Και συ πούρχεσαι το κατόπι αγόρι ολόλαμπο από νιάτα και λαχτάρα,

δεν ξέρεις πως είσαι ο ήλιος που τρέχει να πιάση το σύννεφο ταπαλό

και που σαν το φθάση πέρα στις βουνοκορφές και ταγκαλιάση,

φλογοκαίγετ’ όλος ο ζαφειρένιος κάμπος κι ο ήλιος γίνετ’ ο

Βασιλιάς τουρανού και πέφτει και πνίγεται στη μεγάλη θάλασσα του

πόθου του;

Χαμήλωνε τώρα ο ήλιος. Ο λόφος της Καστέλλας ακόμα φεγγοβολούσε

κατακίτρινος σα θειάφι. Μα τα σπίτια της Καλλιθέας κι ο ελαιώνας,

πιο πίσω, και στο βάθος πέρα το κόκκινο βουνό του Δαφνιού, το

θαμνωμένο σαν από δασειά ορμή εφηβική, παίρνανε τώρα μια γλύκα

τριανταφυλλένια. Η θάλασσα του Φαλήρου και της Αίγινας ήτονε βαθιά

μαβιά, σα νάχε μεστώσει ο πόθος της. Ο αέρας ήτονε μαλακός,

γεμάτος ρευστό χρυσάφι σαν κρασί γλυκό της Κύπρου. . .

Όταν, έτσι τρέχοντας, πέσανε μέσα σε κάτι λίμνες από ανεμώνες

κόκκινες σαν αίμα — γιατ’ είχανε γεννηθή απ’ τον Άδωνη το αίμα — η

Λιόλια ξεφώνισε απ’ την αναγάλλιασή της (που από 'κείνην τη βραδιά

του χορού σχεδόν η φωνή της δεν είχε ακουστή):

— Κύριε Νίκο! Κύριε Νίκο, ελάτε! Εδώ ελάτε να δήτε πόσες έχει.

Φέρτε το σουγιά σας να τις βγάλωμε με το χώμα! Για κυττάξτε καλέ,

είναι μια θάλασσα κόκκινη! — κι όλα τα κεφαλάκια τους μαζί! . . .

Κι ο Νίκος έτρεξε και σκυμμένοι οι δυο τους, με τα κεφάλια τους

μαζί σαν τις ανεμώνες, ξερρίζωναν τα λουλούδια σαν αίμα και σαν

χείλια αιματωμένα απ’ τα φιλιά. Τί κόκκινα που ήταν και τα δικά

τους τα χείλια — και πριν ακόμα αιματωθούν απ’ τα φιλιά! Και

παρακάτω ηύραν άλλα πάλι κιτρινολούλουδα που φέγγανε σαν άστρα μες

τα χόρτα. . κι απ' αυτά έκοβαν, έκοβαν και γέμιζαν τις αγκαλιές

τους και τάστρα έγερναν απάνω στα στήθη τους για να τα φωτίσουν.

Και πάλι πετούσε η Λιόλια πιο πέρα και μάζευε γαλανά ματάκια

άνθινα, που την κυττάζανε λυπητερά και σα δακρυσμένα, και γέμιζε

την ποδιά της όλο μαργαρίτες, χωρίς νάχη καιρό να τις ξεφυλλίση,

κ’ έτρεχε κ’ έκοβε κάτι ασπρολούλουδα σ’ αψηλά κλωνιά που ανθίζανε

δέσμες-δέσμες κ’ ήτανε γεμάτα μέλισσες. . . Δεν τα χωρούσε πια η

αγκαλιά της κ’ η ποδιά της τα λουλούδια κι ανασήκωνε και τη

φουστίτσα της και φάνηκε το μισοφοράκι τάσπρο χιόνι κ’ η παχουλή

γαμπίτσα της. Μια μέλισσα την είδε έτσι και πέταξε με βόμβο

χαρούμενα τραγουδιστό να την τσιμπήση· η Λιόλια απ’ το φόβο της

έβγαλε τις φωνές κι αντίς να τρέξη να φύγη, γύρισε πίσω στο Νίκο

να τη σώση. (Μέλισσα! μικρέ θεέ, χωρίς να κεντρίσης, ρίχνεις τη

σαΐτα σου!) Ο Νίκος άνοιξε τα χέρια του να τσακώση τη μέλισσα . .

. Μα του ξέφυγε. . και πάλι έπιασ’ η Λιόλια το τρεχιό μέσα στα

λουλούδια. . και κάθε λίγο του φώναζε του Νίκου από μακριά νάρθη

να βγάλη ένα όμορφο άνθος με τη ρίζα. . . Οι πεταλούδες, πούχανε

γεννηθή εκείνες τις ημέρες, ζήλεψαν τα λουλούδια της ή την πήρανε

γι’ αδερφή τους, έτσι που πετούσε από άνθος σ’ άνθος κ’ έσκυβε

αποπάνω τους· κ’ έξαφνα τους ήρθε να παίξουνε μαζί της και

μαζεύτηκαν όλες σωρό γύρω απ’ το κεφάλι της που χρύσιζε, με βουβά

φτεροκοπήματα σαν πνοές άσπρες και κίτρινες και γαλάζιες και

κόκκινες — σαν άνθη και φλόγες που πετούσαν. . . Ξαφνίστηκε η

Λιόλια κ’ έκανε για να τις διώξη, γελώντας νευρικά από φόβο μαζί

και χαρά· μα δεν τα κατάφερνε με τόνα χέρι που ανέμιζε το σαλάκι,

ίδιο συννεφάκι τριανταφυλλί — γιατί με τ’ άλλο βαστούσε τα

λουλούδια μες τη φούστα της: οι πεταλούδες δεν το φοβούνταν

ολότελα το συννεφάκι το ρόδινο, παρά νομίζανε πως έπαιζε κι αυτό

μαζί τους και με τόση περισσότερη ορμή έπεφταν απάνω της, ως που

έφθασε ο Νίκος και τις σκόρπισε με το καπέλλο του κ’ έπιασε μια

μεγάλη κόκκινη με κάτι σα μάτια παγωνιού στα φτερά της και την

τρύπωσε μέσα στης Λιόλιας τα μαλλιά. . . Και πήγανε παραπέρα ως

πίσω απ’ τα σπίτια της Καλλιθέας και πιο κάτω απ' τις φυλακές,

ίσαμ’ εκεί παρχίζει ο ελαιώνας. Με μιας η Λιόλια έκαμε «Αχ!» κ’

έπεσε μέσα σ’ ένα χαντάκι πούτον αψηλό χορτάρι φυτρωμένο και το

σκέπαζε που δε φαινόταν ολότελα. Έτρεξε ο Νίκος να τηνέ σήκωση κ’

εκεί που την τραβούσε απ' τα δυο της τα χέρια, γονάτισε κι αυτός

και το στήθος της, το ζεστό και σαν πουπουλένιο, ακκούμπησε απάνω

ατό δικό του και τα χείλια του, τα φλογισμένα, έπεσαν απάνω στα

δικά της κ’ η πνοή της, που ήτανε σαν του φρέσκου ψωμιού την άχνα,

τούρθε μες στο στόμα του. . .

Τότες τη Λιόλια την έπιασε μιαν αλλοιώτικη τρέμουλα: — θυμήθηκ’

εκείνο το βράδυ που την πρωτοφίλησε ο Νίκος; — τώρα έξαφνα τρόμαξε

από την μοναξιά ολόγυρά της; — ή έτρεμε καταπώς τρέμει το φύλλο

της λεύκας στο κοτσανάκι του μόλις που ορθρίση, πριν ναρθή το

αγεράκι της αυγής να το φιλήση και σαν το νερό που κοιμάται κι

απαντέχει τον ήλιο να το χρυσώση; . . . Μονομιάς βρέθηκε ολόρθη κι

άρχισε να τρέχη — όχι πια να τρέχη μοναχά, μα να φεύγη: έτσι

φεύγει το ζαρκάδι μπρος απ’ τον κυνηγό, το χελιδόνι μπρος απ’ το

γεράκι. . .

Κι άξαφνα στα μάτια της μπροστά φάνταξ' ένα φέγγος, σαν από χιόνι

σταματημένο ανάερα, ακίνητο, με μίαν αχνή ρόδινη γλύκα στην

ασπράδα του και σα μέσα σ’ ένα αθώρητο δίχτυ από χρυσές αχτίδες.

Αμυγαλιές ήταν — τέτοιον καιρό που όλες έχουνε σχεδόν ξανθίσει! —

μην ήταν οι αδερφάδες τους οι γκοριτζιές κ’ οι αγριοκορομιλιές,

πούναι πιο τεμπέλες; ή μήπως τις είχε πάρει ο ύπνος τις μυγδαλιές

κι αργήσανε νανοίξουν τανθινά τους μάτια απ’ τα βαθιά ονείρατα του

χειμώνα! Άλλες δεν ήταν πουθενά: αυτές μονάχα ανθίζανε σ’ όλον τον

κάμπο . . κ’ ήταν παγεμένες όλες μαζί κ’ έσμιγαν τα κλαριά τους

από πάνω ως κάτω σαν πηχτά χιονισμένα από τάνθη. . .

Στάθηκε η Λιόλια θαμπωμένη, άφωνη! . . κ’ έπειτα σα να την

τραβούσε αυτή η λάμψη η γλυκειά: προχώρησε με βήματα αργά και με

μάτια μαγεμένα. . .

Σα χεροπιασμένες στέκονταν ένα γύρο οι μυγδαλιές έτοιμες να

χορέψουν. . . Μα δε σαλεύανε, γιατί ανάμεσα τους άνοιγε ένα

ολοστρόγγυλο αλωνάκι, που ζούσαν εκεί απόμονα πανάψηλα χορτάρια

και λουλούδια μύρια. Κάτι βάτα, ακόμα ξερά, μ’ αγκύλες, ήταν

ολόγυρα πηχτοφυτρωμένα κ’ έτσι δε φαινόταν τίποτ’ απ’ τον κόσμο κι

ούτε καν ο ουρανός απ’ αυτό το λουλουδιασμένο αλωνάκι, πούμοιαζε

κούνια ή κρεββάτι νυφικό κάτω απ’ τον άσπρο Θόλο πούκαναν τα

ολάνθιστα κλαριά. Αλήθεια είχαν κάνει άλλον ουρανό δικό τους οι

μυγδαλιές με τάνθη της παρθενιάς που στέλνει η Περσεφόνη απ’ του

Πλούτωνος την κλίνη, κάθε άνοιξη, στις Κ ό ρ ε ς του απάνω κόσμου.

Αχ, μυγδαλιές! γιατί να φανερωθήτε μπρος στα μάτια του κοριτσιού

ενώ έτρεχε να ξεφύγη μακριά από ταγόρι! Και γιατί να μην τα κλείση

τα μάτια της η κόρη, μόνο ναφήση να τηνέ σύρη το γλυκό σας φέγγος

κάτω απ’ τουρανού σας το λουλουδένιο μεθύσι . . .

Και παραμέρισε τα βάτα η Λιόλια και πήγε κάτω απ’ τις μυγδαλιές .

. και ξέχασε όλα γύρω της: τον κάμπο με τα λουλούδια και τις

μέλισσες που ηθέλανε να την τσιμπήσουν και τις πεταλούδες που την

πείραζαν και το Νίκο που την είχε φιλήσει. . και ξεφώνισε από

λαχτάρα για τους ανθούς τους άσπρους. . .

Λιόλια μου! Λιόλια μου! Το Νίκο δεν έπρεπε να τον ξεχάσης, αφού

έτρεχες να μη σε πιάση, κι ούτε να του φωνάξης κρυμμένη μες

τανθινό σου άντρο:

— Ελάτε, Κύριε Νίκο! να κόψετε μερικά κλαδιά να πάρωμε μαζί μας!

Κ’ έφθασε ο Νίκος, σχεδόν προτού καλά — καλά ναποτελειώση το λόγο

της — ο Νίκος που μια δύναμη θεϊκή, βγαίνοντας απ’ τα έγκατα του

κορμιού του, μα και συνάμα ερχόμενη απέξω του, τον έσπρωχνε,

αμάχητη, λες και τον τραβούσε απ’ τα μαλλιά με μια γλυκειά οδύνη

λιγωμένη που τούλυνε τα μέλη, μα και τούδινε μιαν υπερδύναμη

φτερωσιά, αλλόκοτη, άγνωστη ως τα τώρα, αλάλητη, υπέργεια . . .

Έφθασε ο Νίκος και παραμέρισε κι αυτός τα βάτα και πήγε κάτω απ’

τις μυγδαλιές . . και μόλις βρέθηκε κάτω απ' τον άνθινο θόλο,

ξέχασε κι αυτός όλον τον άλλο κόσμο: και την κάμαρη της αρρώστιας

την πνιγμένη από τον πόνο, και τασπρισμένα μάτια της Βεργινίας και

τον εαυτό του ακόμα — και δεν είδε άλλο μπροστά του, παρά τη

λαχτάρα του πούχε ανθίσει και γλυκοτραγουδούσε. . κι αγκάλιασε τη

λαχτάρα του και κυλίστηκε μαζί της στο λουλουδιασμένο στρώμα. . .

Τι φωνή ηδονής και φρίκης ήτον αυτή πούσχισε τον ήσυχο αθέρα! . . .

Ίσαμε πού νακούστηκε! . . .

Και γιατί νακουστή, αφού πνίγηκε μες τα φιλιά που αιμάτωσαν τα

χείλια σαν τις ανεμώνες; Και βούιζαν οι μέλισσες πεσμένες απάνω

στα ανθισμένα χιόνια σα νάταν τα δέντρα όλα μαζί μια θεόρατη

κυψέλη . . κ’ έσμιγαν οι μυγδαλιές τανθόφυλλά τους, τα διάφανα σαν

από μετάξι, τόσο κοντά τόνα μες τάλλο που έκαναν έναν πηχτόν τοίχο

πιο αδιαπέραστο κι απ' των φρουρίων την πέτρα για την ευδαιμονία

των ανθρώπων. . και το μύρο των ανθών είχε μεθύσει τον αέρα και

τον κρατούσε σε μια νάρκη, ασάλευτο σαν κάποιο χαμόγελο απάνω στο

λαχταριστό στόμα μιας παρθένας κοιμισμένης. . .

Μια ξαφνική ανατριχίλα πέρασε πάνω απ' τάσπρα λουλούδια — τρομάρα

ή αναγάλλιασμα;. . και μια βροχή απ’ ανθόφυλλα έπεσε μαλακά: να

σκεπάση με μυρωμένο χιόνι τους δυο ανθρώπους που τους είχε πάρει η

Μοίρα τους στην αγκαλιά της — — —

&Το πλάνεμα του Φεγγαριού&

Ο ήλιος είχε βασιλέψει. Μια βαθιοκόκκινη πένθιμη αντιφεγγιά και

κάτι μακρόσυρτοι μαύροι αχνοί σα σχισμένα κρέπια, κρεμαστά από

ψηλά, άπλωναν πίσω απ’ το λόφο της Καστέλλας κι απ’ τα βουνά του

Δαφνιού πούχαν τώρα γίνει απόμακρα, μουντά, μολυβόμαβια, σα σκιές

απ’ όνειρα σβυσμένα. Απάνω στου Υμηττού την ησκιογάλαζη κάππα είχε

ρίξει η βραδυνή θλίψη το μενεξεδένιο πέπλο της . . και του καημού

τα γιούλια άνθιζαν και σιγοτραγουδούσανε μες την αμιλησιά της

κοιμισμένης πέτρας. Μονάχα ο Παρθενών, προβάλλοντας πίσω απ’ το

λόφο του Φιλοπάππου, γλυκοπύρωνε με τη θύμηση των φιλιών του ήλιου

σαν αποθεωμένος. . .

Έκανε ψύχρα τώρα. Ένας άνεμος βραδινός πλάγιαζε το χορτάρι

πούπαιρνε κάτι γυαλάδες σταχτιοκόκκινες και κερασογάλαζες απ’ τα

χρώματα της μαγεμένης σούρπας, της γλυκόθλιβης. Τα λουλούδια

κρύωναν κ’ έκρυβαν τα κεφαλάκια τους μέσα στα χόρτα. . άλλα

καμπανίζανε λυγώντας απάνω στα ψηλά κλωνιά τους, ξέχρωμα κ’

ησκιερά μες το περίχυτο ασήμι του μουχρώματος. . . Γυρίζανε σπίτι,

περπατώντας γλήγορα — αυτός μπροστά κι αυτή πιο πίσω, φορτωμένη

ακόμα με τα λουλούδια που τάσφιγγε στο στήθος της (αυτή τα

βάσταγε, γιά την είχανε σηκώσει αυτά στην αγκαλιά τους και την

πήγαιναν;) — τα λουλούδια που ήταν τώρα μαραμένα και γεμάτα ήσκιο.

Ήταν κλαμένη, η Λιόλια, ξαναμμένη, ξεμαλλιάρα μ’ ανθόφυλλα

μυγδαλιάς μέσα στα μαλλιά της, και πήγαινε με το κεφάλι σκυφτό,

σκεπασμένο με το τριανταφυλλί σαλάκι της, σα νάτον κι αυτή η ίδια

ένα από τα κομμένα άνθη, τα μαραμένα και γεμάτα ήσκιο. Ο Νίκος

βαστούσε ένα μεγάλο κλαδί μυγδαλιάς στο χέρι σαν τρόπαιο και στο

πρόσωπό του, καθώς κύτταζε μπροστά του κι αψηλά, έπεφτε λίγη λάμψη

απ' το θρίαμβο του Παρθενώνος που σιγοπύρωνε με τη θύμηση των

φιλιών του ήλιου. . .

Καθώς ανέβαιναν τον τελευταίο ανήφορο πούβγαινε πίσω απ’ το σπίτι

τους βλέπουνε να ξεπροβάζη απ’ τη γωνιά της μάντρας τους, η θεια

Ελέγκω σε μεγάλες φούριες. . . Άμα τους είδε, ξεφώνισε,

σβαρνίζοντας τον κατήφορο:

— Μπράβο σας! Εμ δεν είπαμε δα και να νυχτωθούμε! Τρέχω να

προφτάσω τον Κωλοσούρτη — δεν μπόρεσα να κάτσω πιο πολύ, γιατί έχω

να μουσκέψω κάτι ρούχα και να σηκωθώ δυο ώρες νύχτα: μια πλύση

τρικούβερτη! στης κυρίας Αθανασάκη — την ξέρετε δα, πουν' ο άντρας

της στο υπουργείο, πήρε προίκα αυτή πολλή . . καλέ πουχ’ νε το

σπίτι στη ρούσσικια εκκλησία! — ας ήναι! . . . Μπρε — μπρε — μπρε

— μπρε! Για μένα τα κουβαλήσατε όλα τούτα! Καλέ τι σας ήρθε; όλο

τον κάμπο πήγατε να σηκώσετε! Νά, τόσα σώνουνε: λίγα κίτρινα κι

απ’ αυτά εδώ τα κόκκινα, ναίσκε αυτά θα της αρέσουν της Κυρία —

Ουρανίας, και μερικά από τάσπρα — πού να τα σέρνω! . . . Μάννα

μου! τι όμορφα ετούτα τα μικρούλια, τα γαλανούλικα! . . . Ε!

σώνουν πια —

— Αυτές εδώ είναι ανεμώνες — είπε σιγαλά η Λιόλια. . κ’ είναι

βγαλμένες με το χώμα. Να στις βάλωμε μες το μαντιλάκι σου, θεια

Ελέγκω;. . .

— Πάρε κ’ ένα κλωνάκι μυγδαλιά, θεια Ελέγκω, είπε ο Νίκος: για

σένα τις κόψαμε. . .

— Όχι να μην κουβαλάω τώρα δέντρ' ολάκερα! Θα με βγάλη όξω ο

εισπράχτορας — ξέρεις αυτοί δε χωρατεύουν. . . Κάθομαι και

χασομεράω και θα μου φύγη ο τρεχιόδρομος. . . Νά τον! ακούτε;,

πλάκωσε κιόλας ο Βράκας. . . Γεια σας παιδιά μου! νάχετε την ευκή

μου! Τη εβδομάδα που θα μας μπη, πάλι εδώ θα μ’ έχετε. . . Αμέτενε

γιατ’ είναι μονάχη της η καψερή η Βεργινία! . . .

Και πήρε τρεχάλα τον κατήφορο, φορτωμένη μιαν αγκαλιά λουλούδια, η

θεια Ελέγκω, σα βαρέλι που κυλούσε απ’ το βουνό και καθώς

κατρακυλούσε, γύρισε και ξαναφώναξε:

— Λιόλια, όπως είπαμε, τη δουλειά σου και τη Βεργινία — τα μάτια

σου τα δυο! . . .

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Ο Νίκος κ’ η Λιόλια με τανθισμένα τους κλαριά και με τα λουλούδια,

που τους απόμεινεν ολάκερη αγκαλιά, μπήκανε στην κάμαρη τη

σκοτεινιασμένη απ’ τη σταχτερή τη σούρπα — σα νάμπαινε η ολόφεγγη

και μυρωμένη άνοιξη. Αλλά μαζί με τη λάμψη και τη δροσερή ανάσα

των λουλουδιών χύθηκε και σα μια θλίψη βαθειά ολόγυρα. Έτσι κ’ η

άνοιξη, η χλοϊσμένη, θλίβεται βαθιά σα μαυροσυννεφιάση ο

αχνογάλανος ουρανός — —

Όταν ξαναείδε ο Νίκος τη Βεργινία στο κρεββάτι της, άσπρη κ’ έρημη

μέσα στο σκιόφωτο — αισθάνθηκ’ ένα χύμα από εσπλαχνία να ξεχειλίζη

μέσα του: από όλη την ευτυχία των νιάτων και της ζωής, αυτή δεν

είχε τίποτα! κι αυτός τα είχε όλα — κι ακόμα και το λίγο εκείνο

πούτονε δικό της της τόχε κλέψει, αφού της είχε πάρει πίσω τον

εαυτό του πούτον το μόνο της καλό. Τούρθε τότε να της δώση κι

αυτηνής λίγα από 'κείνα που του περίσσευαν: τα κομμένα και

μαραμένα λουλούδια του κάμπου αφού αυτός είχε μέσα του όλον τον

ανθισμένο κάμπο αμάραντο για πάντα. . . Πήρε τα λουλούδια απ’ τα

χέρια της Λιόλιας και πήγε κοντά στο κρεββάτι της Βεργινίας.

— Νά Βεργινία! σου φέραμε και σένα λουλούδια· δώσαμε αρκετά και

της θειάς Ελέγκως, που την ηύραμε εδώ απόξω. Πήγαμε ίσαμε κάτω

στου Ρουφ. . εκεί έχει τα περισσότερα, γι’ αυτό αργήσαμε —

Και της τα σκόρπισε απάνω στην κουβέρτα. . .

Κ’ έπειτα σα νάθελε, ξέχωρ' απ’ τα λουλούδια να της δώση πάλι και

λίγο απ’ τον εαυτό του — από ‘κείνο που της πήρε το πιο πολύτιμο!

έγειρε αποπάνω της, κοντά στο πρόσωπό της. . .

Η Βεργινία, όταν τον είδε νάρχεται κοντά της με τα λουλούδια, είχε

ανοίξει διάπλατα τα μάτια της, σαν από τρόμο, και τα ξανάκλεισε,

καθώς της τάρριχνε τα λουλούδια απάνω στο κρεββάτι, σα για να μην

τα ιδή. Μα εκεί που ο Νίκος έσκυβε αποπάνω της, έξαφνα σήκωσε τόνα

χέρι της, το σκελεθρωμένο και διάφανο της χέρι που οι γαλάζιες

φλέβες του φεγγρίζανε σαν κάτω από κιτρινισμένο τσιγαρόχαρτο, και

με μια δύναμη, αφάνταστη για το σύντριμμα που ήτον, τον έσπρωξε

κατάστηθα . . και τούπε με κακία:

— Φύγε από 'δώ! μυρίζεις ήλιο! . . αυτά να μου τα βάλης όταν Θα

με θάψης — και γύρισε το κεφάλι της απ' την άλλη μεριά.

Ο Νίκος τραβήχτηκε πίσω, απότομα.

Τα λουλούδια απομείνανε σκόρπια για πολλήν ώρα απάνω στο κρεββάτι

της Βεργινίας, σαν απάνω σ’ ένα νεκροκρέββατο νεκροστολίζοντας μια

ζωντανή . . .

Η Λιόλια, μόλις μπήκανε μες την κάμαρη, κατέβηκε στην κουζίνα και

δεν ξανανέβηκε παρά μόνο σαν έφερε να φαν ψωμί. Ήρθε με τα μάτια

που δεν ανοίγανε στο φως, με τη μύτη πρισμένη, με το στόμα ένα

γύρο κατακκόκκινο απ' τα κλάμματα, τριαντάφυλλο βυσσινύ

ξεφυλλισμένο, με τα μαλλιά της μέσα στα μούτρα, απ' όπως ήτον

πεσμένη με το κεφάλι στη γωνιά κάποιου τραπεζιού —

— Μάσ’ τα λουλούδια απ’ το κρεββάτι! — της είπε σε λιγάκι ο

Νίκος . . .

Τα μάζεψε η Λιόλια, αμίλητη, τα όμορφα λουλούδια της που τάχε

κόψει με τόση χαρά και που τώρα κοίτοναν ξέψυχα κι αυτά σαν απάνω

σ’ ένα νεκροκρέββατο . . . Μα κ’ η Βεργινία δεν είπε λέξη κι ούτ’

άνοιξε τα μάτια — —

— Πέτα τα όξω στην αυλή! — ξαναείπε ο Νίκος. . . .

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Αυτήν τη νύχτα κοιμόταν η Βεργινία βαθιά — γιατ’ είχε πάρει

υπνωτικό αποβραδύς για πρώτη φορά. Άξαφνα, κοντά το ξημέρωμα, ο

Νίκος μες τον ύπνο του άπλωσε το χέρι του απάνω στο κορμί της

Βεργινίας. Αυτό που τόσον καιρό λαχταρούσε η Βεργινία με

καρδιοβόρι: το χέρι του αγαπημένου αντρός που πάει ψάχνοντας

ναγγίξη την ποθερή γυναικεία σάρκα — τη σάρκα πουν ολόδικιά του. .

που γι’ αυτόν είν' έτσι απαλή και πουπουλένια, για να σβήση μέσα

της. . που γι’ αυτόν ζη κι ανθίζει, για να τονέ μεθύση με τη θερμή

και μυρωμένη ανάσα της — αυτό το χέρι το λαχταριστό της ήρθε της

Βεργινίας εκείνο το πουρνό. . . Αχ, μα και που ήρθε — δεν ήτονε

δικό της! — — Ξύπνησε η Βεργινία ολότρομη! — πόνεσε το

κοκκαλιασμένο στήθος της απ’ την αντρίκια ορμή και δύναμη του

ερωτιάρικου χεριού: σπαρτάρισε ολάκερη και ξεφώνισε αχνά (από

τρομάρα ή από πόνο ή από χαρά;). . . Κι ο Νίκος, με τα μέλη ακόμα

λυμένα απ’ τη γλυκειά πρωινή νάρκη, ξύπνησε κι αυτός απ’ της

Βεργινίας το λάγγεμα και το ξεφωνητό. . . Μα σαν έννοιωσε κάτω απ’

τα δάχτυλα του το ξυλιασμένο στήθος της άρρωστης, κρύωσε όλος και

μαζεύτηκε κουβάρι και γύρισε απ’ την άλλη τη μεριά. . .

Την άλλη μέρα το μεσημέρι γύρισε ο Νίκος μαζί μ’ ένα λούστρο

κουβαλώντας σ’ ένα καροτσάκι δυο στρίποδα και κάτι σανίδες κ’ ένα

στρώμα και ρούχα του ύπνου.

— Πήγα και τα πήρα από 'να φίλο μου που τάχε περισσευούμενα, είπε

της Βιργινίας καθώς τα φέρνανε με το λούστρο μέσα στην κάμαρη. Σε

ξυπνάω τη νύχτα κι ο γιατρός είπε πως πρέπει να κοιμάσαι ήσυχη —

Αυτό ήτον το τελευταίο θανάσιμο χτύπημα για της Βεργινίας την

ύπαρξη — —

Ο ήλιος έφεγγε πάλι σήμερα με την ίδια γλύκα σαν και χτες. Η απαλή

φεγγοβολιά του σα χάδι ρευστό σιγά-σιγά μαλάκωσε και την αντάρα

μες την ψυχή της Λιόλιας. Το δειλινό η Λιόλια κατέβηκε στην αυλή.

Όλα γύρω της όπου έβλεπε το μάτι της, ήτανε χρυσωμένα μ’ ένα

μάλαμα πορτοκαλλύ, ώριμο, παχύρρευστο σαν κάποιων παλιών κρασιών,

με κάτι ήσκιους βγαλμένους από μέσα του μαβιούς, μενεξεδένιους,

πορφυροπράσινους. Όλα έδειχναν, απάνω τους πεσμένη, μίαν

ανέκφραστη γαλήνη κι ανάπαυση. . . Ω! τι θάμα!: η μυγδαλίτσα, η

μικρή ζαρωμένη μυγδαλίτσα είχε ανθίσει άξαφνα, εκείνην τη νύχτα. .

. Η Λιόλια πήγε κοντά της: δυο ανθάκια ήταν όλο κι όλο ανοιγμένα·

μα είχε κι άλλα μπουμπούκια έτοιμα να ξεσκάσουν. Έλυσε η Λιόλια το

σχοινί που ήτανε δεμένο απάνω στη μυγδαλίτσα και την τυραννούσε

και το πέρασε πίσω απ' το σωλήνα της βρύσης που ξέβγαινε λιγάκι

απ' τον τοίχο της μάντρας. Έπειτα έσκυψε να δη τι απόγιναν τα

λουλούδια που τάχε ρίξει τάλλο βράδυ μέσα στη γούρνα. . . Σε λίγο

βρεθήκανε δυο πιατάκια μ’ ανεμώνες κόκκινες και γαλάζιες,

βγαλμένες με το χώμα, καθώς κ’ ένα κλαδί μυγδαλιάς (από 'κείνες

εκεί του κακού του κάμπου!), ολόδροσο κι ανθάτο, απάνω στον

κομμό. . .

Πέρασ’ άλλη μια μέρα, ωραία και γλυκόζωη, σαν τις άλλες. Ότι είχαν

αποφάει. Η Λιόλια είχε βγη να καθήση στα σκαλοπάτια μπρος την

πόρτα της αυλής. Το φεγγάρι ήτονε βγαλμένο νωρίς: ήτον πανσέληνος

εκείνην τη βραδιά. . . Ο Νίκος έδωσε της Βεργινίας το σκονάκι για

τον ύπνο, που έκανε δυο-τρεις ώρες ως να ενεργήση. Έξω ήτανε μέρα

απ' του ολόγιομου φεγγαριού τη λάμψη και μύριζε καλοκαίρι — από

'κείνες τις καλοκαιριάτικες βραδιές που κάνουν τη ζωή παραμυθένια.

. . Ποιος μπορεί να μείνη μέσα στην κάμαρη τέτοια βραδιά; — έτσι

κι ο Νίκος έσβυσε το φως, για ναποκοιμηθή πιο εύκολα η Βεργινία,

κι άνοιξε την πόρτα της αυλής κι άνοιξε όλο του το στήθος στη

φεγγερή γαλήνη πούτον έξω και στη δροσερή ανάσα τη μοσχόβολη της

κοιμισμένης πλάσης. . έπειτα έγειρε πίσω του την πόρτα και κάθησε

κι αυτός στο σκαλοπάτι που καθόταν η Λιόλια. Αυτή πήγε να σηκωθή

από 'κεί καθώς τον είδε. Μα δεν την άφησε. . της είπε να κάτση,

γιατ’ αλλοιώς θάφευγε κι αυτός: — κ’ έτσι ξανακάθησε στην άλλη

άκρη του σκαλοπατιού — —

Και το φεγγάρι στρογγυλοπρόσωπο, άσπρο σαν το γάλα, ολοένα

ανέβαινε πιο αψηλά και ξεδίπλωνε την αχτιδένια κόμη του που

ολόγυρα στο πρόσωπό του ήτονε σαν κόκκινο χρυσάφι, μα καθώς άνοιγε

κ’ έπεφτε πιο ανάρια κι από πιο ψηλά, γινόταν ένα πέπλο,

μυριοξέδιπλο, υφασμένο απ' ασημένια σιγαλιά και θλίψη γλυκειά

γλαυκή, που τύλιγε όλον τον ουρανό και τη γης μαζί σ’ ένα σβήσιμο

ευτυχίας αλάλητο. . . Και το φεγγάρι ακκούμπησε τα γιασεμένια του

τα μάγουλα στο τζάμι της Βεριγινίας που κειτόταν έρημη μες τη

σκοτεινή της κάμαρη. . και χύθηκε ένα φωτοπόταμο αργυρόλαυκο απάνω

στο κρεββάτι της. . κι αυτό περνούσε πλατύ και ήρεμο από πάνω απ’

την κουβέρτα της Βεργινίας και κατέβαινε, χωρίς να παφλάζη, κάτω

στο πάτωμα και κυλιόταν αμίλητο, αργοστάλαγο, μπρος απ’ την πόρτα

πούβγαινε στην αυλή κ’ ίσαμε τον τοίχο κι 'ανέβαινε και στον τοίχο

ακόμα, όπως κάνει το νερό του συντριβανιού, ασάλευτο πάντα, μα και

λαχταριστό στην ανθισμένη αφροκορφή του, ως απάνω στο ταβάνι κ’

εκεί έσβηνε, χάνονταν κάτω απ’ τη σκεπή. . .

Της Βεργινίας το πρόσωπο έμενε στο σκοτάδι: φέγγριζε κι αυτό με τη

χλωμάδα του σαν κάποιο άλλο φεγγάρι πεθαμένο — — Κύτταζε η

Βεργινία τη γλυκόϋπνη κι ασημένια νάρκη του ποταμιού που κυλούσε

απ’ ταφάνταστα βάθη τουρανού — αναγάλλισμα μιας άλλης ζωής πιο

γλυκείας και πιο αιώνιας — , που περνούσε αποπάνω απ’ αυτό το

κρεββάτι του ανθρώπινου καημού και πάλι, αψηλώνοντας ως τη σκεπή,

έφευγε σταπόμακρα και στα ουράνια. . . Αχ! πόθησε να πάη μαζί του,

η ποθοπλανταγμένη, να σβήση τη λαχτάρα της μέσα σ’ αυτής της

αγαλοστάλαγης φεγγαρίσιας λύπης το γάλα — το γλαυκόφεγγο — το

γλυκοϋπνιασμένο. . .

Όταν της έδωκε ο Νίκος απόψε το υπνωτικό, το ήπιε με τον ίδιο πόθο

να μην ξυπνούσε πια· ήθελε να του πη να της δώση κι άλλο ένα

σκονάκι για να κοιμηθή καλύτερα, μα εκείνος έφυγε αμέσως από κοντά

της — Και τώρ’ αυτός ο πόθος της για να σβήση έκαμε μέσα της

φτερά, φτερούγες υπερδύναμες που αρχίσανε να σαλεύουν έτσι

πούνοιωσε να τη σηκώνουν ολόρθη στο κρεββάτι. Σα να φούντωσε μια

φλόγα μέσα της από μια σπίθα που σιγόσβηνε κάτω απ' τη χόβολη,

αισθάνθηκε μίαν πύρινη πνοή μέσα στις φλέβες της, αισθάνθηκε τα

νεύρα της σίδερο ρευστό. . . Ήτονε μονάχα πούθελε να πάρη τα

σκονάκια απ' τον κομμό; — ή μην ήθελε και να δη που ήτον ο Νίκος

με τη Λιόλια, οι δυο τους πούχανε βγη έξω απ την πόρτα;. . Έξαφνα

βρέθηκε ορθή έξω απ’ το κρεββάτι, αυτή πουχ’ ένα μήνα να κουνήση

χέρι, περπατώντας, αυτή που νόμιζε πως είχε ξεχάσει το περπάτημα:

έκαμε μερικά βήματα γλήγορα τόνα μέσα στάλλο, σαν αέρινα,

περνώντας μεσ’ απ' τη λουρίδα του φεγγαριού που κοιτότανε στο

πάτωμα, μες τάσπρο της το νυχτικό πιο άσπρη ακόμα απ’ τη

φεγγαρίσια λάμψη — λες και ζωντάνεψε το φεγγάρι και σηκώθηκε από

χάμω και περπάταγε. . . Ήυρε το κουτί με τα σκονάκια, σα μέσα σ’

όνειρο, κ’ έπειτα έκαμε άλλο ένα βήμα κατά την πόρτα της αυλής,

που ήτανε γερμένη, κ’ έσυρε ανάλαφρα το θυρόφυλλο — — — — — — — —

— — — — — — — — — — — —

Κύτταζε τώρα η Λιόλια το κεφάλι του αγαπημένου αντρός που βάραινε

απάνω στο στήθος της: τη μύτη τη δυνατή και με το κόκκαλο λιγάκι

πεταχτό στη ρίζα, τα κλειστά ματόφυλλα, σα φύλλα λουλουδιών, που

τα γαλάζωνε στις άκρες ο Ύπνος με της γαλάζιας του φτερούγας την

αντιφεγγιά, με τα μακριά κροσσωτά τσίνουρα καταπάνω, πούριχναν

ήσκιο στα μάγουλά του — κ’ η καρδιά της πλημμύριζε από κάτι

απέραντο κ’ υπερδύναμο που τόσον καιρό τόχε κρατημένα μέσα της και

της πονούσε τώρα, όπως πονεί το πρώτο γάλα στη μητέρα. Απ’ την

ημέρα πούχαν πάει στα λουλούδια δεν είχε σηκώσει τα μάτια της

απάνω του απ’ το φόβο μήπως απαντήση τα φριχτά μάτια της Βεργινίας

που ξεφώνιζαν, άλαλα, από καημό κι απελπισία. . περισσότερο όμως

ακόμα φοβότανε μήπως αντικρύση τα δικά του μάτια! Τώρα που σα

συνεπαρμένος απ' τη γοητεία της φεγγαρίσιας ευτυχίας είχε γείρει

στον κόρφο της να κοιμηθή, τώρα τον κύτταζε άφοβα, τώρα τον

φιλούσε όλονε με τα πρωτοξύπνητα γυναικεία μάτια της, τον άντρα

τον αγαπημένο. Τι ζεστά που μύριζαν τα γλυκά μαλλιά του! σαν κάτι

ζωντανό και δυνατό που της ήτονε φόβος μαζί και λαχτάρα. Αχ, τα

στήθια της νάλυωναν ήθελε κάτω απ’ αυτό το βάρος που λίγο της

φαινότανε για την αγάπη της. Κι ολοένα περισσότερο βυθιζότανε στην

ευδαιμονία αυτής της θωριάς, βούλιαζε ολάκερη, χανόταν. . ως που

τα μάτια της κλείσανε σαν από μιαν ηδονή κι έναν πόνο αβάσταχτα

για την ψυχή της — —

Και τα μάτια της είδαν τότες πως σηκώθηκαν απ' το σκαλοπάτι και

βγήκαν έξω στο δρόμο μαζί με το Νίκο — πιασμένοι απ’ τα χέρια —

και κατέβηκαν απ’ το βουνό τους κάτω στον κάμπο με τα λουλούδια

πούχαν πάει τις προάλλες . . και πέρασαν όλον τον κάμπο και μπρος

απ' της Καλλιθέας τα σπίτια που ήταν τυλιγμένα μες τασημένια

μαλλιά του φεγγαριού τα ξέχυτα και — πάντα χεροπιασμένοι με το

Νίκο — ανεβήκανε σ’ εκείνο τολοστρόγγυλο το βουναλάκι — προτού

νανοίξη ο κάμπος για τις Τζιτζιφιές — πούχει στην κορφή του την

εκκλησίτσα της Αγια-Σωτήρας. . . Εκεί στο βουναλάκι απάνω στεκόταν

το φεγγάρι· μα δεν τόβλεπαν καθώς ανεβαίνανε, γιατ’ ήτον κρυμένο

πίσω απ’ την εκκλησίτσα. Μόλις όμως έφθασαν απάνω στην εκκλησιά,

ξεπρόβαλε και τους έλαμψε μες το πρόσωπο τόσο που θάμπωσαν τα

μάτια τους. . .

Η Κερένια κούκλα: Αθηναϊκό μυθιστόρημα · 第 5 / 9 段