Μέσα σε μαρτιάτικα σύννεφα σκόνης — (Το ξέρετε δα πως το Μάρτη

στην Αθήνα παντρεύετ’ ο άνεμος με τη σκόνη και μέρα νύχτα έχουνε

φρενιασμένο κυνηγητό από δρόμο σε δρόμο, από σπητιού αγκωνή σ’

αγκωνή — χωρίς να τους κόφτη έναν παρά για τον κόσμο που τους

βλέπει — και βγαίνουν απ’ την πολιτεία και παίρνουν τους μεγάλους

δρόμους τους εξοχικούς ως πέρα στα βουνά και στη θάλασσα κάτω!) —

μέσα σε τέτοια ζωντανά σύννεφα σκόνης που τα δυνάστευε, περίτρομα

απ την ίδια τους λαχτάρα, η ποθερή ορμή τανέμου, ανέβαινε το μαύρο

ανθρώπινο μπουλούκι τη λεωφόρο Συγγρού. . και τα εξαπτέρυγα

πήγαιναν πλαγιαστά ενάντια του ανέμου ίδια κατάρτια καραβιού. .

και τα ζωντανά σύννεφα, που τανάδευε ανίκητη φρένα, πηγαίνανε μαζί

με τη συνοδεία των ανθρώπων που περπατούσανε να πάνε στο

μαντροπερίβολο του Χάρου, λες και τους σπρώχνανε να παν πιο

γλήγορα — γιατί Χάρος και γάμος τους ήταν ένα. . . Του Νίκου του

πόναγαν τα μάτια — απ' τον άνεμο και τη σκόνη, ή από δάκρυα που

δεν είχε κλάψει. . . Εκεί που τον πήγαιναν οι φίλοι κι ο αέρας τον

έσπρωχνε από πίσω μαζί με της νεκρής το φέρετρο, αισθανότανε σα

μια συνέχεια της ζωής που πέρασε με την πεθαμένη, αυτός ορθός κι

αυτή πάντα ξαπλωμένη — ζωντανός και νεκρή! — πάντα αυτός ορθός κι

αυτή κοιτάμενη — ήθελε δεν ήθελε. . όπως στη ζωή, έτσι και τώρα

στο θάνατο! Γύρισε πίσω να δη τη Λιόλια: πήγαινε κλαμένη,

βαστώντας το ξένο καπέλλο με τα δυο της χέρια, κι αυτή μαζί

σπρωγμένη πίσω απ’ το φέρετρο απ’ την ίδια δύναμη και κατάρα. .

και κοντά της έσερνε η Θεια Ελέγκω τα γεροντικά της πόδια. . .

Γύριζε ο άνεμος καμμιά φορά κ’ έφερνε πίσω την ψαλμωδία εκεινού με

το δεμένο μάτι, πούψελνε στον πιο αψηλό τόνο και μ’ όλη τη δύναμη

της μύτης του, για να τονέ βουβάνη τον άλλο ψάλτη. . του φάνηκε

πως έψελνε ολοένα: «Δόξα σοι ο Θεός! Δόξα σοι ο θεός ημών! Δόξα

σοι ο θεός!» και πως μ’ αυτό ήθελε να πη σαν από μέρος του: «Δόξα

το θεό!». . . Ο άνεμος έμπαινε κάτω απ’ τάσπρα φελόνια των

παππάδων και τα φούσκωνε. . και ταναποδογύριζε αποπάνω απ’ τα

καλυμαύχια τους και τους κουκούλωνε. . κ’ έτρεχαν κάθε τόσο

εκείνοι πούρχονταν αποπίσω να πιάσουν τανεμιστά παννιά σα φλόκκους

να τα κατεβάσουν: ίδιοι μασκαράδες με σεντόνια του φάνηκαν του

Νίκου άξαφνα οι παππάδες και τούρθε να γελάση δυνατά. . . Καθώς

έβγαιναν απ’ τη λεωφόρο Συγγρού, πέσανε μέσα σε μια σειρά άμαξες

κλειστές που γύριζαν απ’ άλλη κηδεία. Στάθηκαν ταμάξια να

προσπεράση το λείψανο της Βεργινίας: από μέσ’ απ’ ταμάξια κύτταζαν

κλαμένα μάτια και χέρια σηκώθηκαν και κάμανε σταυρούς κ’ έβγαλαν

καπέλλα για τη Βεργινία του! . . . . Τότε τούρθαν τα δάκρυα του

Νίκου κ’ έκλαψε με παιδακίσιο αναφυλλητό που του τάραξε όλο το

κορμί, γιατί συλλογίστηκε πως έχασε τη γυναίκα του που τη

λυπούνταν κ’ οι ξένοι μες ταμάξια: αλήθεια ήτονε σπουδαίο πράμα να

χάση κανείς τη γυναίκα του!

— Μην κάνης έτσι, κοτζάμ άντρας! — του είπε ο φίλος του ο Ντίνος,

που τον είχε πιάσει τώρα αυτός στη θέση του Περικλή.

Κι ο μάστορας απ’ την άλλη μεριά του λέει:

— Αυτή τώρα πια γλύτωσε κι' ησύχασε. . . σάματις που θα πάμε κ’

εμείς! — Δε λες καλά που δε σ’ άφησε κάνα παιδί, νάχης τώρα

ντράβαλα στο κεφάλι σου.

Η κάσσα της Βεργινίας πήγαινε τον ανήφορο μπροστά, ξέμακρα απ’ τη

συνοδεία. . ο άνεμος της ξεμάλλιαζε τα κόκκινα μαλλιά της. . η

σκόνη πηδούσε χούφτες-χούφτες στο νεκρό της πρόσωπο και της το

φιλούσε. . η φωνή του ψάλτη με τόνα μάτι έκανε δρόμο για τον

ερχομό της. . .

Ως που να πάνε στην εκκλησιά του Νεκροταφείου τα μάτια του Νίκου

είχανε στεγνώσει — γιατί τον κύτταζαν κ’ οι γυναίκες! . . . — Το

καημένο το παιδί! έλεγε μια γριά μ’ ένα μαντήλι στο κεφάλι σε μια

χοντρή μεσόκοπη — άτυχο που ήτονε να πάρη άρρωστη γυναίκα — παιδί

πράμα!

— Αμ τούχε ριχτή αυτή — Θεός σχωρέσ’ την ψυχή της! . . κι απέ

αυτός δεν τόχε σκοπό για στεφάνι· τονέ μπλέξανε βλέπεις τον

άνθρωπο. . αυτή φαινόταν από παντοτεινά φιλάρρωστη. Μου τόπε

έμεναν η Ευρυδίκη η καπελλού που ήτανε φιλενάδες. . .

— Ποιος τα λέει αυτά — πετάχτηκε αποπίσω τους μιαν άλλη, μια

κιτρινιάρα με καπέλλο: Εγώ σας λέω πως δε θα πέθαινε η σχωρεμένη

μήτε σε δέκα χρόνια μέσα, μόνο την έφαγε το μαράζι —

— Που δεν έκανε παιδί; ε; — τόχω ακουστά κι αυτό —

— Τι παιδί και ξεπαιδί! — παιδιά έχει το βρεφοκομείο όσα θέλεις.

. ο λόγος είνε για το κορίτσι. . .

— Για ποιό κορίτσι λένε; — — γύρισε πίσω της και ρώτησε μυστικά

μια που πήγαινε μπροστά κ’ είχε ταυτιά της πίσω, μια στεγνή και

λιγνή σα στέκα μπιλιάρδου.

— Από μικρή κι από κοντή να φοβάσαι, είπε η πλαϊνή αυτηνής που

πρωτομίλησε.

— Για τη Λιόλια δα λένε — κρυφολάλησε η χοντρή, απαντώντας στην

ερώτηση της στέκας.

— Αμ δεν τάβλεπε θαρρείς η μακαρίτισσα! είπε δυνατά η κιτρινιάρα

— αυτή έσκασε απ’ το κακό της. . .

Πιο πέρα η Μπιμπίκα έλεγε στη γυναίκα του μπακάλη:

— Αυτή σου είν' από ‘κείνες: Ο Θεός να φυλάη ταντρόγυνα! . . .

Κι ως πέρα πίσω φθάσανε τα κρυφολαλήματά των γυναικών που

χύνονταν, ίδια νερά από βρύσες αφημένες ανοιχτές, τον κατήφορο . .

(κ’ οι ανοιχτές κάνουλες πούτρεχαν ακατάπαυτα ήταν οι

Χαρζανοπουλίνες κ’ η Ευρυδίκη). . και τα ποταμάκια τα νερά έφερναν

ένα γύρο τη Λιόλια, που βρισκότανε σαν απάνω σε νησί, καθώς

πήγαινε ανίδεη με τη θεια Ελέγκω, σκονισμένη, ανεμορσυμένη. . . κι

όχι νερά ήταν, παρά δόντια λύκων αστράφτανε μέσ’ απ' αχνισμένα

στόματα ολόγυρα απ’ το θύμα, έτοιμα να το σπαράξουν. . . Πίσω-πίσω

περπατούσε μια χοντροκοπιά, με δυσκολία, βαρειανασαίνοντας κι

αγκομαχώντας. . κι άξαφνα το μυρίστηκε πως κάτι λεγόταν αυτού

μπροστά και μάζεψε τα ξύγκια της κ’ έτρεξε κι αυτή να σμίξη το

κοπάδι των λύκων. . κ’ έφαγε τα λυσσιακά της ως που να πιάση από

'να λόγο άκρες μέσες. . .

— Καλέ για την Όλια λέτενε! — μπήκε κι αυτή στην κουβέντα — ο

κόσμος τόχει τούμπανο. . .

— Λιόλια τη λεν, όχι Όλια!

— Το ίδιο κάνει! — μια σαραντάρα δεν είναι; την ξέρω εγώ από

καιρό. . και να δήτε το τι μούπανε για κάποιον άλλον, που τάχει

λέει και με τους δυο κ’ έχει και δυο παιδάκια λέει ο άλλος —

Κι ως που να μπούνε στην εκκλησία, ο κόσμος σταλήθεια τόχε

τούμπανο. . .

«Δεύτε τελευταίον ασπασμόν. .», έβγαλε ο ψάλτης μια ψιλή φωνή απ’

τη μύτη, που ξεπετάχτηκε, σαλευούμενη σαν τους χαρτένιους αϊτούς

όταν παίρνουν τη φόρα τους, ίσαμ’ απάνω στο θόλο με τους φεγγίτες

κι από κει ξανάπεσε κάτω και φτεροκόπησε σα νυχτερίδα, πάνω απ’ τα

κεφάλια των ανθρώπων, μες τη γυμνή εκκλησία που απηχούσε. Ο ένας

παππάς, ο πιο γέρος, κρύωνε κ’ είχε ρίξει αποπάνω απ’ το φελόνι

του ένα μαύρο μάλλινο σαλάκι που τούπεσε εκεί που φιλούσε. Τον

πήγαν οι φίλοι το Νίκο να φιλήση. Μα δεν είχε το νου του· μόνο σαν

έπεσαν τα μάτια του απάνω στα μαλλιά της Βεργινίας τα κόκκινα κι

αριά, πούταν τώρα σταχτιά απ’ τη σκόνη κι αναμαλλιασμένα, θυμήθηκε

το προσκέφαλο του κρεββατιού τους που ακκουμπούσαν τα κεφάλια και

των δυονών τους κ’ η πεθαμένη πέρναγε τα δάχτυλά της μέσα στα δικά

του τα μαύρα και πηχτά μαλλιά και του τα χάδευε και τούξυνε το

κεφάλι — και τότε ξαναβούρκωσαν τα μάτια του. . . Έκλαιγε η θεια

Ελέγκω με ξεφωνητά εκεί που φιλούσε. Τι θλιβερό που είναι το

γεροντικό το κλάμα! — βροχή νυχτερινή που δεν ελπίζει για ήλιο και

για ξαστέρωμα. Πήγε κ’ η Λιόλια και φίλησε μ’ αναφυλλητό και τα

χείλια της ακκούμπησαν απάνω στη μύτη της νεκρής πούτον κρύα και

κοφτερή σαν κόψη μαχαιριού. . .

&Ο γυναικοκαυγάς.&

Την έθαψαν πέρα στα «νέα», κοντά σ’ ένα σωρό πέτρες. Ένα-δυο

αγριολούλουδα απόμειναν ολόγυρα σταπορριχμένο χώμα που ξανασκέπασε

τον ανοιγμένο λάκκο. . και τρεμοπαλεύανε στον άνεμο. . .

— — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — —

— Να δης, Κυρά γειτόνισσα, που πριν τους έξη μήνες, θάχουμε

καινούργια παντρολογήματα — είπε η Ευρυδίκη στη Χαρζανοπουλίνα,

καθώς περνούσε η συνοδεία απ’ τη γέφυρα του Νεκροταφείου — βράδυ

πια — από δυο-τρεις μαζί, σκόρπιοι εδώ κ’ εκεί. . .

— Και πώς το λες αυτό Κερά μου; Μη σου πέρασε η ιδέα πως θα σου

κάνουμε χαλάστρα; Εγώ τις κόρες μου δεν τις έχω για τον τυχών. .

κι ούτε ψοφούμε γι’ άντρα σαν κάποιες άλλες, λυσσασμένες. .

— Είπα εγώ τίποτα; άλλο πάλι τούτο! γι’ άλλο πράμα πήγαινα να σου

μιλήσω: μα όποιος έχει τη μύγα μυγιάζεται!

— Αυτό που σου λέω 'γώ! κ’ εμείς άχερα δεν τρώμε! Εγώ, Κερά μου,

σε βλέπω και σ’ ακούγω κι ας κάνης την όσια Μαρία — και μη θαρρής

πως δε μαθεύουνται. .

— Σα βάζη κανείς τη μύτη του παντού μυρίζεται και τις πομπές του

—

— . . μόνο να κυττάξης να τα τριτώσης γλήγορα, γιατί όσο περνάει

η μπογιά σου. . .

— Μαμά! έλα πάμε σπίτι, γιατί δεν τις ανέχομαι τις προστυχάντσες

— φώναζε η Μπιμπίκα που είχε τα νεύρα πολύ «λεπτότατα». . .

. . Και τραβήξανε, μάννα και κόρες, μπροστά με φούργια σαν τρεις

ξυλόκοττες ερεθισμένες. . .

— Τι έπαθαν αυτές οι κανκάγιες και ξεφωνίζουνε — γύρισε κ’ είπε ο

μάστορας του Νίκου που πήγαινε μπροστά μαζί του και τούλεγε για

κάτι μαόνια που τα περίμενε τούτη τη βδομάδα ναρθούν από το

Τριέστι. . .

Γυρίσανε στο σπίτι η θεια Ελέγκω με τη Λιόλια και με μια

γειτόνισσα, τη γυναίκα του Κυρ Γιώργη του Καψοκέφαλου, του

παπλωματά. Το Νίκο τον πήραν οι φίλοι απ’ του Μακρυγιάννη, να πάνε

να φάνε σ’ ένα μαγαζί στην Πλάκα. Η Ευρυδίκη απόμεινε πιο κάτω,

στο σπίτι της, για να μη συναπαντηθή με τις Χαρζανοπουλίνες. Αυτές

είχανε γίνει καπνός απ’ τη γέφυρα του Νεκροταφείου —

Απέξω απ’ την πόρτα του σπιτιού ήταν τα κομμάτια του σπασμένου

κανατιού λες κ’ ήταν τα συντρίμμια απ' τη ζωή της Βεργινίας.

Αχ, τι κάμαρη ήτον τούτη! Πού η πάστρα και η ταχτοποίηση που

κρατούσε η Λιόλια! Τους ξανάρθαν τα κλάματα, της Λιόλιας και της

θειας Ελέγκως, σαν είδαν την ανακατοσούρα και ταδειανό κρεββάτι

της Βεργινίας, σπρωγμένο σε μιαν άκρη. . Έπιασ’ η θεια Ελέγκω με

τη γειτόνισσα, που ήτανε μια καλή γυναικούλα πονόψυχη, να

συγυρίσουνε λιγάκι, ναερίσουν το κρεββάτι. Εκεί που πασχίζανε

μαζί, την πήρε κατά μέρος η γειτόνισσα και της τάπε όλα, τα τι

λέγανε για το κορίτσι στο δρόμο οι γυναίκες. Έγινε η θεια Ελέγκω

θεριό μονάχο. Σαν αποτελείωσαν τη δουλειά τους, είπε της Λιόλιας:

— Έλα μάζεψε τα ρούχα σου ναρθής σπίτι μου, στο μενούτο!

Δε μίλησε η Λιόλια, μόν’ άρχισε πάλι να κλαίη σιγαλά. . . Την ώρα

εκείνη φανερώνεται άξαφνα η γριά Κλητήραινα από πλάι να ρίξη μια

ματιά μήπως και μπήκε κανείς απέξω να κλέψη.

Της έγνεψε η παπλωματού της θειας Ελέγκως, με το μάτι, τάχα πως να

μην πη τίποτα για όσα της είχε ειπωμένα. Μα η Κερά Ελέγκω δεν

ήξερε καμώματα.

— Ζωή σε λόγου σας! — χαιρέτησε καθώς μπήκε μέσα η

Χαρζανοπουλίνα· και βλέποντας τη Λιόλια που δίπλωνε τα ρουχαλάκια

της, γιάλισαν τα μάτια της και είπε:

— Και για που τόβαλε το καλό το κορίτσι; Βλέπω και μαζεύεις τα

ρουχαλάκια σου!

— Την παίρνω σπίτι μαζί μου. . τώρα πια τι δουλειά έχει εδώ! —

αποκρίθηκε πικαρισμένη, η θεια Ελέγκω, χωρίς να γυρίση να κυττάξη.

— Αμή βέβαια! καλά κάνεις! Μιαν ώρ' αρχύτερα. Είσαι φρόνιμη

γυναίκα· γιατί ξέρεις ο κόσμος είναι κακός και λέει πολλά. . .

— Και ποιος έχει να πη τίποτις για το κορίτσι; οι

παλιοπατσαβούρες;

— Αρωτάς;! Τα τι σέρνει μονάχα εκείνη η Ευρυδίκη, η

αντροχωρίστρα, η μουντζουρωμένη! . . και πού 'σαι ακόμα! Κάλλιο

λέει να σου βγη το μάτι, παρά τόνομα!

Δε βάσταξε η θεια Ελέγκω απ’ την τόση υποκρισία:

— Του λόγου σου, Κερά μου, που ξέρεις να μιλάς για τους άλλους να

κυττάξης να μη βγη τω δικώνε σου των κοριτσιών τόνομα που θα πης

για τη Λιόλια μου.

— Των κοριτσιών μου;! Και ποιά είσαι εσύ που θα πιάσης τις κόρες

μου στο στόμα σου αυτάδισα!

— Εγώ τις κόρες σου στο στόμα μου!; — φτου σας! σουρλουλούδες!

— Σ' εμένα καλέ λες τέτοια λόγια; ξεφώνισε σαν παγώνι η γριά

Χαρζανοπουλίνα, πούχε κιτρινίσει απ’ το κακό της σαν τη ζαφουρά κ’

η ελιά της είχε ξεπεταχτή ολόρθη — σουρλουλούδες εμείς! Ξέρεις πια

‘μαι ‘γώ; Παλιοκούφταλο! Ξεδοντιάρα! Ίσια κι όμοια γινήκαμε τώρα

με τις ξενοπλύστρες, τις κουρβλούδες! Καλά λεν: «Όποιος

ανακατώνεται με τα πίτουρα τον τρων οι κόττες!». Μπα που κακό

συχισμό και ταραμό νάχης, όπως με σύγχυσες! Αχρόνιαγη. . . Μα θα

σου δείξω 'γώ με ποιάν έχεις να κάνης! . . και χύθηκ’ έξω απ’ την

πόρτα.

Μόλις είχε φύγει, ξανανοίγει η πόρτα και παρουσιάζεται η Ευρυδίκη,

πούχ' έρθει σούρπα σούρπα να δη τι θα γίνη με τη Λιόλια; θα φύγη;

θα κάτση;

— Του λόγου σου, Κερά μοδίστρα, είσαι πούβγαλες τα λόγια για το

κορίτσι; — πετάχτηκε απάνω της η Κερά Ελέγκω, μόλις την είδε,

μανιασμένη καθώς ήτον απ' την άλλη. Κύττα καλά, κακομοίρα μου,

γιατί στο ξερριζώνω αυτό το τσουλούφι το λιγδιασμένο! Ακούς εκεί!

Σςς! —

— Τι έπαθε τούτη! Λύσσαξες κυρούλα μου; Σα λύσσαξες να πας στον

Παμπούκη! Τι λόγια μου λογιάζεις αυτού πέρα; — Μας τάπε, νά τώρα

δα, εδωνά που στέκεσαι, η φιλενάδα σου η πλαϊνή — αμ «όμοιος τον

όμοιο κ’ η κοπριά στα λάχανα!» — εκείνη ντε πούχει τις δυο

πανούκλες, φωτιά να τις κάψη! . . .

— Αυτή σούπε για μένα; Να σου φέρω μαρτύρους — πόσους θέλεις; —

τα τι έλεγε στο δρόμο που πηγαίναμε τη νεκρή;. . . Κερά Γιώργαινα!

— γύρισε κατά την παπλωματού — έτσι καλό νάχης! να χα — α — ρής το

στεφάνι σου και τα παιδιά σου! Πες! τι έλεγε η Χαρζανοπουλίνα; —

εκεί δανά ήσουν κ’ εσύ — πως τάχα πήγαν ο Κυρ Νίκος με το κορίτσι

και βραδιαστήκανε στην Καλλιθέα τάχα για λουλούδια — τους είδανε

λέει αυτές απ’ το παντζουράκι, εκεί που γύριζαν. . Και μόλις το

πήρε λέει χαμπάρι η σχωρεμένη: πως είχανε δηλαδή. . εμ

καταλαβαίνεις δα. .

( — Φτού — ού! Σκύλλες! — έκαμε, πνιγμένη από αγανάχτηση, η θεια

Ελέγκω.)

— . . αυτό δα φαίνεται κι απ’ τα μάτια! . . πλάνταξε η καψερή απ’

το κακό της!

Η Λιόλια είχε κρυφτή πίσω απ’ το κρεββάτι και βαστούσε το πρόσωπό

της μες τα χέρια της.

— . . Τέτοια λέγανε — στα μάτια μου! — όχι θα μου πουν εμένα! . .

. Αμ αυτές έχουνε βγάλει μπυοφύτη απ’ τη σκασίλα τους που δεν

ξεψυχούσε μιαν ώρα αρχύτερα η σχωρεμένη — — για να πιάσουν το

παλληκάρι στα βρόχια τους κι ολημερίς άναβαν κεριά — να μην δω

καλή μέρα! ξέρω 'γώ τι σου λέω: τάξερε κ’ η δυστυχισμένη, μου

τάλεγε μια μέρα με την ψυχή στα χείλη. . .

Ω, συφορά! Νά σου ξαναμπαίνει άξαφνα η Χαρζανοπουλίνα με τις δυο

της κόρες τώρα και με την αδελφή της την Αριστείδαινα για

επικουρία. Πώς τα φέρνει έτσι ο Θεός για να γίνωνται τα μεγάλα

πράματα σαν από μονάχα τους!

Από καιρό μπουμπούνιζε, μα τώρα ξέσπασε! . . .

— Τι φωνές ήταν εκείνες! τι βρισιές! τι μαλλιοτραβήγματα. Τι ήταν

του Ομήρου οι ήρωες μπροστά σ’ αυτές τις γυναίκες που μάχονταν:

αγκώνας με στήθος, νύχι με μάγουλο, δόντι με κρέας, κλωτσιά με

κοιλιά!

Αν εβγήκανε ζωντανές απ’ αυτόν το γυναικοκαυγά οι Χαρζανοπουλίνες

κ’ η Ευρυδίκη, ήταν που τους παραστέκονταν κάποιες καινούργιες

ελληνικές θεότητες της Κουτσομπολιάς και της Κακογλωσσιάς: —

έκαναν κ’ οι άλλες το μέρος τους, και προπάντων της θειάς Ελέγκως

οι γροθιές καθώς ήταν απ’ τη σκάφη δε χωρατεύανε, μα πιο κατώτερα

πάντα, σαν την ομηρική την πλέμπα ολόγυρα στους ήρωες. . .

Η Λιόλια έτρεξε με τις φωνές έξω στο δρόμο. Άκουσαν οι γυναίκες

στις αυλές — πουν' ταυτί τους μαθημένο — και βγήκανε στις πόρτες·

μερικές κιόλας, που τις έτρωγε η περιέργεια, πήραν τον ανήφορο

ίσαμε μπροστά στο σπίτι. . . Είχε νυχτώσει πια. . . Ηύραν ευκαιρία

οι Χαρζανοπουλίνες με τη σύμμαχό τους να κάνουν ταχτικήν

υποχώρηση: δεν ηθέλανε να τις ιδούν οι προστυχάντσες, γιατί

βαστούσαν πολύ στην αξιοπρέπεια! — Τα χάλια τους! . . να τις

βλέπατε πώς ξεγλίστρησαν έξω απ’ την πόρτα να κρυφτούνε στη δική

τους! . . . Βγήκε κ’ η Ευρυδίκη, νικήτρια! Μα η νίκη της ήτονε

συφορά και χαλασμός αλάλητος: τίποτα δε βρισκόταν απάνω στο κεφάλι

της απ’ όσα τόχε φορτώσει το πρωί. Τη βάλανε στη μέση, το

γυναικομάνι πούχε μαζευτή, και την πήγανε με σούσσουρο τον

κατήφορο κι αυτή τους τάλεγε πια χωρίς πνοή, με τα χέρια, με το

κεφάλι το ξετσουλουφιασμένο, μ’ ό,τι της είχε απομείνει. . . Πήρε

κ’ η θεια Ελέγκω, τρέμοντας σύσσωμη απ’ τη χολή που την έπνιγε, τη

φοβισμένη Λιόλια με το μπογαλάκι της απ’ το χέρι και κλείδωσε την

κάμαρη και το κλειδί τόδωσε της πονόψυχης της Κερά Γιώργαινας να

το δώση του Νίκου άμα που θαρθή! . . .

Σε λίγο ήρθε ο Νίκος, συντροφεμένος. Βρίσκει την πόρτα κλειστή.

Εκεί που χτύπαγε, έφθασε η γειτόνισσα και τούφερε το κλειδί και

του τα πρόκαμε όλα με το νι και με το σίγμα. Πολύ του κακοφάνηκε

του Νίκου που έφυγ' έτσι η Λιόλια, χωρίς να την ιδή — μα δεν

ταπόδειξε ούτε στη γειτόνισσα, ούτε στους φίλους του — —

— — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — —

Κάθησε ο Νίκος κοντά δέκα μέρες, ολομόναχος στην κάμαρη την έρημη.

. . Στη θεια Ελέγκω δεν πήγε ολότελα γιατί ντρεπόταν εξ αιτίας της

Λιόλιας, γι’ αυτά πούχαν ακουστή. Έτρωγε όξω, σ’ ένα μαγαζί της

Πλάκας μαζί με το Ντίνο. . . Η γριά η Χαρζανοπουλίνα του ζήταγε

καθεμέρα το κλειδί για ναρχότανε με τις κόρες της να τούφτειαγνε

το κρεββάτι του. . να του συγύριζε την καμαρούλα τον. Δε θέλησε ο

Νίκος να τους αποδείξη τίποτα για όσα γίνηκαν και τους τόδινε το

κλειδί. . Σιγά-σιγά αρχίσανε να τονέ φέρνουνε βόλτα: κάτι

καλημερούδια πονετικά, πίσω ατ’ το παντζουράκι, κάτι χαμόγελα

ροδοζαχαρωμένα, κάποιος κεσές κυδώνι μπελτέ να γλυκαίνη το παιδί

το στόμα του κάθε πρωί. . . Η γριά δα τόχε απ’ ανέκαθε μέσα στην

καρδιά της το παλληκάρι για την προκοπή και την αξιάδα του. . και

κάθε τόσο να του λέη για τη σχωρεμένη τη Βεργινία που στάθηκε

άτυχη να μην τονέ χαρή τέτοιον αντρούλη που της χάρισε ο Θεός. .

και πετούσε κι από 'ναν πούντο για τη Λιόλια που καλύτερα να μην

ερχόταν ολότελα: όχι πως τα πίστεψε αυτά πούβγαλε εκείνη η

φτειασιδωμένη, η διπλοχωρισμένη, η παλιογλωσσού η Ευρυδίκη, αλλά

γιατί να δίνης αφορμή. . . Νά, αυτό το λιγοστό που της έκανε της

Βεργινίας η μικρή, τάχα δε θα τόκανε κ’ η Μπιμπίκα της — πούναι

και τόσο ψυχοπονετικιά! και χωρίς κανένα έξοδο. Ό,τι και νάναι, το

σπιτικό θέλει πάντα νάχη άνθρωπο με το νου στο κεφάλι αποπάνω του,

να ξέρη τη λάτρα του νοικοκύρη. . . Και «χα! — χα! — χα! — χα!»,

ξεκαρδιζότανε στα γέλοια εκεί που θυμόταν το τι είχαν πη για τη

Λιόλια πως θα την έπαιρνε λέει γυναίκα του, ο Κυρ Νίκος! Σου λεν

οστόσο κάτι πράματα! — σε καλό τους! . . . Του Κυρ Νίκου — να

περάση δα πρώτα λίγος καιρός, να ξεχαστούν οι πίκρες! — τούπρεπε

κορίτσι με μόρφωση, να την έχη σύντροφο, για καμμιά συμβουλή, για

ό,τι λάχη, να μη ντρέπεται να την πάη και πουθενά, να ξέρη να του

αναστήση τα παιδάκια του. Αυτά είναι πια τυχυρά . . .

Τα μυρίστηκε ο Νίκος.

Κι' αυτά ίσα-ίσα του άναψαν πάλι τον πόθο για τη Λιόλια. . και τις

άφηνε να λεν και να φτειάγνουν οι Χαρζανοπουλίνες, μόνο και μόνο

γιατί μ’ αυτά κι αυτά πύρωνε μέσα του ο πόθος για τη Λιόλια.

Τον έπιανε κ’ η Ευρυδίκη απ’ την άλλη τη μεριά και τονέ

καλαναρχούσε για τις τρεις καρακάξες, ψέλνοντάς τους τα κακά της

μοίρας τους, πως τάχατις αυτές σκότωσαν τη Βεργινία με τα λόγια

και με τα μάγια που της κάνανε για να τον περιλάβουν το νιό στα

βρόχια τους· έλεγε και για τη Λιόλια τα όσα σέρνει η σκούπα, μα με

τα ίδια προσεχτικά λογάκια σαν τις άλλες· και 'κεί που την πετούσε

τη σαΐττα της, τούρριχνε και του Νίκου μια ματιά, πούλυωνε το

μολύβι μέσα στην κουτάλα να το χύσης στο νερό να δης τη μοίρα σου!

Τα κατάλαβε κι απ’ αυτήν τη μεριά, ο Νίκος.

Και μ’ αυτά ίσα-ίσα φούντωσε τώρα μέσα στην καρδιά τον ο πόθος του

κοριτσιού, ξεχείλησ’ η λαχτάρα τον για τη Λιόλια.

Ήτον ολομόναχος στην κάμαρη το βράδυ. . κοιμότανε στο κρεββάτι

πούχε πεθάνει η Βεργινία (μόνο τις δυο πρώτες νύχτες κοιμήθηκε όξω

με το Ντίνο). . . Κάθε τόσο του φαινόταν πως θε νάβλεπε το λοφάκι

πούκανε της Λιόλιας το κορμί κάτω απ’ το πάπλωμά της, χάμω μπροστά

στο κρεββάτι. . έβλεπε πάλι μπροστά του τον κάμπο μετά λουλούδια.

. αισθανόταν τολόθερμό της στήθος σαν πουπουλένιο απάνω στο δικό

του και την πνοή της στο στόμα του σαν την άχνα του ζεστού ψωμιού.

. πάλι έμπαινε σταυτιά του η φωνή της, εκείνη η φωνή η αξέχαστη

κάτω απ’ τις μυγδαλιές και μέσα στο αίμα του έτρεχε η ίδια φλόγα η

γλυκειά και τούλυνε τα μέλη. . .

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Σε δέκα αέρες μέσα πήγε στης θειας Ελέγκως και πήρε τη Λιόλια και

την έφερε στο σπίτι.

&Το μουντό τραγούδι.&

Πώς την κατάφερε τη θεια Ελέγκω κι άφησε τη Λιόλια;

Της είπε πως θα την πάρη γυναίκα του; ή θέλησε το κορίτσι για να

πάη μαζί του;

Σαν ακούστηκε στη γειτονειά πως ξαναήρθε η Λιόλια στο σπίτι του

χηρευάμενου απάνω στα εννιάμερα της σχωρεμένης! — βγήκαν οι

γυναίκες στις πόρτες τους απ’ αγνάντια και με τα δυο τους τα χέρια

τραβούσαν τα μάγουλά τους κάτω απ’ τη ντροπή τους. . . Οι

Χαρζανοπουλίνες αμπαρώθηκανε μην τους χυθούν τα μάτια που θε

νάβλεπαν τη μουντζούρα πλάι τους. . . Η Ευρυδίκη έστριφε ολόγυρα

της σαν το φίδι που κυνηγάει την ουρά του. . . Μόνο η πονόψυχη η

Κυρά Γιώργαινα ερχότανε να δη τη Λιόλια κ’ η θεια Ελέγκω — μα

σπάνια κι αυτή. Ήθελε ο Νίκος να πιάση κάμαρη αλλού, μα χρώσταγε

τρία νοίκια και δεν μπορούσε να φύγη πριν να πάρη κάτι λεφτά που

τούμεναν απ’ τη δουλειά του. . .

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Η Λιόλια ήταν τώρα γυναίκα του Νίκου.

Η Ζωή της Λιόλιας έπιασε άλλο δρόμο τώρα — άλλαξε το σκοπό της τον

τραγουδιστό. .

Η ζωή είναι τραγούδι που σβύνει — — Η ζωή είναι ποτάμι που

κυλά. . .

Πώς τρέχει ένα νεράκι πούρχεται απ’ το βουνό ήσυχο και κελαϊδιστό

και στέκεται και βλέπει τον ήλιο και σιγοκυλάει μέσ’ απ’ τον κάμπο

και γλυκοκουβεντιάζει με τα λουλούδια που το χαιρετούν κι έξαφνα

φθάνει στην άκρη ενός γκρεμού και πέφτει αφρίζοντας σε δάκρυα

βουερά κάτω σε μια λίμνη κοιμισμένη και χάνεται στασάλευτά της

βάθη τα μαυροπράσινα; — πώς κάνει φτερά το τραγούδι της ψυχής που

λαχταρά και πετιέται κυματιστά πάνω απ’ τα σχοίνα και τις κορφές

των πεύκων και πάνω απ’ τα κίτρινα σπαρτά σαν τη σιταρίθρα και

άξαφνα βγαίνει ένα σύννεφο μπροστά στον ήλιο της ζωής και το

τραγούδι μουντώνει και γίνεται βαρύ κι αργό με τη φωνή

γονατισμένη; — έτσι και της Λιόλιας η ζωή τώρα μονομιάς απ' τη

βουή του πόνου έπεσε σε βάθη κοιμισμένα — έτσι και το τραγούδι της

ζωής της απ’ τον ήσκιο βάρυνε, μούντωσε και τσάκισε — —

Απ’ την ημέρα που ξαναπάτησε το πόδι της στην κάμαρη πούχε πεθάνει

η Βεργινία, σκοτείνιασ’ η ψυχή της: ζούσε σα μέσα σε κάποιον από

'κείνες τις συννεφιασμένες νύχτες, τις ασάλευτες και ναρκωμένες,

με περίχυτο ένα φως χλωμό απ’ το πνιγμένο το φεγγάρι. . . Κ’ έτσι

πέρασε η ζωή της εφτά μήνες χωρίς να βγη απ’ αυτό το ησκιόφωτο. .

κάτω απ’ το παντοτεινό πέπλο το συννεφένιο η θλιμμένη αποφεγγιά

του βάραινε περισσότερο την ψυχή της παρά νάκανε σκοτάδι —

Αυτό το συννεφένιο πέπλο ήτον ο ήσκιος της Βεργινίας — —

Κι όπως ανοίγουν που και που τα νέφελα και φαίνεται το φεγγάρι που

ταξιδεύει λυπημένο κι αμίλητο σ’ ένα πέλαγος έρημο, πίσω απ’

ασημένια αέρινα βουνά κι αυτά πάλι κλείνουνε στο διάβα του και το

πνίγουν — έτσ’ ήτον και τις λίγες φορές που κουνήθηκε η ψυχή της

απ' τη νάρκη ναναλάμψη σε χαρά η θλίψη.

Μα κι αυτό το φεγγάρι της ψυχής της, όπως και τάλλο τουρανού ήτονε

γι’ αυτήν πάντα το πρόσωπό της Βεργινίας, το κάτασπρο — από τότες

που την είχε πλανέψει από πάνω στο βουναλάκι. . .

Έξω ήτον καλοκαίρι: ήλιος ασπρόφλογος παντού . . βαθιά γλαυκή πέρα

η θάλασσα που έστελνε κάθε απομεσήμερο δροσερές πνοές κ’ έδερναν

ταπλωμένα ρούχα στις αυλές. . φρούτα. . τραγούδια τη νύχτα μες

τους δρόμους που ανοίγανε λιγωμένη αγκαλιά στου φεγγαριού το

σιγαλινόν ύπνο, τον ασημένιο. . λουλούδια. . κελαιδήματα πουλιών.

. σύννεφα μεγάλα σαν τρικάταρτα καράβια μ’ άσπρα παννιά σαν

κάτεργα παλιά, ασάλευτα στις ράχες των βουνών, και καμμιά φορά σα

Δράκοι κι αρχαίοι Θεοί που μπουμπούνιζαν πάνω απ’ τον Πάρνηθα και

τον Υμηττό . . . Και μ’ όλ' αυτά η Λιόλια — κι όχι μονάχα η

Λιόλια, μα κι ο Νίκος, ζούσανε μαζί σα μέσα σ’ ένα υπόγειο που

τους βάραινε το χαμηλό ταβάνι στο κεφάλι κι ο αέρας ο βαρύς στο

στήθος — —

Από 'κείνο το βράδυ που την είχε ξεγελάσει το φεγγάρι δε

λαμπάδιασε πια η ψυχή του κοριτσιού — όσο και να την έσφιγγε ο

αγαπημένος της μέσα στα δυνατά του χέρια — ολοδικήν του πια! —

ολόδικός της! — μ’ όση φλόγα και να κόλλαγε τα χείλια του στα δικά

της. (Αχ, εκείνο το κρεββάτι! — της Βεργινίας το φριχτό

κρεββάτι!). . . Μα ούτε κι ο Νίκος δεν ξανάνοιωσε απ’ τη ρόδινη

της σάρκα την ίδιαν άλαλη τη ευτυχία ολάκερου του είναι του που τη

θύμισή της την είχε πάρει μαζί του απ’ τον κάμπο, σα μοσχοβολιά

λουλουδένια αστέρευτη, και που ξεχείλιζε μέσα του ακόμα πιο

υπερδύναμη τις πρώτες δέκα μέρες πούμεινε στην κάμαρη μονάχος του

— μονάχος με τη λαχτάρα του. . . Και το περισσότερο αισθανόταν

αυτός απάνω του το σκοτεινό βάρος το πεσμένο στην ψυχή της Λιόλιας

κ’ έτσι καταλάβαινε πως κ’ η δική του η καρδιά ήτονε μολύβι κι

απάνω στη φλόγα των νιάτων του έπεφτε μια στάχτη — —

Άρχισε να μένη έξω απ’ το σπίτι το βράδυ αργά, να γυρίζη

ζαλισμένος απ’ το κρασί, καμμιά φορά και μεθυσμένος. Τσακωνότανε

συχνά πυκνά με τους φίλους και με τους γνωριμιούς του — το

περισσότερο για τη Λιόλια, που κάθε τόσο του πετούσαν κι από 'να

λόγο — και ξέσκαγε στη Λιόλια μ’ αγριομιλήματα και σπρωξιές. . .

Δεν ήτον ευχαριστημένος κι από λεφτά, γιατί του πήγανε πολλά για

το λείψανο, στα φάρμακα και στο γιατρό που δεν τον είχε πληρωμένον

ως τα τώρα. . κι ο μάστοράς του δεν ευκολυνότανε να του δώση κι

άλλη μπροστάντζα. . .

Μια βραδιά ανταμωθήκανε με το Μίμη — εκείνον το μαυροκίτρινο με

τανασκουμπωμένα χείλια που κυνηγούσε τη Λιόλια κ’ είχανε μαλλώσει

στο χορό της απόκριας· δεν είχαν ξανασμίξει από κείνην τη νύχτα.

Καθόντουσαν ο Νίκος, ο Ντίνος κι άλλοι τρεις σε μια ταβέρνα,

υπόγειο, κατά την Άγια Αικατερίνη — που την είχε κάποιος άλλος

φίλος τους, ο Γιάννης πούχε κάμει τραπεζιέρης στο «Άστυ» — και

κουτσοπίνανε μ’ ένα κιθαρόνι συντροφιά· είχανε βάλει κ’ ένα μπούτι

με πατάτες στο φούρνο για μεζέ που μύριζε όλο το μαγαζί: θάχανε

σουρώσει ίσαμε μιάμιση οκά ο καθένας τους. Νά σου άξαφνα ο Μίμης

που κατεβαίνει τις ασκάλες. Του φωνάζουν οι φίλοι του Νίκου,

πούτον και δικοί του, να τον κεράσουνε — γιατί δεν τόξεραν πως

ήταν ψυχραμένοι με το Νίκο. Χαιρέτησε ο Μίμης κ’ ήρθε κ’ έκατσε. Ο

Νίκος τον πήρε αψήφιστα το χαιρετισμό. Άρχισαν οι φίλοι να του λεν

του Μίμη για την κακοριζικιά του Νίκου που πήγε κ’ έκλεψε ένα

κορίτσι σαν το κρύο το νερό — ενού μηνός απόχηρος με πέντε δάχτυλα

θλίψη στο καπέλλο! — και το κρατάει λέει τώρα κλειδωμένο μες την

κάμαρη γιατί φοβάται μην του φύγη. Μεθυσμένοι ήταν και τάλεγαν

αρπαχτά ταστεία. Ο Μίμης κιτρίνισε, όπως το συνείθιζε άμα

ταραζότανε, μάλιστα για κορίτσι:

— Μπας και τη λένε Λιόλια; είπε —

— Αυτό νακούγεται! η Λιόλια, η περίφημη! — πετάχτηκ’ ένας απ’ την

παρέα. Ποιος μας τάλεγε τις προάλλες;

Τούρθε πολύ άσχημα του Μίμη. Τα θυμήθηκε όλα. Ίσως και νάλπιζε

ακόμα πως Θα τη συντύχαινε καμμιά φορά πουθενά τη Λιόλια.

— Δε χρειαζότανε δα και μεγάλη φιλοσοφία! αυτό φάνηκε ξαρχής! —

είπε, γελώντας περιπαιχτικά.

Η Κερένια κούκλα: Αθηναϊκό μυθιστόρημα · 第 7 / 9 段