Οι γέροντες, που με τους νηούς να παν' δεν ημπορούσαν,

'Σ το Μεσολόγγι απόμειναν. Ως τώρα δα θωρούσαν

Την &έξοδο& απ' τα τείχηα του κ' έκαναν το σταυρό τους·

Ύστερα, 'σάν τα Τούρκικα τ' ασκέρια, τον οχτρό τους,

Είδαν 'σάν κύμα να χυθούν 'ςταίς θύραις τους, 'στά τείχηα,

Και 'σάν αγρίμια να πηδούν, να κρέμωνται απ' τα 'νύχια,

Τρέχουν κατά τη θάλασσα, και 'ς του πελάου την άκρη

Μέσα σε πύργο πούχανε μπαρούτη σωρειασμένη

Κλειούνται με μιας και σταίνουνε χορό, 'σάν ανδρειωμένοι,

Σαν νάτανε 'ς τα νειάτα τους, δίχως καϋμό και δάκρυ,

Του απελπισμένου αυτού χορού είνε ο Καψάλης πρώτος.

Τ' Άγραφα που τον γέννησαν ομοιάζει το κορμί του,

Και την κορφή του Πίνδου μου η άσπρη κεφαλή του,

Κρατεί 'ς το χέρι του δαυλί με φλόγα. Κάθε κρότος

Που όξω απ' το πύργο ακούεται, το χέρι εκείνο φέρνει

Μέσ' 'ς της μπαρούτης το σωρό, και το χορό του φέρνει...

Όξω απ τον πύργο αλαλαγμός· ήρθ' ο οχτρός, πλακώνει

Μέσ' 'ς της μπαρούτης το σωρό το χέρι εκειό σιμώνει,

Το χέρι εκειό με το δαυλί, το χέρι του Καψάλη.

Με μιας αστράφτει και βροντά. 'Σάν από μέθη, ζάλη,

Τρικλίζει ο πύργος τρεις φοραίς και μέσ' 'ςτά 'μεσουράνια

Τινάζεται 'σάν σύγνεφο, και φέρνει εκεί κουρμπάνια

Τους γέρους τον Μεσολογγιού και των Τουρκών τ' ασκέρια

Απ' τη μεγάλη αναλαμπή λάμπουν βουνά κι' αστέρια!

Το Μεσολόγγι η χαραυγή τωύρε ταχιά πεσμένο,

Κ' είδε το μισοφέγγαρο 'ςτά τείχηα του στημένο.

Ε'

Εκείνον τον αλαλαγμό κι' όλη την λάμψι εκείνη

Απ' της Κλεισούρας το μικρό εκείνο ερημοκκλήσι

Αγροίκησε ο Καλόγηρος κ' είχε με μιας γνωρίση

'Σ το Μεσολόγγι τη βραδειά εκείνη τ' είχε γίνη.

Με μιας πετιέται 'ς την κορφή και το τηράει και κλαίει

Και τέτοια αναστενάζοντας λόγια θλιμμένα λέει:

— Αφωρισμένος τρεις φοραίς οποίος έβαλε χέρι

'Στ' αστέρι της Πατρίδας μας, 'ςτού Γένους μας τ' αστέρι!

Στρέψου και γύρα κύταξε, φτωχό μου Μεσολλόγι,

Το πέσιμό σου πώς το κλαίν' βουνά, ουρανός και λόγγοι·

Κ' ημείς οι δόλιοι πούχαμαν 'ς εσένα κάθε ελπίδα

Σε κλαίμε, γέροι και παιδιά, σε κλαίει όλ' η πατρίδα.

Τη θέσι σου σου ζήλεψε, σου ζήλεψε τα νηάτα,

Κι' αυτή η Μοίρα η φθονερή και σ' άλλαξε τη στράτα,

Κι' αντίς να ξαναπαινεθής, να διώξης τον οχτρό σου,

Σον 'τοίμασε το θάνατο αυτή, το πέσιμό σου.

Μ' αν πέφτης, πέφτεις ένδοξο, 'σάν παλληκάρι πέφτεις,

'Σάν το λιοντάρι 'ς τη σπηληά, 'σάν 'ς το λημέρι ο κλέφτης,

Που αμέτρητοι τον έχουνε ολόγυρα ζωμένα,

Κ' εκείνο αποφασίζεται, χουμάει απελπισμένο.

Όχι! δεν πέφτεις άδοξο· θα το γνωρίζουν όλοι,

Πως σώλειψε τόσον καιρό ψωμί, μπαρούτι βόλι.

Φτάνει, φτωχό, που βάσταξες κι' ως τώρα την ανδρειά σου

Αλλά και τώρα πώπεσες έπεσες 'σάν ανδρείο.

Ας έρθουν τώρα να σε βρουν οι Τούρκαι έρμο, κρύο,

Και ας γλυτώση ο Θεός τα έρμα τα παιδιά σου.

Αχ! γιατί ακόμα μια φορά, γιατί να μη 'μπορώ

Να σε γλυτώσω ο άμοιρος! Αστέρι μου λαμπρό,

Γιατί να σβύση σήμερα 'ς τα νέφια των οχτρών σου!

Γιατί να μη βρεθώ κ' εγώ απόψε 'ς των παιδιών σου

Την ένδοξη την &έξοδο&, οπού θα να ξυπνήση

Απόψε από τον ύπνο της Ανατολή και Δύσι!

Γιατί να μη βρεθώ κ' εγώ 'ς το πλάι του Ζαβέλα!

Γιατί αχ! ράσο να φορώ και όχι φουστανέλλα!

Γιατί λιοντάρι εγώ βουνού να κόψω μοναχός μου

Τα 'νύχια, την ανδρεία μου! Γιατί ναρθώ να ζήσω

Καλόγηρος, αγνώριστος και ταπεινός, να κλείσω

Τα μάτια μου 'ς την ερημιά εδώ μακρυά του κόσμου!.,

Αγαπημένα Γιάννινα, πώς σας πονώ μακρυά σας!

Βουνά του Πίνδου μου 'ψηλά, με τα πολλά κλαριά σας,

Με τα τρανά τα πεύκα σας ταις γέρικαις οξειαίς σας,

'Ζήλεψα τα λημέρια σας, τους ίσκιους, ταις δροσιαίς σας!

Τη λίμνη τ' Αγγελόκαστρου όσαις φοραίς κυτάζω.

Τα Γιάννινα — τα Γιάννινα θυμούμαι, και χτικιάζω.

Αχ πότε, πότε ελεύθερα να σας πατήσω πότε,

Και τότες ας σβυσθώ με μιας, ας αποθάνω τότε!

Εδώ, μακρυά σας, έχασα την δόξα, την ανδρειά μου.

Έχασα την γυναίκα μου, έχασα...τα παιδιά μου! —

Κ εσώπασε ο Καλόγηρος. Οι 'γκαρδιακοί λυγμοί του

Και τα πολλά τα δάκρυα τώπνιξαν τη φωνή του,

Και δίχως λόγο και 'μιλιά έσκυψε 'ς ένα βράχο,

Κ' έκλεγε κι' αναστέναζε. Δάκρυα ευλογημένα!

Δάκρυ' απ' τα φυλλοκάρδια του, απ' την ψυχή βγαλμένα!

Δάκρυα πικρά, οπού κ' εγώ 'ς την ξενητειά μου τάχω

Για μόνη μου παρηγοριά όσαις φοραίς θυμούμαι

Τη σκλάβα την πατρίδα μου! Πόσαις φοραίς κοιμούμαι

Κ' εγώ με τέτοια δάκρυα 'ς τα 'μάτια μου πηγμένα!

Δάκρυα, οπού καθένας μας χύνει μακρυά 'ς τα ξένα!

Ξανασηκώθηκε ορθός. Το 'μάτι του απ' το δάκρυ

Λουσμένο, λάμπει γαλανό 'σάν ουρανός τ' Απρίλη

Ύστερ' από βαρειά βροχή. Γονάτισε 'ς την άκρη

Του βράχου κ' έγνεψε 'ψηλά. Δεν του 'μιλούν τα χείλη,

Μιλάει η καρδιά του, η ψυχή,

Μιλάει του Παντοδύναμου, 'μιλάει τα λόγια εκείνα,

Οπού τα λένε προσευχή,

Αγνά 'σάν τα τριαντάφυλλα, αθώα 'σάν τα κρίνα.

Ήταν εκείν' η προσευχή για όλο μας το Γένος.

Και τόσος του ήταν 'ς την καρδιά, ο πόνος σωρειασμένος

Οπού τον έκοψ' ίδρωτας. Τον ίδρωτα σπογγίζει,

Και πάλι ορθός τα θλιβερά τα λόγια του αρχίζει:

— Τη μέρα εκείνη, ο άμοιρος, πώς την θυμούμαι ακόμα!

Σε πόσους τη μολόγησε το γέρικό μου στόμα!..

Τον άγριον τότε Αλή πασά τα Γιάννινα βαστούσαν,

Που 'ς τη βαρειά φοβέρα του κ' οι κλέφταις προσκυνούσαν.

Ήμουν μικρός, πολύ μικρός. Αγνάντια 'ς την Καστρίτσα

Ο κόμος 'πανηγύριζε. Η μάνα μου η Ζωίτσα

Πήρε κ' εμένανε μαζύ. Βραδειά — βραδειά γυρνάμε,

Κι' απ' όξω από τα Γιάννινα 'ς τον Πλάτανο περνάμε.

Εκείνο που είδα, 'τρόμαξα! 'Σ τον Πλάτανο 'ποκάτω

Ένα κορμί πελώριο, παλληκαριά γιομάτο,

Το 'τσάκιζαν με τα σφυριά τρεις γύφτοι χλωμιασμένοι.

Μάνα, της λέω, για κύταξε ο κλέφτης πώς πεθαίνει.

Ποιος ξέρει πόσους 'ς τ' άγρια ξεγνύμνωσε βουνά του!

Τώρα για ιδέ το τέλος του, κύταξε τα στερνά του. —

— Σώπα, παιδί μου, μη το λες, μου είπε απ' αγάλια εκείνη.

Αυτός ποτέ δεν 'κούστηκε ν' αρπάζη, να ξεγδύνη.

Γύρνα και κύτα' τα βουνά τον κλαίν 'σάν βασιληά τους,

Και 'σάν αδέρφι τους πιστό η βρύσαις, τα κλαριά τους.

Κανένας κλέφτης 'σάν αυτός κόσμο δεν ξεγυμνώνει . . . —

— Πώς τόνε λένε μάνα μου: — Τον λένε Κατσαντώνη·

Μη σου ξεφύγη από τον νου το ένδοξο όνομά του.

Ποτέ δεν επροσκύνησε τον Τούρκο. Τάρματά του

Είνε βαμμένα μ' αίματα Τούρκικα μολυσμένα. —

Κ' οι Τούρκοι ... τι κάνουνε; Αδέρφια μας πλασμένα

Κι' αυτοί δεν είνε απ' τον Θεό; Τι φταίνε, τι του κάνουν;

— Άκουσε· δεν πιστεύουνε οι Τούρκοι τον Χριστό μας,

Και μας τον βρίζουν άκοπα· αρπάζουνε το βιο μας,

Μας δέρουνε, μας τυραννούν, θέλουν να μας βυζάνουν.

Το αίμα μας 'σάν σφάλαγκες. Μας έχουν σαν σκυλιά τους

Οι Τούρκ' ημάς τους Χριστιανούς για κάθε θέλημά τους,

Και μοναχή φροντίδα τους είνε για να μας σβύσουν.

Αυτοί, που Κλέφταις λέμ' εμείς, που διάλεξαν να ζήσουν.

'Στα κορφοβούνια, 'ς τα κλαριά, και 'ς τ' άγρια στενορρύμια

Με τα θεριά, μ' αγρίμια·

Αυτοί, οπού φωλιάζουνε σε τρίσβαθα λημέρια.

Κ' έχουν συντρόφους τους αετούς, τ' αηδόνια, τα ξεφτέρια,

Δεν 'βάσταξαν να ζήσουνε 'ς τους Τούρκους σκλάβοι δούλοι.

Και παν' απάνου 'ς τα βουνά 'ς τον Πίνδο και 'ς το Σούλι

'Σ τα βράχια, 'ς τα ελάτια,

Που έχει η Ελευθεριά τ' άσπρα της τα παλάτια.

Και 'ς το 'Βαγγέλιο, 'ς το Σταυρό είνε βαρηά ωρκισμένοι

Κι' όλοι αποφασισμένοι

Ή να την διώξουν την Τουρκιά ή όλοι να 'ποθάνουν.

Εκείνοι ζουν' ελεύθεροι κι' όλα ... για μας τα κάνουν.

Για 'μας ολάκεραις περνούν νυχτιαίς, ακέρηα χρόνια,

Μέσα 'ς το κρύο, 'ς ταις βροχαίς, 'ς τα κρύσταλλα, 'ς τα χιόνια.

Για 'μας πολλαίς φοραίς πεινούν, για μας ζουν' 'ςτά βουνά,

Για 'μας γυρίζουν θάλασσαις, πέλαγα σκοτεινά.

Για 'μας, παιδί μου, το κορμί εκεί του Κατσαντώνη

Από των γύφτων τα σφυριά τσακίζεται 'ς τ' αμώνι.

Τον Κατσαντώνη μη ξεχνάς. Κ' όλους να τους θυμάσαι,

Κι' όσαις φοραίς 'ς το στρώμα σου θα πέφτης να κοιμάσαι,

'Σ την προσευχή σου που θα λες, παιδί μου, 'ς το Θεό μας

Λέγε δυο λόγια και γι' αυτούς, να ζήσουν παρακάλα

Εκείνον που τους έρριξε 'ς τον κόσμο για καλό μας.

Έχουν να κάνουν θαύματα για μας αυτοί μεγάλα!

Κι όσο σ' αυτόν τον ψεύτικο τον κόσμο μας θα ζήσης,

Τον Τούρκο, τον αντίχριστο, ποτέ μην αγαπήσης! —

Κι απ' τότε ως που μεγάλωσα κάθε χειμώνα βράδυ,

Ενώ απ' όξω η αστραπαίς έσχιζαν το σκοτάδι

Κ' έβρεχε κ' έρριχνε 'ψηλά 'ς τα κορφοβούνια χιόνι

Και δεν ακούγονταν ψυχή ούτε η φωνή του γκιώνη,

Μ' έπαιρνε η μάνα ς' τη φωτιά κι' άρχιζε να μου λέη

Ά, όχι τα συνήθηα

Που λεν γρηούλαις 'ς τα μικρά παιδάκια παραμύθια·

Μώλεγε λόγια, που κι' αυτή διηγώντάς τα να κλαίη.

Για το Βλαχάβα μώλεγε του Ολύμπου το θρεφτάρι,

Το Γρίβα του Ξερόμερου το δράκο το λιοντάρι,

Τ' αδέρφια τ' αξεχώριστα τους Κατσικογιανναίους,

Και για της Μάνιας τα παιδιά, τους Κολοκοτρωναίους.

Για τον Ανδρούτσο μώλεγε, για το Βλαχοθανάση,

Της Αλαμάνας το στοιχειό το Διάκο το Θανάση,

Τον Κούρμα τον πελώριο, τον Πάνο Μεϊτάτη,

Για το μικρό Χορμόπουλο, και για το Σπαθογιάννη·

Και για του Βάλτου το θεριό το Χρήστο το Μιλιώνη·

Για του πελάγου το πουλί μώλεγε τον Κατσώνη,

Διά της Κασσάνδρας το Σταθά, το γέρο Μπουκουβάλα,

Το Ζήτρο τον ανήμερο, τον άγριο Κώστα Πάλλα,

Το Χρήστο Γρίβα τον αετό της Λάμιας, το Λαμπέτη,

Για τον χαμένον αδελφό του Διάκου Μασσαβέτη,

Και για τον πάτερ-Σαμουήλ της Κιάφας μας τ' αστέρι.

Για το Μαλάμο μώλεγε της Λάμαρης ξεφτέρι,

Για του Ζαβέλλα τα παιδιά, του Βότσαρη τη 'Λένη

Τη Μόσχο και τη Λιάκενα τη μπαρουτοθρεμμένη·

Για το Γυφτάκη μώλεγε, και για το Μητρομάρα,

Τον Καλιακούδα, τον Λουκά, και για τον Νικοτσάρα.

Και, μια τρισκότειδη βραδειά, μια Κυριακή, μια σκόλη,

Μου είπε πώς μας πήρανε την ώμορφη την Πόλι.

Μα μου είπε και μια ελπίδα,

Μου είπε πως θε ν' αναστηθή η έρμη μας Πατρίδα·

Μου είπε πώς πάλι θα να ιδή μέσ' 'ς την Αγιά-Σοφιά της

'Τον Κωνσταντίνο με χρυσή κορώνα, βασιληά της.

Ως τότε δεν τον ήξερα εγώ τον Τούρκο, αλήθεια.

Τα λόγια αυτά της μάνας μου μ' άναψαν μέσ' 'ςτά στήθηα

Άσβεστη φλόγα, κ' έλεγα πότε να μεγαλώσω

Τα κλέφτικα τα άρματα 'ς τη μέση μου να ζώσω,

Να πάω να ζήσω 'ς τα βουνά, μ' αγρίμια να φωλιάζω,

Με τ' άλλα τα κλεφτόπουλα να πολεμώ να σφάζω.

Κ' όταν από το σπήτι μας εκείνο το μικρούλι

Μώδειξε η μάνα τα βουνά του Πίνδου και το Σούλι,

Ταις ανοιξιάτικαις βραδειαίς 'σάν τώρα, με φεγγάρι

Που αποσταμένη έγερνε αυτή 'ς το μαξυλάρι,

'Σ το παραθύρι μας εγώ με 'ξάγρυπνα τα 'μάτια

Κύταζα πέρα τα βουνά, των κλέφτων τα παλάτια,

Κι' αγάλιαζα βαθηά — βαθηά οπού 'σάν θείο χέρι

Το μυρωμένο τους λεπτό με χάιδευε αγέρι.

Και έτσι όλα πέρασα τα χρόνια τα μικρά μου.

Έτσι μας μεγαλώνουνε η μάναις η 'δικαίς μας

Εμάς εκεί 'ς την Ήπειρο με όλαις ταις σκλαβιαίς μας,

Μ' όλα τα καταφρόνια μας. 'Περήφανα βουνά μου.

Αχ, πότε ακόμα μια φορά θε να σας αγναντέψω

Απ' τα καϋμένα Γιάννινα! Πότε θα συντροφέψω,

Βουνά μου, ακόμα μια φορά τα πεύκα τα ψηλά οας.

Πότε θα πιώ απ' τα κρύα σας τ' αθάνατα νερά σας!

Έπρεπε, 'σάν τον έλατο τρανός, να ζήσω τώρα

Πέρα 'ς εκείνα τα βουνά, 'ς τη σκλαβωμένη χώρα,

Και όχι 'σάν τον ταπεινό το μαύρο κυπαρίσσι,

Τώρα να ζω καλόγηρος 'ς αυτό το 'ρημοκκλήσι...

Ποιος ήμουν...και ποιος έγεινα! — Και πάλι ο γέρως πάλι

Έσκυψε πάλι κλαίγοντας 'ς το βράχο το κεφάλι.

ς'.

Ποιος ήταν και ποιος έγεινε; Ήταν απ' τ' άγιο χώμα.

Τότες όλοι τον ήξεραν και τον θυμούνται ακόμα

Τον Κωσταντή 'ς τα Γιάννινα, τον πρώτο κυνηγό τους,

Οπού κανένα απάτητο δεν άφηκε βουνό τους.

Κ' ήταν ένας ωμορφονιός, των κοπελλών η τρέλλα,

Χρυσό καμάρι των γονηών, των Τούρκων πάντα φέλα.

Τα πρώτα του τα γράμματα τάμαθε 'ς τον Ψαλλίδα.

Τα λόγια του τούταν για την Πατρίδα.

Τώδειχνε η μάνα του συχνά συχνά τα κορφοβούνια

Και των κλεφτών τ' αράδειαζε τα έργα. Και 'ς την κούνια

Ακόμα που τον βύζανε μικρό 'σάν τ' Αγγελούδια

Τον ύπνο του νανούριζε με κλέφτικα τραγούδια.

Χαρά 'ς το τέτοιο το παιδί που έτσι μεγαλώνει!

Αξίζει η πατρίδα του για να το καμαρώνη.

Από μικρούθε 'ςτ' άρματα συνήθεισε το χέρι,

Κι' όταν λεβέντης έγεινε ήταν αετός-ξεφτέρι.

'Στή λίμνη εκεί την ώμορφη ή γύρα 'ς τα βουνά της

Θα νάβρισκε τον Κωνσταντή συχνά κάθε διαβάτης

Να κυνηγάη πέρδικες, παπιά και περιστέρια

Και των κλεφτών τον ήξεραν ακόμα τα λημέρια,

Οπού ζαρκάδια, αγριόχοιρους, αλάφια κυνηγούσε

Ή με τ' αρκούδια πάλευε ή λύκους ξεκοιλούσε.

'Σ τα Γιάννινα είν' ώμορφαις. Ο Κωνσταντής 'ς τη νηότη

Αγάπησε· κ' ήταν αυτή η ύστερη και πρώτη

Αγάπη και γυναίκα του. Του γέννησε η 'Λένη

Αγγέλους δυο, και πέρναγαν ζωή χαρητωμένη.

Της Ρούμελης την όχεντρα, το γέρο τον Αλή

Τον ξέγραψε ο Σουλτάνος του, τον είπε φερμανλή,

Κεφάλι σήκωσε ο Αλής, και την Αρβανιτιά του

Μαζεύοντας 'ς τα Γιάννινα γύρευε τα χαρτιά του.

Δεν τον ακούει ο αφέντης του, τον έχει αφωρεσμένον,

Και στέλνει ασκέρια αμέτρητα που τον βαστούν κλεισμένον

Και θέλει το κεφάλι του φερμένο 'ς το σιντόνι,

Στέλνει πασάδες τον Χουρσήτ με τον Ομέρ Βρυώνη.

Κι' ο Αλή-Πασάς τόσο καιρό δεν δίνει τα κλειδιά του

Κλεισμένος μέσ' 'ς το κάστρο του 'σάν λύκος 'ςτή φωλιά του.

Μια 'μέρα αγνάντια 'ς το νησί ακούστηκαν τουφέκια,

Φωναίς πολλαίς, αλαλαγμός, σάλπιγκες, τουμπελέκια·

Εσκότωσαν το γέρω Αλή. Πήραν το κάστρο απάνου.

Πήρανε και τα Γιάννινα τ' ασκέρια του Σουλτάνου.

Τότες ακούσθη κ' η βροντή απ' την Αγία Λαύρα,

Κ' εφάνηκαν μέσ' 'ςτά βουνά σύγνεφα 'λίγα μαύρα,

Κι' απώνα βουνό 'ς άλλο

Πετούν, πυκνώνουν, γίνονται ένα βαρύ, μεγάλο,

Που απ' άκρη 'ς άκρη τη βαθειά τη φοβερή μαυρίλα

Απλώνει 'ς την Ελληνική τη χώρα. Ανατριχίλα!

Επανεστάτησε ο Γκιαούρ! Κλεισμένος 'ς το χαρέμι

Τ' ακούει ο Σουλτάν Μαχμούτ και ρυάζεται και τρέμει,

Και τα πυκνά τα γένεια του τινάζει με λαχτάρα.

Φωτιά, προστάζει και σφαγή και γύμνια και τρομάρα!

Φεύγουν οι δόλιοι χριστιανοί πώς φεύγουν τα πουλιά,

Όταν θολούρα τα βαρεί αλάργα απ' τη φωληά,

Και μέσ' 'ςερμιαίς βαθειαίς γυρνούν και κρύβονται 'ςτά βράχια.

Οι κάμποι μένουν έρημοι, καίγονται χόρτα αστάχυα.

Ρήμαξαν και τα Γιάννινα, φεύγουν η φαμηλιαίς,

Και καταφύγι 'ς των βουνών βρίσκουνε ταις σπηληαίς,

Εκεί, 'ς τον Πίνδου ταις κορφαίς, 'ς άγρια ξηρά βουνά,

Και μέσ' 'ς τα &σκέμπια& ανάμεσα, σε βράχους, σε στενά,

'Σάν αδερφάκια ασπρίζουνε τα δυο κεφαλωχώρια

Συρράκου—καλαρύταις

'Σ τους βράχους του μεγάλοι αετοί φωληάζουν και πετρίτες.

Το σύνορο τα χώρισε, και ζούνε τώρα χώρια.

Οι πλειότεροι απ' τα Γιάννινα ηύραν εδώ κρυψώνα·

Εδώ τον πρώτο πέρασαν του χαλασμού χειμώνα.

Εδώ ο Κώστας έφερε κι' αυτός την φαμηλιά του,

Τη μάνα, τον πατέρα του, τη Λένη τα παιδιά του.

Εδώ κ' εγώ 'γεννήθηκα, εδώ τον ήλιο είδα,

Αυτά τα βράχια τα 'ψηλά έχω εγώ πατρίδα.

Όταν ο Απρίλης έχυσε τα χνώτα τα ζεστά του

Κι' ο Πίνδος ξεφορτώθηκε τα χιόνια τα πολλά του,

Ανέβηκαν και 'ς τα βουνά τα Τούρκικα σ' ασκέρια

Και πήραν σβάρνα τα χωριά για κλέφτικα λημέρια.

Η Καλαρύταις χάλασαν, και το Συρράκου αντάμα,

Και του Μεσολογγιού κ' εδώ ακούσθηκε το κλάμα.

Όσοι γλυτώσαν έφυγαν γυμνοί και τρομαγμένοι

Προς των Τζουμέρκων τα βουνά. Οι Τούρκοι λυσασμένοι

Αχόρταγοι τους κυνηγούν ακόμα κ' εκεί πέρα.

Εδώ ο Κώστας έχασε τον γέρο τον πατέρα.

'Σ το Βουργαρέλι οι χριστιανοί, οι Τούρκοι από κοντά τους.

Οι Αγραφιώταις παρεκεί φυλάγουν τα βουνά τους.

Εδώ οι Τούρκοι σταματούν· εδώ δεν κυνηγούνται

'Σαν έφτασαν οι χριστιανοί, όσοι έμειναν σκορπούνται

'Σ το Βάλτο, 'ς το Ξηρόμερο, άλλοι 'ς το Καρπενήσι.

...................................................

Γλήγορος απ' τα Γιάννινα ο 'Μέρ είχε κινήση

Την Επανάστασι μιας να σβύση 'ς την Ελλάδα.

Και σέρνει ασκέρια αμέτρητα πεζούρα και καβάλα.

Διαβαίνει το Μακρύνορο, διαβαίνει τη Φλωριάδα,

Και χύνεται 'ς τα χειμαδιά του Βάλτου τα μεγάλα

'Σάν τ' Άσπρου τα πολλά νερά θολά, κατεβασμένα

Κι' όπου περνάει αφίνει ερμιά, κι' αυλάκια στερφεμένα

Κι' ολούθε σκλάβους παίρνει

Κι' αρμάθες 'σάν ο Χάροντας 'ς τ' ασκέρια του τους σέρνει.

Κατά τ' Αγρίνι κάτω

Βρίσκει του Πίνδου του Σουλίου τον κόσμο το φευγάτο·

Βρίσκει τον Κώστα πούχ' εκεί τη φαμηλιά του φέρει

Και παίρνει τη γυναίκα του και τα παιδιά του παίρνει.

Να φύγη ο Κώστας δε 'μπορεί και πέφτει προσκυνάει.

Τον ξέρει από τα Γιάννινα για πρώτον 'ς το κυνήγι

Και με τους άλλους σκλάβους του ο 'Μέρης δεν τον σμίγει,

Μόνο να κυνηγάη

Για το σουφρά του τον κρατεί και τον καλοταγίζει.

Ζ'.

'Σ το Μεσολόγγι σταματά ο 'Μερ-πασάς, κ' ελπίζει

Ότι ολόκερη κρατεί τη Ρούμελη 'ς το χέρι

Και γλήγωρα για το Μωρηά τ' αμέτρητό του ασκέρι

Λαίμαργο θα κινήση.

Το όνειρό σου το χρυσό γρήγωρα, Ομέρ, θα σβύση·

Το δρόμο σου αν δε σώκοψε ως τώρα ένα τουφέκι,

Το Μεσολόγγι το μικρό που άφωνο τώρα στέκει

Θα να σου γίνη μνήμα·

Ανέλπιστη τ' αγέρωχο θα να σου κόψη βήμα.

Σέρνει ο Βρυώνης τέσσερες χιλιάδες Αρβανίταις,

Και τετρακόσιοι μοναχά είναι οι Μεσολογγίταις.

Ο Μάρκος Βότσαρης μαζύ, της Κιάφας ο αετός,

Τριάντα πέντε του Σουλιού συγύριζε ξεφτέρια,

Ολομερίς σαλεύονται του Ομέρ-πασά τ' ασκέρια,

Και σκώνεται μεσουρανίς πυκνός ο κουρνιαχτός.

Άξαφνα βρέθηκε μια αυγή κλειστό το Μεσολόγγι.

Μαύριζε γύρα η Αρβανιτιά, 'σάν να το ζώνουν λόγγοι.

Κλειέται με μιας κ' η θάλασσα· κι' ο &Μέρης& μανιωμένος,

'Σάν λύκος λυσσασμένος,

Γρήγωρα θέλει τα κλειδιά. Τ' αρνιούνται οι κυκλωμένοι.

Είνε το πρώτο κλείσιμο, δεν είναι πεινασμένοι,

Και δεν τους λείπει τίποτα, έχουν μπαρούτι-βόλι,

Έχουν καθάρια τη ματιά, είνε λιοντάρια όλοι.

Για να γελάσουν τους οχτρούς, για να τους παντεχένουν

Αμέτρητους, αμέτρητα σπαθιά 'ς τους τοίχους στένουν,

Και τουφεκίζουν όλοι τους μια εδώ, μια εκεί, μια πέρα,

'Σάν νάχουν τα προχώματα πιασμένα πέρα-πέρα.

Με λίγαις 'μέραις 'ς το γιαλό καράβια ' 'ξαγναντίζουν,

'Λίγα καράβια Ελληνικά κι' οι Τούρκοι αναμερίζουν.

Η θάλασσα είνε ελεύθερη. Το Μεσολόγγι κράζει:

— Έλα να πάρης τα κλειδιά, πασά! — Ο 'Μέρ φρυμάζει,

Και καρτερεί 'σάν όχεντρα πότε να βρη καιρό

Για να χουμήση άξαφνα. Ξεγέλασμα πικρό!. .

Το Μεσολόγγι. Ομέρ-πασά, δεν το φυλάν' οι τοίχοι,

Τ' ανδρεία στήθηα το φυλάν και η καλή του τύχη.

Η'.

'Ξημέρωναν Χριστούγεννα. 'Σ τα παγωμένα αθέρια

Λάμπουν χρυσά τ' αστέρια,

Και 'ς το φεγγάρι που έτοιμο να βασιλέψη σκύβει

Πέρα 'ς του Βάλτου τα βουνά — που καταχνιά τα κρύβει —

Ασπρίζουν του Ζυγού η κορφαίς η χιονοσκεπασμέναις,

'Σάν νάν' 'ψηλά φαντάσματα, 'ψηλαίς καμαρωμέναις

Ως 'ς τ' άστρα, λες κι' απόκρυφα μ' αυτά συνομιλούνε.

Ανάρηα-ανάρηα τα Ζυγά την Πούλια ακολουθούνε

Και περασμένη τη 'μισή τη νύχτα σημαδεύουν.

Σβυέται ο Σταυρός μεσουρανίς· οι Δράκοι βασιλεύουν.

Σε 'λίγο το φεγγάρι

'Σάν βασιλέψη τρίβαθο σκοτάδι θε να πάρη.

Πόσο το χειμωνιάτικο είν' άγριο το σκοτάδι!

Κι' αν ξενυχτίσης 'ς το βουνό, 'ς το λόγγο, ή λαγκάδι

Διπλή σου χύνουν 'ς την καρδιά, διπλή ανατριχίλα

Το κρύο κ' η μαυρίλα.

Τη νύχτα εκείνη εδιάλεξε ο 'Μέρ για το σκοπό του.

— Απόψι αγρύπνια ολονυχτίς, λέει 'ς το σύμβουλό του,

Κ' ύστερ' απ' τα μεσάνυχτα, 'σάν το φεγγάρι φύγη,

Την ώρα που των Χριστιανών η εκκλησιά ανοίγει

Και πάνε τα Χριστούγεννα αυτοί να λειτουργήσουν

Και 'ς τα προχώματα 'ψηλά κανένας δε θα μείνη.

Τη νύχτα, λέγω, εκείνη

Τ' αμέτρητα τ' ασκέρια μας άξαφνα να χουμήσουν

Κι' ως 'ς την αυγή να στήσουμε, πατώντας τον οχτρό μας,

'Σ τους τοίχους του Μεσολλογγιού το μισοφέγγαρό μας. —

Ο λόγος δίνεται με μιας 'ς τ' ασκέρια πέρα-πέρα,

Και με φωναίς χαρούμεναις γιομίζουν τον αγέρα.

Θ'.

Το φεγγαράκι λίγο τι να βασιλέψη θέλει

Και ώμορφα χαμογελά και φέγγει 'σάν να στέλλη

'Σ τη γη μας καλονύχτισμα. 'Σ τη λάμψη του η φύσι

Φαίνεται πούναι 'ς όνειρα, σε ύπνο βυθισμένη,

Η λίμνη του Μεσολογγιού αστράφτει αγρυπνισμένη,

Γιατί τ' αγέρι το τρελλό θέλει να την φιλήση,

Κι' όσαις φοραίς το χέρι του απάνω της απλώνει,

Πεισμώνει αυτή κι' ανάλαφρα το μέτωπο ζαρώνει.

Καθάρια τα νερά της

Σωπαίνουν όλα. Μοναχά σε κάθε ακρογιαλιά της

Με κάνα λιανολίθαρο παίζουν ή με λουλούδι

Και μουρμουρίζουν, 'σάν παιδιά, κάνα γλυκό τραγούδι.

Άξαφνα απ' τ' Αντιλικού τώμορφο τ' ακρογιάλι

Ένα μονόξυλο μικρό μ' ένα πανί προβάλλει.

Τραβάει προς του Μεσολογγιού το κάστρο, κι' από πέρα

'Σάν απ' τη λίμνη φαίνεται να βγαίνη 'ς τον αθέρα

Άσπρο πελώριο φάντασμα. Ανοίγουν τα κουπιά του

Σαν τα φτερά του γερακιού. Σε μια κι άλλη μεριά του

Της λίμνης τ' άσπρα τα νερά τα δόλια δεν προφταίνουν

Να το 'ρωτήσουν τι του φταίν' κ' άγρια τα ξεσχίζει.

Βογγούν, φωνάζουν, σκούζουνε και μεριασμένα μένουν

Κ' εκείνο φεύγει και πετά και σχίζει, πάντα σχίζει,

'Σάν νάθελε σε μια στιγμή εκεί που πάει να φθάση.

Μέσα του το γραμματικό καθάρια το Θανάση

Βλέπω του καπετάν Μακρή. Γιατί; γιατί και συ,

Θανάση, δεν ακούγεσαι; Πού είνε η χρυσή

Φωνή σου απόψε που συχνά τη λίμνη χαιρετούσε

Κ' η λίμνη σε χαιρότουνε και σου χαμογελούσε;

Γιατί 'σάν δίχως όρεξι καταμεσίς ξαπλώνεσαι

Κ' ακουμπισμένος 'ς τους σκαρμούς τα μάτια στηλωμένα

Έχεις 'ψηλά 'ς τον ουρανό, 'σάν τ' άστρα ένα-ένα

Ν' αναμετράς; Για το μικρό χωριό σου μη σε πόνεσε

Μήνα για τον πατέρα σου τ' αδέρφια σου Θανάση; ..

Ω μη! μη συκλετίζεσαι. Κ' η μέρα σου θα φθάση

Να ιδής και την πατρίδα σου να ιδής και τους δικούς σου

Όπως τους θες ... ελεύθερους. Με τέτοιους λογισμούς σου

Μη την πικραίνης την καρδιά, ω μη! μη την ραγίζης.

Θανάση, ξύπνα· κάτσε εκεί που πάντα συνειθίζεις

Και το γλυκό σου πάρε μας, Θανάση, το τραγούδι,

Οπού τ' ακούγουν τα βουνά και χαίρουν, καμαρώνουν,

Τ αγρίμια κ' ημερεύουνε, τα δέντρα χαμπηλώνουν,

Και χύνει μόσχο-ανασασμό του βράχου το λουλούδι

Γιατί σε τέτοια συλλογή κάθε χαρά να πνίξης;

Η λίμνη πώς σε καρτερή τα χείληα σου ν' ανοίξης!!

Και τι γλυκότερο απ' αυτό! Τη λίμνη να περνάς

Με τέτοια ώμορφη βραδειά,

Που τα κουπιά σου 'ς τα νερά μονάχος να γυρνάς,

Και το γλυκό τραγούδι σου να βγαίνη από τα χείληα...

Τι θέλγητρο!-τι ζήλια!

Χαρά 'ς αυτόν που βάσανα δεν έχει 'ς την καρδιά!

Κ' εγώ θυμούμαι ταις βραδειαίς αυταίς 'ς την ξενητειά μου

Που με τραγούδια με χαραίς εφτέρωνε η καρδιά μου

'Στη λίμνη των Γιαννίνων μου, 'ς τη λίμνη αλήθεια εκείνη

Που κάθε μια νυμφαία της και κάθε καλαμιά της

Κρύβει Νεράιδες ώμορφαις, κ' εις κάθε ακρογιαλιά της

Με τραγουδάκι ερωτικό κάθε της κύμα σβύννει·

Κ' εκείνο τώμορφο νησί με το μικρό βουνό του,

Με μοναστήρια 'ς τη κορφή, 'ς τα πλάγια, 'ς το ριζό του,

Με ταις βαθειαίς του ταις σπηληαίς,

Τα κάτασπρα τα σπήτια του μέσ' ς τα κλαριά χωμένα

Κλαριά γιομάτα χλωρασιά και πάντα φυλλωμένα,

Πώχουν αμέτρηταις φωληαίς

Πουλιά μικρά γλυκόλαλα λογιών-λογιών χιλιάδες,

Κ' εμπρός τα πλάγια του βουνού γιομάτα πρασινάδες . . .

Πατρίδα μου! πώς απ' τον νου εγώ να σε ξεγράψω!

'Σάν σας θυμούμαι, Γιάννινα, αχ πώς, πώς να μη κλάψω;

Ι'.

Ακόμα ο Γραμματικός κάθεται ξαπλωμένος·

Ακόμα δείχν' η όψι του πούνε συλλογισμένος.

Αχ! νάξερα τον πόνο σου, Θανάση μου, τον τόσο,

Και να μπορούσα ο δύστυχος να σου τον βαλσαμώσω!

Άξαφνα-άξαφνα μεμιάς κόβει τη συλλογή του,

Και: — Στάσου, κράτα τα κουπιά! — κράζει του καϊκτσή του.

— 'Στό δώθε του Μεσολογγιού, του λέει, τ' ακραγιάλι

Έν' άσπρο-άσπρο και μικρό απ' τη στερηά προβάλλει. —

— σώπα, θα νάνε φάντασμα, — αυτός τ' απολογέται.

— Όχι. Πώς κυματίζεται δε βλέπεις, πώς κουνιέται;

Κ' είνε γερμένο προς εμάς. Σημαία ή μαντύλι.

Τράβα να πάμε προς εκεί: αν είνε Τούρκ' ή φίλοι

Θα τους ιδούμε από μακρά. — Γυρνάει το καΐκι

Κι' αυτός το σπρώχνει προς εκεί. Μεριάζει από τα φύκη,

Κ' έρχεται 'ς την ακρογιαλιά, και τα κουπιά μαζώνει.

Βλέπουν εκείθε 'ς το γιαλό άνθρωπο να σιμώνη,

Και τ' άσπρο το μαντύλι του κουνώντας τους φωνάζει:

— Παιδιά! Αν είστε χριστιανοί, ελάτε· μη σας σκιάζει

Η παρουσία μου εδώ. Απ την αυγή γυρνάω

Απ' όξω του Μεσολογγιού, τάχα πως κυνηγάω.

Έν' από σας για νάβρω,

Έν' αδερφό μου χριστιανό για να του 'πω χαμπέρι,

Πικρό χαμπέρι, μαύρο,

Που το φυλάγουν μυστικό 'ς του Ομέρ-πασά τ' ασκέρι.

Παιδιά! Για όνομα Θεού, μη, μη φοβάστε, ακούτε.

Το Μεσολόγγι ο Θεός δε θε να χάση ακόμα.

Ούτε να πέση η Ρούμελη, ούτε ο Μορηάς μας ούτε.

Και τώφερε το μυστικό και 'ς το δικό μου στόμα.

Αδέρφια, μη, μη σκιάζεστε τον χριστιανόν εμένα.

Αν βρίσκωμαι με τους οχτρούς, αχ! μώχουν σκλαβωμένα

Τα τέκνα, τη γυναίκα μου. Απόψε πριν χαράξη

'Σάν το φεγγάρι 'ς τα βουνά 'ς τη δύσι του αράξη,

Την ώρα που τη Γέννησι, αδέρφια, του Χριστού μας

Θα να σημαίνουν η εκκλησιαίς, τ' ασκέρια του οχτρού μας

'Σ το Μεσολόγγι άξαφνα ακέρηα θα χουμήσουν,

Για νάβρουν τα προχώματα έρμα, να το πατήσουν.

Γιατί πιστεύει ο 'Μέρ-πασάς, τώμαθε από προδόταις,

Πως θάνε οι φυλαχτάδες σας 'ς ταις εκκλησιαίς μας τότες.

Σύρτε και πέτε τους εσείς 'ς την εκκλησιά μην 'πάγουν,

'Σ τα τείχηα να φυλάγουν.

Σύρτε και πέτε τους, παιδιά· γιατ' ο Θεός με στέλλει.

Το Μεσολόγγι να χαθή δεν θέλει Αυτός, δεν θέλει! —

Είπε και το μαντύλι του κουνώντας 'ς τον αέρα

Εχάθηκε μέσ' 'ςταίς λακαίς και μέσ' 'ςτά σχίνα πέρα.

Με μιας μ' αυτόν βασίλεψε και το φεγγάρι 'ς τα βουνά.

Του Βάλτου κ' έγειναν με μιας βουνά, λαγκάδια σκοτεινά.

Ποιος ήταν αυτός πούφερε το μυστικό χαμπέρι

Απ' του Ομέρ τ' ασκέρι;

Πέτε τον σεις, 'ψηλά βουνά, βρυσούλαις και λαγκάδια.

Σεις, που τον συντροφεύετε τόσαις αυγαίς και βράδυα!

Πέτε τον σεις βράχοι κλαριά, του Ομέρη τον προδότη.

Τον Κώστα το Γιαννιώτη!

ΙΑ'.

Έργα Ποιήματα - Πεζά Τόμος Πρώτος · 第 5 / 9 段