλιχον
εις το τέρμα Αλίμενον, θεσπέσιον πέλαγος, [το κράτος του Βορρηά]. Ήτο
γαλήνη και καύσων σφοδρός, τα μελτέμια είχον παύσει να φυσούν περί τα
τέλη Ιουνίου, και ούτω ημπόρεσαν τα μεγάλα σκάφη να σταθούν σχεδόν
επί τριάκοντα έξ ώρας εις τον άνορμον εκείνον κόλπον. Επάνω στα
πλοία, το ήμισυ του πληρώματος ήσαν Τούρκοι, Μαυροθαλασσίται,
Μικρασιάται και άλλοι· το άλλο ήσαν Αιγύπτιοι και Άραβες, Βαρβαρέζοι,
Τουνεζηνοί [Αλγερίνοι]· και το τέταρτον περίπου ήσαν τα συνήθη
αγήματα των Χριστιανών ναυτών, εκατόν πενήντα ως έγγιστα Υδραίοι και
άλλοι τόσοι ομού Σπετσιώται, και ολίγοι εκ των λοιπών νήσων.
Ο γραμματεύς του Καπετάν Πασά ήτο και αυτός Φαναριώτης, περιπεσών εις
δυσμένειαν, εκ της οικογενείας του Μ. Ο ναύαρχος Αχμέτης ήτο εύνους
προς αυτόν, τον υποχρέωσε ν' αλλάξη όνομα, και τον έλαβεν ως
γραμματέα του επί της φεργάδας. Ο γραικός ήτο αφωσιωμένος εις τον
αφέντην του, ως εικός. Την ημέραν εκείνην, καθώς έρριψεν αγκύρας ο
στόλος παρά την ακτήν του Κουρούπη, έως τα νησιά του Καστριού και τα
Λεχώνια — ανάμεσα εις τον Μέγαν Γιαλόν και τον Μικρόν Γιαλόν — ...
και τα πλέον μικρά πλοία ηγκυροβόλησαν παρά τον Άγιον Σώστην εις την
δυτικοβόρειον ακτήν, όπου ήτο περισσότερα σκέπη, και αν εφύσα μελτέμι
δεν έπιανε και τόσον, ο πρώτος εξ όλης της νήσου, όστις επεσκέφθη εις
την ναυαρχίδα τον Καπετάν Πασάν, ήτο ο εκ των πρώτων προεστών του
χωρίου, ο Κουμπής Νικολάου........
(*) Η αρχή του διηγήματος επαναλαμβάνεται από τον συγγραφέα εις τους
τρεις επομένους παραγράφους κατ' άλλον τρόπον.
Ο Καπετάν πασάς με την αρμάδα κατέπλευσε και άραξε, ανάμεσα στον
Μέγαν Γιαλόν κ' εις τον Μικρόν Γιαλόν. Καράβια εγέμισε ο τόπος ο
υγρός, εμαύρισε όλ' η θάλασσα. Άλλα έρριψαν άγκυραν από τα Λεχώνια,
και περί την ακτήν του Κουρούπη, κι' ως τα νησιά του Καστριού, τα
λευκά και πετρώδη πέραν, κι' άλλα, τα μικρότερα σκάφη, ωρμίσθησαν εις
τον Άι-Σώστην, ακτήν, όπου ο τόπος ήτο ημερώτερος, εις το απάγγιο,
όπου ήτο περισσοτέρα σκέπη και νηνεμία· δεν εφύσα μελτέμια τας ημέρας
εκείνας, τέλη Ιουνίου· ήτο γαλήνη· αλλά και αν έπερνε μελτέμι εις την
δυτικοβόρειον ακτήν εκείνην, δεν θα έπιανε και πολύ. Ήτο όλος
αλίμενος, ονειρώδης τόπος, θεσπέσιον πέλαγος, το κράτος του Βορρά. Τα
κύματα εδολιχοδρομούσαν, όλην την ημέραν, από όρθρου βαθέος μέχρι
δειλινού — εις όλην την βόρειον Άσπρην θάλασαν, ανάμεσα στα Μπογάζια
και τον Όλυμπον, τον Άθωνα και το Γρυπονήσι, και κοντά το βράδυ μόλις
έφθαναν εις το τέρμα διά να ξεσπάσουν και αναπαυθούν στο Κάστρο του
Βορρηά. Κόσμος και κόσμος, δηλ. οι χίλιοι τόσοι κάτοικοι του
Καστριού, γυναίκες, γέροντες και παιδιά εμαζώχθησαν κατά το βράδυ
στης Ανεμιάς το κανόνι, στο υψηλύτερον βόρειον μέρος του Καστριού, κ'
εγνάντευαν, εγνάντευαν απλήστως, το τέρας οπού είχεν έλθη — τόσα
πελώρια σκάφη, τρικάταρτα, με δύο και τρεις κουβέρτες, κ' είχεν
αράξει, κατ' ευδοκίαν του απίστου σκυλιού-Σουλτάνου, του αυθέντου
μας, εις τα πετρώδη (πετροκάβουρα) νησιά του Κουρούπη, όπου
εκατοικούσαν τόσα δαιμόνια και φαντάσματα.
Δύο τρεις βαρκούλες, επειδή ήσαν δύο τρία πτωχά μαγαζειά κάτω στην
υγράν άμμον, όπου ήτο μεταξύ εις τους βράχους τους χερσαίους και τους
θαλασσίους, οπού κατέβαιναν καλλικαντζούνες κ' εφάνταζαν ως χήραι
γυναίκες μυρολογίστρες επάνω στα γκρίφια — και τα λαλαρίδια του
γιαλού, κόκκινα, βυσσινιά, ρόδινα, γαλάζια, [βιολετένια] εκυλίοντο λι
λι λι, λα λα, δώρα της θαλασσίας νεράιδας, ατίμητα, γλυκά αθύρματα
των παιδιών, στην άκραν του γιαλού και της άμμου.
— Εκείθεν απετόλμησαν δύο-τρεις βαρκούλες κ' έπλευσαν με τα κουπιά
επάνω έως τας πλευράς του θαλασσίου κήτους, και περιέπλεον μακρόθεν
το θείον κύμα. Κ' οι ναύται από την κουβέρτα τους έκραζαν ελληνιστί,
— Ελάτε, ελάτε! — αλλά τα παιδιά, οι κωπηλάται δεν ετολμούσαν (επειδή
εκεί εμπρός εις τα νησιά, κι' αντίκρυ στο κάστρο, είχεν αράξει η
ναυαρχίς)· διότι το έν πέμπτον περίπου εκ του πληρώματος, ύστερ' από
Τούρκους, Αιγυπτίους, Αραβας, Βαρβαρέζους, Τουνεζηνούς και
Αλγερινούς, ήσαν τα συνήθη αγήματα των Χριστιανών — Υδραίοι περί τους
150, και άλλοι τόσοι ομού Σπετσιώται, Ψαριανοί, Κασιώται, άλλοι
Σποραδίται, κι' ολίγιστοι απ' άλλας νήσους. Και ο πρώτος που
επεσκέφθη επισήμως τον Καπετάν Πασάν επί της ναυαρχίδος ήτον ο πρώτος
προεστώς του χωρίου, ο Κουμπής Νικολάου, παλαιός γνώριμός του.
Είχεν ο ναύαρχος Αχμέτης επί του πλοίου γραμματικόν Φαναριώτην, εις
δυσμένειαν περιπεσόντα, εκ της οικογενείας του Μ. Ο στόλαρχός τον
είχεν υποχρεώσει ν' αλλάξη τ' όνομά του, και τον προσέλαβε κρύβδην ως
γραμματέα. Ο έξυπνος Γραικός ήτο, ως εικός, πολύ αφωσιωμένος εις τον
αφέντην του, όσον πας τις εις την θέσιν του οφείλει να είνε.
Ο Κουμπής Νικολάου, μαύρος, ρωμαλέος, επιβλητικός με το τσιμπούκι, με
τας κινητάς μακράς χειρίδας, και με τα τσόχινα ανωβράκια του,
προήδρευε συνήθως εις το Κιόσι, δίπλα στην Μεγάλην Στέρναν, κι'
αντίκρυ στο τζαμί· εκεί ήτο είς Τούρκος τσαούσης, στο διπλανόν
κονάκι, διά τον τύπον — όπου συνηθροίζοντο συνήθως οι προεστοί.
Διελέγοντο, εσυμβουλεύοντο, κ' υπερίσχυε συνήθως η γνώμη του
ζωηροτέρου, όστις είχεν εκάστοτε αρκετόν σθένος, ώστε να πειθαναγκάζη
τους άλλους. Το χάρισμα αυτό το είχεν εις μέγαν βαθμόν ο Κουμπής.
Μελαψός, στιβαρός, απότομος, ενόει να γίνεται όπως αυτός ήθελε. Και
εγίνετο σχεδόν πάντοτε. Διότι, αν και δεν εδέχετο ο χαρακτήρ του την
κολακείαν, αλλ' ήτο απλούς και ευθύτατος, [και] τα είχε καλά με τους
Αγάδες.
Εν τούτοις, &κατ' οίκον είχε διαφόρους πειρασμούς& ο Κουμπής. Την
χρονιάν εκείνην είχε κολλήσει &στον νουν του Κουμπή&, ότι έπρεπε να
χωρίση την γυναίκα του, επειδή ύστερ' από 15 χρόνων συζυγίαν δεν του
είχε κάμει παιδί. Ο Κουμπής δεν ενόει να έχη παλλακίδα — «πόρνους και
μοιχούς κρινεί ο Θεός». Αυτό το ρητόν σχεδόν μόνον απ' όλην την
Γραφήν ήξευρεν. Αλλά πώς να υιοθέτηση ξένον γέννημα (&ξένο κρειάς να
μη θρέψης,& έλεγε χυδαία τις παροιμία); διά να τον βλασφημούν τανήψια
μετά τον θάνατόν του, επειδή θα τους απεκλήρωνεν; ή πώς ν' αφήση το
βιο του σ' όλους αυτούς, οπού θα εμάλωναν μετά την τελευτήν του,
ποίος να πάρη τα πλειότερα, και ίσως θα αστοχούσαν να του κάμουν τα
ψυχικά — και πάλιν αυτό θα ήτο κατάρα και βάρος εις την ψυχήν του;
Καλά είπεν ο Κύριος: «Πώλησον τα υπάρχοντά σου, και διάδος πτωχοίς».
Αλλά κ' οι καλόγεροι, δι' ους φαίνεται να το είπε, κι' αυτοί
περιμένουν πότε να πωλήση άλλος τα υπάρχοντά του, ή και να τους τα
χαρίση διά να έχουν να τρώνε, αλλά και διεκδικούν λυσσωδώς «τα
κτήματα της Μονής», διά να τρώη ορφούς και γουρουνόπουλα ο Δεσπότης,
ο Πίτροπος, ο Βοΐβοντας, ο γραμματικός και τόσοι άλλοι.
Ανάγκη πάσα να τραβήξη τις το σκοινί του — να βαστήση τον ζυγόν του,
να μεταφέρη το φορτίον του. Ο Κυρ Κουμπής, ενώ κατά τα άλλα ήτο τόσον
αυστηρός άνθρωπος, είχε κι' αυτός μίαν αδυναμίαν· επόθει να έχη
μικρόν νινί, χαριτωμένον, αγγελικόν πλάσμα, διά να το χορεύη στα
γόνατά του. Η Σεραϊνώ ήτο σαράντα χρόνων, και μετά τόσα χρόνια, 15
περίπου, δεν εγέννησε τίποτε. «Ούτε παιδί, ούτε κουτάβι, ούτε
'κλούθο». Αυτός ήτο πεντηκοντούντης ως έγγιστα. Η Λελούδα η αντικρυνή
του ήτο μόλις τριάντα χρόνων ίσως — ωραία, ροδόπλαστος, σεμνή,
ταπεινή, πτωχή και άμεμπτος, απροστάτευτη και πεντάρφανη. Ένα μόνον
θείον είχε, κ' εκείνος δεν ήτο ικανός να την προστατεύση.
Εσκέφθη να την απαγάγη, και να δωροφορήση έναν παπάν, ή και να τον
βιάση με φοβέραν — επειδή ήτο γνωστόν ότι τα είχε καλά με τους
Τούρκους — να τους στεφανώση. Και το πρώτον στεφάνι τι θα εγίνετο;
Αυτός δεν είχεν ατιμάσει το στεφάνι, ούτε η συμβία του. «Πόρνους και
μοιχούς...» Θα το έκαμνε μόνον διά ν' αποκτήση, αν θέλη ο Θεός,
κληρονόμον. Όταν, τας ημέρας εκείνας, συνέβη να καταπλεύση ο Πασάς με
την αρμάδα, ο Κουμπής το απεφάσισε.
Κατά την επίσκεψιν εις την ναυαρχίδα συνωμίλησε μίαν ώραν μετά του
Αχμέτη Πασά. Τι του είπε; Φαίνεται ο Κουμπής του εζήτησεν
εκδούλευσιν, και ο Τούρκος ναύαρχος του υπεσχέθη.
Το βράδυ, όταν ενύχτωσε, ο Κουμπής είχεν αρματώσει μίαν σκαμπαβίαν με
έξ κωπία. Τους δύο εκ των κωπηλατών, ψαράδες του γιαλού, όπου ήσαν
άνθρωποί του και λίαν αφωσιωμένοι εις αυτόν, τους έπεισε ν' ανέλθωσι
τον ανήφορον — υψηλόν, απότομον, πετρώδη, όπου έφερεν από τον Γιαλόν
εις το Κάστρον, υποκάτω στην γέφυραν του Κάστρου, από άσχιστον
αγριόξυλον, παρά το χάσμα, όπου έχαινεν άβυσσος και κρημνός, όπου
έπιανε πάντα άνθρωπον ίλιγγος και σκοτοδίνη. Την γυναίκα του την
Σεραϊνώ, την είχε κράξει το πρωί, καθώς κατέβαινεν από τον κρεμαστόν
σοφάν, όπου είχε κοιμηθή, κ' εφόρεσε τα πανοβράκια, με τας κεντητάς
βρακοζώνας και τα πλατέα μανίκια, κ' έπινε το πρωινόν σερμπέτι του.
Διότι μόλις είχεν εισαχθή τότε εις τον τόπον ο καφές. Τον είχε φέρει
πρώτος ο κυρ Αλεξανδράκης ο Λογοθέτης, άλλος προεστώς κι' αυτός,
εμπορευόμενος από την Μολδοβλαχίαν, κι' ο κυρ Κουμπής, επειδή δεν ήτο
εύκολος νεωτεριστής εις όλα τ' άλλα — μόνον εις τον γάμον ήθελεν, όχι
να νεωτερίση, αλλά να πραξικοπήση και δώση κακόν παράδειγμα — δεν τον
είχε συνηθίσει ακόμη. Έκραξε την γυναίκα και της είπε. — Τ' ακούς,
Κουμπίνα; Το βράδυ, σαν σουρουπώση, να πας ν' ανάψης τα καντήλια τ'
Άι-Προκοπίου, κάτω στο ρέμμα. Το έχω τάξιμο από καιρό. Μεθαύριο είνε
η μνήμη του, κι' αύριο δεν θα πάρης εύκολα αράδα, θα κουβαλήσουν
χίλια λαδικά. Πάρε μαζί σου και την φτωχή γειτόνισά μας την Λελούδα,
επειδή και είνε κι' αυτή ανέβγαλτη, και δεν έχει άλλη παρηγοριά από
σένα, που θα είνε μοναξιά, να πάτε ν' ανάψετε τα καντήλια, να
σεργιανήσετε κι' όλας.
— Άκουσε να σου πω, νάχω και το συμπάθειο, Κουμπή, απήντησε το
Σεραϊνώ. Η Λελούδα είνε, όπως είπες, ανέβγαλτη, και τώρα είν' εδώ η
αρμάδα. Ποιος ξέρει αν δεν θα βγουν οι Τουρκαλάδες όξω στη στεριά, να
πάρουν αράδα της αβραγιές και τα χωράφια. Η Λελούδα θα φοβάται να
'ρθή μαζί μου.
— Ακούς τι σ' λέω, Κουμπίνα; Εσύ να την καταφέρης να 'ρθή μαζί σου.
Και ποιος μπορεί να σας πειράξη, χριστιανός ή τούρκος ή άλλος, ας
είνε και διάβολος με τα κέρατα; Δεν ξέρεις ότι τάχω καλά με τσ'
αγάδες; Έχουν άλλοι από μένα εδώ στο χωριό κονσόλα κι' αποκούμπι; Εγώ
είμ' εδώ. Ποιος θ' αποκοτήση να σας πειράξη;
Η Κουμπίνα, αν και δεν ημπόρεσε να καταδαμάση την αλλόκοτον υποψίαν
που της ήλθε στον λογισμόν, συνεμορφώθη με την παραγγελίαν του
συζύγου της. Ήτο απλή και δεν επονηρεύετο. «Η δε γυνή ένα φοβείται,
τον άνδρα». Της γίδας τα κέρατα είνε κυρτά, εις σημείον υποταγής,
φαίνεται, εις τον υψικέρατον τράγον. Της κόττας η λοφιά είνε αμαυρά
και ταπεινή, και του πετεινού είνε κόκκινη, υψηλή και εξηρμένη, και
όλον το σώμα του με υψηλά σκέλη ανωρθωμένον. Παντού η υποταγή της
θηλείας εις τον άρρενα.
Η φτωχή Λελούδα, άμα είδε την πρώτην αρχόντισσαν του χωριού και την
παρεκάλεσε να υπάγη μαζί της εις βραχείαν εκδρομήν έξω του Κάστρου,
επειδή ησθάνετο κι' αυτή υπολανθάνουσάν τινα ανάγκην ν' αλλάξη τον
αέρα, ύστερ' από πολλούς μήνας οπού δεν είχεν εξέλθει από το ταπεινόν
καλύβι της, επείσθη. Η Κουμπίνα της είπεν, ότι δεν είχον να φοβηθούν
τους Τούρκους, καθότι μέσα στα καράβια ήσαν και πολλοί ναύται
χριστιανοί. Υδραίοι και άλλοι, κι' αν θα έβγαιναν και Τούρκοι, οπού
δεν ήτο πιθανόν να έβγουν, διότι άμα θα εφυσούσε καιρός, στο
αμπαγιέρι, ευθύς η αρμάδα θα έφευγε. Αλλά κι' αν εξακολουθούσε ακόμη
μπονάτσα, κι' αν έβγαιναν Τούρκοι, ο Κουμπής έκοβε το σπαθί του, και
τα είχε καλά με τους αγάδες, «για το καλό της χριστιανωσύνης», και
δεν ετολμούσαν να πειράξουν άνθρωπον. Η Λελούδα εφόρεσε ένα
πουκάμισο........κόκκινο κεντητόν με μετάξι, ένα ωραίο φουστάνι
«μόρικο», που έκανε νερά-νερά — (δεν ετόλμα ποτέ της να ελπίση ότι θα
εγίνετο νύφη, αν και είχε χρυσοΰφαντα ποδογύρια και αργυρά τσαπράκια
χρυσοποίκιλτα στην κασέλλα της), επήρε το καλαθάκι της, έβαλε το
λαδικό μέσα, και τρία κηριά, κι' ολίγο λιβάνι στο χαρτί — ακόμη και
μικρό προσφάγι, ψωμί κ' εληές, επειδή ήτο Παρασκευή, και ακολούθησε
την Κουμπίναν.
O Κουμπής εν τω μεταξύ είχεν υπάγει προς συνάντησιν του παπά-Σταμέλου
ενορίτου του, εφημερεύοντος εις τον ναόν του Χριστού και του είπε:
— Το βράδυ-βράδυ, να πάρης το πετραχείλι σου, και το αγιασματάρι· θα
πάμε μαζί, για να ψάλης αγιασμό στη φεργάδα.
Ο παπάς τον εκύτταξε με απορίαν.
— Μη σου φαίνεται παράξενο. Είνε τόσοι χριστιανοί μέσ' τα καράβια. Ο
γραμματικός του Καπετάν Πασά είνε Χριστιανός, ομοεθνής μας, ο
λοστρόμος Χριστιανός, σ' όλα τα καράβια είνε ασκέρι Χριστιανοί. Στη
φεργάδα είνε το ένα τρίτο. Ο ίδιος ο Πασάς σέβεται τα θεία, κ'
επικαλείται τον Άι-Γεώργη, τον Άι-Δημήτρη, και την Μεριέμ-Ανά (την
Παναγίαν). — Πάρε κ' ένα τετραβάγγελο μαζί σου, γιατί θα χρειασθή,
θαρρώ, να διαβάσης ολίγα κεφάλαια στο λοστρόμο, που είνε άρρωστος από
μελαγχολία, και δεν ξέρει τι έχει.
Ο ιερεύς τον ήκουε σύννους. Ο Κουμπής εξηκολούθησεν:
— Αν θέλης, παπά μου. Σ' επροτίμησα ως ενορίτη μου. Αν δεν θέλης, θα
προσκαλέσω τον παπά-Φραγκούλη, τον σύντροφόν σου στον Χριστό, ή τον
παπά-Δανιέλο απ' τον Άι-Νικόλα. Μη φοβάσαι τίποτε, παπά μου· έχω
ορισμόν απ' τον Αχμέτ Πασά. Θα πάρης για τον κόπον σου ένα σελήμι
(τάλληρον), και παραπάνω. Αλλοιώς, θα θυμώση ο Πασάς μ' εμένα, και με
σας τους παπάδες, πως δεν του έκαμα τον λόγον του.
Την ώραν που έβγαιναν η Κουμπίνα κ' η Λελούδα από τον Άγιον
Προκόπιον, όπου είχον ανάψει τα κανδήλια, είχε σουρουπώσει πλέον, και
σκότος ήρχισε ν' απλώνεται εις όλην την κρημνάδα αυτήν. Μακράν, προς
δυσμάς, εφαίνοντο φώτα εις τον ναΐσκον της Αγίας Κυριακής, όπου θα
είχεν αρχίσει ως έγγιστα η αγρυπνία. Αι δύο γυναίκες είχον επισκεφθή
προ της δύσεως του ηλίου το παρεκκλήσι [εκείνο], και κατόπιν είχον
μεταβή εις τον Αγιον Προκόπιον. Το μονοπάτι εκατηφόριζε αποτόμως προς
το μέρος εκείνο, καθώς εξήλθον από τον ναΐσκον του Αγίου, κ' έβαινον
εγγύτατα εις τον αιγιαλόν. Είτα ανήρχετο πάλιν, κ' ανηφόριζε πλαγινά
βαθμηδόν βαίνον προς την είσοδον του Καστριού, εις την γέφυραν. Εκεί
που επατούσαν αι δύο γυναίκες, εις το παρδαλόν σκότος, ήτο άκρα
μοναξιά, δεν εφαίνετο ψυχή ζώσα.
Ω, καλύτερον να μην ήτο ψυχή ζώσα την ώραν εκείνην, διά την
Κουμπίναν, και διά την Λελούδαν — την τρομάρα που πήραν αι δύο
γυναίκες! — εις το μέρος αυτό. Δύο άνθρωποι, κρυμμένοι όπισθεν
βράχου, εις τον όχθον του δρόμου, ωμίλησαν ελληνιστί.
— Σταθήτε! μη φοβάσθε...
— Ωχ! τι είνε; Αχ! Θε μου, Άι-Προκόπη μου. — Αχ! Παναγία μου!
Πριν αρθρώσωσι δευτέραν λέξιν, τρίτος εξόπισθεν του βράχου προέκυψεν,
ο Κουμπής.
— Μη φοβάσαι, αθώα Λελούδα! Κουμπίνα, να πας στο σπίτι σου. Έλα μαζί
μας, Λελούδα.
— Να 'ρθή; πού να 'ρθή; Σε καλό σου, Κουμπή, ετόλμησε να ψελλίση η
Κουμπίνα.
— Σύρε στο σπίτι σου, Κουμπίνα, επανέλαβεν ο σύζυγός της. — Λελούδα,
έλα θα πάμε στην φεργάδα.
— Στη φεργάδα, επανέλαβεν ως ηχώ η Κουμπίνα.
Ο Κουμπής, διά να μη τρομάξουν παρά πολύ αι δύο γυναίκες, είχε σκεφθή
ότι προκριτώτερον θα ήτο να λάβη αυτός μέρος εις την σκηνήν της
απαγωγής. Η Σεραϊνώ, μαντεύσασα παραχρήμα τι έμελλε να συμβή, ταπεινή
και εγκαρτερούσα, επέστρεψεν εις την οικίαν, έπεσε γονυπετής προ των
εικόνων και προσηυχήθη. Εις μίαν γειτόνισσαν αδιάκριτον, ήτις είχεν
αναβή και την ηρώτα εν απορία τι έγεινεν η Λελούδα και διατί δεν
επέστρεψε μαζύ της απ' το ξωκκλήσι, απελογήθη [απηλογήθη].
— Έμεινε στην Αγία-Κυριακή. Έχει αγρυπνία ο παπά-Φραγκούλης, κ' είνε
κόσμος εκεί. Αν μπορούσα κ' εγώ θα έμενα. Μα δεν είχα την άδεια απ'
τον Κουμπή.
Μεγάλη βάρκα, με έξ κουπιά, επερίμενεν εις την ρίζαν του
θαλασσοκτισμένου Κάστρου, δίπλα εις ένα χαμηλόν και τριμμένον
πατημένον βράχον, σχηματίζοντα φυσικήν αποβάθραν. Ο παπά-Σταμέλος,
τυλιγμένος ως τον λαιμόν εις το ράσον του, με το κωνοειδές καλυμμαύχι
του, κατεβασμένον ως τα φρύδια και τα πτερύγια των ώτων, εκστατικός,
φοβισμένος, επερίμενε καθήμενος παρά την πρύμναν. Οι έξ κωπηλάται,
όλοι Γραικοί εκ των αγημάτων, ύψωσαν τας κώπας. Η Λελούδα, ωχρά,
τρέμουσα, λιπόθυμος και σχεδόν νεκρά, και ζώσα ως εν ονείρω,
επεβιβάσθη, υποβασταζόμενη από τον Κουμπήν. Οι δυο καμάται, οίτινες
ήσαν συνεργοί της αρπαγής, ηκολούθησαν μετ' αυτούς. Ο είς εκάθισεν
επί της πρώρας, και ο έτερος ηθέλησε να υπάγη προς την πρύμναν, εις
το πηδάλιον.
— Άφσε, κυβερνώ εγώ, είπεν ο Κουμπής.
Ο άνθρωπος επέστρεψεν εις την πρώραν. Ο νησιώτης προεστώς έλαβε τους
οίακας, αι κώπαι έπληξαν τα κύματα, και μετά είκοσι λεπτά η βάρκα
έφθασε παρά το πλευρόν της ναυαρχίδος.
Ο ναύαρχος Αχμέτ Πασάς δεν εφάνη ούτε επί του σκάφους, ούτε εις τον
θάλαμον αυτού, όπου κατήλθον οι επισκέπται. Ο Κουμπής έλειψεν επί
τρία λεπτά, πριν κατέλθωσι κάτω, ο δε παπάς και η Λελούδα εκύτταζον
αλλήλους, εκύτταζον τους ναύτας με τα τουρκόφεσα, εκύτταζον τα υψηλά
κατάρτια και τα πολυσύνθετα άρμενα, υπό το φως δύο μεγάλων φαναρίων
κρεμαμένων προς τα κάτω επί του πρυμναίου ιστού.
Ο Κουμπής εφάνη μετ' ου πολύ. Φαίνεται ότι είχεν υπάγει να κάμη τον
συνήθη τεμενάν εις τον τούρκον ναύαρχον, και να του δώση λόγον περί
του βαθμού όπου είχε φθάσει η υπόθεσις, δι' ην είχε ζητήσει την
εύνοιαν και την προστασίαν του. Ο Καπετάν Πασάς επένευσε και
παρήγγειλεν εις τον Έλληνα γραμματέα του να τον αντιπροσωπεύση.
Ο Φαναριώτης εφάνη και ωδήγησε τους επισκέπτας κάτω εις τον ίδιόν του
θάλαμον. Εκεί το πρώτον όπου είδεν η Λελούδα, άμα ήρχισε να
συνέρχεται βαθμηδόν εις τας αισθήσεις της, ήτο μία εικών φέρουσα την
Παναγίαν με τον Χριστόν βρέφος, και υποκάτω τον Αγιον Νικόλαον,
ιεράρχην με πολιά στρογγύλα γένεια, κρατούντα Ευαγγέλιον κ'
ευλογούντα.
Μετά το λουκούμι και την μαστίχαν τα προσενεχθέντα εις τους
επισκέπτας, εξ ων η Λελούδα δεν ημπόρεσε να γευθή τι, ο Φαναριώτης
έβηξε, κ' έλαβε τον λόγον.
— Λοιπόν, παπά μου, αν αγαπάς τώρα, φόρεσε το πετραχήλι, κι' άνοιξε
το βιβλίο σου.
Ο ιερεύς υπήκουσε μηχανικώς. Την στιγμήν εκείνην κατήλθε την σκάλαν
της καμπίνας είς ναύτης, όστις ήτο εκ των κωπηλατών της βάρκας.
Ενεχείρισεν εις τον Κουμπήν έν μικρόν δέμα, εντός μεταξωτού
προσοψίου, επίπεδον, κυκλοτερές.
— Αυτό το ηύρα μέσ' τη βάρκα, είπεν.
— Α! κ' εγώ τα ξέχασα, είπεν ο Κουμπής.
Ήσαν στέφανα του γάμου, τα oποία ο Κουμπής είχε κατασκευάσει,
φαίνεται λάθρα, και ιδιοχείρως την ώραν που η Κουμπίνα είχε κινήσει
να υπάγη στον Άι-Προκόπην μαζί με την Λελούδαν. Είχε λάβει δύο
κληματίδας λεπτάς απ' την πλουσίαν αναδενδράδα της αυλής του, τα είχε
τυλίξει με βαμβάκι, κ' εκόλλησεν επάνω ολίγον χρυσόχαρτον, το οποίον
εύρε εις τα συρτάρια των εργοχείρων της γυναικός του, περίσσευμα από
στέφανα άλλων γάμων, επειδή η Χατζίνα ηγάπα τα τοιαύτα κοινωνικά
χρέη, και συχνά εγίνετο συντέκνισσα εις ανδρόγυνα, και νονά εις βρέφη
— ακούουσα εκάστοτε την συνήθη εγκάρδιον ευχήν : «Όπως έτρεξες με το
λάδι, να τρέξης και με το κλήμα, συντέκνισσα» — δηλ. να ζήση να
στεφανώση τα νεοφώτιστα, όσα είχεν αναδεχθή.
Ο Κουμπής απώθησε τα στέφανα επί της τραπέζης, κάτω της Αγίας
εικόνος, έκαμεν ένα σταυρόν, κ' έδωκε την χείρα εις την Λελούδαν.
— Έλα, αγάπη μου.
Η κόρη εσηκώθη μηχανικώς. Ούτε ήθελεν, ούτε ηδύνατο ν' αντισταθή.
Εστάθη εκείνος δεξιά, και αύτη αριστερά, αντικρύ της εικόνος.
— Τώρα θα μας κάμης πατριαρχικόν γάμον, δέσποτα, όπως συνηθίζουμ'
εμείς στο Φανάρι. Ερώτα τους μελλονύμφους, αν θέλουν να παρθούν
αμοιβαίως.
Ο Παπάς έντρομος, έμεινεν αδρανής.
— Άκουσες, Παπά; επανέλαβεν ο γραμματεύς του ναυάρχου.
— Εγώ δι' αγιασμόν ήρθα, εψέλλισεν ο ιερεύς. Δεν ήξερα πως ήτον
γάμος, να πάρω το Βαγγέλιο και το θυμιατό, να πάρω και το φελόνι μου.
— Θυμιατό έχουμ' εδώ, είπεν ο Φαναριώτης. Κ' ένα τετραβάγγελο μού
βρίσκεται.
— Δεν επήρες τo τετραβάγγελο, Παπά, που σου είπα; ηρώτησεν ο
Κουμπής.
Ο Πάπας έμεινεν άφωνος. Ο γραμματεύς επανέλαβε.
— Δεν πειράζει. Έχω τετραβάγγελο.
Ήναψαν κηρία, ευρισκόμενα εκεί υπό το εικονοστάσιον. Ο Φαναριώτης
εστάθη όπισθεν του ζεύγους.
Ο Παπάς ήνοιξε μηχανικώς το μικρόν ευχολόγιον, ή αγιασματάριον, που
εκράτει, και ήρχισε να διαβάζη με ψίθυρον φωνήν τας ευχάς της
ανομβρίας.
Πριν συμπληρώση την πρώτην ευχήν, ο Φαναριώτης ενόησε καλά, κ'
επεμβήκε.
— Δεν είχομεν ανομβρίαν, δόξα τω Θεώ, φέτος, Παπά μου, έκαμε τόσες
βροχές. Λάθος έκαμες. Ευρέ την ακολουθίαν του γάμου.
Ο ιερεύς έστρεψεν ολίγα φύλλα του βιβλίου, εδίστασεν. έβηξε και πάλιν
ήρχισε να μορμουρίζη με ταπεινοτέραν ακόμη φωνήν. Ανεγίνωσκεν αυτήν
την φοράν την Ακολουθίαν εις ψυχορραγούντας.
— Σου είπα, δέσποτα, είπεν ο Φαναριώτης. Ξέχασες να ερωτήσης τους
μελλονύμφους, αν θέλουν να παρθούν.
Ο Παπάς εστράφη προς το ζεύγος και ηρώτησε μηχανικώς:
— Θέλεις, Κουμπή, διά γυναίκα σου την Λελούδαν;
— Την θέλω.
— Θέλεις, Λελούδα, τον Κουμπήν;...
Η Λελούδα δεν έσεισε την κεφαλήν. Έμεινε ακίνητος, κάτω νεύουσα, με
απλήν και περισσήν σεμνότητα. Ο σύντεκνος όπισθεν του ζεύγους ώθησε
την κεφαλήν της νύφης. Είχε το «καμάρι» της νύφης και συνάμα και
περισσότερον είχε την αφωνίαν του θύματος, του αγομένου εις σφαγήν.
— Διάβασε, Παπά, την ακολουθίαν του αρραβώνος και κατόπιν του
στεφανώματος.
Ο Ιερεύς είπεν:
— Ας είνε, θα διαβάσω τον Δίγαμον.
Ο Φαναριώτης έμεινε σύννους, είτα είπε:
— Πώς τον Δίγαμον;.. Η νύφη είνε παρθένος, κ' έρχεται εις πρώτον
γάμον. Τον αρραβώνα θα διαβάσης και το στεφάνωμα.
— Δεν ξέρω τι γίνεται στο Φανάρι. Τον Δίγαμον θα διαβάσω, επέμενεν ο
ιερεύς.
Ο γραμματεύς του Παπά υπεχώρησεν. (Η παράδοσις λέγει, ότι ηπείλησε να
κρεμάση τον Παπάν εις την κεραίαν του ιστού· όλα αυτά είνε υπόθεσις.
Το βέβαιον είνε ότι ο Φαναριώτης υπεχώρησεν εν καιρώ.)
— Ας είνε. — Διάβασε τον Δίγαμον.
Ο ιερεύς έβαλεν ευλογητόν και ήρχισεν. Αντήλλαξε τα δακτυλίδια. Ο
Κουμπής είχε τέσσερα ή πέντε, χρυσά και αργυρά, εις τους δακτύλους
του. Εχρειάσθησαν εξ αυτών δύο, έν εκ των δύο που είχεν εις τον
παράμεσον και έν εις τον μικρόν δάκτυλον. Μετέβη εις την ακολουθίαν
του στεφάνου, χωρίς να είπη: &Ευλογημένη η βασιλεία&. Άρχισε να
διαβάζη την πρώτην ευχήν κατανυκτικά, όσον γίνεται λόγος περί αφέσεως
αμαρτιών και περί ανθρωπίνης αδυναμίας. Είτα ευλόγησε τα στέφανα και
υπέδειξεν εις τον σύντεκνον πώς θα τ' ανταλλάξη τα στέφανα.
Είτα εκέρασε τους νεονύμφους το κοινόν ποτήριον, τέλος εχόρευσε μαζί
τους τον χορόν του Ησαΐα, κ' έκαμεν απόλυσιν. Την στιγμήν που ο
Φαναριώτης ήλλαζε τα στέφανα επάνω στα κεφάλια των νεονύμφων, τρεις
μεγάλες κανονιές εβρόντησαν επάνω στο κατάστρωμα, εκ των πλευρών του
πλοίου. Όλον το πέλαγος εσείσθη και το Κάστρον αντικρύ επήγε και
ήλθεν από τον κρότον και τον κλόνον.
Ο νυκτοφύλαξ που εκάθητο επάνω στης Αναγκιάς το κανόνι, εις την
βορειοτέραν εσχατιάν του Κάστρου, είδε την λάμψιν, είδε τον καπνόν
υπό την πυκνήν αστροφεγγιάν, καθ' ην στιγμήν μόλις είχε δύσει η
σελήνη (ήτο ως επτά ημερών και εκόντευε μεσάνυχτα), κ' έκαμε τον
σταυρόν του και είπε:
— Πώς ρίχνουν κανονιές μεσάνυχτα, οι αγάδες; Μην έχουν ραμαζάνι;
Δύο γυναίκες γειτόνισσαι, που δεν είχον ύπνον κ' ελαγοκοιμούντο,
πλαγιασμένοι η μία εις έν υπερώον, πλησίον εκεί στης Αναγκιάς, η άλλη
εις έν κτήμα, ολίγον παρακάτω, ανεσκίρτησαν. Η πρώτη εσηκώθη, έρριψε
βλέμμα έξω, κ' ηρώτησε τον νυκτοφύλακα, τι τρέχει.
— Οι αγάδες έχουν ραμαζάνι, απήντησεν ο άνθρωπος.
— Και τι θα πη ραμαζάνι;
— Ποιος ξέρει! (Νηστεία της ημέρας, και γλέντι της νυκτός).
Της άλλης το βρέφος εξύπνησεν εις τας αγκάλας, κ' ήρχισε τα κλάματα,
και δεν ήθελε να μερώση, με όλα τα νανουρίσματα και τα τραγούδια, που
του έλεγεν η μάνα του. Η κανονιές είχον αντηχήσει πολύ, κ' εβόησεν
όλη η Ηχώ, η Αναγκιά του Κάστρου αντικρύ στα δυο κάτασπρα νησιά,
στους βράχους και στα άντρα.
Κάτω στο Κιόσι, στον αρχοντομαχαλάν, κοντά εις τον ναόν του Χριστού,
η Σεραϊνώ, οπού ηγρύπνει εις το σπήτι του Κουμπή, ήκουσε τους
κανονοβολισμούς, και μόνη αυτή τους εξήγησεν εις την αληθή σημασίαν
των.
— Στερεωμένοι, καλορρίζικοι, εψιθύρισε, σχεδόν άνευ πικρίας. Με
γυιους, Κουμπή.
Από της στιγμής εκείνης η Σεραϊνώ υπελόγιζε μετά βεβαιότητος ότι,
εντός δύο ωρών το πολύ, το ζεύγος έμελλε να φθάση στο Κάστρον. Διότι
δεν θα ήτο πιθανόν να πιστεύση τις ότι θα εξημέρωναν επί της
ναυαρχίδος. Εσκέφθη ότι έπρεπε να ζητήση της Λελούδας το κλειδί, να
υπάγη να διέλθη αυτή το λοιπόν της νυκτός αντικρύ, εις το μικρό
σπητάκι εκείνης. Τότε ενθυμήθη ότι το κλειδί το είχεν αφήσει η
Λελούδα εις της Κουμπίνας, ακριβώς εις τον ανατολικόν θάλαμον, όπου
ευρίσκετο τώρα αυτή. Το είχε κρεμάσει εις καρφί, υποκάτω στα
εικονίσματα. Η Σεραϊνώ ανέβλεψε και το είδεν υπό το φως του
κανδηλίου.
Έκαμεν ακουσίαν χειρονομίαν να το λάβη. Είτα εκρατήθη, κ' είπε:
«Καλύτερα, ας έλθη, να της το ζητήσω».
Τέλος περί την μίαν μετά τα μεσάνυχτα έφθασεν ήρεμα και εν άκρα σιωπή
το ζεύγος των νεονύμφων. Ο Κουμπής, έχων τόσην επιρροήν πάντοτε, αλλά
πολλαπλασιαζομένην τώρα ως εκ της παρουσίας του Τουρκικού στόλου,
είχε προδιαθέσει τους προεστούς και την πολιτοφυλακήν, λέγων ότι είχε
σπουδαίαν υπόθεσιν επάνω στην φεργάδα, και ότι θα έφθανε πολύ αργά
την νύκτα. Όθεν ήτο ανάγκη να χαμηλώσουν την γέφυραν και ν' ανοίξουν
τας πύλας του φρουρίου.
Η Σεραϊνώ ήνοιξε την θύραν εις το πρώτον κρούσμα, εστάθη σταθερά,
υπομειδιώσα και τους ευχήθη:
— Στερεωμένοι! καλορρίζικοι! με γυιους, Κουμπή...
— Πώς ξέρεις;
— Ήρθ' ένα πουλάκι και μούπε.
Εστράφη προς την Λελούδαν.
— Να πάρω το κλειδί του σπητιού σου, να πάω να κοιμηθώ απόψε;
Η Λελούδα κατένευσε δακρύουσα. Είτα επρόφερε:
— Να με σχωρέσης!
— Σχωρεμένη και βλοημένη νάσαι, είπεν εν εγκαρτερήσει η πρώην
Κουμπίνα.
Την επαύριον πρωί ο Κουμπής, καθώς εξήλθε διερχόμενος προ της θύρας
του πενιχρού οικίσκου, έκραξε την γυναίκα και της είπε:
— Σεραΐνα (έπαυσε πλέον να την ονομάζη Κουμπίνα), πάρε τα ρούχα σου,
τα είδη σου, τ' ατομικά σου, πάρε και καμπόσα δικά μου, όσα θέλεις
και σύρε να καθήσης στο σπήτι το δικό σου, εκεί στο Πρεγάδι. Θα
στείλω μαστόρους να το μερεμετίσουν, ό,τι χρειάζεται, σήμερα. Και σε
περικαλώ, όσο μπορείς, να τάχης καλά με την Κουμπίνα.
— Εγώ θα τάχω καλά με την νέαν Κουμπίνα, όπως τα είχα και με την
Λελούδα, απήντησεν η απλή ψυχή. Και σε περικαλώ, Κουμπή, να μ' αφήσης
να καθήσω στο σπήτι σου, να σου ανατρέφω τα παιδιά που θα κάμης.
— Καλά, ο Θεός σε φωτίζει να φέρνεσαι έτσι, αγία ψυχή, είπε, μη
δυνάμενος να κρατήση, ο σκληρός, την συγκίνησίν του.
Έκτοτε ο Κουμπής Νικολάου ωνομάσθη απ' όλον το χωρίον Καραχμέτης, εκ
του στόματος του τούρκου ναυάρχου, κ' οι απόγονοί του ονομάζονται
μέχρι σήμερον Καραχμεταίοι. Διότι έτεκεν η Λελούδα, και η Σεραΐνα
ανέθρεψε, τον Κονόμον (Αλέξανδρον) τον Μόσκοβον, τον Γεώργιον, τον
Θωμάν και άλλας τόσας θυγατέρας.
Ολίγους μήνας μετά τον γάμον, η Λελούδα έκαμεν έν φοβερόν λάθος, λίαν
επικίνδυνον. Ήτο μεγάλη εορτή, την Βαΐων, κι' ο Κουμπής εξύπνησε λίαν
πρωί, να υπάγη εις τον Χριστόν, να λειτουργηθή. Η νέα Κουμπίνα του
είχε παραθέσει επί του καναπέ τα φορέματά του, διά ν' αλλάξη, αλλ'
επάνω εις την βίαν και τον φανατισμόν της, επειδή επτοείτο και τα
έχανεν εις τας φωνάς και την αυστηρότητα του Κουμπή, αντί να βάλη
ποκάμισον του Κουμπή, το οποίον ήτο μεταξωτόν και με πλατείας
κεντητάς χειρίδας, όπως εσυνήθιζον τότε οι πρόκριτοι, [οι
δημογέροντες] έβαλεν υποκάμισον χρυσοκέντητον ιδικόν της. Ο Κουμπής
το εφόρεσεν εις το θαμπερόν της αυγής και εις το τρέμον φως του
κανδηλίου, (με υπναλέα ακόμη όμματα), εφόρεσε το πανωβράκι, το λαχωρό
ζωνάρι και την βελουδένιαν τζάκαν του, και εξήλθεν.
Όταν εισήλθεν εις τον ναόν, οι προεστοί γύρω, στον χορόν, είδον το
λάθος. Εκύτταξαν το γυναικείον υποκάμισον του Κουμπή, καί τινες
υπεψιθύρισαν, κ' εδάγκασαν τα χείλη των, διά να μη μειδιάσουν.
Ο Κουμπής το εστοχάσθη. Εκύτταξε καλά, το ίδιον στήθος και τον κορμόν
και τας χείρας του, και το ανεκάλυψεν.
Εξήλθε δρομαίως. Εφρύαξε κ' έτρεξε με σκοπόν και απόφασιν να σκοτώση
την Λελούδα.
Αι δύο γυναίκες είχον ενδυθή. Εφόρεσαν η παλαιά Κουμπίνα τα σεμνά και
ταπεινά της, κ' η νέα τα νυφιάτικα, τα οποία δεν είχε φορέσει στον
γάμον της, κ' ήσαν έτοιμαι να εξέλθωσι, διά την εκκλησίαν.
Με έν βλέμμα η Σεραΐνα ενόησεν άμα είδε τον Κουμπήν.
Ούτος εσήκωσεν ήδη την χονδρήν και σιδηροκέφαλον ράβδον του εναντίον
της Λελούδας.
— Παληοβρώμα!...
Η Σεραΐνα έπεσεν επάνω στην ράβδον, εις τα γόνατά του, εις τους πόδας
του.
— Έλεος, Κουμπή, έλεος! Δεν το ήθελεν η καϋμένη. Λάθος έκαμε, επάνω
στη βία της, στη σαστιμάρα της. Δεν επήρε ακόμη τα χούια σου, τα
συστήματά σου, Κουμπή. Σχώρεσέ την για πρώτη φορά, Κουμπή μου,
σχώρεσέ την. Έλεος, Κουμπή μου, έλεος!
Ο Κουμπής εκάμφθη.
Η Σεραΐνα επέζησε δέκα ή δώδεκα έτη, όσα ήρκουν διά ν' αναθρέψη τα
τέκνα του Κουμπή. Ανεπαύθη κ' ετάφη έξωθεν του ναΐσκου του Αγίου
Δημητρίου, σιμά εις την πελωρίαν κοκκινομωρέαν και παρακάτω από τον
τεράστιον σχοίνον, κυρτόν εν είδει καλύβης και αποστάζοντα δάκρυ
λιβάνου, και αντικρύ εις την ωραίαν και τόσον ζωηράν εικόνα του
Αγίου, την επί του ανωφλίου του ναού.
Όταν επήγαν μετά τρία έτη να σκάψουν διά την ανακομιδήν των λειψάνων
της, λεπτόν θεσπέσιον άρωμα ως βασιλικού, μόσχου και ρόδου άμα,
ανήλθεν εις τους μυκτήρας του ιερέως, του σκάπτοντος εργάτου, της
Λελούδας και δύο άλλων παρισταμένων γυναικών.
Τα κόκκαλά της είχον ευωδιάσει.
ΜΑΝΝΑ ΚΑΙ ΚΟΡΗ
Ω, πόσον ωραία εξυπνά όταν έχη κοιμηθή τις εις τον μικρόν κοιτώνα με
το βορεινόν παράθυρον, το βλέπον προς βουνόν, εις την πατρικήν
πενιχράν, καθάριον οικίαν, όπου είδέ ποτε το πρώτον άχραντον φως,
πόσον ωραία εξυπνά μίαν πρωίαν του Ιουνίου, όταν έχη επανακάμψει εις
τον τόπον της γεννήσεώς του μετ' απουσίαν επτά ετών! Οπόσαι μεταβολαί
εντός τόσου χρόνου! Όλα σχεδόν ήσαν ως νέα πλάσις δι' εμέ.
Την πρωίαν εκείνην μ' εξύπνησεν ευτυχή σχεδόν ως σατράπην, τον οποίον
χαιρετίζει λίαν πρωί η περιπαθής μουσική των αυλών και των εγχόρδων,
η φωνή της μικράς γειτονοπούλας μου Ξενιάς, πενταετούς παιδίσκης,
ψαλλούσης με παιδικήν δροσεράν φωνήν το δημώδες παλαιόν δίστιχον:
Καράβι, καραβάκι, πού πας γυαλό-γυαλό,
με κόκκινη παντιέρα και με χρυσό σταυρό.
Πώς να μην είνε ως νέα πλάσις δι' εμέ, αφού, όταν είχον αποδημήσει,
όχι μόνον αυτή ήτον αγέννητη, αλλά και η μητέρα της ανύπανδρη; Και
τώρα, ύστερον από τόσους αιώνας ανυπαρξία — εκτός αν αληθεύουν εκείνα
όσα μυθολογεί ο θείος Πλάτων, εμπνεόμενος από τον μεγαλοφωνότατον
Πίνδαρον — μία μικροσκοπική, αόρατος ψυχή, μία πνοή δημιουργός
ακατάληπτος, να εμφυσάται εις μίαν δράκα σαρκός ή χώματος και να
μορφούται πλάσμα έμψυχον, και να γίνεται ψυχή ζώσα· και να σηκώνεται
λίαν πρωί με λάμποντα γαλανά όμματα, με σγουρά, ξανθά μαλλιά, και να
ίσταται υψηλά εις το παλαιόν μπαλκόνι, να προσκολλάται εις τα
κάγκελλα, να προσπαθή ν' αναρριχθή χωρίς φόβον μη πέση, και να
τραγουδή: «Καράβι, καραβάκι, πού πας γυαλό-γυαλό;»
Υπήρξαν, λοιπόν, το πάλαι, ή και υπάρχουν ακόμη άνθρωποι πιστεύοντες
ότι η θεά εκείνη του Κάτω κόσμου, όσων πλασμάτων εδέχθη ήδη των
παλαιών αμαρτιών την ποινήν, «ποινάν πάλαι ου πείθεσαι», τούτων τας
ψυχάς τον ένατον χρόνον «εις τον ύπερθεν άλιον» αναδίδει πάλιν; Και
ότι η ψυχή εις τον Επάνω κόσμον, δεν μανθάνει, ούτε σκέπτεται, αλλά
μόνον αναμιμνήσκεται;
Η μικρά αύτη παιδίσκη, καθώς έμαθον, ολίγας ημέρας πριν, όταν
απέθανεν έν αρχοντόπουλον της γειτονιάς, τόσον εθαύμασε, και τόσον
εγοητεύθη από το θέαμα των λαμπρών εξαπτερύγων, των λαβάρων και
θυμιατών, και των πολλών ιερέων με τας στολάς των και του πλήθους του
λαού, ώστε εζήλευσε και με πόθον ανέκραξε:
— Πότε θα πεθαίνω κ' εγώ, ν' αρθούν να με πάρουν οι παπάδες, σαν τον
Παναγάκην!
Και το περιστατικόν τούτο μου ενθύμησεν έν άλλο θέαμα, εις το οποίον
είχον παραστή προ δεκαεπτά ετών από το ανατολικόν παράθυρον του
χειμερινού θαλάμου της ιδίας αυτής πατρικής οικίας μας, συμβάν εις
την αυτήν εκείνην οικίαν με τον υψηλόν εξώστην, όπου σήμερον πρωί
ανερριχάτο η μικρά Ξενούλα, μέλπουσα το αφελές άσμα, όπου μ' έκαμε ν'
αποσείσω τον πρωινόν ύπνον.
Η Ξενούλα θα ήτον τώρα ανεψιά (αν το επέτρεπεν η Περσεφόνη) του
παιδιού εκείνου, του μικρού Στέλιου, όστις απέθανε κατά Ιανουάριον
του έτους 188..., μίαν πρωίαν Σαββάτου, όταν ο ήλιος ήρχισε να λειώνη
τας χιόνας. Η μητέρα της, η Γαληνιώ, ήτον αδελφή του Στέλιου. Η
Ζωγράφω, η μάνα της Γαληνιώς, είχεν ένα υιόν, ύστερα είχε κάμει κατά
σειράν πέντε κορίτσια, εκ των οποίων τα δύο είχον κατέλθει νήπια εις
τα βασίλεια της νύμφης του Πλούτωνος, τα δε τρία εζούσαν· τελευταίον
έτεκεν, ως γεροντόπαιδον τάχα, αν και νέα ακόμη, τον Στέλιον, περί ου
ο λόγος.
Ο μάστρο-Παναγής ήτον καλαφάτης, και ειργάζετο ολίγους μήνας το έτος
εις το «Καρινάγιο». Ο υιός των, ο Γιάννης, δεκατριών ετών, εμάνθανεν
ήδη την τέχνην του πατρός του. Τα τρία κοράσια, η Γαληνιώ, η μάνα
σήμερον της Ξενούλας και δύο άλλαι, ήσαν από δέκα ετών και κάτω. Το
παιδίον, ο Στέλιος, ήτο βρέφος ακόμη. Ο μάστρο-Παναγής, όταν είχε
δουλειές, εις το καλαφατείον, έπαιρνε καλόν ημεροκάματον, πλην είχε
περισσότερα κεσσάτια. Τα πολλά παιδιά, η λεχωσιές, η αρρώστειες, οι
γιατροί, τα γιατρικά, τους έκαμαν να είνε πτωχοί! Ως τόσον, με πολλά
βάσανα και με πολλά χάδια, ουχ ήττον η Ζουγράφω είχεν αναθρέψει το
υστερνόν της γέννημα. Το εβύζαξε, το εγαλούχησε, το απέκοψε· το
παιδίον ήτο αδυνάτου κράσεως μάλλον. Έπειτα ήλθεν ο χειμών, συγχρόνως
ήρχισαν τα κεσσάτια. Έκαμε χιόνια πολλά εκείνην την χρονιάν,
βαρυχειμωνιά· τα χιόνια δεν επρόφθασαν να λυώσουν, και άλλα χιόνια τα
εσκέπαζαν. Έπειτα επήλθε δυστυχία, στέρησις· ύστερον αρρώστησεν ο
Στέλιος, το χαϊδεμένον παιδί της Ζουγράφως.
Η πολυβασανισμένη γυνή εμάζευε ξύλα απ' εδώ, κλαδιά απ' εκεί· εζήτει
από της γειτόνισσες διάφορα βοηθήματα. Μία των γειτονισσών ήτον
αρχόντισσα παλαιά, από καλήν οικογένειαν, αρχίσασα τώρα να πτωχεύη·
μία ήτο πλουσία εν ενεργεία. Αι άλλαι ήσαν πτωχαί, σχεδόν όσον και
αυτή. Και όμως αύται την εβοηθούσαν το κατά δύναμιν. Η
αρχοντοξεπεσμένη η παλαιά επεριποιείτο την Ζωγράφω· την εφίλευε πολλά
πράγματα. Η Ζουγράφω εφιλοτιμείτο να φαίνεται χρήσιμος προς αυτήν και
της έκαμνε διαφόρους εκδουλεύσεις. Η πλουσία, η τωρινή, την απέπεμψε
με άδεια χέρια από το σπήτι της και από την αυλήν της.
Μία όμως από της γεινόνισσες, αυτή και η κόρη της, ήσαν ιδιαιτέρας
κατασκευής γυναίκες. Ετρώγοντο με όλην την γειτονιάν. Τακτικά
εμάλωναν κάθε μήνα με μίαν γειτόνισσαν, με την σειράν. Κακόν
δαιμόνιον επεφοίτα εις τον ύπνον τους, εις τα ξυπνητά τους, και ταις
εψιθύριζεν εις τ' αυτιά ότι η γειτόνισσες δεν ταις ήθελαν το καλό,
αυτής και της κόρης της, ότι την επεβουλεύοντο και ταις έκαμναν
μάγια.
Κατ' αρχάς εμάλωσαν με την Παπανικόλαιναν, την γηραιάν σύζυγον
σεβασμίου ιερέως· κατόπιν εφιλονείκησαν με την οικίαν την εδικήν μας·
έπειτα ελογομάχησαν με την παλαιάν αρχόντισσαν· ύστερον εκήρυξαν
πόλεμον εναντίον εις την άλλην αρχόντισσαν, την νέαν είτα εμάλωσαν με
την γρηά-Γρηγόραιναν· τελευταίον επετέθησαν κατά της πτωχής μητρός
τόσων τέκνων, της Ζουγράφως.
Έβγαιναν, μάνα και κόρη, έξω στο επάνω το λιακωτό τους, το παλαιόν
και ετοιμόρροπον, η γραία Κακαβάραινα κ' η κόρη της το Μελαγχρώ,
μεσημέρι και βράδυ και μεσάνυχτα, κ' έλυναν τα κλώνια της μανδήλας
τους, κ' εξεσκουφώνοντο, κ' ετραβούσαν τα μαλλιά τους, και κατηρώντο
«να πέση ξεπατωμός» στην γειτονιά. Κ' έβγαζαν της καθεμιάς και το
παραγκώμι της. Την μίαν την ωνόμαζον. . .. ποδαρούσα, την άλλην
εφταλουτρού, την άλλην γυφτοκόνισμα, την άλλην αναρούσα, [ξωτικό] την
άλλην μαυροτσούκαλο, παλαβομανίτα. Είχον πλούσιον ονοματολόγιον.
Κατεσκεύαζον και λέξεις ιδικάς των, αληθείς γλωσσοπλάστριαι, χωρίς να
τo ηξεύρουν. Το καστρί, τo σφραγιδάκι, ο τουρκανάκατος, τo αγαρηνό
σκυλλί, «που μυρίζει χασανιές», όλ' αυτά αμφιβάλλω αν ευρίσκωνται εις
τo Λεξικόν των αθησαυρίστων.
Ήσαν στρίγγλες με όνομα, «με το νάμι τους βγαλμένο», επίφοβοι αληθώς
γυναίκες· τουλάχιστον εις την γειτονιάν επροξένουν φόβον, ενώ μερικοί
άλλοι εκ της αγοράς, κακοί αστείοι, συνετέλουν εις το να της
ξετρελλαίνουν περισσότερον. Τέλος, όταν εμάλλωσαν με την Ζουγράφω,
ανέβησαν εις το δώμα, κατά την συνήθειάν των, κ' ετραβούσαν τα μαλλιά
τους, και μαζί με τας τρίχας ήρχιζαν να εκκοκκίζουν και το
κομβοσχοίνιον των βλασφημιών των.
— Παναϊά μ', βγάλ' τσ' τα μάτια, είπεν εν επιλόγω το Μελαγχρώ· βγάλ'
τσ', Παναϊά μ', τα μάτια.
— Το ένα το ματάκι τσ' να βγη, Παναϊά μ'! διώρθωσεν εν κατακλείδι η
γραία. Το ματάκι τσ' το ζερβί.
Η γραία ήξευρε τι έλεγε· και ωμιλούσε βεβαίως συνθηματικήν γλώσσαν,
ήτις πρέπει να ήτο καταληπτή εις τας υποχθονίους δυνάμεις. Δύο
ματάκια είχεν, αναμφιβόλως, κατ' αλληγορικήν έννοιαν η Ζουγράφω, τον
Γιάννην και τον μικρόν Στέλιον.
Ύστερον από τόσον κρύο και παγετόν και πείναν και δυστυχίαν, το
άρρωστον μικρόν εχειροτέρευσεν. Η γραία Σουλτάνα, η μήτηρ της
Ζουγράφως, έτρεξε με όσα ψευτογιατρικά εγνώριζεν, αυτή και όλες η
γειτόνισσες, αλλά δεν κατώρθωσαν τίποτε. Τελευταίον εκλήθη και ο
γέρων ιατρός, ο μοναδικός εις το χωρίον, αλλ' ήτο αργά· δεν ίσχυσε να
σώση το παιδίον.
Τι μυρολόγι ήτον εκείνο, το οποίον ηκούσθη εις την γειτονιάν την
πρωίαν του Σαββάτου, Ιανουαρίου φθίνοντος του έτους 188... Ήτον η
Πλουσία, η δευτερότοκος αδελφή της Ζουγράφως, τριακοντούτης κόρη.
Αυτό το όνομα της είχε δώσει ο νουνός της, ίσως από ειρωνείαν της
ψυχικής διαθέσεως, επειδή είχε γεννηθή από πάμπτωχον οικογένειαν.
Αλλ' ήτο πλουσία κατά την μακράν καστανήν κόμην, πλουσία κατά την
υπερήφανον κορμοστασιάν, πλουσία κατά τα κεντήματα και τας γυναικείας
τέχνας. Τέλος, απεδείχθη πλουσία και καθ' όλα, όταν εις τα 189...
όταν είχε χάσει πλέον πάσαν ελπίδα γάμου, κατά παραδοξοτέραν ακόμη
αντειρωνείαν της τύχης, ευρέθη όψιμος νυμφίος δι' αυτήν, απόχειρος
και ευκατάστατος, όστις της εχάρισεν ως «κοριτσιάτικο» το ήμισυ της
περιουσίας του.
Αύτη ήτον η μυρολογήτρια της πρωίας εκείνης. Δεν έκλαιε την
μαρανθείσαν νεότητά της, δεν έκλαιε την μοίραν της, δεν έκλαιε τον
ξενιτευμόν των αρρένων αδελφών της — ω, αυτά δεν ηρμηνεύοντο διά
μεγαλοφώνων θρήνων, αλλά δι' ενδομύχων αρρήτων στεναγμών — αλλ'
έκλαιε το μικρόν, τρυφερόν πλάσμα, το οποίον ήλθε να παραλάβη είς
ιερεύς μ' ένα πενιχρόν σταυρόν και θυμιατόν διά να το προπέμψη· την
δράκα εκείνην του χώματος επιστρέφουσαν εις το χώμα, την ελαφράν
εκείνην πνοήν, επανακάμπτουσαν εις την ζωήν την αείζωον, εκεί όπου
όλα τα νήπια, όπως λέγει ο Συναξαριστής, απαιτούσιν αυτοδικαίως από
τον Δημιουργόν να τους πληρώση τα οφειλόμενα. «Δικαιοκρίτα, δος ημίν
τα ουράνια αγαθά αντί των επιγείων, ων ημάς εστέρησας».
Έξω εις τον υψηλόν εκείνον εξώστην, υψηλόν διότι η οικία είνε
κτισμένη επί των βράχων, οίτινες αρχίζουν εκείθεν να πυργούνται εις
υπέροχον λοφιάν υπεράνω της στέγης — αντικρύ του ιδικού μας
ανατολικού παραθύρου, εις αυτόν εκείνον τον εξώστην, όπου η αδαής
όλου του παρελθόντος τούτου μικρά παιδίσκη τραγουδεί το «καράβι-
καραβάκι» της, — εκεί είχε λύσει την μανδήλαν κ' ετράβα τα μαλλιά της
η Πλουσία, τονίζουσα το σπαρακτικόν μυρολόγι της. Και η βαθεία
καστανή κόμη εκυμάτιζεν ακράτητος από τους ώμους εις τους βραχίονας,
και μέχρι των βουβώνων και των αστραγάλων, ως από κρήνην μελάνυδρον
και από πέτραν ακρότομον. Το νεκρώσιμον άσμα ανέβλυζεν από το
πικραμμένον χλωμόν στόμα της, και διεδονείτο και εστροβιλίζετο,
κατερχόμενον ως χείμαρρος από το ύψος των βράχων, κατακυριεύον όλας
τας ακοάς και τας ψυχάς των θεατών, και τήκον καρδίας και όμματα,
καθώς ο ήλιος, όστις εψήλωνε τότε, έτηκε τας χιόνας.
Το νεκρόν βρέφος εξέφερεν εντός φερέτρου ομοίου με λίκνον αυτή η γρηά
Σουλτάνα, η μάμμη του. Σπαρακτικώτερον ακόμη μου εφάνη ότι τον
ξύλινον της Εκκλησίας Σταυρόν εδέησε να τον λάβη και να τον κρατή ο
μάστρο Κ... ο πατήρ του εκφερομένου νεκρού βρέφους, επειδή ο μάγκας,
όστις τον είχε φέρει, αφού παρέδωκε το θυμιατόν εις χείρας του Παπά,
τον ακούμβησεν εις τον τοίχον, επί της πεζούλας εις την βάσιν ενός
γειτονικού χαμογείου κλειστού (ίσως διότι είδε την πενιχρότητα της
παρασκευής και δεν ήλπιζε να πληρωθή καλά δια τον κόπον του) κ' επήγε
να παίξη της μπάλλες με τα χιόνια.
Εξεκίνησεν η μικρά πομπή, προπεμπομένη από το παθητικόν πλούσιον
μυρολόγι της υψηλοσώμου κόρης Πλουσίας, και την στιγμήν εκείνην,
επάνω εις το ηλιακωτόν της γείτονος οικίας εφάνησαν, ως φαντάσματα
της ημέρας, ως στήλαι ακίνητοι, να ίστανται δύο γυναίκες· μία
μαυροφόρα, και μία με πολίτικην μανδήλαν χρωματιστήν, χρώματος
«λαδί». Ήσαν η Κακαβάραινα και η κόρη της η Μελαγχρώ. Εκ τούτων η μεν
γραία ανείλκυε την σκούφιαν, την μαύρην μανδήλαν της προς τα άνω, και
ανέτεινε την δεξιάν προς τον ουρανόν, η δε νέα εμειδία πικρόν
μειδίαμα και έσειε την αριστεράν χείρα· η στάσις και των δύο γυναικών
ενέφαινε σκληράν απανθρωπίαν, χαιρεκακίαν και φανερά εξηύχοντο και
επέχαιρον, διότι η Παναγιά εισήκουσε την αράν των, κ' έβγαλε το μάτι
της Ζουγράφως.
Ό,τι έμαθα ολίγας ημέρας ύστερον, ότι συνέβη μίαν νύκτα εις το
Κοιμητήριον της μικράς πόλεως, εδυσκολεύθην να το πιστεύσω, αλλά θα
το διηγηθώ παρακάτω όπως το ήκουσα. Η Κακαβάραινα και η κόρη της, από
πολλών χρόνων, είχον προχωρήσει πολλά βήματα εις την χώραν των
αγνώστων. Είχον &εξιπασθή&, επειδή ο Γιώργος των, ο υιός της μεν, της
δε αδελφός, είχε «βγη καθηγητής απ' το Πανεπιστήμιο, στην Αθήνα».
Ήσαν εκ ταπεινού γένους και πάμπτωχοι. Ο γέρο-Σταύρος ο Κακαβάρης,
αποθαμμένος προ ολίγων ετών, ήτον ξένος, φερμένος εις τον τόπον από
την μεγάλην νήσον, την Έγριπον. Η λαίλαψ του πολέμου, εις την αρχήν
του αιώνος, είχε σκορπίσει όλην την οικογένειάν του. Ακολούθως, μετά
την αποκατάστασιν των πραγμάτων, πόσοι έγειναν αναγνωρισμοί, μεταξύ
γονέων καταφυγόντων εις τας νήσους και τέκνων απαχθέντων εις την
μεγάλην ήπειρον, αδελφών φυγόντων εις τα βουνά και αδελφών κρυφθέντων
μεταξύ ερειπίων και συντριμμάτων. Πολλοί ανεύρον τους αδελφούς των
Τούρκους αγάδες, πλούτου κομιστάς εις τα παράλια, άλλοι ανεκάλυψαν
τας αδελφάς των Σουλτάνες, χανούμισσες εις τα χαρέμια. Είς εκ των
αναγνωρισμών αυτών ήτο ο του γέρο-Σταύρου, ανωνύμου, (όστις ύστερον
προσέλαβε το όνομα Κακαβάρης, όνομα του πενθερού του, αγροίκου βοσκού
εις την μικράν νήσον, όπου τον είχε ρίψει η θύελλα και ενυμφεύθη την
σημερινήν γραίαν Κακαβάραιναν), όστις ανεγνώρισε τον αδελφόν του όχι
Τούρκον, ευτυχώς, αλλά Δεσπότην μιας των μητροπόλεων ανά το Αιγαίον.
Τότε ο Δεσπότης προσέλαβε τον νέον, όστις εκυμαίνετο [να γείνη
ναύτης] μεταξύ του επαγγέλματος του πατρός του του ναύτου και του
πάππου του του βοσκού, τον εσπούδασε και τον έβγαλε καθηγητήν απ' το
Πανεπιστήμιο.
Έκτοτε η Μελαγχρώ, ήτις ήτο κατά δύο έτη μικροτέρα, εξήφθη,
υπερηφανεύθη και ήθελε να γείνη και αυτή μεγάλη κυρία. Το είδος τούτο
της τρέλλας μετεδόθη βραδύτερον και εις την μητέρα της. Κατ' αρχάς η
γραία είχεν αντισταθή εις το μίασμα, έπειτα, με τον καιρόν, εκόλλησε
και αυτή.
Η Μελαγχρώ εφαντάζετο, έξαφνα, ότι ο αδελφός της θα της φέρη ένα
πλούσιον, ευγενή άρχοντα από τας Αθήνας διά νυμφίον. Όταν έμαθεν ότι
ο Τρικούπης ήτο άγαμος, πάραυτα συνέλαβε το όνειρον ότι ούτος θα
ήρχετο να την ζητήση ως νύμφην· είτα η φιλοδοξία της έφθασε και μέχρι
του Διαδόχου του Θρόνου. Τα όνειρα ταύτα τα έβλεπαν εις τα ξυπνητά
και τα εξέφεραν μεγαλοφώνως, εις επήκοον της γειτονιάς όλης. Και οι
μεν νέοι και τα κοράσια εγέλων με πλατύ στόμα, όταν τα ήκουον. Αι δε
γεροντότεραι και φρονιμώτεραι γειτόνισσαι τας επετίμων,
συμβουλεύουσαι αυτάς να μη έχωσι τοιαύτας ιδέας. Διάφοροι άνθρωποι
αγοραίοι, με τα κακόζηλα αστεία των, υπέθαλπον την τρέλλαν ταύτην,
διά λόγων, διά πλαστών επιστολών, ερχομένων δήθεν από τας Αθήνας, εν
αις περιείχοντο προτάσεις γάμου από φανταστικά ονόματα αρχόντων και
πριγκήπων διά χρυσοχάρτων προγραμμάτων με επιδεικτικά κεφαλαία
γράμματα, τα οποία παρουσίαζον ως συναλλάγματα και επιταγάς προς
είσπραξιν εκατομμυρίων κτλ..... και αι δύο ήσαν αγράμματοι. Πρώτη εκ
των γειτόνων η γραία Παπαντώναινα τας ενουθέτησε, να μην τα πιστεύουν
αυτά, αλλ' εκείναι ωργίσθησαν και την ύβρισαν· έκτοτε έγειναν κακαί
με όλην την γειτονιάν και με όλον τον κόσμον.
Όταν είδαν ότι ο Γιώργος των, ο καθηγητής, αργούσε να ταις φέρη από
τας Αθήνας τον ονειροπολούμενον γαμβρόν, τον Τρικούπην ή τον
Διάδοχον, εθύμωσαν και με αυτόν και ήρχισαν να τον υβρίζουν. Η δε
μανία των επετάθη, όταν έμαθον ότι ο Καθηγητής είχε νυμφευθή εις τας
Αθήνας μίαν φράγκισσαν, νέαν δυτικήν το δόγμα καταγομένην εκ
Βαυαρίας. Η γραία ήρχισε να τον καταράται. Ο Αχαΐρευτος, χαΐρι και
προκοπή να μην ιδή! Ηρ προήρ! καθάρια Τραμοντίνη!
— Ο Τουρκανάκατος, που μυρίζει χασανιές! Επρόσθεσεν η Μελαγχρώ
(εννοούσα τον γάμον τον οποίον έκαμε)! Το φραγκόπουλο! που τρώει της
χελώνες.
Έως εδώ είχον φθάσει αι γυναίκες αύται, μάνα και κόρη. Είχε δε λάβει
και άλλας διαστάσεις και στροφάς η τρέλλα των. Είχαν δεχθή εις την
οικίαν μάντεις και τουρκόγυφτους, διά να ταις ειπούν την μοίραν.
Είχον υπάγει εις μάγισσες, να κάμουν μάγια, διά να μαγεύσουν τον
Τρικούπην, να έλθη να ζητήση την κόρην. Είχον απομακρυνθή από τα θεία
και δεν επλησίαζον εις ναόν. Μίαν φοράν ηθέλησαν να κάμουν μίαν
λειτουργίαν εις εξωκκλήσιον. Τα γλυκοχαράμματα είχαν σηκωθή,
εστολίσθησαν κ' εκίνησαν να πάγουν εις τον Άι-Γεώργην. Αλλ' εις τον
μισόν δρόμον εστάθησαν, κ' εγύρισαν πίσω, κ' επαράγγειλαν εις τον
παπάν να μη λειτουργήση. Τι ταις είχε συμβή; Αι γειτόνισσαι διηγούντο
ότι συνήντησαν καθ' οδόν τον Στέλιον, μετά.......εις σχήμα γνωστού
καλογήρου, όστις ταις είπε «να μη κάνουν λειτουργίες, δεν πιάνονται».
Ο Γιάννης της Στάμαινας δεν εφοβείτο ούτε τα στοιχειά ούτε τους
βρυκόλακας. Όταν επέστρεφε την μίαν μετά τα μεσάνυχτα από τα
καθήκοντά του ως πολιτοφύλακος περιπόλου της νυκτός εκείνης — της δε
πολιτοφυλακής ταύτης τα καθήκοντα συνίσταντο εις ένα γύρον μεταξύ της
10ης και του μεσονυκτίου ανά τας συνοικίας της μικράς πολίχνης, και
εις ένα ύπνον καθιστόν συνήθως μεταξύ του μεσονυκτίου και της πρώτης
ώρας, έξωθεν ενός κεντρικού μαγαζείου της αγοράς, επί της κτιστής
μπαγκέττας της φατνωμένης με σανίδια — όταν επέστρεφε, λέγω, μετά την
διάλυσιν [λήξιν] της νυκτοφυλακής διά ν' απέλθη εις την οικίαν του,
ηθέλησεν, ως προνοητικός άνθρωπος, να εξέλθη έξω εις τον γεώλοφον
προς δυσμάς της πόλεως, εις τους αγρούς, όπου είδε δεμένον τον
ημίονόν του, διά να ρίψη έν βλέμμα και αλλάξη εν ανάγκη το ζώον από
το μέρος όπου έβοσκεν. Έφερεν επ' ώμου την καραβίναν του, την οποίαν
είχε λάβει αφ' εσπέρας από την δημαρχίαν. Το μέρος, όπου έβαινεν,
αντίκρυζε το νεκροταφείον της κωμοπόλεως. Ήτο την νύκτα της τετάρτης,
περί τα τέλη Ιανουαρίου, πέντε ημέρας μετά την ταφήν του μικρού
Στέλιου. Εκεί βλέπει εμπρός του, προπορευόμενος εκατόν βήματα αυτού
δύο μαύρας σκιάς, να βαδίζουν κατ' ευθείαν προς το κοιμητήριον. Ήσαν
δύο γυναίκες, η μία προφανώς μαυροφόρα, η άλλη με το χρώμα της
νυκτός, εις το οποίον συνεχέετο το αόριστον χρώμα της μανδήλας της.
Ο Γιάννης δεν τας ανεγνώρισεν. Έκαμε τον σταυρόν του μάλλον από
απορίαν παρά από φόβον και αντί ν' ακολουθήση τον πλάγιον δρόμον προς
το μέρος όπου είχε δέσει το ζώον του, ηκολούθησε τον ευθύν και έφθασε
πλησίον του νεκροταφείου. Ήτο λάμπουσα αστροφεγγιά, η δε σελήνη
φθίνουσα έμελλε προς όρθρον ν' ανατείλη. Ο άνθρωπος είδε τας δύο
μαυροφόρας, άμα έφθασαν πλησίον εις τον περίβολον, να ίστανται προς
στιγμήν ενώπιον της πύλης, ως να εδίσταζον. Ο Γιάννης της Στάμαινας
εκρύβη όπισθεν προεξέχοντος όχθου της κυρτωμένης λοφιάς του υψώματος
και τας παρετήρει με άπληστον περιέργειαν.
Αι δύο σκιαί δεν εισήλθον διά της πύλης, αλλ' ήρχισαν να βαδίζωσι τον
τοίχον-τοίχον, κατά την βορεινήν πλευράν του λόφου εκ του μέρους της
στερεάς. Η άλλη η δυτικομεσημβρινή πλευρά ήτο προς την θάλασσαν. Όλος
ο περίβολος των νεκρών έκειτο επί λόφου θαλασσοπλήκτου, κωνοειδούς,
όπου προς το νότιον μέρος εσχηματίζετο κρημνώδης ακτή προς την
θάλασσαν (τα κύματα εβαυκάλιζον τον ύπνον των νεκρών). Η πύλη ήτο μεν
ανοικτή επί του μανδάλου και φύλαξ ουδείς υπήρχεν εντός, [Ούτε
οικίσκος ούτε ναός υπήρχεν, αλλ' ο ναός έκειτο επί υψηλοτέρου
οροπεδίου προς ανατολάς], αλλ' ήτο βαρεία και αυτός ο κρότος του
ανοίγματός της θα εφαίνετο ότι θα ήτο ικανός να (ταράξη τον ύπνον)
εξυπνήση τους νεκρούς τα μεσάνυκτα και θα επέβαλλε [προεκάλει] ρίγος
και φρικίασιν εις τα οστά του τολμητίου.
Αι δύο μαύραι σκιαί εκρύβησαν όπισθεν του βορεινού τοίχου και ο
Γιάννης της Στάμαινας έσπευσε δρομαίος και τας παρηκολούθησε. Μετ'
ολίγα βήματα τας αντίκρυσε πάλιν και πάραυτα εμετρίασε το βήμα.
Εκείναι εβάδισαν εκατοστύν βημάτων τον τοίχον-τοίχον και είτα
εστάθησαν.
Είχον φθάσει εις έν μέρος του περιβόλου, το οποίον εφαίνετο
χαμηλότερον, φθάνον μέχρι της μέσης μετρίου αναστήματος ανδρός, ενώ
το άλλο κτίριον έφθανεν έως τας μασχάλας ή τους ώμους. Λίθοι και
κονία είχον εκπέσει από την κορυφήν του τοίχου εις το μέρος εκείνο
και ήτο ευκολώτατον να το υπερβή άνθρωπος και να εισέλθη.
Ο Γιάννης εσταμάτησε και έβλεπε μετ' αυξούσης εκπλήξεως τα (*)
*) Το διήγημα, πιθανώς το τελευταίον του συγγραφέως, έμεινεν έως εδώ,
ατελές.