Ξημέρωναν Χριστούγενα. Η εκκλησιαίς σημαίνουν

Κουνιούνται τα καμπαναριά, και η φωναίς που βγαίνουν

Απ' το βαθύ και διάπλατο κάθε καμπάνας στόμα

'Μοιάζουν Χειρουβεικούς ψαλμούς, 'σαν το απ' ουράνιο δώμα

Χιλιάδες τα Χριστούγεννα να τραγουδούν αγγέλοι·

Και κάθε αχτίδα από 'ψηλά που κάθε αστέρι στέλλει

'Μοιάζει αγγελική ματιά. Θρησκεία! γλυκειά μάνα,

Τι ώμορφη δίνεις εσύ λαλιά και 'ς την καμπάνα,

Και πόσο εκείνη η λαλιά σαλεύει την καρδιά μας!

Πόσαις εκείνος ο σταυρός απ' τα καμπαναριά μας,

'Σ την αντηλιάδα χύνοντας τόσαις χρυσαίς αχτίδες,

Χύνει βαθηά μας, 'ς την ψυχή, γλυκαίς χρυσαίς ελπίδες!

Κ' η δυο εκείναις χαραυγαίς που αγγέλλοι κατηβαίνουν

Μέσ' απ' τον ουρανό 'ψηλά κ' έρχονται και σημαίνουν

Χριστούγεννα κι' Ανάστασι, ω! τι μυστήριο χύνουν,

Τι χαραυγούλαις είν' αυταίς, πόση ζωή μας δίνουν!

Λάμπουνε, τ' ασυγνέφιαστα τα ουράνια 'σάν ζαφείρια·

'Σάν μάτια π' αγρυπνήσανε φέγγουν τα παραθύρια·

Χαρούμεναις και σιγαλαίς 'μιλιαίς σμίγονται γύρα.

Και από κάθε θύρα,

Που ανοίγεται, βγαίνουν μορφαίς γελούμεναις λουσμέναις.

Γλυκαίς καλοντυμέναις.

Κρατούν 'ς τα χέρια τους κηριά, λαμπάδες. 'Στή ματιά τους

Λάμπ' η χαρά που 'νοιώθουνε βαθειά μέσ' την καρδιά τους

'Ξημέρωναν Χριστούγεννα. Θύραις ολούθε ανοίγουν

Κι' ολούθε τώρα οι χριστιανοί 'ςταίς εκλησιαίς μας σμίγουν

'Στό Μεσολόγγι μοναχά, απόψι διακρίνω

Μέσα 'ς ταις εκκλησιαίς ερμιά, και η ερμιά εκείνη

Βαρύ κρυφό παράπονο κατάκαρδα μου αφίνει

Που ένα δάκρυ φλογερό δίχως να νοιώσω χύνω

Και μου ραγίζεται η καρδιά και δυο μεγάλοι βόγγοι

Με πνίγουν μέσ' ς'τα στήθηα μου. Καϋμένο Μεσολόγγι!

Ήταν γραμμένο εκεί 'ψηλά, φτωχό, να μη γιορτάσης

Φέτος εσύ Χριστούγεννα 'ς την εκκλησιά! Να πιάσης

Τα μετερίζια πρέπει συ αρματωμένο απόψι

Και την πορειά του Ομέρ-πασά τη φοβερή να κόψη

Το φλογερό τουφέκι σου, το χώμα σου να σπάση

Το κύμα αυτό που ολάκερη βουλιέται να σκεπάση

Την έρμη την Ελλάδα μας! Και θε ναρθούνε χρόνια

Που θα γιορτάσης με χαρά, με δίχως καταφρόνια

Χριστούγεννα κι' Ανάστασι!..

Μέσ' 'ς το σκοτάδι το βαθύ της νύχτας, του Ομέρη

Κινάει απ' το στρατόπεδο τ' αμέτρητο τ' ασκέρι

Με μια 'περήφανη χαρά, μ' ένα χρυσό όνειρό του

'Σ το Μεσολόγγι πώς θα 'μπή. Με τον αλαλαγμό του

Σμίγονται που κ' οι θλιβεροί καμμιάς καμπάνας ήχοι,

Καμπάνας του Μεσολογγιού. Σιμώνει ο οχτρός τα τείχη

Άξαφνα, ανέλπιστα, με μιας 'σάν σύγνεφα αστράφτουν

Και μέσ' 'ς τα μαύρα χώματα χίλια κουφάρια θάφτουν.

Πέντε φοραίς ως την αυγή ρίχνεται με τ' ασκέρι

'Σ τους τοίχους του Μεσολογγιού ο 'Μέρης λυσσασμένος

Και πέντε γύρισε φοραίς 'μισός και 'ντροπιασμένος.

Το Μεσολόγγι απάτητο τωύρε τ'ς αυγής τ' αστέρι.

Τώμαθε η άλλη Ελλάδα,

Κ' εσήκωσε 'περήφανο-'περήφανο το φρύδι.

'Σάν θυμωμένο φίδι,

Και χύνεται μέσ' 'ςτήν Τουρκιά κι' αλλού της καίει αρμάδα

Αλλού της καίει τα χωριά· κι' απ' άκρη 'ς άκρη ανάφτει

Μεγάλη η Επανάστασι, σπαθί ολούθε αστράφτει.

Κ' αλύσια κόβονται βαρηά και πέφτουν και βροντούνε

'Σάν να χτυπιούνται απ' αστραπή και 'σάν να ξεψυχούνε

Χίλιαις χιλιάδες δαίμονες ....

ΙΒ'.

'Στα κοφοβούνια του Ζυγού 'ς τα κρούσταλλα 'ς τα χιόνια

Και 'ς έρμα ανάμεσα κλαριά παμπάλαια-αιώνια

Ο Κώστας κάθεται και κλαίει ζωμένος τάρματά του,

Κι' αναστενάζοντας βαρηά, 'σάν νέφιο φορτωμένο,

Φωνάζει τη γυναίκα του, φωνάζει τα παιδιά του,

Είνε το μοιρολόγι του πικρό, φαρμακωμένο,

Και μόνη μια παρηγοριά, βαθειά τόνε γλυκαίνει,

Η δόξα του Μεσολογγιού. Ο 'Μέρ-πασάς μαθαίνει

Του κυνηγού την προδοσιά και 'ς την απελπισιά του.

'Σάν πήρε ο Κώστας τα βουνά, του σφάζει τα παιδιά του.

Τώπαν του Κώστα 'ς τα βουνά και τάρματα πετάει

Και 'ς της Κλεισούρας το μικρό το ρημοκλήσι πάει

Και γίνεται καλόγηρος, ντύνεται ράσα μαύρα

Και της καρδιάς του την πολλή θέλει να σβύση λάβρα

Με δάκρυα νύχτα-'μέρα,

Μ' αναστενάγματα βαρηά που καίνε τον αγέρα.

Ω, πόση νοιώθη αλάφρωσι ο πεζοδρόμος πόση

'Σάν από βράχια και βουνά και λαγκαδιαίς γλυτώση.

Και 'ς το μικρό καλύβι του το βράδυ-βράδυ φθάση!

Κι' ο άνθρωπος, ταξειδευτής του κόσμου, 'σάν περάση

Ταις τόσαις του κακοτοπιαίς, τα τόσα του τα πάθηα,

Ω, πόση βρίσκει αλάφρωσι 'ς της Εκκλησιάς τα βάθηα

'Στά βάθηα του μοναστηριού! Ω, πόση η πονεμένη

Ψυχή βρίσκει ανάπαυσι 'ς εσένα αφιερωμένη,

Θρησκεία! Όταν, τα βάσανα του κόσμου, ανεμοζάλη,

Κατάστρατα τον άνθρωπο χτυπάει και παραδέρη,

Πόση, θρησκεία, 'σάν 'ς εσέ το λογισμό του φέρη,

'Βρίσκει γλυκειά παρηγοριά 'ς την ιδική σου αγκάλη!

Πόσαις φοραίς το χέρι σου, που λίβανα μυρίζει,

Τα πικραμένα δάκρυα μας 'σάν μάνα τα σφογγίζει!

Και τα γλυκά τα λόγια σου και τα ζεστά φιλιά σου

Πώς μας κοιμίζουνε γλυκά 'ς τη μητρική αγκαλιά σου!

Παντού, Θρησκεία, εσύ

Μάνα μας γίνεσαι παντού κ' ελπίδα μας χρυσή!

Καλόγηρος ο κυνηγός. Κλεισμένα 'ς την κασέλλα

Τα τρώει ο σκόρος τα πισλιά, την άσπρη φουστανέλλα.

Τα φλωροκαπνισμένα του τσαπράζια, τάρματά του

Παραιτημένα σκούριαζαν 'ς τους τοίχους κρεμασμένα.

Κάποτε ρίχνει απάνω τους καμμιά κρυφή 'ματιά του.

'Σάν θυμηθή τα χρόνια του εκειά τα περασμένα.

Θυμάται και τα Γιάννινα τ' αγαπημένα τότε,

Και πότε κλαίει τα νηάτα του και την πατρίδα πότε.

Κοιμήσου 'ς το ελεύθερο, Καλόγηρε, το χώμα

Κι' ουράνια τον ύπνο σου όνειρ' ας νανουρίζουν!

Τάρματα ίσως τάθελες κι' αυτού να τάχης στρώμα·

Ποιος ξέρει σε τι μαύρη γη, πατέρα, να σαπίζουν!

Κοιμήσου. Τώρα χειμωνιά την Ήπειρό μας δέρνει

Και κρύο, ξέρα, παγωνιά 'ς τα χώματά της σπέρνει.

Όταν κ' εκεί η ελευθεριά την άνοιξι 'ξαπλώση

Και το χορτάρι το χλωμά 'ς το χώμα της φυτρώση.

Θάρθω να σε ξεθάψω 'γώ και τάγια λείψανά σου

Θα να τα πάω 'ς τα Γιάννινα· εκεί θα να τα θάψω

Κι' απάνω από το μάρμαρο του τάφου σου θα γράψω

Μαζί με τ' όνομά σου

Το μέγα σου κατόρθωμα. Κ' οι Ηπειρώταις όλοι

Ξεχωριστή θα στήσωμε για σε γιορτή και σχόλη.

Ξεχωριστό μνημόσυνο για σε και λειτουργία.

.........................................

Ω! που με φέρεις μάγισσα και πλάνα φαντασία!

ΚΩΝΣΤ. Δ. ΚΡΥΣΤΑΛΛΗ

ΑΓΡΟΤΙΚΑ

ΕΠΑΙΝΕΘΕΝΤΑ

ΕΙΣ ΤΟΝ

ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΟΝ ΠΟΙΗΤΙΚΟΝ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΝ

ΤΟΥ 1890

«Άρχετε βουκολικάς, Μοίσαι φίλαι,

άρχετ' αοιδάς.» (Θεόκριτος)

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Τα &Αγροτικά&, είνε το τρίτον ποιητικόν έργον του Κρυστάλλη,

δημοσιευθέν μετά τον «Καλόγηρον της Κλεισούρας» κατά το έτος 1891.

Το έργον τούτο υπεβλήθη εις τον ποιητικόν διαγωνισμόν τον

προκηρυχθέντα κατά το 1890 υπό του αγωνοθέτου κ. Χρ. Νικολαΐδη

Φιλαδελφέως. Εν αυτώ ο ποιητής αναπτύσσεται και μεγαλύνεται,

τανύει περισσότερον τας πτέρυγάς του, επεκτείνει την φαντασίαν και

εναρμονίζει την ποίησιν όπως ψάλη τα κάλη του αγροτικού βίου ή

περιγράψη τον βίον του λαού διά της γλώσσης αυτού του ιδίου λαού,

διά λέξεων συλλεγεισών από τα χείλη των αγροτών, δι' εμπνεύσεως

εκπηγαζούσης από την αρμονίαν και την ποιητικότητα της φύσεως και

ουχί εξ απλής επινοήσεως. Η έμπνευσις τυγχάνει το πρώτον και

απαραίτητον εφόδιον εις τον ποιητήν· ο ποιητής όμως δεν οφείλει

μόνον να ξύη την κεφαλήν του ή να καπνίζη και εμπνέεται, αλλά να

σπουδάζη εκείνα άτινα πρόκειται να εξυμνήση, να μελετά αυτά να τα

αναπαριστά και να τα περιγράφη υπό την πραγματικήν αυτών όψιν. Ο

ποιητής αφού πρόκειται να περιγράψη ή εξυμνήση τον αγροτικόν βίον

δέον να είνε εις θέσιν να θαυμάση τα βουνά, τας κοιλάδας, τους

ποταμούς, τους δρυμούς, τα νερά τα ηχηρώς κατερχόμενα εις τας

χαράδρας, τους σπειρομένους αγρούς, τα τραγούδια του λαού, τον

βίον, τα ήθη και έθιμα του Ελληνικού λαού διότι εάν δεν δύναται να

εννοήση ταύτα, εάν δεν δύναται να τα αισθανθή, να συγκινηθή εξ

αυτών, αδυνατεί και να τα περιγράψη.

Κατά το παρελθόν έτος επεσκέφθην τα Τζουμέρκα και διήλθον εξ

Αγνάντων. Εις το μέσον του χωρίου — κειμένου επί της σειράς του

Πίνδου — διέρχεται ποταμός όστις κινεί τα λεγόμενα &μαντάνια&, ή

&νεροτρουβιαίς&, χρησιμεύοντα προς κατεργασίαν των μαλλίνων

υφασμάτων αμέσως μετά την ύφασιν. Προ εμού επεσκέφθη το τμήμα

τούτο και είς των διαπρεπών λογογράφων και έγραψεν αναμνήσεις

εκδοθείσας εις ίδιον φυλλάδιον. Ο περιηγητής φθάσας εις Άγναντα

και ακούσας τον θόρυβον των ανεβοκοτερχομένων ξυλίνων μανδανίων

(εργαλείων) εξεπλάγη και την έκπληξίν του ταύτην χαράσσει εις τας

αναμνήσεις του (Σελ 58) ως εξής:

Είνε ευάρεστος την θέαν η κώμη των Αγνάντων, από δύο κεχωρισμένων

συνοικιών αποτελουμένη, και διχοτομουμένη, κατά μέσον από ευρύ

χάσμα, κατάφυτον ενιαχού, ζευγνύμενον διά λιθίνης γεφύρας, και εις

το βάθος του οποίου κυλίεται ρεύμα, μορφούμενον από των πέριξ

ρεόντων και προς τα βάθη καταρρεόντων υδάτων. Υδρόμυλοι

δουλεύουσιν εκεί, &και ξύλινα πρωτογενή ήξεστα χονδροειδή

μηχανήματα, αρχεγόνου απλότητος&, δι' ύδατος κινούμενα, και τον

απαλότητα σκοπούντα των εντοπίων μαλλίνων υφασμάτων, «μαντάνια» δε

καλούμενα εν τω τόπω. Τοιαύτα στοιχειώδη μηχανήματα, ξύλινα

επίσης, &είχον ειδεί πλείστα!!& και παρά τας όχθας του

παραρρέοντος και διχάζοντος την Στενήμαχον ποταμού «Τοπαπάτζιες»

δε καλούμενα, διά λέξεως ποιητικής, εις την αισθηματικήν εκείνην

και αλησμόνητον Ελληνικήν κώμην της Ανατολικής Ρωμυλίας, την

ενθουσιώδη, την υπερήφανον και φιλοπάτριδα, κλπ.

Ώστε, ως βλέπουσιν οι αναγνώσται ημών, ο περιηγητής των

Τζουμέρκων, όστις τυγχάνει και άριστος των λογογράφων και ηδύνατο

κάλλιστα να είνε και κριτής του ποιητικού αγώνος, ομολογεί ότι

μίαν φοράν είδε &μαντάνια& εις την Ανατολικήν Ρωμυλίαν και

δεύτερον εις την Άγναντα. Και όταν ο Ελληνικός λαός αναγινώσκη

τοιαύτα εις επίσημον και εμπνευσμένον λογογράφον Έλληνα, ότι

δηλαδή δεν είδεν άλλην φοράν εν Ελλάδι τοιαύτα περίεργα και

πρωτοφανή πράγματα (=μαντάνια) εν ώ και έξωθεν των Αθηνών

υπάρχουσι και λειτουργούσιν όμοια, δεν παραξενεύεται ότι οι

κριταί, καίτοι ανομολογούσιν ότι &ο ποιητής των Αγροτικών&

(=Κρυστάλλης) &πλουσιωτέραν έχει την ποιητικήν φλέβαν και ότι

αναστρέφεται εις τον ευδαίμονα και μαγικόν κόσμον των παραδόσεων&,

δεν τον βραβεύουσι &διότι η τοιαύτη ακρίβεια και απομίμησις της

δημώδους γλώσσης και του δημώδους ύφους& φέρουσιν εις θέσιν τους

κυρίους κριτάς &να μη διακρίνωσι τα έργα τον Κρυστάλλη από τα

γνήσια δημοτικά ... και διότι&, ως φρονούσιν οι κριταί, &ο ποιητής

πρέπει να είνε δημιουργός γλώσσης και ουχί να καλλιεργή την δημώδη

τοιαύτην&. Εις τα επιχειρήματα ταύτα, των κυρίων Κριτών

αντιτάσσομεν ότι ο Κρυστάλλης δεν παρέστη, διά των έργων του,

ενώπιον του κοινού κριτηρίου ως δημιουργός νέας αγνώστου ποιήσεως

ούτε ως δημιουργός γλώσσης αλλ' ως ζωγράφος του ποιμενικού και

αγροτικού βίου ως τελείως και εμπνευσμένως αναπαριστών τα ήθη και

έθιμα του Ηπειρωτικού βίου. Δεν ηθέλησε δε ο εισηγητής των κριτών

να εμβαθύνη εις τον βίον τούτον διότι, καίτοι και αυτός ποιητής,

δεν ενεπνεύσθη από τας παραδόσεις του Ρουμελιωτικού βίου εν τη

πατρίδι του, ένθα ούτε η φλογέρα ηχεί, ούτε χαράδραι και δειράδες

υψούνται, ούτε η σούβλα και τα κουδούνια και τα παρόμοια

συγκινούσι τους συμπατριώτας του· είνε δε αποδεδειγμένον ότι και ο

ποιητής και ο ιστορικός ευδοκιμούσιν όταν ψάλλωσι και εξιστορώσι

σύγχρονα γεγονότα ή εάν ταύτα πίπτωσιν εις την αντίληψίν των ή εάν

παρέστησαν μάρτυρες πολεμικών γεγονότων ή ανδραγαθημάτων Διατί ο

της αρχαιότητος ποιητής Αισχύλος περιέγραψε μετά θαυμασίας

δεξιότητος την εν Σαλαμίνι ναυμαχίαν; διότι συνηγωνίσθη και αυτός

και ησθάνθη την απήχησιν του γεγονότος της καταστροφής των Περσών

και ιδίοις όμμασιν είδε κατραχυμένους τους βαρβάρους Ασιάτας.

Διατί ο Βαλαωρίτης συνεκέντρωσεν εις τα έργα του την γλώσσαν, τους

πόνους και τους στεναγμούς της γενεάς των αρματωλών και του

εθνικού αγώνος; διότι ήτο σύγχρονος και ήκουε τα γεγονότα από

στόματος των αγωνιστών αυτών και διότι εις την Μαδουρήν της

Λευκάδος ήρχοντο εξ Ηπείρου οι γόοι και οι θρήνοι του Ηπειρωτικού

λαού έβλεπε δε και ο ποιητής τα υπερήφανα Σουλιωτικά βουνά έρημα.

Και ο Κρυστάλλης κατέγεινε και ησχολήθη ουχί εις διάπλασιν γλώσσης

ως επεθύμει ο κ. εισηγητής, αλλά εις την απεικόνισιν του ζωντανού

του ποιητικού, του αισθητού Ηπειρωτικού βίου. Το έργον αυτού

υπήρξε σπουδαιότερον· διότι δεν επρόκειτο να φαντασθή και πλάσση

ανύπαρκτα ούτε να παραλάβη εκ ξένης φιλολογίας γεγονότα και τα

ενδύση φουστανέλλαν. Επρόκειτο μόνον να αναπαραστήση τον άγνωστον

Ελληνικόν βίον και επέτυχε θαυμασίως μέχρι τούδε. Άλλως τε ο ίδιος

ποιητής εις τους μετά τον πρόλογον τούτον στίχους μας λέγει ότι

&εις το μεγάλο πανηγύρι& (του ποιητικού αγώνος) &απ' την πατρίδα,

του φέρνει λίγα λουλούδια που εμάζεψε εις τους κάμπους και τα

βουνόκορφά της.&

Ή έκθεσις των κριτών έχει ως εξής:

Εκ των 38 ποιητικών συλλογών, αίτινες απεστάλησαν εις τον αγώνα

τούτον, αι μεν 28 απερρίφθησαν ως εντελώς ανάξιαι παρουσιάσεως, αι

δε 9 εκ των λοιπών εθεωρήθησαν οπωσούν καλαί, δύο δε εβραβεύθησαν

«τα Μάτια της Ψυχής μου» του κ. Κ. Παλαμά και τα «Ερείπια» του κ.

Ι. Πολέμη και μία επηνέθη, τα «Αγροτικά».

«Πλουσιωτέραν έχει την ποιητικήν φλέβα ποιητής των Α γ ρ ο τ ι κ ώ ν.

Στίχοι δημώδεις, κατά το πλείστον άπταιστοι, φαντασία και χάρις

και άρωμα δημώδους ποιήσεως, είνε πανταχού του έργου επικεχυμένα.

Αναστρέφεται εις τον ευδαίμονα μαγικόν κόσμον των παραδόσεων και

γράφει τον Ήλιο και την Νύχτα», την «Νησιωτοπούλα», ήτις μας

ενθυμίζει τα καθ' Ηρώ και Λέανδρον του Μουσαίου, «το

Νεραϊδόπαιδο», «την Τραγουδίστρα και τον Βασιληά», και «την Ποδιά

της Μαριώς» ήτις έχει ομοιότητα προς την Σταχτοπούταν κλ. Αλλ' η

πολλή προσήλωσις εις τα δημώδη πρότυπα ζημιοί τον ποιητήν, όστις,

φαίνεται, δεν εχειραφετήθη ακόμη, ώστε να τανύση τα πτερά του

ελευθέρως προς τον ευρύν και ποικίλον κόσμον της ποιήσεως.

Ομοιάζει το πτηνόν, όπερ γεννηθέν εντός ευθαλούς αγρού, δεν

υποπτεύει έτι, ότι πέραν των αγρών αυτού διανοίγεται η μεγάλη,

ελευθέρα, περικαλλής φύσις. Ίσως άλλοι ασμενίζουσιν εις την μέχρις

ελαχίστων λεπτομερειών απομίμησιν της δημώδους γλώσσης και του

δημώδους ύφους· ημείς όμως φρονούμεν ότι η τοιαύτη ακρίβεια, ο

τοιούτος ζήλος και μικρολόγος είνε και αλυσιτελής. Πρώτον μεν

διότι τα ούτω γραφόμενα ποιήματα θα έχωσι πάντοτε τοιαύτην τινά

σχέσιν προς τα γνήσια δημοτικά, οίαν τα τεχνητά άνθη προς τα

φυσικά. Δεύτερον δε διότι η καλλιέργεια της δημώδους γλώσσης, όπως

καταστή όργανον της καθόλου ποιήσεως, ουδαμώς προάγεται κατ' αυτόν

τον τρόπον. Ο Έλλην ποιητής σήμερον δεν πρέπει να είνε μόνον

δημιουργός γλώσσης, ης κυρίως έχομεν ανάγκην. Διότι η μεν

καθαρεύουσα είνε ακατάλληλος, η δε δημώδης ανεπαρκής· και είνε μεν

αύτη αρμοδιωτέρα προς ποίησιν, αλλά τίνι τρόπω θα πλουτισθή, ώστε

να εκφράζη τα υψηλότερα διανοήματα και τα βαθύτερα συναισθήματα

του σημερινού ανθρώπου; Τούτο θα διδάξη εις τον ποιητήν το ίδιον

εαυτού δαιμόνιον και θα συντελέση η πάροδος των χρόνων. Εν τέλει

προτρέποντες τον χαρίεντα ποιητήν των Αγροτικών να δοκιμάση εις το

στάδιον της γλώσσης την έμπνευσιν του δαιμονίου του, αναγινώσκομεν

εκ των ποιημάτων αυτού «την Ποδιά της Μαριώς» ..

Μετά την ανάγνωσιν του ποιήματος τούτου εξήτασε τας δύο

βραβευθείσας συλλογάς ο κ. Εισηγητής και έληξε την έκθεσίν του

ούτω:

«Οι κριταί του παρόντος αγώνος, συγκρίναντες και σταθμίσαντες τας

αρετάς και τα ελαττώματα των δύο καλλίστων συλλογών τούτων,

απεφάσισαν εν ομοψηφία να βραβεύσωσι μεν «τα Μάτια της Ψυχής μου»

και τα «Ερείπια», να επαινέσωσι δε τα «Αγροτικά».

Δ. ΡΟΪΔΗΣ Ν. Γ. ΠΟΛΙΤΗΣ

Α. ΠΡΟΒΕΛΕΓΓΙΟΣ

εισηγητής

Ότε επεχειρήσαμεν την εκτύπωσιν των έργων του Κρυστάλλη ενομίσαμεν

ότι θα ήτο δυνατόν να περιληφθώσι ταύτα εν ενί και μόνω τόμω. Η

μικρόν και κατ' ολίγον όμως επισωρευομένη ύλη ηνάγκασεν ημάς να

σκεφθώμεν, ευρισκόμενοι εις το σημείον τούτο, περί διαιρέσεως εις

δύο τόμους. Ούτω δε ο &πρώτος τόμος& περατούται ενταύθα

περιλαμβάνων

ΣΚΙΑΣ ΤΟΥ ΑΔΟΥ, ΚΑΛΟΓΗΡΟΝ ΤΗΣ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ και

ΑΓΡΟΤΙΚΑ.

Ο &δεύτερος τόμος& θα περιλάβη τον

ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΝ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΤΑΝΗΣ,

τον ΨΩΜΟΠΑΤΗΝ (τα ανέκδοτα ποιήματα εν γένει) και

τα ΠΕΖΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ·

Οφείλεται δε η έκδοσις των έργων τούτων εις τον αγαπητόν και του

ποιητού και ημών φίλον διευθυντήν του βιβλιοπωλείου της Εστίας κ

&Ιω. Κολλάρον&.

Γ. Κ. Γάγαρης

Εις το μεγάλο σήμερα

Της Μούσας πανυγήρι,

Που φέρνουν και στολίζουνε

Την άγια της εικόνα

Από κάθ' άκρη Ελληνική

Χίλιων λογιών λουλούδια,

Απ' την πατρίδα μου κ' εγώ

Λίγα λουλούδια φέρνω,

Που εμάζεψα 'ς τους κάμπους της

Και 'ςτά βουνόκορφά της.

ΑΓΡΟΤΙΚΑ

ΤΟ ΝΕΡΑΪΔΟΠΑΙΔΟ

'Ψηλά 'ς το Νεραϊδόρρεμμα, που από το βράχο απάνου

Πέφτει αφρισμένο το νερό και σκούζει και βογγάει

Και φκιάνει λίμνη και γιαλό, και θεριωμένο εκείθε

Πηδάει ταις πέτραις σαν στοιχειό και χάνεται 'ςτά πεύκα,

Εκεί ο Γιαννούλας φύλαγε μια νύχτα με φεγγάρι,

Να 'ρθούν τα 'λάφια 'ς το νερό να λαφοκυνηγήση.

'Σ τον ουρανό μεσάνυχτα δείχνει ο Σταυρός κ' η Πούλια.

Φυλάει αυτός ακοίμητος.

Πότε γλυκοκυττάζει

Ψηλά τ' αστέρια τ' ουρανού, πότε κατά το ρέμμα,

Που μέσ' 'ς το φως του φεγγαριού σαν νάν' ασήμι αστράφτει,

Κ' εις κάθε φύλλο από δεντρί και χόρτο που κουνιέται

Γυρίζει το τουφέκι του, στηλώνη τη ματιά του .....

Κι' ουδ' ένα 'λάφι εφάνηκε, ουδέ κάν' άλλο αγρίμι,

Απ' τη σπηληά π' ανοίγεται παρέκει από το ρέμμα,

Ξανθαίς Νεράιδες και Ξωθιαίς αυτήν την ώρα βγαίνουν.

Λούζουνε τ' άσπρα τους κορμιά στο ρέμμα το καθάριο,

Κι' απ' την πολλή την ωμορφιά κι' απ' τη μοσχοβολιά τους

Μοσχοβολάει το νερό και λάμπει ο τόπος γύρα.

Απλώνουν τα μαντήλια τους σταις πέτραις να στεγνώσουν,

Και 'ς το σιαδάκι σταίνουνε χορό και τραγουδάνε.

Η Κάλλω σέρνει το χορό, η πρώτη των Νεράιδων,

Και τραγουδάει η δεύτερη κι' ακολουθάν η άλλαις.

Πάει ο χορός στρωτός-στρωτός και το τραγούδι αγάλια:

— Όλαις η κόραις τον γιαλού, η ώμορφαις Νεράιδες,

Όλαις μαραίνουν λεβεντιαίς, μαραίνουν παλληκάρια,

Και δεν φοβούνται γηρατειά και δεν φοβούνται χάρο.

Κ' εμένα μ' εβαλάντωσε, με μάραν' η αγάπη,

Μ' εμάραν' ένας κυνηγός κ' ένας καλός λεβέντης,

Με το γραμμένο του κορμί με τη γλυκειά φωνή του.

Σαν βγαίνει τ' άστρο της βραδειάς, παίρνει της ράχαις δίπλα

Και σταίνει βίγλαις 'ς τα βουνά και κυνηγάει αγρίμια.

Έστησ' εμένα ξώβεργες τα νειάτα τ' ανθηρά του.

Πέφτουν 'ς ταις βίγλαις του τυφλά του κυνηγιού τ' αγρίμια,

Έπεσε και 'ς τα βρόχια του ανύποπτ' η καρδιά μου.

Αχ! νάταν τρόπος να τον 'βρώ καμμιά βραδειά 'ς τα πλάια,

Και να μπορούσα η δύστυχη να τον 'μιλήσω ολίγο! . . . .

Κρυμμένος 'ς τα χαμόκλαδα 'κουρμένεται ο Γιαννούλας

Με την καρδιά του ανήσυχη, όμως βουβός 'σάν πέτρα.

Ακούει τα 'παινέματα, τα λόγια της Νεράιδας,

Ακούει την αγάπη της και το παράπονό της,

Και μίαν απόκρυφη χαρά 'ς τα σωθικά του νοιώθει.

Ήξερε αυτός από μικρός ότι όποιο παλληκάρι

Αρπάξη τ' ολομέταξο μαντήλι της Νεράιδας,

Εκείνη αφίνει τα νερά, τον παίρνει από κατόπι,

Και γίνεται γυναίκα του και γίνεται 'δική του.

Βάνει ο Γιαννούλας φυλαχτό μπαρούτι και λιβάνι

Και πάει 'ς της πέτραις της οχθιάς κι αρπάζει το μαντήλι

Και ροβολά 'ς τη λαγκαδιά και χάνεται 'ς τα πεύκα.

Νοιόθει η Νεράιδα την κλεψιά και 'ς το χορό που σειέται

Κοντοκρατάει το χορό και κόβει το τραγούδι.

— Μ' εκλέψανε!

λαχταριστά και ξαφνικά φωνάζει

Και παίρνει τον κατήφορο 'ς του κυνηγού τα πόδια.

Σαν ωργισμένος άνεμος, σαν σίφουνας, σαν μπόρα

Κ' η άλλαις την ακολουθάν και φτάνουν τον Γιαννούλα,

Μ' αυτός βαστάει το φυλαχτό, μπαρούτι και λιβάνι,

Και να τον πιάσουν δεν μπορούν, ούτε να παν σιμά του.

Φωνάζουν, σκούζουν ξέμακρα, το φυλαχτό να ρίξη,

Κάποτε με γλυκόλογα, κάποτε με φοβέραις.

Φωνάζει η Κάλλω, η ώμορφη, φωνάζει κ' η κλεμμένη,

Φωνάζει με παράπονο, με κλάμμα και με αγάπη.

Του κάκου· εκείνος τώξερε, τώμαθε από γρηούλαις.

Που αν έπεφτε 'ς τα χέρια τους θάχανε τη ζωή του,

Κι' ούτε γυρίζει να ταις 'δή, ούτε και κοντοστέκει,

Μόν' ροβολάει μονανεπνιάς και χάνεται στα πεύκα.

Πέρασε η νύχτα. Της αυγής η ουράνια η δροσούλα

Ραίνει τους βράχους, τα κλαριά, τα χόρτα, τα λουλούδια.

Ξανθό το γλυκοχάραγμα προβάλλει απ' ταις κορφούλαις,

Κι' ανάρηα-ανάρηα αρχίζουνε τ' αστέρια, το φεγγάρι

Ο κυνηγός που ροβολά με ταις Νεράιδες πίσω

Φτάνουν ως το χωριό σιμά.

Προβαίνει η χαραυγούλα,

Κ' ήρθεν η ώρα που ξυπνούν και του χωριού τα ορνίθια

Και φεύγουν η Καλόγνωμαις. Το γνοιάστηκαν η άλλαις,

Και γίνοντ' άφανταις με μιας και μένει η ερωτεμμένη.

Χρυσώνεται η ανατολή . . . . να και λαλεί τ' ορνίθι ....

Στέκει ο Γιαννούλας . . . αγκαλιά και τη Νεράιδ' αρπάζει

Και τήνε φέρει 'ς το χωριό.......................

Τέσσαρα χρόνια πέρασαν χαριτωμένο ταίρι.

Κι' εβλάστησε απ' το γάμο τους πεντάμορφο αγγελούδι . . . .

Μ' άλλαξε κι' όλας ο καιρός. Ήρθαν και μαύρα χρόνια·

Κ' έπρεπε τώρα ο κυνηγός 'ς τα ξένα να γυρέψη

Ψωμί για τη γυναίκα του, ψωμί για το παιδί του.

Κρεμάει στον τοίχο τ' άρματα και φεύγει, πάει 'ς τα ξένα.

Μια Κυριακή και μια γιορτή στολίζετ' η Νεράιδα

Να πάη κι' αυτή 'ς την εκκλησιά, να βγη και 'ς το σεργιάνι

Κ' εκεί που βγάζει τα χρυσά 'πώνα σεντούκι απ' άλλο

Ξανοίγει το μαντήλι της και κάμει πώς το δένει.

Αλησμονεί τον άντρα της με μιας και το παιδί της

Και παίρνει δίπλα τα βουνά, ταις λαγκαδιαίς, τα πλάγια.

Πάλι Νεράιδα γίνεται, πάλι τη νηότη παίρνει

Και με ταις άλλαις σμίγεται 'ς ταις τρίσβαθαις σπηλιαίς τους.

Ο λόγος βγαίνει 'ς το χωριό κι' απλώνεται 'ς τον κόσμο.

Τάκουσε μέσ' 'ς την ξενητειά ο δόλιος ο Γιαννούλας

Κι' από την πολλή τη πίκρα του πέθανε εκεί, 'ς τα ξένα!

Ο γυιός του τώρ' ανδρειεύθηκε, και περπατάει τη νύχτα

Με του Γιαννούλα τ' άρματα αλαφοκυνηγώντας

Κι' ούτε Νεράιδες σκιάζεται ούτε Ξωθιαίς φοβάται,

Γιατ' είνε Νεραϊδόπαιδο κ' έχει Νεράιδας αίμα.

Χωρίς ν' αρπάξη απ' τα μαλλιά δεν άφηκε Νεράιδα,

Χίλιαις ως τώρα φίλησε κι' αγκάλιασε άλλαις τόσαις.

Χαρά 'ς τον όπου 'ς αγκαλιαίς δροσολογιέται τέτοιαις,

Χαρά 'ς τον που μ' αθάνατα τέτοια φιλιά κοιμάται!...

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΠΙΣΤΙΚΟΥ

— Βάρε, Στρατή, τα πρόβατα κι' ανέβαστα 'ς τη ράχη.

Και μη σουράς παράωρα, μη τραγουδάς τη νύχτα,

Γιατί ξυπνάει ο Δράκοντας 'ς της ποταμιάς τα δέντρα,

Ξυπνάει της βρύσης το Στοιχειό και του βουνού η Νεράιδα,

Και της σπηλιάς η Μάγισσα κ' έρχονται και μας πνίγουν.

— Πατέρα, πώς να μη σουρώ, πώς να μη τραγουδήσω,

Πώχω μαράζι 'ς την καρδιά και πόνο, που με τρώει,

Και που μου κλέβει τη χαρά, τα νειάτα, νύχτα-μέρα.

Κ' ένα τραγούδι, θλιβερό, μου φέρνει μέσ' το στόμα,

Τραγούδι που το τραγουδώ, πατέρα, κι' αλαφρώνω,

Κι' ούτε το Δράκο σκιάζομαι, ούτε και τη Νεράιδα,

Ούτε της βρύσης το Στοιχειό και της σπηλιάς τη Λάμια.

Πατέρα, πώς να μη σουρώ, πώς να μη τραγουδήσω; . . . .

— Πες μου τον πόνο σου, Στρατή, κ' εγώ θα σου τον γειάνω.

— Αν μου τον γειάνης, θα με ιδής ν' αντρειευθώ και πάλι,

Πάλι να πάρω τη χαρά, τα νειάτα, πούχα πρώτα,

Και νύχτα δεν θα τραγουδώ παράωρα 'ς τα πλάια

Το θλιβερό τραγούδι μου οπού ξυπνάει τους Δράκους.

— Πες μου τον, γυιόκα μ', πες μου τον, κ' εγώ θα βρω βοτάνι.

— Πατέρα μου, μια Κυριακή και μια καλήν ημέρα.

Σίντα λαλούν η πέρδικαις και χαιρετούν τον ήλιο.

Τα πρόβατα 'ς της ρεμματιάς το πλάι σαλαγώντας

Είδα την κόρη του Σταθά, την χαϊδεμμένη Ρήνα

Ντυμένη 'ς τα μεταξωτά, ντυμένη 'ς το χρυσάφι,

Να κατεβαίνη απ' το χωριό, να πάη κατά τ' αμπέλια.

'Στόν ήλιο αστράφταν τα φλουριά κ' έλαμπ' η ωμορφιά της.

Και μ' ένα καλημέρισμα, και μια γλυκειά ματιά της,

Μου τάραξε τα σωθικά και μ' άναψ' έναν πόθο.

Κι' όσο που ζω δίχως αυτή και δεν τη συχνοβλέπω

Μου κλέβει ο πόθος τη χαρά, τα νειάτα νύχτα-μέρα.

Και το τραγούδι το θλιφτό 'ς το στόμα μου ανεβάζει.

— Βάρε, Στρατή, τα πρόβατα κι' ανέβαστα 'ς τη ράχη,

Και μη σουράς παράωρα, μη τραγουδάς την νύχτα.

Κ' η Ρήνα, η κόρη του Σταθά, είνε ταχυά δική σου.

Ο πιστικός χαράημερα και με τ' αηδόνια τώρα

Αρμέει και βγάζει απ' το μαντρί 'ς τα πλάϊα το κοπάδι,

Και κάθεται 'ς ένα τσουγγρί και λέει γλυκό τραγούδι.

Το λέει με τη φλογέρα του, το λέει με τη φωνή του.

Ο ΗΛΙΟΣ ΚΙ' Η ΝΥΚΤΑ

Πρώτα 'ςτήν πλάση απλώνονταν σκοτάδι πέρα-πέρα.

..............................................

Του Κάτου-Κόσμου βασιληά μοναχογιός ο Ήλιος,

Με πλούσια ολόχρυσα μαλλιά, με γαλανά τα μάτια,

Με περηφάνεια κ' ευμορφιά και λεβεντιά περίσσια,

Πήρε μια αυγούλα τ' άρματα και τα λαγωνικά του,

Και για κυνήγι επρόβαλε 'ςτόν Κόσμο τον Απάνου.

Βγήκε κι' ο Κόσμος έλαμψε. Κι' όπου διαβαίνει ο Ήλιος,

Όπου προβάλλει απόπερα, λαμποκοπούν τα βράχια,

Καθάριος, καταγάλανος ο ουρανός γελάει,

Κάμποι, βουνά χρυσώνονται, ανοίγουν τα λουλούδια,

Τα πλάγια χορταριάζουνε, φυσάει γλυκά τ' αγέρι,

Φέγγουν, αστράφτουν τα νερά, φουντώνουνε τα δέντρα.

Λαλούν 'ςτά φύλλα τα πουλιά κ' οι πιστικοί 'ςτά πλάγια.

Κι' ο Κόσμος τον θιαμαίνεται και τον καλοτυχίζει.

— Χαρά 'ςτόν όπου εγέννησε τέτοιο παιδί 'ςτόν Κόσμο,

Χαρά 'ςταίς χώραις που περνά, 'ςτούς τόπους που διαβαίνει!

Όλον το Κόσμο εγύρισεν ο Ήλιος όλη μέρα.

Περνάει κάμπους και βουνά και δάση και ποτάμια.

Κι' όσα θεριά τον έβλεπαν του κυνηγιού, κι' αγρίμια,

Απ' την πολλή τη λάμψι του και το βαρύ το βρόντο

Τρομάζανε κι ολόφοβα κρύβονταν 'ςταίς σπηλιαίς των,

Και μοναχά 'σάν πήρανε μέσ' 'ςτά ζερβά τ' απόσκια

Ένα ζαρκάδι εσκότωσε σε κρουσταλλένιο αυλάκι....

Του Κόσμου η άκρη ήταν εκεί και τα στερνά βουννά του.

'Σ ένα σιαδάκι του βουνού, ανάμεσα 'ςτά δέντρα,

Βρυσούλα ολόδροση έχυνε το κρύο το νερό της.

'Σ τα πέτρινα πεζούλια της, πούχαν φυτρώσει χόρτα.

'Εκάθονταν μια λυγερή με το σταμνί 'ςτά χέρια.

Αμίλητη κυττάζει

Του Κόσμου το ξημέρωμα, δίχως ούτ' ένα γέλοιο

Γλυκό 'ςτά κοραλλένια της τα χείλη να χαράζη.

Λες κ' έτσι ατέλειωτο όνειρο τήνε κρατεί δεμένη ....

Έργα Ποιήματα - Πεζά Τόμος Πρώτος · 第 6 / 9 段