Παρά 'κεί ξεπρόβαλαν τραγουδώντας μέσ’ από ‘να στενό, που ήτονε

μια ταβέρνα, ένα μπουλούκι μεθυσμένοι. Ένας τους στάθηκε στη μέση

του δρόμου και κατάβρεξε τη σκόνη —

Η Λιόλια στριμωγνόταν κοντά στο Νίκο — είχε βαρειά καρδιά. . .

Όταν βγήκανε στου Μακρυγιάννη, τους έζωσε το πηχτό σκοτάδι κ’ η

ερημιά — — — — Κρύωνε η Λιόλια, έτρεμε η ψυχή της. . πήγαιν' ένα

βήμα πιο πίσω απ’ το Νίκο τώρα. . . Δε μιλούσαν ολότελα: ό,τι

είχανε να πουν, τόπανε στο χορό με τα μάτια τους. . κι αυτά πούχαν

ειπωμένα, τώρα τους έκλειναν το στόμα — όσο κοντεύανε σπίτι,

ανάσαιναν πιο βαθιά κ’ οι δυο τους, σα λαχανιασμένοι — ίσως νάτον

απ’ τον ανήφορο και το πολύ τρεχιό!

Λίγο πριν να φθάσουνε στην πόρτα τους, καθώς ήτανε βουτηγμένοι στο

σκοτάδι και στη βουνίσια μοναξιά, ο Νίκος έξαφνα, γύρισε, έπιασε

τη Λιόλια απ’ το κεφάλι και τη φίλησε — — — — — — — — —

— — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — —

. . Στην κάμαρη το καντήλι ήρεμο έφεγγε κ’ έρριχνε μια γλυκειά

θλίψη απάνω στο γαλάζιο ατλάζένιο πάπλωμα. . .

Της Βεργινίας το πρόσωπο ήτονε γυρισμένο απ’ την άλλη μεριά. Το

κορμί της μόλις ξεχώριζε, πλάκα κάτω απ’ το πάπλωμα — ακίνητο — —

Κοιμόταν — — —

Η Λιόλια — η φιλημένη Λιόλια — ξεγλύστρησε σα σκιά πίσω απ’ το

κρεββάτι . . τράβηξε αποκάτω απ’ τον κρεββατιού το γύρο που τάχε

μπόγο απ’ την ημέρα τα ρούχα του ύπνου κ’ έστρωσε το σελτέ της. .

. και, κουβαριασμένη αυτού χάμω, γλήγορα-γλήγορα γδύθηκε από μέσ’

απ’ το πάπλωμα. . και πια δε φάνηκε — —

Ο Νίκος τραβήχτηκε στην άλλη άκρη, για να μην ξυπνήση τη Βεργινία.

. . Εκεί που έκανε να πέση στο στρώμα ανασηκώνοντας προσεχτικά το

πάπλωμα, γύρισ’ έξαφνα η Βεργινία το κεφάλι της: κ’ είδε τότες ο

Νίκος να λαμποκοπούνε στο φως του καντηλιού τα ματόκλαδα της από

στάλες διαμαντένιες σαν κ’ εκείνες που βλέπεις ύστερ’ από βροχή,

κάποιο ξαστερωμένο σουρούπωμα, στακρόφυλλα των δένδρων, στης

ακακίας και της «Κλαίουσας» τα φύλλα που είναι βαρειές απ’ το πολύ

το φέγγος κι ολόφεγγες απ‘ το θλιμμένο βάρος. . μα οι στάλες δε

θέλουνε να πέσουν —

Τα προσκέφαλα ήτανε μούσκεμα πέρα ως πέρα από τα δάκρυα.

Εξαγριώθηκε μονομιάς ο Νίκος. Ο πόθος του νέου κοριτσιού, πούχε

φουντώσει μέσα του, αρνιόταν της Βεργινίας την ύπαρξη — κι αυτή

βρισκόταν εδώ μπροστά του, ολοένα μπροστά του, ζωντανή και ξύπνια

ολοένα, ολοένα μ’ άγρυπνη την πίκρα της που της είχ' έρθει απ’

αυτόν! . . κ’ η πίκρα της αυτή περίχυνε με χολή το λαχταραστό

λουλούδι της ψυχής του και το φαρμάκι στάλαζε απ’ τις ρίζες,

μολύβι στην καρδιά του, θειάφι αναμμένο στα σωθικά του, που τον

έπιανε λύσσα να σπαράξη τον εαυτό του — αφού απ’ αυτόν ερχόταν το

κακό που υπόφερνε· μα κ’ εδώ πάλι αιτία ήτον αυτή, πούτον ολοένα

ξύπνια και ζωντανή μπροστά του, που του σπάραζε το στήθος με την

άγρυπνη της πίκρα τη σταλμένη απ’ αυτόν τον ίδιο —

— Δεν κοιμάσαι! — της κάνει με θυμό. Τι κλαις μωρή; γρουσούζα!

Σκοτωμένο μ’ έφεραν και κάνεις έτσι δα; Δεν υποφέρνεσαι, το ξέρεις

για όχι; Ζωή είν’ αυτή! Να μην το κουνήση πια κανείς από 'δώ μέσα!

— σωστό νοσοκομείο το κάμαμε! — — Μηδά τόθελα εγώ που άργησα; Νά,

μ’ έμπλεξαν κάτι φίλοι, δε μ’ αφήσανε να φύγω: με κοροΐδεύανε για

την παντρειά μου — και με το δίκιο τους — που τα μπλάστρωσα και

γίνηκα νταντός και νοσοκόμος! . . .

Μόλις άκουσε τη μιλιά του η Βεργινία, στέγνωσαν τα δάκρυα της και

με μια φωνή σαν πνοή που προσπαθούσε να βάλη και λίγο γέλοιο μέσα

στο παράπονό της, του είπε:

— Φοβήθηκα μήπως δεν ξανάρθης! — και πάλι τα μάτια της αρχίσανε

να τρέχουν. . .

Μα ο Νίκος δεν άκουσε και δεν είδε τίποτα, μόνο έλεγε παρακάτω:

— Έπειτα ήξερα που είχες την Ευρυδίκη κοντά σου: μούπε πως θα

κάτση να σου κάνη συντροφιά ίσαμε που να γυρίσουμε. . Ως που να το

καταλάβωμε, πέρασε η ώρα. — Το περισσότερα έμεινα για χάρη τον

κοριτσιού, που τόχομε τώρα ένα μήνα μανταλωμένο εδώ μέσα και δεν

είδε μέρα Θεού: ήθελε νάκανε ένα γύρο το κορίτσι και το λυπήθηκα.

— Θέλεις να σου δώσω τίποτα να πιής; — την αρώτησε βλέποντας την

που ξεροκατάπινε.

Και σηκώθηκε. Δρασκέλισε το λοφάκι πούκανε το κορμάκι της Λιόλιας

κάτω απ’ το πάπλωμα. . και της έδωσε να πιή λίγο γάλα.

— Θα σου φέρω αύριο πάλι το γιατρό να δούμε τι θα κάνουμε! — της

είπε τελευταίο. —

Έπειτα ξανάπεσε κι αποκοιμήθηκε στο λεφτό. Η αναπνοή του σερνότανε

βαρειά και βαθειά, ροχάλιζε σχεδόν — που δεν τόκανε ποτέ του. . .

Κάτω απ’ τα πάπλωμα της Λιόλιας κάτι τάραζε. . τρεμοσάλευε: η

Λιόλια έκλαιγε μ’ αναφυλλητά. . Έκλαιγε για τη δυστυχισμένη τη

Βεργινία, για το φιλί του Νίκου που της έκαιγε ακόμα στα χείλια κι

ως μέσα στην ψυχή της, έκλαιγε για τα χορό που τέλειωσε και για τα

βιολιά που έπαιζαν πιο δυνατά και πιο γλυκά μόλις πήγαινε κοντά

τους και τώρα σβήσανε για πάντα — γιατί άμα σβήση κάτι και πεθάνη,

για πάντα πεθαίνει! — — Μέσ’ απ’ ταναφυλλητά της άκουγε:

Να η Μικρούλα!

Να η Μικρούλα! να!

Αυτή που έρχεται,

Η παχουλή — η! —

κι ανάμεσα μπερδεμένον έναν άλλο σκοπό του Λανσιέ που της φαινόταν

πως έλεγε:

Έλα Λιόλια! έλα Λιόλια!

Έλα πάμε στο βουνό —

Μωρ' έλα Λιόλια! Λιόλια — Λιόλια!

Έλα πάμε στο βουνό! –

Και σα — α — ά δε θες, μην έ — ε — έρχεσαι!

Και — αι σά — α — ά δε θες, μην έ — ε — έρχεσαι

Πάω μονάχος, πάω μονάχος.

Πάω μ’ άλλη στο βουνό. . .

Αχ πόσο πολύ το ήθελε! — — Και πάλι, έναν τόνο πιο ψηλά:

Έλα Λιόλια! έλα Λιόλια!

Έλα πάμε στο βουνό —

Μωρ' έλα Λιόλια! Λιόλια — Λιόλια!

Έλα πάμε στο βουνό! —

Και σά — α — άν το θες, μη ντρέ — ε — έπεσαι! –

Και — αι σάν — α — άν το θες, μην ντρέ — ε — έπεσαι! –

Λιόλια — Λιόλια! Λιόλια — Λιόλια!

Πάμε, πάμε στο βουνό . . . .

Έτσι της έλεγε ο σκοπός του Λανσιέ, μα το ίδιο της έλεγαν και του

Νίκου τα μάτια, καθώς χόρευε στην αγκαλιά του, πούταν καρφωμένα

απάνω της και τα αισθανότανε να λάμπουνε σαν άστρα απάνω στα

μαλλιά της και μέσα της να καίη η αντιφεγγιά τους. . . Το στόμα

του ήτονε μισάνοιχτο κ’ έφεγγαν τα δόντια του και στο πρόσωπό της

φυσούσε η ζεστή πνοή του! Πώς την έσφιγγαν τα δάχτυλα του γλυκά

κάτω απ’ τις αμασχάλες! . . .

Λιόλια — Λιόλια! Λιόλια — Λιόλια!

Πάμε, πάμε στο βουνό ί. . .

Και πήγανε στο βουνό. . κ’ εκεί την ξαναφίλησε ο Νίκος πολλές

φορές στο στόμα κι αυτή τονέ φίλησε στα πράσινα του μάτια — — — —

Αποκοιμήθηκε — — — — — — — — — — — —

Στον ύπνο τον ο Νίκος παραμιλούσε: δυο-τρεις φορές φώναξε την

Λιόλια . . .

Το καντήλι κουράστηκε πια να φέγγη και να θλίβεται. . άρχισε να

πετάη σπίθες με κρότο, να ρίχνη τη φλόγα του με το μελανό το μάτι

αψηλά και να την τραβάη πίσω: ίδιο στήθος σε θανάσιμη αγωνία που

του στερεύει η ανάσα — και μ’ ένα τσιριχτό ανάλαφρο, έσβησε — — —

Πώς δεν πέθανε αυτήν τη νύχτα η Βεργινία! — — — —

— — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — —

&Ο κάμπος με τα λούλουδα&

Ναι δεν πέθανε — μα εκείνην τη νύχτα κατάλαβε πως για την ευτυχία

του Νίκου της έπρεπε να πεθάνη. Και τότε η ψυχή της η αδικημένη,

πόθησε να πετάξη! . . . Μα δεν ξεψυχούσε —

Αισθανόταν πάντα την ίδια τρομερή αδυναμία σα να της είχανε

ρουφήξει όλο το αίμα, σα νάχε σπάσει μέσα της η μηχανή της ζωής.

Ταυτιά της βούιζαν ολοένα σα μια θάλασσα μακρινή, σα λεύκες που

αναδεύει ο αγέρας όλα τους τασημένια φύλλα (: Αχ, νόμιζε πως

βρίσκεται πάντα στις Παράγκες, στα μισά του δρόμου που πάει στον

Περαία, που βγήκανε μια Κυριακή μεσημέρι με το Νίκο απ' ταμπέλια

του Μοσχάτου, κ’ έκλεινε ίσα-ίσα μήνας πούχανε στεφανωθή, και

κάθησαν κ’ έφαγαν οι δυο τους στο δροσό!). . . Κ’ έξαφνα άκουγε —

αισθανόταν, παρά που άκουγε — κάτι κλαγγίσματα σαν από χορδές που

σαΐττευαν και σαν άρπες μέσα στο μυαλό της, τόσο δυνατά που

θάρρευε πως θα την ξεσήκωναν ολάκερη να την πάρουνε να φύγουν. .

και πάλι σαν κουδουνάκια: ντίγκι — ντίγκι — ντίγκι — ντίγκ! — που

κόβανε μονομιάς — . . και καμπάνες βαρούσανε σιγά και βαριά σαν

επιτάφιος κι όλο της λαλούσανε: — «Βεργινία! . . τι τυραννία! —

Βεργινία! . . τι τυραννία! — Βεργινία! Βεργινία! Βεργινία!» . . .

(Δικός της ήτον αυτός ο επιτάφιος;) Πολλές φορές έπεφτ’ ένα βάρος

στο στήθος της που νόμιζε πως της έρριχναν ένα βουνό χώμα απάνω

της (οι νεκροθάφτες!) κ’ η καρδιά της φτεροκοπούσε τότε σαν

τρομαγμένο πουλί μέσα στο κλουβί. . . Μα μόλις πούκανε νανασηκώση

λιγάκι το κεφάλι, χτυπούσαν τα μηλίγγια της σα νάταν αποκάτω

σφυριά που κάρφωναν το κιβούρι της . . .

Κι όμως μ’ όλα αυτά δεν πέθαινε —

Έκλεινε μονάχα τώρα σχεδόν ολημέρα τα μάτια της και δεν τάνοιγε

παρά μόνο τη στιγμή που έμπαινε ο Νίκος στο σπίτι σα να μάζευε όλη

τη δύναμη της ζωής, που της απόμεινε, στα μάτια της για' κείνην τη

μια στιγμή, για να μπορέση να τον αγκαλιάση όλονε με τα μάτια της

που σε λίγο πια δε Θα τονέ βλέπανε, να τονέ φιλήση με τα μάτια

της, αφού δεν τονέ φίλούσε πια στα χείλη — — — κι ούτε θα τονέ

φιλούσε πια ποτές παρά μόνο νεκρή! — για κείνην τη μια στιγμή

μονάχα όταν έμπαινε στο σπίτι. . . Έπειτα τα ξανάκλεινε πάλι —

γιατί άλλο δεν ήθελε να ιδή — — —

Ο Νίκος ύστερ' απ' εκείνην τη νύχτα της απόκριας έδειχνε

αλλοιώτικος, ήτον ανόρεχτος, χολιασμένος, νευριασμένος: δε μίλαγε

σχεδόν ολότελα κι όταν έλεγε τίποτα φώναζε κι απόπαιρνε και τη

Λιόλια ακόμα. Έπινε περισσότερο τώρα στο φαΐ κι όξω απ' το σπίτι.

. . Όταν ήτονε σπίτι, — έπεφτε σαν κουρασμένος και σκοτισμένος

στην καρέκλα κοντά στο κρεββάτι της Βεργινίας, με το πρόσωπο μες

τόνα χέρι, ώρες ολόκληρες — λες και περίμενε κάτι που αργούσε

νάρθη — — Μα μέσ’ απ’ τα δάχτυλά του κύτταζε τη Λιόλια που

καθότανε σε μιαν άκρη κι όλο κάτι έρραβε, σκυφτή κι αμίλητη, με

βαρειά καρδιά: την κύτταζε αλλοιώτικα τώρα ο Νίκος, επίμονα,

καυτερά τόσο που του στέγνωναν τα μάτια, σα ναντλούσε απ' τα βάθη

του κορμιού του όλη τη λαύρα της νεότητός του και να της την έχυνε

με τις ματιές του απάνω της να την κάψη . . δεν κύτταζαν πια τα

νιάτα του την ομορφιά της, όπως πρώτα, παρά η σάρκα του η

μαυρειδερή τη ροδινή της σάρκα . . και μόλις πούθελε κουνηθή

λιγάκι η Λιόλια μες την κάμαρη, την κρυφαγκάλιαζαν κάτι γλήγορες

ματιές που ξάστραφταν κ’ έσβηναν σαν τις αχτίδες του ήλιου στον

καθρέφτη που πιάνει τα πουλιά . . και κιτρίνιζε ο Νίκος και τα

ρουθούνια τον φτεροκοπούσαν. . . Κ’ η Λιόλια. χωρίς να βλέπη τις

ματιές του, τις αισθανόταν απάνω της, σ’ όλο το κορμί της: εκεί

που στεκόταν, ενόσω περπατούσε, κοκκίνιζε ως τις ρίζες των μαλλιών

της, ίδρωνε, της βάραιναν τα βήματά της, η βελόνα της έτρεμε στο

χέρι. . .

Ένας αέρας της ψυχής βαρύς και πνιγερός, γεμάτος βαστηγμένον πόνο

και πόθο και κρυφή φλόγα, περίζωνε αυτούς τους τρεις ανθρώπους που

ζούσανε δεμένοι στης Μοίρας τους τις αλυσσίδες. . .

Ο γιατρός, πούρθε πάλι μιαν απ’ αυτές τις μέρες, βρήκε τη Βεργινία

πολύ χειρότερα: διάταξε να της δίνουν κάθε τόσο ζουμί από κρέας

κοπανιστό βρασμένο στην μποτίλλια, να της βάζουνε ζεστές

μποτίλλιες στα πόδια, έγραψε κάτι άσπρα χάπια μικρούτσικα για την

καρδιά, να παίρνη τρία την ημέρα, είπε να πάρουν αιθέρα νάχουνε

στο σπίτι, αν τύχη και πάθη καμμιά λιγοθυμιά. . να τη σκεπάζουν

καλά και ναφήνουν το παράθυρο ανοιχτό ίσαμ’ που να πέση ο ήλιος .

. να της βράσουν Κίνα με Βαλεριάνα να πίνη ταχτικά δυο φορές την

ημέρα . . . Τι να της δώση — δεν είχε άλλο πια! — Α, και για τη

νύχτα, σαν του είπε ο Νίκος πως δεν την πιάνει ύπνος, γιατί ότι

ώρα και αν ξυπνούσε αυτός την εύρισκε με τα μάτια της γαρίδα,

έγραψε κάτι σκονάκια υπνωτικά «Σουλφονάλ», να παίρνη από ένα στις

οχτώ η ώρα και τότε θα την παίρνη ο ύπνος κατά τις ένδεκα και θα

κοιμάται ίσαμε το πρωί. . . «Ωλλ ράιτ! Καλή όρεξη! — αντιχαίρετε!»

Έκανε τώρα κάτι μέρες χαρά Θεού! Ο κουτσο-Φλέβαρος στην Αθήνα,

όταν θέλη, ξέρει και γίνεται απ’ όλους τους μήνες ο πιο όμορφος —

μάλιστα τις τελευταίες του μέρες: λες και το κάνει επί τούτο για

να δείξη πως αν δεν τούλειπε λιγάκι μπόι, θάτον ο Μάιος των Μαΐων!

. . . Τι γλύκα ήτον εκείνη στον αέρα! Τι χρυσάφι απαλό χυμένο σ’

όλες τις μάντρες, στους βράχους του Φιλοπάππου και των λατομείων

παρακάτω, με τις επιγραφές από ασβέστη, στα ορθά ξεροκότσανα των

γαϊδουράγκαθων που μπουμπούκιαζαν! Πώς μύριζαν οι πέτρες και το

χώμα χαρούμενο στον ήλιο! με μια μυρουδιά δυνατή, βαθειά,

μυστηριώδικη που αναδεύει ταθρώπινο κορμί απ’ τα σπλάχνα του και

το σηκώνει ηδονικά έξω απ’ τον εαυτό του, το κάνει χώμα και πέτρα

και χόρτο και το μεθάει με τη χαρά του Χάρου . . . Έτσι όλο το

βουνό ανάσαινε ως μέσα στης άρρωστης της Βεργινίας την κάμαρη . .

. Το μισοφέγγαρο, σαν ασημένια φέτα από πεπόνι, στον ουρανό

περπάταγε,. και κάθε τόσο έβγαιναν ολόγυρα κάτι αχνά συννεφάκια

σαν προβατάκια στο βοσκό κοντά . . και πάλι, παιχνιδιάρικα,

σκόρπιζαν . . .

Κ’ η θάλασσα απ’ αλάργα σαν όνειρο γλαυκό μέσα σε ρόδινον αχνό

λαχτάρας, έστελλνε την άγια της πνοή στη παλιά της φιλενάδα την

Αθήνα — όπως εδώ και τόσες χιλιάδες χρόνια που από μακριά

κυττάζονται με πόθο. . . Οι λόφοι κ’ οι κάμποι — σα χυμένοι

ολόγυρα και σα να βόσκουν ασάλευτοι στα πόδια του Παρθενώνος

(πουν' το ηλιόκαλο παιδί, καθισμένο σ’ ένα βράχο, του γέρω-τσοπάνη

του «Τρελλού» του υπναρά με τις πλάτες ολοένα γυρισμένες) — είναι

τόσο απέραντα πράσινοι, τόσο δροσερά χλοϊσμένοι που γλυκαίνονται

τα μάπα να τους βλέπουν και φουσκώνουν τα στήθη απ’ τον πόθο της

ζωής του κοπαδιού και της χορταριάς, που έχει απομείνει ακόμα μέσα

μας, βαθιά, απ’ τα παραμυθένια χρόνια. . .

Σα γάλα έμπαινε η γαλανή ανάσα τουρανού μέσα στη κάμαρη της

άρρωστης και της χάδευε τάσπρο πρόσωπό της ταχάδευτο και της

φιλούσε τα κόκκινά της τα μαλλιά που άλλος κανένας δεν τα φιλούσε.

. . Σπίνοι και καρδερίνες κελαϊδούσανε στο βουνό. . .

Μια ησυχία κι ακινησία και διαφάνεια κρέμονταν έξω στον αέρα, σα

να βαστούσαν την αναπνοή τους, που κάθε κρότος ακουγότανε δυνατά

και με απήχηση: κάτι σιδερικά κλάγγιζαν κάπου μακριά σ’ ένα γιαπί:

νταγκ — καντ! νταγκ — καντ — — ξαναρχόταν πίσω ο ήχος. . . Χαλιά

τινάζανε σε κάποια μάντρα: ταπ — πατ! ταπ — πατ! τωπ — πωτ! . . .

Σκυλλιά γαύγιζαν. . . Κόττες κακκαρίζανε μέσ’ απ’ τις αυλές — τόσο

κοντά που θάρρενε κανείς πως ήτανε μέσα στην κάμαρη, κάτω απ’ το

κρεββάτι. . . Καμμιά φορά έφθανε κ’ η φωνή κανενός γαϊδάρου καθώς

περνούσε πέρα κατά τον Μακρυγιάννη, με το μανάβη αποπίσω τον

τραγουδιστή, και συναπαντιότανε με κάποιο συνάδερφο φορτωμένον κι

αυτόνα με τα κοφίνια τριζούμενα ρυθμικά και ντραντανιστά μαζί με

την μπαλλάτζα στο δρόμο πούπαιρναν απ’ τις ξυλειές. . . Και κάθε

τόσο το κλασικό για την Αθήνα αγκομαχητό του Κ ω λ ο σ ο ύ ρ τ η,

του Β ρ α κ ά του Μ ί χ α της Γ α ρ γ α ρ έ τ α ς (: όπως θέλετε

πέστε τόνα, γιατί τόσα ονόματα έχει όσ’ άχτια τούχει ο κόσμος κι

όλα ταξίζει, αφού τάβγαλε με τον ίδρωτά του), που θυμίζει τα λαϊκά

με τον κοσμάκη κρεμασμένο σα σταφύλια, τα μπάνια στις Τζιτζιφιές

και παραπέρα στην αμμουδιά τα κάρρα στην αράδα και τα τσιριχτά των

γυναικώνε με τις άσπρες ποκαμίσες τις ανεμιστές και με τα κόκκινα

σαλάκια και τους ωραίους γυμνούς άντρες καβάλλα σταλόγατά τους,

σαν κένταυροι, μέσα στα μακρόσυρτα κύματα που αφρίζουνε σ’ άσπρα

γαϊτάνια . . . .

Μα όλη αυτή της ζωής η χαρά και του ήλιου το χάδι κ’ η γλύκα

τουρανού δεν το δύνονταν, Αχ!, για να σκορπίσουν τη σκοτεινή

λαχτάρα που έκανε τις ψυχές εκείνων των τριών αμίλητες να

σπαράζουν — —

Ένα μεσημέρι χρυσό και γαλάζιο, που ο ήλιος είχε μπη όλος,

μεθυσμένος, μέσα στην κάμαρη και κυλιότανε στα σανίδια του

πατώματος κ’ έπαιζε με τις αράχνες στις γωνιές του ταβανιού κι

ακόμα και με τη χλωμάδα της Βεργινίας, που κιτρίνιζε σα φλουρί

παλιό σβησμένο, κ’ έπαιζε και μέσα στα μαλλιά της Λιόλιας, που

ζεστοφέγγανε σαν το πυρρόχρυσο μέλι μέσα στο κουτάλι, και στου

Νίκου το λαιμό, που έδειχνε αχνός και μουντός σαν αραποσίτι ώριμο

γαλατερό — μόλις αποφάγανε — ,νά σου κι ανοίγει η πόρτα και

μπαίνει μέσα η θεια Ελέγκω, βαλαντωμένη απ’ το δρόμο, ξαναμμένη,

με την μπελερίνα ξεκούμπωτη. . .

— Καλημερούδια σας και με τις υγείες σας! Μωρέ καλοκαίριασε,

παιδιά μου, με τα σωστά του! Χαρά Θεού είν' εδώ όξω! Να μην ήμαστε

τόσο μακριά, θα μ’ είχατε καθεμέρα εδωνά που θα με βαριούσαστε να

με βλέπετε. — Ωχ, Χριστούλη μου! ταξίδι ολάκερο απ' τη Βάθεια

ίσαμ’ εδώ πάνω . . ξέρω κι εγώ, τη συνείθισα εκείνη τη γειτονιά

και δεν μπορώ να πιάσω σπίτι αλλού. — Πώς είσαι, Βεργινίτσα μου;

Τώρα να δης, πώς θα πάρης απάνω σου: σε μια-δυο μέρες θάσαι

περδικούλα! — Ε! πώς τα πάτενε με τη Λιόλια; πάντα καλά, έ; σας

ευχαριστάει; βγαίνει δουλειά απ’ τα χέρια της;. . . Αμ’ κ’ έτσι

πρέπει! — η καλή νοικοκυρά από κορίτσι φαίνεται —

Ο Νίκος δε μίλησε ολότελα — —

Μα η Βεργινία, κυττάζοντας το Νίκο, έβαλε τα δυνατά της για να

μιλήση σαν από μέρους του: άνοιξε τα χείλια της σ’ ένα ξέθωρο

χαμόγελο μέσ’ από τάσπρα της τα γούλια, που της σούρωσε όλο της το

πρόσωπο κ’ έδειξε σα μορφασμός, κ’ είπε:

— — Ωραία! ωραία!

Γύρισ’ η θεια Ελέγκω να δη τη Λιόλια που στεκόταν ορθή,

χαμοβλεπούσα, κ’ έκανε να κόψη με το δάχτυλο μια κλωστή πούχε

ξεφτίσει απ’ το γαζί της ποδιάς της. . . Δεν τάξερε η Κερά Ελέγκω,

για το χορό, γιατί απ’ την Κυριακή της Τυρηνής δεν ήτον

ξαναφερμένη.

— Τ’ έχεις Λιόλια; σα βαρετή μου φαίνεσαι! . . κι ο Κυρ Νίκος δεν

έχει όρεξη σήμερα. . . Δε βγαίνεις λιγάκι όξω Κυρ Νίκο μου να

κάνης καμμιά βόλτα, μόνο όλο μέσα — όλο μέσα και στη δουλειά! Τώρα

πούμ’ εδώ, κάθουμ’ εγώ και κάνω της Βεργινίας συντροφιά. Αμ τούτο

πια είνε μαράζωμα, καθώς κάνεις! Άκου μ’ εμένα που σου λέω!

Αλήθεια, να δης, Βεργινία μου, πούθελε σήμερις ναρθή μαζή μου κ’ η

Κυρία Ουρανία, η κόρη δα της σπιτονοικοκυράς μου — μια μονάχη την

έχει — νάρθη λέει να μαζέψη λουλούδια στην Καλλιθέα, μα είχανε

κάποιονα στο τραπέζι και δεν μπόρεσε να ξεφύγη — δεν την άφησε η

μητέρα της. Νάβλεπες κορίτσι! (και κουνούσε το χοντρόπαχό της χέρι

η θεια Ελέγκω, το κατακόκκινο απ' τις μπουγάδες) — κορίτσι με τα

ούλα του, αυτή η Ουρανία — Νινί τη λένε στο σπίτι: πού ναύρης

άκρη, καθώς τα φτειάγνουν τώρα τα ονόματα — κι όμορφη που λες σαν

το κρύο το νερό! . . μόνο που τα μαλλιά της τα κάνει κ’ εγώ δεν

ξέρω, όχι σα νέα, κορίτσι πράμα πούναι, μόν' έτσι παλαιικά, κατά

τ’ ς αρχαίες που τάχανε μια φορά κ’ έναν καιρό: καταμπίτ χαμηλά τα

φέρνει απ’ το πλάι που δε βλέπεις αυτί ολότελα, λιγουλάκι μόνο την

ακρίτσα — ας ήναι! . . . Αλλά καρδιά να πης! καταδεχτικιά όσο

παίρνει. , και ξέρει και γράμματα πο — ολ — λά — ούλοι τις

δάσκαλοι τις ξαπερνάει: γαλλικά λέει, ρούσσικα, εγγλέζικα,

αμερικάνικα, μηδά ξέρω κ’ εγώ — όσες γλώσσες έχει ο κόσμος, όλες

τις μιλάει! Και να μη θέλη να παντρευτή! με δυο σπίτια πούχει — κι

άσε πια το ρουχικό και τ’ ασημικό και τα διαμαντικά της μάννας

της, σπιτικό παλάτι ολάκερο! Να πης πως δεν της φανερώθηκε η τύχη

της; — τηνέ ζητήξανε, μάτια μου, οι καλλίτεροι αξιωματικοί νά! σαν

τ’ ς αγγέλοι, ένας γιατρός (καν δυο), ένας δικηγόρος απ’ την

Πάτρα, ένας άλλος απ’ τ’ Ανάπλι, τρεις από 'δώ — όσους ξέρω 'γώ —

και δεν είν' πια και μικρή! Έχει λέει τα βιβλία της και δεν της

χρειάζονται τα βάσανα: όλο και μ’ ένα κίτρινο βιβλίο στο χέρι —

στο παραθύρι ολημερίς και διαβάζει και τα γράφει κιόλας κι απατή

της οληνύχτα με το φως. . . Άλλο πάλι τούτο. . . Τα τι βλέπει

κανείς όσο γερνάει! . . . Καμμιά φορά τα πολλά τα γράμματα πιότερο

βλάφτουν παρά που ωφελούν,. . Απ' τα χτες το βράδυ που της είπα

πως θε να'ρθω εδώ έξω μούπε πως θαρχότανε μαζί κ’ ήτον όλο χαρά,

γιατί θέλει λέει να στολίση την κάμαρη της με τα λουλούδια του

κάμπου, για να καταλάβη πως ήρθ' η άνοιξη, μα εμένανε δε με

βολούσε να την περιμένω να τελειωθούνε με τον ξένο, γιατί ως που

να πάω και νάρθω πάει βράδιασε κ’ ήθελα να κάτσω λιγάκι πιο πολύ

να σε ιδώ που σ’ αποθύμησα. . .

Η Βεργινία απ' όλα αυτά που της αράδειαζε η θεια Ελέγκω δεν άκουγε

σχεδόν τίποτα. Τα μάτια της μονάχα είχανε ζωηρέψει από μιαν

ασυνείθιστη ζωή και δύναμη, σαν από μια μεγάλη απόφαση για ζωή και

θάνατο. . κάθε τόσο άνοιγε το στόμα της και το ξανάκλεινε άφωνη. .

τέλος πάντων, μόλις έπαψε το ροδάνι της θειας Ελέγκως, είπε με

στερεή και ήσυχη φωνή που ακούστηκε παράξενη για την ηρεμία και

έντασή της από τόσον καιρό που δεν είχε πια μιλήσει — —

— Να πάη η Λιόλια με το Νίκο, θεια Ελέγκω, να σου κόψουνε

λουλούδια —

Και σώπασε — κ’ έκλεισε τα μάτια της σα να κουράστηκε απ’ την

προσπάθεια και σάματι νάσβησε η λαμπάδα πούφεγγε μέσα στο μυαλά

της ή για να μην ιδή τη λάμψη στο πρόσωπο του Νίκου ύστερ’ απ’

αυτά τα λόγια.

— Καλά λες, πουλάκι μου! Καλή 'ναι η ιδέα σου! Τώρα πούμαι κ’ εγώ

εδώ να πάη κι ο Κυρ Νίκος να πάρη λιγουλάκι αέρα. Χαρές που θα

κάνη η Κυρία Ουρανία! — να το δης που θε νάρθη μονάχη της να σ’

ευχαριστήση, γιατί το λυπήθηκε πολύ που δεν ήρθε, εξ αιτίας των

λουλουδιών. . . Έλα Κυρ Νίκο μου, άιντε Λιόλια παιδί μου, τ’ είσ’

έτσι νερόβραστη σήμερα!; Πάρ' το σαλάκι σου για το κεφάλι — δε θες

καπέλλο. . . Μα να μου φέρετε όμορφα λουλούδια, για να ευχαριστηθή

η Κυρία Ουρανία. . θέλει λέει και μερικά με το χώμα — «πάνε μόνες»

τα λένε — να τα βάλη στα πιάτα. . .

Χωρίς να μιλήση ο Νίκος, πήρε το καπέλλο του απ' το καρφί που το

κρέμαγε πάντα. . και πήγε κατά την πόρτα . . .

Η Λιόλια, με το πρόσωπο γυρισμένο απ’ την άλλη μεριά, τίναξε τις

κλωστές απ' την ποδίτσα της κ’ έβγαλε κι ακκούμπησε τα κλειδιά

πάνω στον κομμό. . έπειτα φόρεσε άλλο ένα σκούρο πολκάκι αποπάνω

και πήρε και το σαλάκι της το ροζ στο χέρι. Με τα μάτια χάμω,

τραβιώντας τα μανίκια της έκαμε αργά-αργά τα λίγα βήματα ως την

πόρτα που στεκόταν ο Νίκος και βγήκεν έξω . .

Ο Νίκος κοντοστάθηκε λιγάκι: την τελευταία στιγμή του φάνηκε πως

θα τον ξαναφώναζε κάποιος πίσω, πως δεν τόχε πη σταλήθεια η

Βεργινία να παν, αυτός με τη Λιόλια, στους κάμπους για λουλούδια.

Μα δεν ξεθαρρευότανε να σηκώση τη ματιά του κατά τη Βεργινία. .

και χωρίς να κυττάξη μέσα, είπ' ένα δυνατό «Αντίο σας!» και βγήκε

κι αυτός έξω. . . Μα η Βεργινία είχε κλείσει τα ματόφυλλά της σα

να μην ήθελε να δη πια τίποτα — σα να μην ήθελε να δη στα μάτια

του Νίκου εκείνην τη λάμψη πούτον άλλη φορά δική της, πούτον το

φως της ζωής της και τώρα της έκαιγε την ψυχή, γιατί έφεγγε για

μιαν άλλη.

— Να μην αργήσετε! — τους φώναξε αποπίσω τους, ανοίγοντας την

πόρτα, η Κερά Ελέγκω, γιατί θα νυχτώσω κ’ έχω να βάλω τα ρούχα στο

νερό — . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Περπατούσαν, ο ένας μακριά από τον άλλον. Η Λιόλια κύτταζε τα

χαλικάκια που ξεκυλούσαν μπροστά της. . . Πήρανε πρώτα το δρόμο

κατά πλάτος του βουνού ίσαμε ταφημένα καμίνια. . . Έπειτα

κατρακύλησαν τον πέτρινο κατήφορο, σαν τα κατσίκια που ροβολούν

κάτω τις πλαγιές σκιαγμένα απ’ το μεσημεριάτικον τρόμο του βουνού.

. διάβηκαν το ξερό ρέμα του Ιλισσού, γεμάτο μικρολίθαρα που

γυαλοκοπούσαν κι άσπρα χοντρά κοτρώνια που λιάζονταν, καθιστά

ολόγυρα σα ζώα, κ’ έβγαζαν έναν αχνό φλομωμένο που τρεμοσάλευε. .

. Προσπεράσανε μερικά μαντρωμένα χαμόσπιτα και τα Σφαγεία . . .

Όσο προχωρούσαν, τόσο το βήμα τους άνοιγε, γινόταν πιο ελαστικό —

λες κ’ έπεφτε ένα βάρος κομμάτια-κομμάτια από πάνω τους. Και

σάμπως να χαλάρωνε ολοένα κάποιο δέσιμο πούχε σφιχτοζώσει την ψυχή

τους, μια γαλήνη ξαστέρωνε τα πρόσωπά τους, τα μάτια τους ανοίγανε

διάπλατα και λαμπερά και πηγαίνανε νακκουμπήσουν το φως τους,

γλυκασμένο, ολόγυρα: στους κοκκινοφλέβηδες βράχους των λατομείων

που στέκονταν εκεί με τις γνώριμες τους φυσιογνωμίες, σα φίλοι που

περιμένουν, και τους βλέπανε νάρχωνται από μακριά. . στις

ασβεστωμένες μάντρες με τις ρεκλάμες για γάντια και καπέλλα και

κάλτσες πλεχτές που ξεφωνίζανε βουβά με θεόρατα γράμματα μες τη

σιγαλιά του βουνού και της κάψας. . στα χορταράκια του δρόμου που

γλυκοζούσαν κρυμμένα μες τις πέτρες. . στα μαυρισμένα τα καμίνια.

. . Όπως τα καμίνια που ταφήναν πίσω τους, έτσι κάτι μαύρο μέσα

τους ξεμάκραινε, απόμενε πίσω, σα να μην είχε δύναμη να τους

ακολουθήση παραπέρα προς το φως το ξέχυτο και τα λουλούδια. . .

. . Κ’ έξαφνα μπροστά τους άπλωσαν οι καταπράσινοι κάμποι της

Καλλιθέας με τα μυριόχρωμα λουλούδια! Α! τότε λύθηκε πια ολότελα η

βασκανιά κ’ οι ψυχές τους αναγάλλιασαν . . . Η Λιόλια έγινε

αγνώριστη. Άρχισε να τρέχη έξαφνα ακράτητη, σα νάχε κάμη φτερά,

μέσα στα γρασίδια. . . . Έσκυβε κ’ έκοβε ένα λουλούδι και πάλι

σηκωνότανε γλήγορα κ’ έτρεχε και ξανάσκυβε παρακάτω, σα να την

έστελνε τόνα λουλούδι στάλλο με μαντάτα, ή λες και φοβότανε μήπως

φύγουν από 'κει που στέκονταν ή μαραθούν — και δεν τα προφθάση. .

. Ο Νίκος ερχόνταν αποπίσω με το βήμα ανοιχτό, κρυφοπηδούμενο, με

το πρόσωπο σαν ανθισμένο από μίαν ευτυχία πούχε ξεσκάσει μονομιάς

απ’ όλα τα μπουμπούκια: κάθε τόσο, άθελα το κορμί του έκανε

μπροστά να τρέξη μαζί με τη Λιόλια, να πάη κοντά της — μα πάλι

σιγάλευε τα βήματτά του λες και τα βάραινε η πολλή χαρά — — —

Τρέχε, κοριτσάκι! τρέχε! και σκύβε βαθιά στο χώμα και μάζευε τα

λουλούδια της χαράς σου, μήπως και σου μαραθούν και δεν τα

προφθάσης! . . . Και πάλι τρέξε! Σε κυνηγά η μοίρα σου· κ’ εκεί

που πας τρέχοντας, πάλι θα τηνέ βρης να σε περιμένη. . .

Αχ, η μοίρα των κοριτσιών! αλάλητη ευτυχία είναι ή χαλασμός; — ή

και τα δυο μαζί! . . .

Κόβε λουλούδια, κοριτσάκι, κόκκινα λουλούδια σαν το αίμα των

παρθένων και σα χείλια που τα ματώνουν τα φιλιά! Μάζευε κίτρινα

άστρα σαν τουρανού, γιατί σε λίγο η ψυχή σου θα γίνη ουρανός κι

αυτά θα τη φωτίσουνε! Γέμιζε την ποδιά σου άσπρους ανθούς για

στεφάνι σταθώο μέτωπό σου, μα ξεφύλλισε τους πάλι, γιατί δε θα

προκάμης να το φορέσης . . και τάνθινα γαλανά ματάκια, σκύβε και

παίρνε τα στην αγκαλιά σου προτού σε ιδούν και κλάψουν. . . Μα σαν

αγνάντεψες από μακριά ανθισμένες μυγδαλιές, στάσου και κρύψε το

πρόσωπό σου μες τα χέρια σου, γιατί δεν πρέπει να τις ιδούν τα

μάτια σου . . .

Η Κερένια κούκλα: Αθηναϊκό μυθιστόρημα · 第 4 / 9 段