Κανείς δεν έρχεται να με ιδή εμένα που είμαι ολομόναχο πάνω στα
βουνά. Τόσα μάγια κάνω εγώ των ανθρώπων: μπαίνω στις κάμαρές τους
και τους φιλώ τα μάτια, πέφτω μες τις στέρνες τους και ξαπλώνομαι
στα δρομάκια των περβολιών τους και σκαρφαλώνω μάντρες και γέρνω
απάνω στις οξώπορτές τους και ξενυχτώ στα σκαλοπάτια: μόνο και
μόνο για να βγούνε να με ιδούν· μ’ αυτοί μ’ αφήνουν ολομόναχο
απάνω στο βουνό μου. Τώρα που ήρθατε εδώ πάνω θα πάμε μες την
εκκλησιά: εγώ θα σας στεφανώσω. . . Και καθώς μίλαγ' έτσι το
φεγγάρι, ξαφνίστηκεν η Λιόλια κι ο Νίκος κι άνοιξαν πάλι τα μάτια
τους τα θαμπωμένα απ’ τη λάμψη του, για να το ιδούν: Τι άσπρο
πούτον το φεγγάρι και τι λυπημένο! — σαν τη Βεργινία. Και καθώς το
κύτταζαν ακόμα, είδαν πως ήτον το πρόσωπο της Βεργινίας μες το
φεγγάρι — Τότες η Λιόλια έβγαλε ένα μεγάλο «Αχ!» και πετάχτηκε
ολόρθη με τα χέρια στον αέρα. Κι ο Νίκος ξετινάχτηκε απ’ τον ύπνο
κατατρομαγμένος και κατρακύλησε απ’ το σκαλοπάτι. . . . Γύρισ’ η
Λιόλια να μπη στην κάμαρη· η πόρτα ήτον ανοιχτή. Στο κατώφλι ήτον
πεσμένο κάτι άσπρο: το φεγγάρι ήτον πεσμένο στο κατώφλι. Μα μες
στην άσπρη λουρίδα του φεγγαριού φάνταζε κάτι πιο άσπρο ακόμα:
ήτον η Βεργινία με το νυχτικό της ξαπλωμένη χάμω μπρος στην πόρτα
— για να μπη κανείς μες την κάμαρη έπρεπε να δρασκελίση το κορμί
της. Σα νάχε πέση το ίδιο το φεγγάρι απ’ τον ουρανό και νάχε
ξεψυχήσει εκεί δα τυλιγμένο μες τα πέπλα των αχτίδων του: έτσι
έδειχνε.
Δική της ήτον η φωνή που άκουσε η Λιόλια μες τον ύπνο της ή της
Βεργινίας πούχε κατεβή από το κρεββάτι της κ’ είχε ανοίξει σιγαλά
την ακκουμπησμένη πόρτα; — — — — — — — — — — — — — —
— — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — —
— Παναγία μου! Κατέβηκε απ’ το κρεββάτι. . . έπεσ’ απ’ το
κρεββάτι. . . Καλέ! καλέ πέθανε καλέ! . . Αχ, Κύριε Νίκο! δεν
ακούτε; πέθανε Κύριε Νίκο! Δεν τη βλέπετε Κύριε Νίκο; Αχ, Θε μου!
Θε μου! τώρα τι να κάνουμε; τώρα τι να κάνουμε;
Έτσι ξεφώνιζε αλαλιάρα, φρενιασμένη απ’ την τρομάρα της που την
είχε παγώσει όλην ως μέσα στην ψυχή της, η Λιόλια, σαν είδε τη
Βεργινία πλαγιασμένη ξέπνοη μες του φεγγαριού το αργυρόγλαυκο
ποτάμι. . κι αρχίνησε να κλαίη, να θρηνή. . .
Ο Νίκος, ξεσυρμένος έτσι απότομα, σαν απ’ τα μαλλιά, μέσ’ απ την
ονειρεμένη του αγκαλιά, δεν κατάλαβε στην αρχή που βρισκόταν και
τι του γινόταν. Με τες φωνές της Λιόλιας, που απηχούσανε στριγγά
στη γλυκόϋπνη σιγαλιά της νύχτας, ήρθε στον εαυτό του: τα μάτια
του άδραξαν τη φριχτή ζουγραφιά, την ολόφεγγη, εκεί μπροστά του
στο κατώφλι της κάμαρης, και σα μιαν αστραπή πέρασε μέσ’ απ’ το
μυαλό του και σα μια στιλετιά μέσ’ απ’ την καρδιά του.
— Βεργινία! — έβγαλε μια φωνή βραχνή, πνιγμένη, σα μέσ’ από
κάποιο πηγάδι. . . Δε μ’ ακούς, Βεργινία! Τ’ είναι μωρή τούτα που
μας κάνεις; Βεργινία! — και γονατιστός χάμω σκουντούσε το
κατάψυχρο κορμί της, το κάτασπρο μες τάσπρο του το νυχτικό, πιο
άσπρο και πιο κρύο κι απ’ τασημένιο φως του φεγγαρίσιου ποταμιού
που τόχε πάρη στην αγκαλιά του.
— Ελάτε, Κύριε Νίκο να τη σηκώσουμε, να την πάμε στο κρεββάτι
της! φώναζε η Λιόλια με μια φωνή που κολυμπούσε μες τα κλάματα. .
. Αχ, τώρα τι να κάνουμε! τώρα τι να κάνουμε! Αχ, Κυρία Βεργινία,
Κυρία Βεργινία μου! δεν ακούτε; ελάτε να σας σηκώσουμε με τον
κύριο Νίκο! Αχ, τώρα τι θα γίνουμε! — κ’ έστριβε τα χέρια της,
αποπάνω από το κορμί της Βεργινίας το κοιτάμενο, μέσα στην κάμαρη
τη γεμάτη κρυφοσάλευτους ήσκιους και φως φανταστικό απ’ το μυστικό
φεγγάρι, που έμπαινε τώρα από δυο μεριές: απ’ το παράθυρο κι απ’
την ανοιχτή την πόρτα της αυλής. . .
Σήκωσε ο Νίκος με τη Λιόλια την ξέπνοη Βεργινία — σαν πούπουλο! —
και την απίθωσαν απάνω στο κρεββάτι. Έπειτα ο Νίκος έψαξε κ’ ηύρε
το μπουκαλάκι με τον αιθέρα πάνω στον κομμό και τάνοιξε κάτω απ’
τη μύτη της. Μα η Βεργινία δεν κουνήθηκε. Της έσταξε λιγάκι στα
μηλίγγια της και της τάτριψε. Της έτριψε και τα χέρια μ’ όλη του
τη δύναμη ως που ρόδισαν αχνά. Ήρθ' η Λιόλια με παννιά στα χέρια
που έβρεχε με ξύδι και της τάβαλε της Βεργινίας στο κούτελο και
μπροστά στα ρουθούνια. . . Έπιασ’ ο Νίκος κ’ έσταξε ένα-δυο
σταλαγματιές αιθέρα μες το στόμα της που ήτανε μισάνοιχτο. —
Τίποτα!
— Πάω να φέρω γιατρό! είπε· είν' ένας εδώ κοντά στου Μακρυγιάννη:
αυτός έρχεται ότι ώρα του 'πης. Κάνε ό,τι μπορείς, Λιόλια, να τη
συνεφέρης! Άσ’ τα κλάματα τώρα! — αυτά μας έλειπαν. . . Έφθασα. .
.
— Μη φύγης, Κύριε Νίκο! μη μ’ αφήσης μονάχη! — ξεφώνισε
θρηνιάρικα η Λιόλια.
Μα ο Νίκος είχε γίνει αέρας — —
Σαν απόμεινε η Λιόλια μονάχη της, πήγε σε μια γωνιά της κάμαρης κι
άρχισε, απ’ το φόβο κι απ’ τη συγκίνησή της, να σκούζη σα μικρό
παιδάκι: παιδάκι ήτον ακόμα το κακόμοιρο το κορίτσι και δεν τούχαν
τύχει ποτέ του τέτοια φοβερά περιστατικά. Αυτές τις μέρες η ζωή
παρά πολλά της είχε ρίξει απάνω στην τρυφερή ψυχούλα της και σαν
ανθάκι που ήτανε λύγισε απ’ την ορμή της μπόρας. . .
Εκεί πούκλαιγε, σάλεψε η Βεργινία τα χείλια κ’ έβγαλε ένα βαθύν
αναστεναγμό, βογκητό μακρόσυρτο τραγουδιστό σαν από κάποιαν πνοή
αλυσοδεμένη που ξελύθηκε μ’ αιματωμένες τις φτερούγες. . κι άνοιξε
τα μάτια. . .
Η Λιόλια πετάχτηκε κοντά της:
— Αχ, Κυρία Βεργινία! ξυπνήσατε πάλι; — φώναξε, γέρνοντας απάνω
της με τρέμουλη χαρά στη δακρυσμένη της φωνή. Τι μας κάνατε! Γιατί
να κατεβήτε απ' το κρεββάτι; Να σας δώσω αιθέρα να μυρίσετε;
Σταθήτε να σας φέρω λίγο νερό να πιήτε!
Μα ως που να βάλη νερό στο ποτήρι και να ξεστουπώση το μπουκαλάκι
με τον αιθέρα, ξανάκλεισαν της Βεργινίας τα μάτια και το κεφάλι
της έπεσε βαρύ απάνω στο στήθος και κύλησε κατά πλάι: άνθος σε
κλωνί σπασμένο.
Τότε την έπιασε σαν τρέλλα τη Λιόλια. Άρχισε να τρέχη μέσα στην
κάμαρη που τη φώτιζαν αλλόκοτα, τραγικά παλεύοντας, δυο
αποφεγγιές: του φεγγαριού το κρύο τασήμι που μοιάζει με το φως των
ματιών του Χάρου κ’ η κιτρινάδα της λάμπας: ίδια αρρωστημένη φλόγα
της ανθρώπινης ζωής. Ολομόναχο το κοριτσάκι, αλαλιασμένο απ’ το
φόβο του θανάτου έστριβε τα χέρια του. . έπειτα πήγε και γονάτισε
μπρος στο κρεββάτι και φιλούσε το χέρι της Βεργινίας που κρεμόταν
απόξω;
— Βεργινία μου! αγάπη μου Βεργινία! εγώ είμαι, ο Νίκος σου! —
έτσι της φώναζε, θαρρώντας πως θα την ξυπνούσε η δύναμη του
αγαπημένου της ονόματος, γιατί αισθανόταν πως αυτήν και πεθαμένη
θα την ξύπναγε εκείνο τόνομα. . .
Και ξανασηκώθηκε απάνω και της έσταξ' αιθέρα στο στόμα, καταπώς
είδε να κάνη ο Νίκος. . της έρριξε νερά στο πρόσωπο τόσο που την
καταμούσκεψε. Έπειτα τάφησε όλα κι άρχισε πάλι να τρέχη ολόγυρα σα
χαμένη απ’ τον εαυτό της. . . Με μιας της ήρθε να χτυπήση με τις
γροθιές στο μεσότοιχο της γειτόνισσας. Αχ, αυτές οι γυναίκες,
βουλωμένα τάχαν ταυτιά τους και δεν άκουγαν τίποτ’ απ’ όλο αυτό το
κακό;
— Βοήθεια, Κερά γειτόνισσα! ελάτε! η Βεργινία πεθαίνει! — —
ξεφώνισε, ταράζοντας σύσσωμη απ' της φωνής της τον τρόμο κι απ’ το
ίδιο το νόημα το φριχτό του λόγου πούλεγε — Δεν μπορούσε να βγη
απέξω να φέρη κανέναν απ’ τη γειτονιά: κι αν πέθαινε η Βεργινία
σταναμεταξύ μονάχη; — κ’ έσφιγγε τα μηλίγγια της με τις κλειστές
μπουνιές της απ’ την απελπισία, σα να φοβότανε μην της φύγη το
μυαλό της. . . Εκεί που κοβόταν έτσι και τάραζε, άνοιξε η πόρτα
και μπήκε ο Νίκος με το γιατρό.
Δεν ήτον ο κομψευόμενος και ο μοσχομυρισμένος, ο γυναικολόγος και
γυναικάκιας πουρχόταν πάντα: αυτός καθότανε στην άλλη άκρη της
Αθήνας κι ούτ’ έβγαινε τέτοιαν ώρα απ’ το σπίτι ναρθή εδώ έξω.
Ήτον ένας γιατρός της συνοικίας που απ' το πρωί ως το βράδυ και τη
νύχτ’ ακόμα έτρεχε στη φτωχολογιά — ένας τύπος πλακιώτικος: μια
μαύρη ρεμπούπλικα χωμένη ίσαμε ταυτιά, κάτι παντελόνια φαρδιά και
μακριά που σέρνονταν πίσω κατασκονισμένα πάντα, ακόμα και το πρωί
πούβγαινε απ’ το σπίτι, μια μαγκούρα θεόρατη και μια φάτσα ίδιο
γουλί με τρύπες-τρύπες το πετσί σα σουρωτήρι, αγύριστη αιωνίως που
θύμιζε κάτι παλιά ξυστριά αλογίσια. Σα δικαστικός κλητήρας
φαινόταν αυτός ο γιατρός, σα μεσίτης ή εργολάβος οικοδομών — κι
όμως τέτοιος πούτον πολύ τον αγαπούσε ο κοσμάκης. Πολλά πράματα
δεν ήξερε, μα έπαιρνε και λίγα: ένα διπλό και καμμιά φορά και
πενήντα λεπτά. Πάντα παρηγοριά είναι ο γιατρός — κι αυτό είν'
περισσότερο στην αρρώστια για το μικρόν τον κόσμο.
Χωρίς να βγάλη το καπέλλο του, πήγε τα ίσα στο κρεββάτι κι απίθωσε
τη μαγκούρα απάνω στην κουβέρτα. Έπιασε το σφυγμό της Βεργινίας,
έβαλε το χέρι στο λαιμό της και στην καρδιά. . έβαλε ταυτί του στο
στήθος. . .
— Λιποθυμία είναι, μα είναι πολύ αδύνατη. Έχετ’ αιθέρα — είπε με
μια φωνή βραχνή σα ραϊσμένο πιθάρι —
Έσταξε λίγο αιθέρα μες το ποτήρι με το νερό που βρισκόταν εκεί δα
από πρωτύτερα που τόχε φέρει η Λιόλια και προσπάθησε να της δώσει
να πιή, ανασηκώνοντας της το κεφάλι.
— Δεν καταπίνει! — Ένα κουταλάκι μικρή! — και της έρριξε από λίγο
μες το στόμα. — Έχει κτυπήσει και στο κεφάλι, είπε, δείχνοντας ένα
πρασινωπό καρύδι πούχε φανή άξαφνα, λίγο αιματωμένο, απάνω απ'
ταριστερό μηλίγγι της. — Βάλ’ ένα παννάκι βρεμμένο εδώ πάνω! —
έγνεψε της Λιόλιας.
Ο Νίκος τούχε πη του γιατρού για την αρρώστια της Βεργινίας στο
δρόμο πούρχονταν, και για την κούρα που της είχε κάνει ως τα τώρα
ο άλλος ο γιατρός ο γυναικολόγος που τον είχε συστήσει ο μάστοράς
του γιατ’ είχε λέει κάνει θάματα στη γυναικάδερφή του. . και γι’
αυτό τον έφερνε ακόμα εξακολουθητικώς, ειδεμή και βέβαια θάπαιρνε
του λόγου του πούτον και της συνοικίας. Αλλά μια κ’ είχε αρχίσει!
. . κ’ έπειτα ο καθείς λέει πως να περάσ’ όπως κι όπως η
αρρώστια. . .
— Πού την ηύρε τη δύναμη και κατέβηκε απ' το κρεββάτι! — είπε
τώρα ο γιατρός — αφού έχει τόσον καιρό να σηκωθή και σε τέτοια
χάλια που βρίσκεται! Απ' την πολλή αδυναμία είναι που δεν μπορεί
να συνέρθη: τα νεύρα της έχουν ξεχαρβαλωθή ολότελα — Μήπως και
ταράχτηκε; — μην είδε τίποτα και τρόμαξε;
Σαν άκουσ’ έτσι η Λιόλια, ξάστραψε κάτι μες το νου της: ξαναείδε
την ολόχυτη λάμψη του φεγγαριού στο κατώφλι με τη Βεργενία πεσμένη
μέσα της σαν πνιγμένη και την πόρτα την ανοιχτή και στο σκαλοπάτι
της ανοιχτής πόρτας είδε τον εαυτό της και το Νίκο κοιμισμένο με
το κεφάλι του ακκουμπηστό στον κόρφο της. . . Α! τότε κατάλαβε —
γιατί ως τα τώρα απ’ την τρομάρα και την ταραχή δεν είχε τόπο η
ψυχή της για τίποτ’ άλλο — Κι όχι κατάλαβε, παρά αισθάνθηκε μες τα
θολά βάθη του γυναίκειου είναι τις, ταθώο το κοριτσάκι, πως κάτι
τρομερό είχε γίνει, τόσο τρομερό που έφθανε για να σκοτώση μια
γυναίκα και πως γιαυτό πέθνησκε τώρα η Βεργινία — — — ζαλίστηκε,
τα γόνατά της λύθηκαν και πιάστηκε απ’ το κρεββάτι να μην πέση —
«Κρακ» έκαμε κάτι κάτω απ' τα πόδια του Νίκου εκεί που πήγε να
κάμη ένα βήμα πιο πέρα. . έσκυψε να το σηκώση ήτον το κουτί με τα
σκονάκια (πούχε πάρει η Βεργινία απ’ τον κομμό), πατημένο πήττα.
Ο γιατρός σταναμεταξύ είχε βγάλει απ' την τσέπη του μια σύριγγα κ’
έκαιγε τη βελόνα της απάνω απ’ το γυαλί της λάμπας. . .
— Πώς βρέθηκε το κουτί εδώ χάμω; — ρώτησε ο Νίκος τη Λιόλια — εγώ
τόχα αφήσει απάνω στον κομμό! —
Στεκόταν τώρα η Λιόλια ακκουμπησμένη στο κρεββάτι, άφωνη, και
κύτταζε το γιατρό με μεγάλα μάτια, γεμάτα βαστηγμένα δάκρυα. . το
στήθος της ανασηκωνόταν κάθε τόσο από ξέμακρα αναφυλλητά βουβά που
της τρεμούλιαζαν το σαγόνι και το κάτω χείλι: έτσι αστράφτει πίσω
απ' τα βουνά, ύστερ' από βροχή και κάποια βράδυα του καλοκαιριού,
από αντάρες που δεν ακούς το βόγκο τους.
— Νά, κυρ Γιατρέ, της δώσαμε απ’ αυτό το υπνωτικό σήμερα, μπας
και την πείραξε; αρχινίσαμ’ απ’ τα χτες: γιατί δεν κοιμόταν τη
νύχτα ολότελα· ο γιατρός είπε πως το περισσότερο είν' η αγρύπνια
που την αδυνατίζει και της τόγραψε.
— Αηδιές! πολύ άσχημα. . είναι, βλέπεις, τώρα και το ναρκωτικό
που τη βαστάει σ’ αυτήν την θέση. Τι γράφει απάνω;. , αριθμό έχει
μονάχα. . πούν' η ρετσέτα;
— Την κρατήσανε στο φαρμακείο.
Άνοιξ’ ένα σκονάκι ο γιατρός κ’ έβαλε στη γλώσσα του και χτύπησε
τα χείλια του. . σήκωσε τους ώμους και κρέμασε το κάτω χείλι τον,
σα νάθελε να πη: «ξέρω κ’ εγώ τι κουραφέξαλα είνε αυτά!»
— Τώρα ό,τι είναι είναι! Σταθήτε να κάμουμε μια στιγμή την ένεση.
Έλα εδώ εσύ μικρή! — είπε, γεμίζοντας τη σύριγγα μ’ αιθέρα —
άνοιξε το ποκάμισο της Κεράς σου και σκούπισε λίγο το μέρος εκεί
κοντά στην καρδιά μ’ ένα μαντηλάκι. Στάσου να σου στάξω καλύτερα
λίγο αιθέρα. . έτσι! . . .
— Αχ, κυρ Γιατρέ: Τι! Θα της τρυπήσετε την καρδιά με τη βελόνα; —
φώναξ’ η Λιόλια με τρόμο, έτοιμη να ξαναρχίση τους θρήνους . . .
— Μη φοβάσαι! δεν τρυπάω εγώ τον κόσμο. . μόνο σα την τσιμπήσω
λιγάκι απέξω απέξω, πιο λίγο από μια μέλισσα —
(μέλισσα! μέλισσα! που ήτονε μια μέλισσα που ήθελε να την
τσιμπήση; — συλλογίστηκε η Λιόλια κ’ έξαφνα είδε μπροστά της τον
κάμπο με τα λουλούδια και τάραξε σύσσωμη)
. . οι νέοι οι γιατροί, οι πολύξεροι, που γράφουν τα μοντέρνα τα
ναρκωτικά, τις κάνουν τις ενέσεις στο μπράτσο ή στο πόδι — γύρισε
κ’ είπε κατά το Νίκο, ο γιατρός, εκεί που έχωνε τη βελόνα στο
κίτρινο πετσί της Βεργινίας (πετσί και κόκκαλο! — ανατρίχιασε ο
Νίκος που την είδε) — εγώ τις κάνω κοντά στην καρδιά και ξέρω τι
κάνω. . .
Έπειτα τη σκέπασε τη Βεργινία και κάθησε στην καρέκλα να δη την
ενέργεια.
Εκεί δα, νά σου κι ανοίγει η πόρτα και μπαίνει η γειτόνισσα η
Χαρζανοπουλίνα, η χήρα του δικαστικού κλητήρα, με τη μια της κόρη
την πιο μεγάλη, πούτον η αλαφροήσκιωτη — αν νεγκλιζέ. Η γριά
τουλάχιστο πάντα ήτονε γριά κι άσχημη σα μάγισσα, μα της «νέας» τα
χάλια καθώς ήταν άφτειαχτη και στη φυσική της κατάσταση δε
μολογιούνται. Καλά λεν οι δασκαλευούμενοι: «τα εν οίκω μη εν
δήμω!» Τι λαιμός ήτον εκείνος σαν καμμιάς αρρωστημένης γαλοπούλας
μέσ’ απ’ την άσπρη νυχτικιά που της έλειπε το κουμπί! τι σακκούλες
κρεμαστές κάτω απ’ τα μάτια! τι χρώμα σαν το κυδώνι! — άφησε πια
το μισοφόρι, ο Θεός να το κάνη ροζ, με τον ξηλωμένο φαρμπαλλά που
έσταζε απ’ τη λέρα. . κι αποκάτω τα κατσάρια! . . .
— Καλέ τί πάθατε, Κυρ Νίκο μου! στρίγγλισε η γριά συφορά. Είπα κ’
εγώ! «στον ύπνο μου τον ακούγω αυτόν το σαματά ή μην κ’ έπαθε
τίποτα η Βεργινία;» Μου φάνηκε σα νάκουσα κάτι φωνές, κάτι σαν
κλάματα, μα έλεγα πάλι με το νου μου: «Αχ, είν’ η καρδιά σου που
τα μελετάει τα τι πέρασες, τι πίκρες και τι καημούς, και σε
ξεγελάει τάχα πως τακούς. . .» Σα μου χτύπησε σταυτί η φωνή τον
γιατρού — και ποιος δεν την έχει μες την ψυχή του τη φωνή του
γιατρού, του ευεργέτη τω φτωχώνε! — μονομιάς πετάχτηκ’ απάνου.
Μάλιστα η Μπιμπίκα μου πρώτη τον κατάλαβε — αυτή, καλέ μου, ακούει
και το χορτάρι που φυτρώνει!: «Μαμάκα μου! μου λέει, κάτι έπαθε η
Βεργινίτσα και φέραν τον καλό γιατρό». Εξ αρχής αυτό έπρεπε, Κυρ
Νίκο μου! Εμείς πάντα το λέγαμε. Μα είπα κ’ εγώ στα κορίτσια:
«άστε, μην ανακατευόσαστε στου άλλου το διάφορο· εδώ είναι περί
ζωή και θάνατο βλέπεις: νάχης έπειτα και την ευθύνη! . . .»
— Και βέβαια είναι πολύ λεπτότατα πράγματα αυτά — αχνολάλησε η
Δεσποινίς Μπιμπίκα.
— Και τι έχει, Κυρ Γιατρέ μου, η Βεργινούλα μας; — συλλογίστηκε
τώρα μόλις να ρωτήση η γριά-καμμιά λιγοθυμιά πάλι. Αμ τις προάλλες
πούμαστε φερμένες εγώ με τις κόρες μου και μας έμεινε στα χέρια
μισήν ώρα, ξερή! . . ήτονε μονάχη της — ήτον και η Ευρυδίκη —
γύρισε και ρώτησε την Μπιμπίκα — ας είναι . . . αν δεν ήμαστεν
εμείς. . είδαμε και πάθαμε να τη συνεφέρουμε — γυναίκες ολομόναχες
— πήγα να παλαβώσω. . είναι και η ευτύνη ξέρεις! γιατί έπειτα σου
λέει άλλος —
— Άσ’ τα τώρα, Κυρά Χαρζανοπούλου! είπε ο γιατρός, σταθήτ’ απ’ το
κρεββάτι! . . σταθήτε από 'κεί δα! . . μη μου κλείνετε το φως να
δούμε τι θα κάνουμε. . .
Έπιασε πάλι το σφιγμό της Βεργινίας με το ρωλόϊ στο χέρι. . έβαλε
ταυτί του στην καρδιά της. . . Έπειτα έχυσ’ αιθέρα στα χέρια του
και της έτριψε τα μηλίγγια. . της έτριψε τα χέρια και τα
πόδια. . .
Έξαφνα άνοιξε η Βεργινία τα μάτια της και το στόμα της άρχισε
ναναπνέη αργά. . . Κ’ η αναπνοή της γινόταν ολοένα πιο βαθειά. .
το στήθος της ανασηκωνότανε σα να φούσκωνε απομέσα του ένα κύμα να
ξεσπάση. . .
Ο γιατρός γύρισε να δη το Νίκο που στεκόταν πίσω του, ακκουμπηστός
στο κρεββάτι: σούρωσε τα χείλια του και τανέβασε ως τη μύτη
του. . .
Ο Νίκος έβλεπε της Βεργινίας τα καμώματα μ’ όλη την ψυχή του
χυμένη στα μάτια του. . .
Ακουγόταν τώρα η αναπνοή της Βιργινίας σαν ανάλαφρο ροχαλητό
ανθρώπου βαριοϋπνιασμένου. . άνοιγε το στόμα της και τάφηνε λίγην
ώρα ανοιχτό. . . και το ξανάκλεινε αργά, παράξενα σα μ’ ένα
μηχανισμό, αλλοιώτικα από άνθρωπο: όπως τα ψάρια που τα πετάει το
κύμα στο γιαλό. . κι ολοένα πιο πολύ το στόμα της άνοιγε και πιο
πολλήν ώρα έμενε ανοιχτό, στυλωμένο τώρα, σαν πόρτα που δεν
ξαναπέφτει να κλείση. . .
Η Λιόλια κύτταζε με το κλαμένο πρόσωπό της ξαστρωμένο πάλι, σαν
κρυφοχαρούμενη πούβλεπε τη Βεργινία νανοιγοκλείνη το στόμα, να
ξαναζωντανεύη. . .
— Τι κάνει έτσι, γιατρέ; τ’ είν' αυτό που κάνει; φώναξε ο Νίκος
του γιατρού με τρόμο —
— Δεν είν' καλά η γυναίκα σου! — —
Η Χαρζανοπουλίνα κ’ η κόρη της που στέκονταν εκεί κοντά,
κυτταχτήκαν αναμεταξύ τους κ’ η γριά κούνησε το χέρι της σα νάλεγε
για κάποιον πως έφυγε και πάει:
— Δεν τη βλέπεις, Κυρ Νίκο μου; δεν τη βλέπεις που τελειώνει και
σ’ αφήνει γεια;
. . . Τα μάτια της Βεργινίας είχαν ανοίξει διάπλατα: κύτταζαν αχνά
και ξέξασπρα το Νίκο, κατάματα. . κι όλο άνοιγαν πιο πολύ, σα να
θέλανε να βγουν απ’ τις κόγχες τους να πεταχτούν απάνω του, κ’ οι
κόρες τους μεγαλώνανε σκοτιδιασμένες σα δυο βαθειές τρύπες. . .
— Βεργινία!! — ξεφώνισε ο Νίκος. . . Βεργινία μου!! . . κ’ έπεσε
γονατιστός, μ’ έναν πνιγμένο λυγμό, μπροστά στο κρεββάτι και της
έπιασε το χέρι — —
. . Οι δυο βαθειές τρύπες των ματιών της Βεργινίας αποπάνω απ’ το
κεφάλι του Νίκου μαυρίζανε σαν πηγάδια — Άξαφν’ άνοιξε η Βεργινία
το στόμα της ακόμα περισσότερο και δεν το ξανάκλεισε πια — τα
μάτια της θολώσανε — σα να πέρασ’ ένα σύννεφο ψηλά, ένας αχνός
αποπάνω τους — κι απόμειναν εκεί δα, ορθάνοιχτα, στυλωμένα απάνω
στο πρόσωπο του Νίκου — — —
Ο γιατρός σηκώθηκε:
— Δεν είχε δύναμη η καρδιά της — είπε. Έβαλε ταυτί του στο στήθος
της. . έπειτα έβγαλε κ’ είδε το ρωλόϊ του. . και της έκλεισε τα
μάτια. . .
[Έως εδώ έκαμε τας διορθώσεις του έργου του ο συγγραφεύς. Ο
εξαφνικός θάνατός του εσταμάτησε το έργον και αι κατόπιν
διορθώσεις έγιναν σύμφωνα με την πρώτην έκδοσιν.]
— Ζωή σε λόγου σου, είπε σκουντώντας το Νίκο απ’ τον ώμο. Σαν
είδε που δεν κουνήθηκε ο Νίκος από κει πούτονε γονατιστός με το
πρόσωπο απάνω στο χέρι της Βεργινίας, τον έπιασε με τα δυο του
χέρια απ’ τις αμασχάλες και τονέ σήκωσε ορθόν.
— Έλα, άντρας είσαι! Αυτά έχει ο κόσμος. Καλύτερα που ησύχασε —
δεν είχε πια ζωή μέσα της. Αν θέλης αύριο περνάς για την άδεια —
Καθώς σηκώθηκε ο Νίκος και ξανάρριξε μια ματιά απάνω στο νεκρό
πρόσωπο της Βεργινίας και κατάλαβε πως όλα τέλειωσαν πια, τούρθε
στρόφιλος και πήγε να πέση. Τον κράτησε ο γιατρός, πριν να
προφτάσουν οι Χαρζανοπουλίνες να τον πιάσουνε στην αγκαλιά τους.
— Τον καημένο το νέο! — είπε δυνατά η Μπιμπίκα και στέναξε μέσ’
απ' τα φυλλοκάρδια της.
Τον πήρε ο γιατρός μπράτσο το Νίκο και βγήκαν όξω στο δρόμο.
Έβγαλε ο Νίκος και του 'δωσ’ ένα τάλληρο.
— Μην πειράζεσαι, είπε ο γιατρός, τα βρίσκουμε — και τόβαλε στην
τσέπη του.
Μέσ’ απ’ την κάμαρη ακούστηκε άξαφνα η στριγγλιάρικη φωνή της
γριά-καρακάξας της Χαρζανοπουλίνας:
« Αχού, Βεργινία μου! τι κακό που σούρθε! Αχού, περιστεράκι μου!
και πού μας αφήνεις!» — —
και το ψεύτικο παράπονο του μυρολογιού της ξέσχισε το πέπλο της
σιγαλιάς και της νάρκης της φεγγαράτης νύχτας — — Ένα σκυλλί μέσα
σε μιαν αυλή ξύπνησε κι άρχισε να ουρλιάζη. . .
Ήτον αργά πια. Το φεγγάρι έγερνε να πέση πίσω απ' την Καστέλλα:
ήτονε μικρό τώρα, σα ζαρωμένο, σαν πιο θολό και πιο κόκκινο — ίδιο
μάτι πούχει κλάψει — —
Κ’ η Λιόλια;
Η Λιόλια ήτον πεσμένη από πολλήν ώρα χάμω, πίσω απ' το κρεββάτι,
στο μέρος που έστρωνε πάντα το βράδυ να κοιμηθή. . και θρηνούσε σα
νάθελε να σπάση η καρδούλα της — χωρίς κανείς να την προσέχη. . .
— — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — —
Τη σηκώσανε στις τρεις ταπόγευμα με το σταυρό και τα εξαπτέρυγα με
δυο παππάδες κ’ έναν ψάλτη: — ήρθε κ’ ένας άλλος, αψηλός και
ξερακιανός σαν τσίρος, μ’ ένα μαύρο παννί στόνα μάτι και πένθος
στο μανίκι για ψάλτης, κολλητηρτζής, που δεν εννοούσε να φύγη — —
κ’ έτσι πήγαινε μπροστά κ’ έψελνε κι αυτός για γούστο του με την
ελπίδα να μπαλωθή στο τέλος κανένα μονό. . . Πού μαζεύτηκαν τόσες
γυναίκες στο λείψανο! Τόσον καιρό που ζούσε η άμοιρη η Βεργινία,
ψυχή δε ρώταγε γι’ αυτήν και τώρα που πέθανε, τρέξανε σαν τα
κοράκια — άφησε πια τις Χαρζανοπουλίνες, μάννα και κόρες, και την
αδερφή της γριάς, την Κερ-Αριστείδαινα, και την Κυρία Ευρυδίκη:
αυτές δα ήταν απ τις πρώτες, σπιτικές σα να πούμε, στα μέσα και
στα έξω. . και πήγαιναν πίσω απ’ την κάσσα κολλητές, σα συγγενείς.
. . Το Νίκο τον είχε πιάσει μπράτσο ο μάστοράς του ο Πρίαμος κι
απ’ την άλλη μεριά ο Περικλής. Ήτανε φερμένα όλα τα παιδιά του
μαγαζιού. Ήταν κι αρκετοί φίλοι του Νίκου: ο Ντίνος, ένας
Τζαννέτος, ξυλογλύπτης κι αυτός, που σηκώθηκε κ’ ήρθε απ’ τη
Βάθεια, ο Ηρακλής που δούλευε στο σελλάδικο του Ντίππελ, ο Γιώργος
ο Ροντάκης, ο γλύπτης, κι ο Αντρίκος ο υποκελευστής με τη στολή
του. Ήταν και μερικοί απ’ τη γειτονιά και πρώτος πρώτος ο χοντρός
ο μπακάλης, ο κυρ Μπάμπης. Ο Μίμης δεν ήρθε — — Η Λιόλια πήγαινε
πιο πίσω με τη θεια Ελέγκω, που τα γέρικα της μάτια είχανε γίνει
σαν κόκκινες σταφίδες απ’ τα κλάματα για τη Βεργινίτσα της που την
είχε σαν παιδί της. Φορούσε ακόμη η Λιόλια το φορεματάκι πούχε σαν
πρωτοήρθε με μια μαύρη μπέρτα αποπάνω κ’ ένα παλιό καπέλλο πένθιμο
με μαύρα σταφύλια, που τόχε παρμένα η θεια Ελέγκω απ’ τη
σπιτονοικοκυρά της, και που την έκανε σα μεγάλη γυναίκα. . .
Πήγαινε η Λιόλια με βουρκουμένα μάτια, σκυφτή κάτω απ’ το βαρύ
καπέλλο. . . Ένα χάος ήτονε στο μυαλό της απ’ τα χτες τη νύχτα:. .
φέρανε μιαν κάσσα άσπρη με κάτι χρυσοχάρτινα σειρήτια και
τριανταφυλλάκια πάννινα και κάτι αγγέλους και δυο χέρια
χεροπιασμένα από πάφυλα, καρφωμένα απάνω στο καπάκι. . γέμισε το
σπίτι γυναίκες. . η γριά-Κλητήραινα με τις κόρες της
μπαινόβγαιναν. . της πήραν τα κλειδιά να βγάλουν καφέ και ζάχαρι.
. έσυραν το κρεββάτι (Αχ! το κρεββάτι με τη νεκρή τη Βεργινία)
στην άκρη — — Ίσαμε πούρθε η θεια Ελέγκω και την πήρε στην αγκαλιά
της δεν είχε πού νασταθή, πού να κλάψη. — — «Όλο μες τα πόδια μας
βρίσκεται αυτό το τζάτζαλο! Δε σηκώνει το χέρι της να βοηθήση σε
τίποτα. Πώς τα σιχαίνομαι αυτά τα χαραμοψώμικα! — τάχα συγγενής,
κι' ο Θεός να σε φυλάη. . .», είπε η Μπιμπίκα σε μιαν άλλη που
διόρθωνε τη Βεργινία μαζί με την Ευρυδίκη. . . «Έχει και μούτρα
και κλαίει! Αυτό που δεν ήθελε!», φώναξε η Ευρυδίκη αποπίσω απ’ το
δυστυχισμένο το κορίτσι, για να τακούση, καθώς έβγαινε να πάη στην
αυλή να κρυφτή απ’ τα μάτια τους. . . .
Της έβαλαν της Βεργινίας το νυφιάτικό της το κρεμ κι αποκάτω απ’
την πλάτη της τα στέφανα του γάμου: Αχ! σα σφαγμένο αρνί λύγισε το
νεκρικό κορμί της με το κεφάλι πεσμένο πίσω καθώς την πιάσανε να
τηνέ βάλουνε στην κάσσα — τη στιγμή που ξαναρχότανε μέσα η Λιόλια
— — Την κάσσα την απίθωσαν απάνω στο τραπέζι — στο τραπέζι
πούτρωγαν καθεμέρα και που τόχαν τώρα τραβηγμένο μες τη μέση. . η
Ευρυδίκη πήρε τα λουλούδια που ήταν απάνω στον κομμό στα πιατάκια
(τα λουλούδια της!) και τις μυγδαλιές, όλ’ ακόμα δροσερά κι
ολάνθιστα, και στόλισε το φέρετρο με πολύ γούστο. — — Δε βάσταξε η
Λιόλια και ξαναβγήκε στην αυλή να ξεφωνίση. . .
Δε φάγανε μεσημέρι. Κάποιος πήρε το Νίκο έξω. Η θεια Ελέγκω
έστειλε και πήρε απ’ το μπακάλη λίγες ελιές και ταραμά, σα
σαρακοστή που ήτονε, να φάνε. . μα δεν άγγιξε η Λιόλια. Οι
γειτόνισσες μπαινόβγαιναν ολοένα απ' της Κλητήραινας και στην
κάμαρη τη νεκρική όλο κ’ έψηναν καφέδες. . σηκώθηκε η θεια Ελέγκω
νταβραντισμένη κ’ έφερε και της Λιόλιας ένα φλυτζανάκι: δεν ήθελε
νάρθη στα λόγια μ’ αυτές τις παλιογλωσσούδες, τις ξαδιάντροπες,
ειδεμή ήξερε αυτή τι θα τους έλεγε! — Αχ, τι καλό που της έκανε
της Λιόλιας ο ζεστός καφές!
— «Σερμπέτι τον έχουν οι σκύλλες: το ξέρω κ’ εγώ με ξένα
κόλλυβα!», είπε η θεια Ελέγκω εκεί που ρουφούσε κι αυτή το
μαυροζούμι της.
Πώς κάπνιζαν οι δυο μικρές κίτρινες λαμπάδες! — η μια στο
καντηλέρι κ’ η άλλη μες τη μποτίλλια — στο κεφάλι και τα πόδια του
νεκρού — με κάτι αψηλές φλόγες σκούρες πούχανε μέσα τους ένα
μεγάλο μάτι μελανό και κυττάζανε σοβαρά: γέμισε η κάμαρη με μια
βαρειά πένθιμη μυρουδιά απ’ αγιοχέρι κ’ έσταζαν απ' τα κεριά παχιά
δάκρυα κίτρινα σα χολή απάνω στην κάσσα και στο τραπέζι κι ως που
να πέσουν πάγωναν απανωτά και γίνονταν κάτι κρεμαστές πλεξούδες:
δάκρυα κοκκαλιασμένα. . .
«Κλαγκ! — πλιάτς!» έκαμε το κανάτι γεμάτο νερό πούσπασ’ η θεια
Ελέγκω έξω απ’ την πόρτα την ώρα που σήκωναν το λείψανο μέσ’ απ’
τους γαλάζιους αχνούς του λιβανιού. . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .