Λιόλια, απ’ το Μίμη τούτανε φαρμάκι. Εκεί που σήκωσαν όλοι τα
ποτήρια να τσιγκρίσουνε, δίνει μια της κούπας του Μίμη τανάστροφα
και του την πετάει απ’ το χέρι. . Ως που να πης «Αχ»! — αρπάχτηκαν
κιόλας!
Έπεσαν οι φίλοι απάνω τους κι από παρακεί κάτι άλλοι στρατιωτικοί
— πούχανε δικό τους γλέντι ταχτικό σ’ αυτήν την ταβέρνα με κάτι
τραγουδάκια πούφτειανε ο ένας τους, «το σκαπανάκι» με τόνο μι, κ’
έβαζε τους άλλους και του τα τραγουδούσαν. . έπιασαν το Μίμη
τέσσαρες άντρες και τον πήγαν έξω, γιατί έκανε φόβο αυτουνού ο
θυμός, καθώς πάντα. . . Σα γύρισε σπίτι ο Νίκος, τη νύχτα, ήτον
ξεμέθυστος· μα καθώς έκανε να του μιλήση η Λιόλια, έτσι για το
τίποτα, σήκωσε το χέρι του και της έφερε μια γροθιά τανάμεσα στις
πλάτες που σωριάστηκε χάμω, μιαν οργυιά μακριά, και γόγγυξε χωρίς
να μπορή να πάρη αναπνοή για πολλήν ώρα — —
Ήτον κι αυτή μια απ’ τις ματιές που έρριχνε το φεγγάρι της ζωής
απ' της ψυχής της το συννεφιασμένον ουρανό.
Και πάλι πήρε αλλοιώς το σκοπό το μουντωμένο τραγούδι της ζωής
της: πιο βαθιά κρυμμένο ακόμα, σαν κάτω από νερά στον ήλιο, κάτω
από στάχια θημωνιές αψηλοστιβαγμένες, που πνίγουν τη φωνή του
γρύλλου αποκάτω τους, που ρίχνουν ήσκιο φωτεινό και πέφτει το
ξανθό το μεσημέρι και κοιμάται. . — έτσι καθώς έμενε τώρα η
Λιόλια, ώρες αλάκερες, καθιστή στην καρέκλα με τα χέρια λυτά στην
ποδιά της, ασάλευτη, λες και κοιμότανε μ’ ανοιχτά τα μάτια. .
καθώς σταματούσε άξαφνα εκεί που δούλευε και στύλωνε τα μάτια
μπρος της, με τη ματιά της κατά μέσα της σα να κρυφόβλεπε στα βάθη
του είναι της κάποιο μυστήριο που βλάσταινε, που την τρόμαζε η
σιγαλινή ζωή του, μα και που φοβότανε μην το ξυπνήση από τανθισμά
του το τρομαχτικό. . .
Περνούσαν οι μέρες της τώρα σαν όνειρο, σβηστές, γλήγορες κι αργές
ατέλειωτες: μέσα στο ίδιο πάντα κι ατέλειωτο όνειρο περπατούσε και
δούλευε στο σπίτι, μιλούσε του Νίκου σιγαλά και φοβισμένα. .
θωρούσε τον ουρανό τον καταγάλανο, τον καλοκαιριάτικο, κ’ έπεφτε
μέσα του σα μέσα σε μια θάλασσα και χανόταν. . . Καμμιά φορά που
σέρνονταν τα σύννεφα στη ράχη του Υμηττού, της φαίνονταν ερπετά
που άχνιζαν, ερχάμενα απ’ τη θάλασσα για να τη φαν, και ξεφώνιζε
τρομαγμένη — σα μέσα σ’ όνειρο. . . Κ’ εκεί που ήτον ολομόναχη
όλην την ημέρα, άκουγε να παίζη μακριά στον κάτω δρόμο ένα
οργανέττο — πούχε δη που το γύριζε ένας κουλοχέρης κ’ ένας άλλος
νέος χτικιάρης έτρεχε και μάζευε τις πεντάρες — κ’ έπαιζε τόσο
χαρούμενα τραγούδια και χορούς σαν κ’ εκείνο το βράδυ στο χορό —
σα μέσα σ’ όνειρο. . . Και σα νύχτωνε έβλεπε τάστρα στη
μαυροπράσινη σκοτεινιά τουρανού, που θέλανε να δούνε μέσα της με
μάτια γυαλιστερά και κρύα — σαν της Βεργινίας — και μερικά ήταν
κόκκινα σουβλερά. . κι όταν είχε φεγγάρι, έκλεινε τα μάτια της
περίτρομα να μην το δη, μα πάλι τάνοιγε άθελα, λες και της τάνοιγε
εκείνο με τα χέρια του, και τότε το κύτταζε, το κύτταζε: κ’ ήτον
το πρόσωπο της Βεργινίας πάντα μέσα του, το χλωμό με τα κόκκινα
μαλλιά και την έβλεπε με φοβερά μάτια ως μέσα στα σπλάχνα της. .
και λιγοθυμούσε καμμιά φορά κι απόμενε εκεί δα. . ως που
συνερχόταν πάλι ολομόναχη — σα μέσ’ απ’ όνειρο. . .
Είχαν περάσει τρεις μήνες απ’ το θάνατο της Βεργινίας. . .
Και πάλι πήρε άλλο σκοπό το τραγούδι της ζωής της (να δήτε τι
σκοπό που πήρε!), πάντα μουντωμένο καθώς ήτον, μα μ’ έναν αχνό
γαλάζιο σαν του λιβανιού χυμένον τώρα μέσα του, με κάτι σα
φτερουγίσματα εκείνων των αγγέλων των σκαλιστών στα τέμπλα
κάποιωνε ρημοκκλησιών, σα βήματα απάνω σε πλάκες ηχερές, σα λάμψες
από μάτια αγίων στυλωμένα και σα λυπητερό χαμόγελο της Παναγίας
ασάλευτο. . .
Είδε ο Νίκος την κατάστασή της Λιόλιας προχωρημένη πια: το κορμάκι
της το κοντυλογραμμένο κι απαλό που ξεχείλωσε, που βάρυνε με τη
μέση ανοιχτή, με το στομάχι της πάντα σαλευούμενο, τα προσωπάκι
της το λουλουδένιο σαν πρισμένο και κοκκινολεκιασμένο, που
χλώμιαινε κάθε τόσο απ’ τις λιγούρες και τις αποθυμιές, έβλεπε τα
μάτια της, τα γλυκά τα τζίτζιφα, σαν άστρα τώρα βουτηγμένα μέσα σ’
όνειρο συννεφένιο, να γεμίζουν άξαφνα δάκρυα για πόνους και
καημούς ανείδωτους που της στέλνανε μηνύματα τις πίκρες τους. . κι
άλλαξε ολότελα τρόπο μαζί της, γιατί γέμισε η καρδιά του από
εσπλαχνία και περηφάνεια — — απ’ την εσπλαχνία και την περηφάνεια
του αρσενικού του ζώου — για τα όσα υπόφερνε απ’ αυτόν το γλυκό
κορίτσι. Και συλλογίστηκε μες την τίμια και περήφανη καρδιά του
πως δεν έστεκε ναδικήση παραπέρα το πλάσμα που του παραδόθηκε όλο
για γυναίκα του, χωρίς νάν' αυτός ο αληθινός της άντρας. Ηρθε κ’ η
θεια Ελέγκω και του μίλησε του Νίκου στα σοβαρά, γιατί δε
βαστιόταν πια το πράμα απ’ τα λόγια του κόσμου:
— Μια που θα το κάμης, παιδί μου — γιατ’ είσαι τίμιος άντρας,
αυτό δα το ξέρο — κάμε το! πριν να πάρη δρόμο. . και γίνη ρεζίλι
το κορίτσι. . .
Είχε βαρεθή σταλήθεια κι ο Νίκος τις ατέλειωτες κουσκουσουριές που
του χαλνούσαν την υπόληψη στη γειτονιά και των φίλων του τα αιώνια
πειράγματα κι αστεία. . και ταποφάσισε.
Βγήκε η άδεια για το γάμο με κάποια συρταφέρτα όμως για το λίγον
καιρό πούχε περάσει απ’ τη θανή της Βεργινίας: τα φρόντισε όλα, με
το μέσο ενός διάκου που γνώριζε στη Μητρόπολη, ο Περικλής ο
χοντρέλης, που τάχε χαλασμένα τώρα κι αυτός με το Μίμη κ’ ήθελε
και καλά και σώνει να γίνη αυτός κουμπάρος.
Έλαμψε πάλι για λίγον καιρό το φεγγάρι — το λυπημένο πάντα — στον
ουρανό της Λιόλιας: έβλεπε γύρω της πάλι γλυκό φως ασημένιο και
γλαυκό — όσο δεν τα σήκωνε τα μάτια της στον ουρανό της ψυχής της·
μα μόλις που τα σήκωσε κι αγνάντεψε το φεγγάρι, ήτον η Βεργινία
που την κύτταζε. . .
Είπε ο Νίκος με τον Περικλή να κάμουν τη στεφάνωση κάτω στην
Καλλιθέα, στην εκκλησίτσα της Άγια-Σωτήρας πάνω στο βουναλάκι, για
πιο ρομάντζα. Μα η Λιόλια δε θέλησε με κανέναν τρόπο: την έπιασαν
τα κλάματα με νευρικά ξεφωνητά και λιγοθυμιές που είδαν κ’ έπαθαν
ως που να την ησυχάσουν: (Αχ, εκεί δεν είχαν πάει; — στο βουναλάκι
απάνω, με το Νίκο ντροπιασμένοι, τότε που τους πλάνεψε το φεγγάρι
— εκείνην τη φριχτή βραδιά; εκεί δεν ήτον η Βεργινία, κρυμμένη
πίσω απ’ την εκκλησίτσα, μέσα στο φεγγάρι;). . .
Τους πήρε λοιπόν ένα πρωί ο Περικλής, χωρίς να πη που θα τους πάη,
λέγοντας τους μόνο κάθε τόσο, εκεί που πηγαίνανε με το τραμ των
Πατησιών: «Θα δήτε! θα δήτε σε τι όμορφο μέρος που θα σας πάω — θα
μου πήτε και μπράβο! . . τάχω όλα έτοιμα!». . και τους πήγε, μαζί
με τη θεια Ελέγκω και το Ντίνο, έξω στην Κυψέλη, πέρ' απ’ το ρέμα
που περνάει πίσω απ’ τη Σχολή των Ευελπίδων και το Ιππικό. Εκεί
παραόξω, που μόλις κάνουν πως αρχίζουν τα Τουρκοβούνια, απάνω σ’
ένα λόφο ολοστρόγγυλο κι ανοιχτόν απ' όλες τις μεριές, όλο θυμάρι
και βοτάνια του βουνού, άσπριζε μιαν εκκλησίτσα εξοχική, με τη
μάντρα της και το καμπαναριό της σα μοναστηράκι: λες και τους
γλυκοκαρτερούσε να παν, καθώς ανέβαιναν απ' το Πολύγωνο τον άσπρο
δρόμο της Σχολής και μέσ’ απ’ τα τρόχαλα της ρεματιάς. . . Άφησε ο
Περικλής το κουτί με τα στέφανα και τις λαμπάδες μέσα στο χαρτί
στη φύλαξη του εκκλησιάρη κ’ έτρεξε, να ειδοποιήση τον παππά που
καθόταν εκεί κοντά, πίσω απ’ το Εφηβείο και που τούχε μιλήσει με
σύσταση απ’ το διάκο. Μα δεν είχε ακόμα κατεβή απ’ το βουνάκι και
του φώναξε ο Νίκος με τον Ντίνο να σταθή ναρθούν μαζί του. . . Ως
που να γυρίσουν, καθήσαν οι γυναίκες στο προαύλιο απάνω σε κάτι
παλιές κολώνες μαρμαρένιες, πλαγιασμένες χάμω, απ’ τον παλιό καιρό
πούτον ο νάρθηξ όλο κι από τέτοιες, καθώς τους είπε ο εκκλησιάρης.
Η Κερά Ελέγκω είχε φουσκώσει απ’ το καμάρι της για τη χαρά της
αγαπημένης της της Λιόλιας, απ’ τον ανήφορο, απ’ την κάψα: ήτονε
Γιούλιος μήνας και φύλλο δεν κουνιόταν. . . Εδώ πάνω στον ήσκιο
της εκκλησιάς έκανε λίγη πρωινή δροσιά. Μα κάτω τα περιβόλια των
Πατησιών ως τον Πύργο της Βασιλίσσης και τους κάμπους πέρα του
Μενιδιού, παραδώθε τα Σεπόλια κ’ η Κολοκυθού, ο ελαιώνας κι
ολόγυρα τα βουνά του Δαφνιού τα κοκκινοχώματα κι ο Πάρνης που
τραβάει την ψυχή στα ψηλώματά του και στις βελουδόμαβιες
κλεισούρες όλα ε1χαν αρχίσει να ψήνωνται στον ήλιο. . κ’ η Αθήνα
που ξεχειλούσε με τα μύρια της τα σπίτια πίσω απ’ τον Άη-Γιώργη
και τα νταμάρια, λες και τάπερνε όλα σβάρνα, είχε απάνω της ένα
βαρύ πάπλωμα από αχνόν κιτρινοκόκκινο που κάποτε-κάποτε κάνανε
φτερά σαν πουλάκια κάτι πνιγμένοι ήχοι ως εδώ έξω. . κ΄έβγαζε
απομέσα της η Ακρόπολις, χρυσοφιλημένη απ’ τον ήλιο, και
γλαυκοφέγγριζε η θάλασσα πέρα κάτω με τα μαύρα κατάρτια του
Πειραιώς σαν τσίνουρα στο μάτι της και με την αέρινη την Αίγινα,
ψηλά στον ουρανό, σαν όνειρο. . .
Σηκώθηκαν τώρα, η θεια Ελέγκω με τη Λιόλια, να πάνε νανασπαστούνε
στην εκκλησιά. Μα δεν είχε εικόνες: ήτον όλη ασβεστωμένη! — μόνο
στο τέμπλο το ξύλινο που στέκονταν πάνω απ’ την Ωραία Πύλη δύο
άγγελοι σκαλιστοί, μαυρειδεροί, καμμιά φορά χρυσωμένοι, ήταν ένας
Άρχων Γαβριήλ κ’ ένας Άι-Γιάννης ο Πρόδρομος μ’ ένα καντηλάκι
αναμμένο ο καθένας μπροστά του. Κρύωσε η ψυχή της Λιόλιας εκεί που
πατούσε στις πλάκες τις ηχερές, σαν είδε την εκκλησιά έτσι γυμνή,
σαβανωμένη μες το σεντόνι του ασβέστη. Γύρισε κ’ η Κερά Ελέγκω,
πούχε το λόγο πάντα στα χείλη, κ’ είπε του εκκλησιάρη:
— Δε μου λες πατέρα; χάθηκε κανένας χριστιανός να βάλη να
ζουγραφίσουνε λιγάκι τους τοίχους, να φτειάξη καμμιάν εικόνα, νάχη
ο κόσμος νανασπάζεται, να φέρνη κι από κανένα τάξιμο;
&Οι ασβεστωμένοι Άγιοι&
. . Κι ο εκκλησιάρης, ένα γεροντάκι κοντοστούπικο μ’ ένα πανωφόρι
που τόσερνε στις πλάκες, πράσινο απ’ την παλιοσύνη κι όλο κεριά
σαν τον ουρανό με τάστρα, με κάτι ψαρά γενάκια ολόγυρα στο κόκκινο
μουτράκι του και γυαλιά σα δάσκαλος κ’ ένα σκουφί μαύρο καλογερικό
στο κεφάλι, τις πήρε τις γυναίκες και τις πήγε μέσα στο ιερό και
τους έδειξε μια μεγάλη Παναγία στον τοίχο, την «Πλατυτέραν των
Ουρανών» με το Χριστό στα χέρια που κύτταζαν κ’ οι δυο σοβαρά και
μ’ ουράνια γλύκα. Και τους είπε τότε, μ’ ένα κρυφό χαμόγελο για τη
θάμαξη που θάκαναν και με μιαν ομιλία που τους φάνηκε πως άκουγαν
το διάκο να διαβάζη το Ψαλτήρι, πως η Παναγία αυτή που δεν υπάρχει
ομοία της εις όλην την οικουμένην ήρθε μόνη της κ’ εζωγραφίσθη
μέσα σε μιαν καμάρα ως είδος χάλασμα απ’ τους χρόνους των Εθνικών
κ’ έπειτα εκτίσθη η εκκλησία από αμνημονεύτων αιώνων· και κάτω απ’
τον ασβέστη είναι όλο και Άγιαι Εικόνες ιστορημέναι δια χειρός των
αγγέλων και ωσάν να είχαν κατεβή οι Άγιοι κατά σάρκα εκ των
ουρανίων σκηνωμάτων εν όλη των τη δόξη και λαμπρότητι και στέκουν
ορθοί κατά σειράν και τάξιν, εκ δεξιών και εξ ευωνύμων του θρόνου
της Παναχράντου Χριστοτόκου· επειδή παλαιόθεν δεν υπήρχε το
τέμπλον και ο ιερός ναός ήτον αδιαίρετος καθώς η μία Καθολική και
Αποστολική Εκκλησία. . . Και πήρε δρόμο, ο γέρος εκκλησιάρης, έτσι
για τον εαυτό του, σα να διάβαζε ένα παλιό συναξάρι, χωρίς να
προσέχη αν τον καταλάβαιναν οι δυο γυναίκες που τον ακούγανε
μανοιχτό το στόμα και με σταβρούς η θεια Ελέγκω κάθε τόσο. . κ’
έπειασε να τους αναφέρη για την παλιά ιστορία: γιατί ασβέστωσαν
την εκκλησία και πως απόμειν’ έτσι ασβεστωμένη και δεν την
ανιστορούσε ο Παππά-Βουλέτης που ήτον ιδιοκτήτωρ — όπως του τάχε
διηγηθή η μητέρα του που εχρημάτισεν οικονόμος του γέροντος Παππά-
Βουλέτη, θείου προς πάππου του τωρινού και πρώτου κτήτορος, εκ
Σφακιών της Κρήτης, ο και αγοράσας αυτός τον ιερόν ναόν για χίλιες
σφάντζικες κ’ ήταν και κελλιά πολλά με μάρμαρα λαμπρά, διότι ήτον
μοναστήρι σεβασθείς υπό των Τούρκων δια θαύματος της μεγαλόχαρης,
ώστε έπεσαν κ’ οι άπιστοι Αγαρηνοί κ’ επροσκύνησαν την
θαυματουργόν Εικόνα της. . κι ακόμη φαίνονται οι κολώνες και τα
μάρμαρα οπού ήτον άλλοτε. . . Έτυχε και πέθανε η Παππαδιά του
πρώτου Παππά-Βουλέτη και αυτός συμβουλευθείς από τον Πειρασμόν,
επήρε στο μήνα μέσα μιαν εξαδέρφισσάν της χήραν πολλά καλλίμορφον
στο σπίτι του και ο τότε Μητροπολίτης τον έκαμε αργόν για ένα
χρόνο. Όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, ηθέλησε κατόπιν πάλι δια
να λειτουργήση, όμως οι Άγιοι όλοι εν χορώ τον απηρνήθησαν,
δηλαδή, τον αγριοκύτταζαν ωσεί εν πυρί και ρομφαία: ο Άγιος
Γρηγόριος ο Θεολόγος και ο Άγιος Χαράλαμπος και ο Άγιος Ελευθέριος
σήκωσαν ο καθένας τους το βαρύ Ευαγγέλιον όπου εκρατούσαν να του
το ρίξουν κατακέφαλα· ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος σήκωσε το ραβδί
με τον σταυρόν να τον πατάξη· ο Άγιος Μηνάς κ’ οι Άγιοι Θεόδωροι
και ο Άγιος Γεώργιος και ο Άγιος Δημήτριος κέντρισαν τάλογά τους
να τον ποδοπατήσουν και να τον λογχίσουν· η Αγία Αικατερίνη κ’ η
Αγία Βαρβάρα κ’ η Οσία Πελαγία απέστρεψαν το πρόσωπον τους απ'
αυτού. Τότε ο Σατανάς εσυμβούλευσε πάλιν τον Παππά-Βουλέτην,
επειδή τον κυρίεψε παντάπασι ο μεγαλύτερος Παππάς, και αυτός με
την πρόφαση νανακαινίση τον ναόν εκ βάθρων ασβέστωσε τας Αγίας
Εικόνας —
— Χριστέ και Παναγιά! το μέγα Σου Έλεος! — ξεφώνισε η θεια Ελέγκω
περίτρομη, με το στόμα μια πήχη ανοιχτό για τα όσα άκουγε, κι
άρχισε τους σταυρούς τώρα γλήγορους κι απανωτούς, εξόν που σε κάθε
όνομα Αγίου πούβγαινε απ’ τα χείλια του εκκλησιάρη είχε κάμει κι
από έναν αργά-αργά λέγοντας μέσα σ’ ένα βαθύν αναστεναγμό: «η χάρη
σου! . . .»
— Απέθανε όμως τον ίδιο χρόνο εις το πυρ το εξώτερον,
εξακολούθησε ο εκκλησιάρης, — ο Θεός κ’ η Παναγία να ελεήσουν την
ψυχή του! — και ο μικροανεψιός του, τωρινός Παππά-Βουλέτης
χρηματίσαντος μαχητής της Κρήτης και λοχίας, έλαβε την ιερωσύνην
και πήρε την εκκλησίαν και θέλησε δια νανιστορήση πάλιν τον ναόν
με τας Αγίας Εικόνας. Οι Άγιοι όμως δεν τον άφησαν. . . Ηθέλησε
δια να αντιγράψη την Πλατυτέραν των Ουρανών μεγαλώσαντος το ιερόν:
να φέρη την Αγίαν Τράπεζαν στη μέση, όπως το κανονικόν, δια να
περιφέρεται ο ιερεύς, επειδή τώρα είναι μες τον τοίχο, κάτωθεν της
θαυματουργού Εικόνας όπως αρχαιόθεν. Αλλ’ η Παναγία δεν τον
ηυδόκησε. . . Ήλθαν οι καλύτεροι ζωγράφοι των Αθηνών και εξ όλης
της Ασίας και της Σμύρνης, και μάλιστα δύο μοναχοί από το Άγιον
Όρος διάσημοι εις τον κόσμον κ’ εκοπίασαν και απηύδησαν: τα πινέλα
τους έσπαζαν κομμάτια κ’ έπεφταν οι τρίχες, τα χρώματα έσβηναν, τα
χέρια τους εκόπτοντο ωσάν με το μαχαίρι. Ο είς εξ αυτών ηθέλησε
δια να ξύση τον ασβέστη και παράλυσε από το ένα μέρος — —
— Κύριε σώσον! έλεγεν η θεια Ελέγκω κ’ η Λιόλια έπεφτε απάνω της
μ’ ανατριχίλες κ’ έρριχνε φοβισμένες ματιές στους άσπρους
τοίχους. . .
— Έχει πολύ μεγάλους Αγίους η εκκλησία μας! είπε ο εκκλησιάρης,
με κατάνυξη. . . και μη θαρρήτε πως επειδή δεν φαίνονται κάτω από
τον ασβέστη δεν υπάρχουν εδώ εις τον ναόν πανταχού παρών και τα
πάντα πληρών, δεν θέλουν δια να βλέπουν τας κακίας των ανθρώπων
και αποστρέφονται από τα όμματα των Βεβήλων του κόσμου. . . Όταν
έρχεται λείψανο σεβάσμιο, κανένα γεροντάκι εν αρετή βιώσας
καλοσύνες εν ονόματι Κυρίου ή γυναίκα κάνοντας οβολόν της χήρας
στους φτωχούς ή που στεφανώνεται καμμιά τίμια κόρη Παρθένος του
Χριστού, τότε ο ασβέστης στους τοίχους γίνεται ανάριος-ανάριος και
φαίνονται τα μάτια των Αγίων ωσεί αστέρες του στερεώματος και τα
χέρια τους ωσάν κρίνα του αγρού που ευλογούν. . και εις τον θρόνον
της εν μέσω την χορείαν των Αγίων εκ δεξιών και εξ ευωνύμων η
Υπεραγία ημών Δέσποινα, η Πλατυτέρα των Ουρανών, λάμπων ωσεί
πύργος δυσθεώρητος ευλογεί μαζί με τον γλυκύτατον Χριστόν. . .
Του είχαν έρθη τα δάκρυα τον εκκλησιάρη από τη φτερωμένη έξαρση
πούδινε στην ψυχή του η αγία Πίστη. . κ’ έβγαλε τα γυαλιά του και
σκούπισε τα κοκκινογυρισμένα μάτια του με το μανίκι του. Τον είδε
η θεια Ελέγκω κ’ άρχισε να κλαίη κι αυτή και σήκωσε την άκρη του
φουστανιού της απ' την ανάποδη και φύσηξε τη μύτη της.
— Μια φορά, είπε πάλι μ’ ένα κρυφό αναγάλλιασμα στη φωνή του,
ανήμερα της Αγίας Γεννήσεως του Χριστού αρρώστησε ο ψάλτης ο
δεξιός — τον αριστερό τον κάνω εγώ — και δεν είχαμε δια να γίνη
Λειτουργία ειμή μόνον ένας μαθητής του Σχολείου που δεν ήξερε να
ψάλλη. . κ’ έξαφνα γέμισε η εκκλησία ουράνιους ψαλμούς και το
εκκλησίασμα των πιστών έπεσαν όλοι στα γόνατα καθώς οι εθνικοί
στρατιώται και ο Εκατόνταρχος εις την Αγίαν Ανάστασιν του Σωτήρος
ημών. . .
Άκουγε η θεια Ελέγκω κλαίγοντας από χαρά πια, άκουγε κ’ η Λιόλια
σαν παγωμένη τώρα από μιαν ακατανίκητη ανησυχία κ’ έναν τρόμο
κρυφό. . .
Γυρίσανε σταναμεταξύ οι τρεις νέοι με τον Παππά-Βουλέτη, έναν
άντρα ίσαμ’ εκεί πάνω με μια μεγάλη ψαριά γενειάδα, κατάμαυρη
ολόγυρα στο στόμα, με χοντρά φρύδια σπαθωτά σαν του κοράκου το
φτερό και μάτια γιαλιστερά σαν κάρβουνο σχιστό, που να τούβγαζες
το καλυμαύχι και να τούβαζες μαντήλι μαύρο στο κεφάλι, Θα νόμιζες
πως βρίσκεσαι στο Θέρισο.
Εκεί που γινόταν η στεφάνωση κ’ η θεια Ελέγκω έκλαιγε φωναχτά απ’
τη συγκίνησή της και γιατί τόχε πάρει πια σκοινί γαϊτάνι απ' τις
ιστορίες του εκκλησιάρη, η Λιόλια ήτονε σα χαμένη απ' τον εαυτό
της κι όλο κρυφόβλεπε κατά τους τοίχους μήπως και ξανοίξη τα μάτια
των Αγίων ή τα χέρια τους να ευλογούν. Αχ, δε θα την ευλογούσαν
αυτήν, παρά θα την κύτταζαν άγρια σαν τον Παππά-Βουλέτη! . . . Μα
δεν έβλεπε τίποτα, παρά τους τοίχους άσπρους σεντόνι. . . Μία
στιγμή μονάχα της φάνηκε πως είδε μια μαυροφόρα με το χρυσό το
στέφανο πίσω απ’ το κεφάλι σε μιαν άκρη του θόλου, πάνω από ’να
φεγγίτη, που την κύτταζε αυστηρά και το πρόσωπό της ήτον κάτασπρο
κι ασάλευτο σαν της νεκρής της Βεργινίας. . και την έκοψε κρύος
ίδρωτας. . κ’ έρριξε πάλι τα μάτια της στο βάθος του ιερού, μέσ’
απ’ την ανοιχτή Πύλη τον τέμπλου κ’ είδε την Παναγία που την
κύτταζε — — αυτή και ο μικρός Χριστός — με απερίγραπτη λύπη. . .
Μια ματιά ήτον πάλι κι αυτή του φεγγαριού πίσω απ’ τα σύννεφα
τουρανού της ψυχής της. . .
Βγήκαν απ’ την εκκλησία, άντρας και γυναίκα πια ο Νίκος κ’ η
Λιόλια, και κατέβηκαν το βουνάκι και μπήκαν όλη η συντροφιά μαζί
σ’ ένα ξενοδοχείο της οδού Πατησίων κ’ έφαγαν ο καθένας ό,τι
ήθελε, μ’ έξοδα του κουμπάρου του Περικλή. . . Έπειτα χωρίσανε
στην Ομόνοια απ’ τη θεια Ελέγκω, που ήταν όλο ευκές και δάκρυα,
και συντροφεμένοι από τους δύο νέους, το καινούργιο αντρόγυνο,
γυρίσανε μέσα στην κάψα του απομεσήμερου, ντάλλα καλοκαίρι, στη
Γαργαρέτα, στο σπίτι τους, στην κάμαρη της Βεργινίας τη φρικτή —
. . Και ξανάκλεισαν πάλι τα σύννεφα μπρος απ’ το φεγγάρι της
ψυχής —
&Η κερένια κούκλα&
Στους εφτά της μήνες, εκεί πούπλενε η Λιόλια πεσμένη απάνω στη
σκάφη, την έπιασαν άξαφνα οι πόνοι. Ήτον αυτού δα, για την καλή
της τύχη, κ’ η πονόψυχη η Κερά Γιώργαινα και την εβοηθούσε στο
περέχημα — η μόνη φιλενάδα της που την είχε πια σαν άλλη μητέρα:
αυτή την έπιασε στα χέρια της, εκεί που ξεφώνιζε και τσάκιζε σε
δυο σφίγγοντας με τα δυο της τα χέρια την κοιλιά της, και την πήγε
στην κάμαρη και την έβαλε στο κρεββάτι και την παραστάθηκε. . .
Σε μιαν ώρα μέσα γέννησε.
Τόπιασε η Κερά Γιώργαινα στα χέρια της το παιδί που γεννήθηκε
χωρίς πνοή: χλωμό-χλωμό, σαν από κερί ασπροκίτρινο με τα χειλάκια
του και ταυτάκια του και τα δαχτυλάκια των ποδιών και των χεριών
του μελανιασμένα, μαβιοκόκκινα. . . Το χτύπησε η Κερά Γιώργαινα
πίσω στις πλάτες και στις πατούνες, το τράνταξε, του πέταξε νερό
στο μουτράκι του με το στόμα της. . και σα δεν ανάσαινε μ’ όλ'
αυτά, του φύσηξε δυνατά μέσα στο στοματάκι τον και μονομιάς
φταρνίστηκε. . και σιγά-σιγά ρόδισε, μα μόλις — όσο ροδίζει εν’
άσπρο τριαντάφυλλο — κ’ έζησε. . κι άρχισε να κλαίη αχνά, καθώς
μπήκε στη ζωή. . .
Σαν κερένια κούκλα ήτον το τσαμένο, σαν κούκλα πούβγαζε και λίγη
φωνή άμα τηνέ ζουλούσαν. . .
— Κοριτσάκι είνε Λιόλια μου, μα ότι και νάναι να σου ζήση και
σπιτονοικοκυρά! Δεν έχει τίποτα· μόνο λιγουλάκι χλωμούλι πουν’ εξ
αιτίας που γεννήθηκε πριν τον καιρό. Αυτή θέλει όλο και στα ζεστά
και να τη δης που θα σου γείνη θρεφτάρι. . .
Και τόλουσε το νεογνό μέσα σε χλιαρό νερό, πούτρεξε και τόφερε από
το πλυσταρειό, κ’ έπειτα το τύλιξε μέσα σε λίγο μαλλί, που το
τράβηξε απ’ το στρώμα, και σε κάτι φανελλίτσες πούψαξε και τις
ηύρε μέσα στον κομμό, παλιές της Βεργινίας, και το φάσκιωσε με τα
παννάκια πούχε η Λιόλια ετοιμάσει κάτι λιγοστά, από καιρό, και της
τόβαλε της Λιόλιας στο κρεββάτι. . .
Κοιτόταν η Λιόλια, πονεμένη και χλωμή στο κρεββάτι, ολομόναχη,
χωρίς να ξέρη τίποτα ο Νίκος, χωρίς τη θεια Ελέγκω κοντά της,
γιατί κανείς δεν τόβαζε με το νου του αυτό το ξαφνικό. . έτσι γερή
και δυνατή που ήτον. . .
Ως που να πάη και νάρθη η Κερά Γιώργαινα που πετάχτηκε σπίτι της
να πάρη κάτι χρειαζούμενα για τη λεχώνα και για το παιδί: κάτι
βαμπάκια, κάτι στύψες, λίγο γλυκοπόδιο, μια χούφτα γλυκάνισο να
βράση του παιδιού, που τάχε απ’ τις δικές της γέννες, πλάκωσαν κι
άλλες γειτόνισσες — γιατί άλλο δεν είναι να τις τραβήξη, όπως το
κρέας τη μύγα και το ψάρι τη γάτα, από λείψανο και γεννητούρια κι
όπου φανή η Κερά Γέννα κι ο Κυρ Χάρος σέρνουν όλο το γυναικομάνι
αποπίσω τους, όπως ο Φασουλής κι ο Καραγκιόζης τη μαρίδα. Πλάκωσαν
το λοιπόν αυτές όλες — που δεν πατούσαν το πόδι τους καμμιά τους
στο σπίτι της Λιόλιας κ’ ήρθαν τώρα τάχατες να φανούνε χρήσιμες κι
αυτές σε μιαν περίσταση, γιατί πού ξέρεις πως τα φέρνει ο Θεός
καμμιά φορά και σου χρειάζεται κ’ εσένα η βοήθεια ταλλουνού! — και
πέσανε μελίσσι πάνω απ’ το παιδί: Μοίρες να το μοιράνουν, εκεί που
τόχε πάρει η Κερά Γιώργαινα πάλι στα χέρια της να το ξεφασκιώση,
να του βάλη λίγο γλυκοπόδιο και καινούργιο βαμπάκι πούχε φέρει απ'
το σπίτι — κ’ έλεγαν πια η καθεμιά το μακρύ της και το κοντό της:
— Χριστέ μου! για παιδί. Καλέ τι γατί 'ναι τούτο;!
— Δε μου το πιάνει εμένα το μάτι μου! δεν είναι για ζωή! Μπά —
μπα — μπα — μπά — μπα!
— Αμή λίγο τόχεις; ποιός ξέρει με τι φόβους και τι καρδιοχτύπια
σπάρθηκε. Για στάσου! πότε πέθανε η Βεργινία;
— Είχε δώδεκα ο Μάρτης. Τώρα έχομε, πόσες Οχτώβριο, δώδεκα του
μηνός (και μετρούσε γλήγορα τους μήνες στα δάχτυλα, απομέσα της):
δεν έκλεισαν καλά-καλά εφτά μήνες.
— Καταλαβαίνεις τώρα;! Ζωντανή ήτον ακόμα καλέ η μακαρίτισσα,
ζωντανή και τάβλεπε. . Αχ, κακό που την ηύρε! . . . Πώς τα βαστάς,
Θε μου, τα κεραμίδια ξεκάρφοτα — ά;. .
— Για δες το καλέ τι κίτρινο πούναι, πετάχτηκε μια γεροντοκόρη
σταφιδιασμένη με φριζέ και με σάρπα στο κεφάλι. . ίδια κερένια
κούκλα!
— Για να δω κ’ εγώ ποιά είν' αυτή η κερένια κούκλα; φώναξε μια
κοντή που τάκουσε καθώς έμπαινε στην πόρτα κ’ έσπρωχνε τις άλλες
που στέκονταν πάνω απ’ το κεφάλι της Κερά Γιώργαινας για να δη.
— Κερένια κούκλα! καλά λες! Μωρ' τ’ είναι τούτο; Μπααά!
Κι άξαφνα πετιέται μια ξεμπερδεμένη που ήτον η πρώτη κ’ η καλύτερη
μέσα στο συρφετό, μια φιλενάδα της Ευρυδίκης (που την είχε στείλει
εκείνη επί τούτο για να της πη τα μαντάτα), με μεγάλη μυστικότη,
να μην ακούση η Λιόλια:
— Καλέ δε βλέπετε που μοιάζει της μακαρίτισσας;!
— Κάλε — κάλε — κάλε! ίδια! ίδια η Βεργινία, φτυστή! είπε ένα
γραΐδιο με φακιόλι.
— Μπώ — μπώ — μπώ!!! έκαναν οι άλλες, η Βεργινία!!
— Για δες κατάρα!
— Εκ Θεού! Εκ Θεού!
— Νά και τα μαλλιά της τα κόκκινα!
— Αμ το μάτι! τί σου λέει το μάτι;
— Έχει και τα κόκκαλα τα πεταγμένα κάτω απ’ τα μάτια! . . .
Η Λιόλια χωρίς νακούη τι λέγανε στην άλλη άκρη πούχε τραβήξη η
Κερά Γεώργαινα το τραπέζι κ’ εκεί απάνω είχε όλα του παιδιού τα
πράματα — αισθάνθηκε με της μητέρας τη μαντική ψυχή πως κάτι
τρομερό γινόταν εκεί αποπάνω απ’ το παιδί της, αισθανόταν τις
ματιές των γυναικών που περνούσαν πάνω απ' το κορμί της σαν πνοές
παγωμένες, σαν ξουράφια που άγγιζαν ξυστά το πρόσωπό της. . κι
ανατρίχιαζε σύσσωμη. . — κι η καρδιά της είχε γίνει
κρούσταλλο. . .
Μόλις έφυγαν οι Μοίρες, φώναξε της Κερά Γιώργαινας και της ζήτησε
το παιδί. Της τόφερε η Κερά Γιώργαινα, σα μουδιασμένη τώρα κι αυτή
απ’ τα όσα είχε ακούσει. Χωρίς να τηνέ ρωτήση τι έλεγαν οι
γυναίκες, κύτταζε η Λιόλια, κύτταζε το παιδί, βούλιαζε τη ματιά
της μέσα στην κερένια σάρκα του, λες κ’ ήθελε να βγάλη απομέσα
κάποιο φριχτό μυστικό πούχανε δη εκείνες, ψηλαφούσε με τη ματιά
της το προσωπάκι το χλωμό, σα νάθελε να μαζέψη αποπάνω του τα
λόγια των γυναικώνε: μαυράδια που το λέρωναν. . κ’ έξαφνα εκεί που
κύτταζε πέρασε μπρος απ’ τα μάτια της ένα χλωμό φεγγάρι και φώτισε
του παιδιού το πρόσωπο. . και τότε είδε. . και κατάλαβε κ’ έβγαλε
μια φωνή — και λιγοθύμησε. . .
Αυτή η ματιά του φεγγαριού ήτον πιο τρομερή απ’ όλες τις άλλες. .
.
Σαν ήρθ' ο Νίκος σπίτι, μεσημέρι περασμένο, ήτον κατακίτρινος: του
τάχαν προφτασμένα οι γυναίκες τα γεννητούρια του παιδιού του και
πως δεν ήτονε για ζωή, εφταμηνίτικο καθώς ήτον και καλύτερα, γιατί
και να ζούσε δεν θα το χαιρόταν ούτ’ αυτός ούτ’ η Λιόλια επειδής
που μοιάζε πολύ της μακαρίτισσας. Έτσι είναι αυτά, γιατ’ είν' ο
ήσκιος της σχωρεμένης βλέπεις ακόμα μες το σπίτι. . εμ πάντα, όσο
δεν έχει κλείσει χρόνος. . .
Φίλησε ο Νίκος τη Λιόλια κ’ έκαμε να της πη ένα δυο λόγια
παρηγοριάς, μα κι αυτός ο ίδιος παρηγοριά ζητούσε. . . Όταν πήγε
να δη το παιδί που κοιμόταν ασάλευτο σαν κούκλα από κερί, με τα
δαχτυλάκια του και τη μυτίτσα του και τα ματόφυλλα σαν ψεύτικα,
τρόμαξε κι αυτός απ’ τη μεγάλη ομοιότη με τη νεκρή τη Βεργινία. .
. Είχ’ ελπίδα μέσα του ως τη στιγμή αυτή πως ήτανε μόνο λόγια των
γυναικών απ’ την κακία τους — κ’ έσκυψε το κεφάλι σαν κάτω από
μιαν κατάρα του Θεού. . .
Την άλλη μέρα το πρωί πήγε και του αγόρασε μιαν κούνια.