Και πήρε τον κατήφορο 'ςτά δέντρα αγάλια-αγάλια.
Σέρνοντας τα σκυλιά μπροστά, 'ςτόν ώμο το ζαρκάδι.
Αποσταμένος κάθεται να πιή νερό 'ς τη βρύσι.
Η κόρη πούταν ντροπαλή ξυπνάει απ' τ' όνειρό της,
Και με την όψι κόκκινη, με χαμηλά τα μάτια,
Από τα πόδια ως την κορφή τόνε κυττάζει μ' έγνοια,
Κι' όσο που τον θιαμαίνεται δεν τον ζηλεύει τόσο.
'Στό πρόσωπο, 'ς την εμμορφιά και 'ςτήν φεγγοβολιά του
Έννοιωσε πούν' αρχοντογυιός κι' από γενηά μεγάλη.
Γυρεύει αυτός λίγο νερό. 'Στη βρύσι η κόρη απλώνει,
Παίρνει νερό 'ςτά χέρια της και του το πάει 'ςτο στόμα.
Ο Ήλιος πίνει και γλυκά, 'ς τα μάτια την τηράει.
Η κόρη ήταν μελαγχροινή, ήταν και μαυρομάτα,
Είχε και φρύδια ολόμαυρα γραμμένα με κοντύλι,
Είχε και ολόμαυρα μαλλιά, και φορεσιά είχε μαύρη.
Ο Ήλιος πίνει και γλυκά 'ςτα μάτια την τηράει.
Κι' αντίς εκείνο το νερό, το κρύο, το βουνίσιο,
Να του δροσίση την καρδιά, γλυκά ν' αναγαλλιάση,
Του χύνει φλόγα και φωτιά, τα σωθικά του ανάφτει,
Κι' όταν να φύγη εκίνησε 'ςτα δέντρα ροβολώντας,
Βαθηά-βαθηά αναστέναξε και πήρε ένα τραγούδι,
Τραγούδι όχι κυνηγιού, . . . τραγούδι της αγάπης!
Πέρασε κάμποσος καιρός. Συχνά τον Ήλιο τώρα
Όχι ο καϋμός του κυνηγιού, άλλος καϋμός τον φέρει
'Στού Απάνου-Κόσμου τα βουνά. Κάθε λαγκάδι τώρα
Και κάθε δάσος που περνά δεν τα 'ρωτά για αγρίμια,
Ρωτά για την αγάπη του, την μαυρομμάτα κόρη.
Κι' όταν 'ςτόν τόπο της περνά και ροβολά 'ςτή βρύση
Πάντα την βρίσκει μοναχή, και κάθεται σιμά της,
Και πίνει από τα χέρια της το κρύο νερό της βρύσης.
Πέρασαν μήνες, πέρασαν. Κάθε γλυκειά βραδούλα
Οι δυο τους ανταμώνονται. Την αγαπάει ο Ήλιος·
Η κόρη τον θιαμαίνεται μονάχα, κ' η καρδιά της
Νοιώθει καμάρι απάντεχο, χαρά μεγάλη, ουράνια,
Που δίνει με τα χέρια της νερό 'ς αρχοντοπαίδι.
Ο Ήλιος όσο την τηρά, τόσο ο καϋμός του ανάφτει
Που μέσ' 'ςτά φυλλοκάρδια του κρυμμένον τον φυλάει.
Σκιάζεται για να της τον 'πή· σκιάζεται, και δεν ξέρει
Πως φαρμακώνει την καρδιά ο πόνος ο κρυμμένος! ...
Μια μέρα την εκύτταξε που εμάζευε λουλούδια,
Κ' εστόλιζε τα στήθηα της και τα μαλλιά της γύρω·
Κι' όταν αυτή ξεμάκρυνε και πήγε 'ςτο χωριό της,
Ο Ήλιος επερπάτησεν όλον αυτόν τον τόπο.
Κι' όσα λουλούδια εύρε μπροστά κι' όσα καλά βοτάνια,
Τα ράντισε με δάκρυα του και με θερμά φιλιά του.
Ήρθε την άλλη την βραδειά η λυγερή να μάση·
Κ' εκεί που γύρω 'ςτά μαλλιά, 'ςτά στήθηα, 'ςτο κορμί της
Τα κάρφωνε ένα ένα
Διαμάντια γίνονται με μιας, και λάμπουν σαν αστέρια,
Κ' ένα μεγάλο κ' έμμορφο πούχε 'ςτο μέτωπό της
Χύνει περίσσιο γύρω φως και λάμπει σαν φεγγάρι.
Και παίρνει η φήμη τα χωριά, και παν να την ιδούνε·
Κι' όσοι την βλέπουν, νηοί και νηαίς, μαραίνονται από ζήλεια...
Κι' ο Ήλιος, — σαν την κύτταξε ντυμμένη με τ' αστέρια,
Τον αποπήρε ο πόνος του κ' η φλόγα της καρδιάς του
Κ' άπλωσε χέρι απάνου της και τσ' είπε λόγια αγάπης...
Η κόρη πούταν φρόνιμη και καλοαναθρεμμένη,
Τον μάλωσε βαρηά βαρηά και τούπε με φοβέρα,
Να μην απλώση απάνου της, να τραβηχθή μακρυά της,
Τι μαραγκιάζει ο κόρφος της, χαλάει η εμμορφιά της,
Και σαν το μάθη η μάνα της, θε να τον καταριέται...
Και φεύγει μ' άδειο το σταμνί.
Ο Ήλιος απ' αλάργα
Την ακλουθάει με την ματιά, και με καϋμό της λέει,
Πως θα τον κάμη η αγάπη της βαρη' άρρωστος να πέση.
Και σαν το μάθη η μάνα του, η μάγισσα η μεγάλη
Και ξακουστή βασίλισσα, θε να της κάμη μάγια.
Γυρίζει η κόρη 'ςτο χωριό, της μάνας της το λέει:
— Γλυκειά μανούλα, για νερό 'ςτή βρύση που με στέλνεις
Κάθε βραδειά πεντάμορφος λεβέντης μ' ανταμώνει,
Που ροβολάει απ' τα βουνά αλαφοκυνηγώντας.
Είδες!.. .σαν βγαίνει 'ςταίς κορφαίς όλος ο Κόσμος λάμπει,
Και σαν παρθένα νηόνυμφη η Πλάση ξημερώνει
Μ' ανθούς, με χόρτα, με δροσιαίς, μ' αηδόνια στολισμένη·
Κι' αυτός σαν φεύγει, μάνα μου ο Κόσμος σκοταδιάζει.
Μούπε πως είνε βασιληά και μάγισσας αγόρι...
Αποσταμένος κάθονταν 'ςτήν βρύση 'λίγην ώρα.
Νερό μονάχα εγύρευε· τώδινα εγώ 'ςτά χέρια,
Έπινε με χαμόγελο, κ' εχάνονταν 'ςτά δέντρα.....
Απόψε επαραθάρρεψε και μούπε ... λόγια αγάπης.
Εγώ τον μάλωσα βαρηά, κι αυτός μ' απολογήθη
Και μούπε με παράπονο πώς άρρωστος θα πέση,
Και σαν το μάθη η μάνα του, θε να μου κάμη μάγια...
Κρύψε με, μάνα μου βαθειά και πρόλαβε τα μάγια.
— Καταραμένο το νερό που τωδινες, παιδί μου,
Κάθε βραδειά! ... Τα στήθηα του αντί να του δροσίζη,
Του τάκαιγε κατόκαρδα, κ' ήταν η φλόγα ... αγάπη!
Είνε της μάγισσας παιδί, κ' είν' ακουστός ο Ήλιος,
Που τόπον απερπάτητο τη μέρα δεν αφίνει...
Όπου αν κρυφτής θε να σε βρη...Θε μου! νεράιδα κάμ' την,
Νάχη τη μέρα 'ςτά νερά — κατάβαθα παλάτια.
Κι' όταν αυτός θα χάνεται, να βγαίνη αυτή 'ςτήν Πλάση!...
Έτσι νεράιδα εγίνηκε του Ήλιου η αγάπη,
Ο Ήλιος είχε και ταχυά κάποια κρυφήν ελπίδα,
Κ' έρχεται, τρέχει 'ςτά βουνά, ψηλά του Απάνου-Κόσμου,
Για ναύρη την αγάπη του να της μιλήση πάλι.
Κι' όλον τον Κόσμο σαν γυρνά και σαν διαβαίνει ολούθε,
Και δεν την βρίσκει πουθενά, ούτε σιμά 'ςτήν βρύση,
Καρδοκαμένος ροβολά 'ςτό έρμο του βασίλειο·
Κ' η λύπη του σαν σύγνεφο περνά 'ςτό μέτωπό του...
Η Νύκτα μένει 'ςτά νερά, νεραϊδωμένη κόρη.
Κι όταν ο Ήλιος χάνεται απ' τον Απάνου-Κόσμο,
Προβάλλει αυτή μυριώμορφη γλυκειά, καμαρωμένη,
Και περπατεί τα ρέμματα, ταις ποταμιαίς, τα πλάγια...
Λαμποκοπάν 'ςτά στήθηα της και 'ςτό κορμί της γύρω
Τα μαγεμμένα λούλουδα, χρυσά χιλιάδες άστρα,
Και μέσ' 'ςτό μέτωπο ψηλά, σαν βασιλίσσης στέμμα,
Το πλειό μεγάλο λούλουδο, τώμορφο το φεγγάρι.
Όπου πατούν τα πόδια της τα λούλουδα ανασαίνουν,
Κ' εκείνοι οι μοσχοανασασμοί μυρώνουνε τ' αγέρια,
Όπου πετούν ανάλαφρα και την φιλούν 'ςτό στόμα.
Όπου περνά, γλυκά-γλυκά την χαιρετά τ' αηδόνι
Κρυμμένο μέσα 'ςτά κλαδιά, την χαιρετά τ' αυλάκι,
Την χαιρετά ο πιστικός 'ςτή λυγερή φλογέρα,
Την χαιρετά κι' όποιος πονεί και ξαγρυπνά για αγάπη.
ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΘΕΡΙΣΜΟΥ
— Πάρετε, απόσκια, πάρετε, να πάψη το 'λιοπύρι.
Να 'βγη τ' αγέρι απ' ταις σπηλιαίς να χύση τη δροσιά του.
Να ξανασάνη η αργατειά, κι' η ώμορφαις θερίστραις
Να βγάλουν τα μαντήλια τους να δείξουν τοις θωριαίς τους,
Να ταις γνωρίσω από μακρυά, να ιδώ πού νάναι η Πούλια
Η Πούλια η αγάπη μου με τα γλυκά τα μάτια·
Να καρτερέσω ολημερίς, ως που να πάρ' η νύχτα,
Να πάη 'ς την βρύσι για νερό, 'ς την αργατειά να φέρη,
Να την ευρώ κατάστρατα να την γλυκοφιλήσω,
Και να της 'πω τον πόνο μου, τον πόνο της καρδιάς μου.
Γιατί δυο χρόνια την τηρώ 'ς τα μάτια της μ' αγάπη,
Κι' ακόμα δεν της τώδειξα, και δεν της τώπα ακόμα.
Πήραν τ' απόσκια 'ς τα ριζά κ' ετσάκισε το κάμμα,
Βγήκε τ' αγέρι απ' ταις σπηλιαίς κ' εδρόσισε τον κάμπο,
Κ' η αργατειά ξανάσανε, κ' η ώμορφαις θερίστραις
Έβγαλαν τα μαντήλια τους, κ' ελάμψαν η ωμορφιαίς τους
Μέσα 'ς τα στάχυα τα χρυσά σαν νάτανε Νεράιδες.
Αράδ' αράδα εις κάθε μια ρίχνει το μάτι ο Λάμπης
Και δεν γνωρίζει πουθενά την ώμορφη την Πούλια,
Και καρτεράει ολημερίς, όσο που πήρε η νύχτα,
Και τριγυρίζει 'ς τα κλαριά, τα μονοπάτια πιάνει,
Διαβαίνει απ' ταις νεροσυρμαίς, περνάει κι' από τη βρύσι,
Παίρνει μια-μια ταις θημωνιαίς, τ' αλώνια αράδ'-αράδα,
Κι' ολούθε βλέπει νηούς και νηαίς·...την Πούλια δεν την βλέπει.
Ταχυά ξημέρωσε γιορτή. Τ' απόγιομα 'ςτ' αλώνια
Στήσαν η λυγεραίς χορό, κι ακούει ο δόλιος Λάμπης
Στ' άλλα τραγούδια ανάμεσα που λέν' η νηαίς μπροστά του,
Της Πούλιας τ' αρραβώνιασμα!..................
Η ΝΗΣΙΩΤΟΠΟΥΛΑ
κ. Σπ. Π. Λάμπρω
Νησιωτοπούλα κάθεται σε μαρμαρένιον πύργο,
Με κέντημα ατά χέρια της, μ' αγάπη στην καρδιά της.
Φοραίς φοραίς το κέντημα κεντούσε με τραγούδια,
Φοραίς φοραίς πισώρριχνε τα ξέπλεγα μαλλιά της,
Κι' αγνάντευε το πέλαγο που απλώνονταν μπροστά της,
Και γκαρδιακά αναστέναζε κ' εχτύπαγε τα στήθηα,
Γιατ' αγριεμένο τώβλεπε, μαύρο, φουρτουνιασμένο·
Κι' αυτή είχε λόγο, στο γιαλό να κατεβή το βράδυ,
Κι' απ' το νησί ταντικρυνό, που χάνεται στο κύμα,
Ο αγαπημένος της ναρθή, να πουν τον έρωτά τους.
Ο ήλιος εβασίλεψε· σκοτείδιασε, νυχτώνει.
Το κέντημά της τώμορφο απαρατάει η κόρη,
Και κατεβαίνει στο γιαλό κι' ακαρτεράει 'ς την άκρη.
Μαυρολογάνε τα βουνά, και σύγνεφα μεγάλα
Σκεπάζουνε 'ςτόν ουρανό ταστέρια πέρα πέρα,
Φυσομανάει το πέλαγο, τα κύματα βογγούνε,
Κι' όταν τα νέφια αστράφτουνε, δείχνουν κορφαίς αφράταις
Και δεν γροικιέται πουθενά ταγαπημένου η βάρκα.
Κάθεται η νηά κι' ακαρτερεί 'ςτ' ακρογιαλιού τα βράχια.
Τα μακρυά της τα μαλλιά τα κυματίζει ο αγέρας,
Και σπούνε μέσ' 'ςτά πόδια της τα κύματα με βόγγο.
Ώραις τηράει το πέλαγο, ώραις τηράει μπροστά της,
Νέφια και κύματα μαζί συχνορωτάει με πόνο,
Αν είδαν κάπου νάρχεται τ' αγαπημένου η βάρκα.
Τα σύγνεφα μένουν βουβά, τα κύματα βογγούνε,
Κι' αναστενάζουνε βαρειά βαρειά της νηάς τα στήθηα.
Φυσομανάει η θάλασσα, τα κύματα βογγούνε,
Κ' ένα με τ' άλλο σπρώχνονται και σπαίνουν στ' ακρογιάλι·
Κ' εκεί που η κόρη τα 'ρωτά, βλέπει ένα θεριωμένο
Να ψηλωθή, να ψηλωθή, τα βράχια να περάση,
Και να την πνίγη 'ςτόν αφρό. Τραβιέται η κόρη 'πίσω,
Και κλειώντας την αγκάλην της, που ολάνοιχτη βαστούσε
Τον ακριβό της να δεχθή, σφίγγει 'ςτά στήθηα απάνου
Παραδαρμένο ένα κορμί, και άψυχο και κρύο.
Ταχυά η φουρτούνα ησύχασε, τα κύματα μερέψαν,
Και οι ψαράδες πώρριχναν 'ςτο πέλαγο ταις βάρκαις,
'Στ' ακρογιαλιού τα χώματα και μέσ' στα βράχια βρίσκουν
Παραρριγμένα δυο κορμιά, και σφιχταγκαλιασμένα.
Ο ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΛΑΜΠΡΗΣ
Σήμερα γιορτή μεγάλη, σήμερα Λαμπρή.
Σφάζουν σήμερα και ψένουν φυλαγμέν' αρνιά.
Ράβουνε καινούργια ρούχα και στολίζονται·
Κι' όθε απαντηθούν φιλιούνται και αγκαλιάζονται.
Σήμερα 'ςτά μεσοχώρια όλα αστράφτουνε
Εμμορφάδες και στολίδια, κι' όλ' αντιλαλούν
Από τα γλυκά τραγούδια που χορεύουνε.
Ροβολούν τα παλληκάρια, λεβεντόπαιδα
Μ' άρματ' αργυρά 'ςτή μέση και με χαϊμαλιά,
Ροβολούν κ' η μαυρομμάταις, ρούσαις κ' έμμορφαις,
Λυγεραίς σαν κυπαρίσσια, σαν μηλιαίς γλυκειαίς,
Σαν Ξωθιαίς και σαν Νεράιδες, που λαμποκοπάν
'Στο λαχούρι, 'ςτό μετάξι και 'ςτό μάλαμμα.
Πιάνοντ' όλοι χέρι χέρι. Τα τραγούδια τους
Και ταις πέτραις ζωντανεύουν. Γύρου οι γέροντες
Καθισμένοι αράδα-αράδα τους κυττάζουνε
Και γλυκά τους καμαρώνουν και κρυφά κρυφά
Ζευγαρώνουν κάθε νηό με κάθε κόρη τους.
Κι' ο χορός και το τραγούδι πάν' αδιάκοπα.
Λυγεραίς και παλληκάρια σειούνται και λυγούν
Και 'ςτούς κύκλους όπου πλέκουν αγναντεύονται
Και κρυφά γλυκοτηριούνται και γνωρίζονται.
Κάθε κόρη τον καλόν της, κάθε νηός τη νηά,
Όλαις η ματιαίς ταιριάζουν, κι' όλαις η καρδιαίς
Ώρα μ' ώρα ζευγαρώνουν και κρυφομιλούν.
Κι' ο χορός και το τραγούδι παν' στρωτά-στρωτά.
Άξαφνα καινούργια λάμψι γύρου χύνεται,
Σιέται του χωριού το πλήθος, κυματίζεται,
Και σαν σύγνεφα μεριάζει και ξανοίγεται
Που περνάει λαμπροντυμένο τ' αστραπόβροντο,
Και διαβαίνει ανάμεσά του κι' όλο χαιρετά
Λυγερή καμαρωμένη και περίμορφη.
Η περίσσια η εμμορφιά της τα ξανθά μαλλιά,
Τα ολογάλανα τα μάτια, το περπάτημα,
Η χρυσαίς η τραχηλιαίς της και το μάλλαμα,
Χύνουνε 'ςτό χοροστάσι λάμψι ξαφνική.
Άλλοι λεν: η Δημοπούλα, η Μήτρω η έμμορφη,
Πήρε πρόσωπο τον ήλιο, τ' άστρα μάτια της,
Κι' άλλοι: πήρε το φεγγάρι, τον αυγερινό.
— Αχ! κ' εγώ λεβέντης νάμουν, χωριατόπουλο,
Να με παίρναν 'ςτο χορό τους και να χόρευα.
'Στο πλευρό της Δημοπούλας της περίμορφης!
Η ΦΛΟΓΕΡΑ
κ. Ν. Πουρναρά.
— Ήσυχα πούναι τα βουνά, ήσυχοι πούναι οι κάμποι
Ήσυχαις πούναι η λαγκαδιαίς και τα κλαριά κι' η βρύσαις,
Ήσυχαις πούναι κ' η σπηλιαίς! Κι αυτά τα νυχτοπούλια
Γρήγορ' απόψε κούρνιασαν τα μαύρα και δεν σκούζουν.
Και συ φλογέρα μου, γιατί, γιατί δεν ησυχάζεις;
Τ' έχεις καϋμένη, και βογγάς και κλαις κι' αναστενάζεις,
'Σ όλην αυτή την ερημιά, 'ς όλην αυτή τη νύχτα,
Και λες τραγούδι φλίβερο και παραπονεμένο,
Και τον αντίλαλο ξυπνάς 'ςταίς λαγκαδιαίς, 'ςτά δάση,
Ξυπνάς κι' από τον ύπνο της την ώμορφη την πλάσι;...
Ξύλο δεν ήσουν άλλαλο κι' ανώφελη βεργούλα,
Κ' εγώ ο μαύρος σου χάρισα ακέρηα την ψυχή μου;
Σώδωκα αθάνατη φωνή και πόνο και γλυκάδα,
Που σε ζηλεύουν σαν σ' ακούν ακόμα και τ' αηδόνια.
Τ' έχεις, φλογέρα, και μου κλαίς και μου παραπονιέσαι;
Μη προμαντεύης θάνατο, μη προμαντεύης χάρο;
Μη μ' εμπεζέρισες κ' εσύ και θέλεις να μ' αφίσης;
Ή μήνα της αγάπης μου το χωρισμό θυμάσαι
Και κλαις και θες τον πόνο μου να μερασθής μ' εμένα;
Τ' έχεις, φλογέρα, πες μου το, πες μου το, μη σωπαίνης·
Τι κλαις μονάχη και ξυπνάς την πλάσι από τον ύπνο;
Και τον κρυφό τον πόνο μου ξυπνάς και την καρδιά μου,
Κ' αρχίζει τ' αναστέναγμα, αρχίζει και το κλάμα!
Φαρμακωμένη η δύστυχη μέρα με μέρα σβυέται,
Αφ' όντας την αγάπη μου τα μάτια μου δεν είδαν.
Σώπα, φλογέρα μη μου λες τραγούδι της αγάπης
Σώπα, και μη μου την θυμάς!... .Όχι, φλογέρα· πες το
Πες το, και μη την λησμονάς· κάλλιο να λησμνήσω
Όλον τον κόσμο, να χαθώ, να μαρανθή η καρδιά μου,
Με τώμορφό της τ' όνομα 'ςτό στόμα μου ας πεθάνω,
Παρά να την απαρνηθώ και να την λησμονήσω!...
Πες το, φλογέρα, μη σωπάς και πάρτο απ' την αρχή του.
— Μικρός κι' εγώ, κι' αυτή μικρή, δέκα χρονών ακόμα
Παιδιά απονήρευτα, μαζί εζούσαμαν 'ςτά πλάια,
Περιβοσκούσαμαν μαζί τα δύο μας τα κοπάδια
Και τα ποτίζαμαν μαζί 'ς της ποταμιάς το ρέμμα.
Μαζί εμεσημεριάζαμαν εις της σπηλιάς τον ίσκιο,
Μαζί 'ς τα δάση ετρέχαμαν κ' εκόβαμαν λουλούδια,
Και ταις νυχτιαίς περνούσαμαν μαζί σε μια καλύβα,
Μ' αγάπαγε σαν αδερφό, κ' εγώ σαν αδερφή μου.
Πόσαις φοραίς μέσ' 'ςτ' αυλακιού καθόμασταν το φρύδι,
Κ' επαίζαμαν με το νερό, πόσαις φοραίς 'ςτά χόρτα
Μ' έρριχνε σαν παλαίβαμαν, πόσαις φοραίς 'ς τα δάση
Σαν μάτωνε το χέρι μου αυτή μου το φιλούσε!...
Κι' αν δάκρυζαν τα μάτια μου κι' αν πόναγα ποτέ μου,
Αυτή μ' εσφόγγιζ' ελαφρά, κι' αδερφικά η καϋμένη
Με χίλια χάιδια και φιλιά μου πέρναγε τον πόνο.
Όμως εγώ δεν άπλωσα ποτέ να την φιλήσω.
Ποια απ' την ψυχή μου δύναμι, ποιο χέρι απ' την καρδιά μου
Αθώα κ' εγώ να την φιλώ μ' εβάσταγε, δεν ξέρω.
Με τέτοια αθώα φιλήματα, μ' αθώα παιγνίδια τέτοια.
Ημείς εμεγαλώναμαν και πέρναγαν τα χρόνια.
Εγώ 'παιρνα παλληκαριά κι' αυτή ωμορφιά και μάγια.
Ως πώφεξε μια χαραυγή, της άνοιξης μια μέρα,
Που εγνώρισα 'ςτά μάτια της και 'ςτό χαμόγελό της
Κάποιο μυστήριο αγνώριστο ως τότε 'ςτήν καρδιά μου.
Λαχτάρησα σαν νάπεσε 'ς τα σωθικά μου σπίθα.
Κι' όσο που η μέρες πέρναγαν γενόνταν φλόγα η σπίθα,
Κ' η φλόγα μ' έκαψε βαθηά, όμως με τέτοια γλύκα,
Οπ' άλλαξα με μιας ζωή· εθάμπωνε η ματιά μου
Από μια λάμψι, γκαρδιακή και παραδείσια λάμψι,
Σαν κύτταζα τα μάτια της· σαν μου χαμογελούσε
Έλεγα γη πως δεν πατώ, πως περπατώ τα ουράνια·
Τα αίματά μου επάγωναν σαν κάθονταν σιμά μου
Κ' έτρεμα σαν τον κάλαμο σαν μ' έπιανε απ' το χέρι·
Και τα τραγούδια των πουλιών για εμέν' αλλάξαν τότες,
Άλλαξε το μουρμουρητό της λαγκαδιάς, της βρύσις.
Άλλαξε τ' αναστέναγμα, τ' αγέρα μέσ 'ς τα δέντρα,
Άλλαξαν κ' η μοσχοβολιαίς των λουλουδιών για εμένα
Άλλαξε της Αυγής το φως, της νύχτας το σκοτάδι,
Άλλαξαν τη φεγγοβολιά, τ' αστέρια, το φεγγάρι,
Κ' η κόρη απ' τότες άλλαξε 'ς τα βάθηα της καρδιάς μου,
Κ' εκείνη η αγάπη η παιδιακή, πούχα γι' αυτήν, η αθώα
Έγεινε αγάπη της καρδιάς κι' όλο τον νου μου αγάπη·
Απ' τότες άλλαξες και συ, φλογέρα μου, τον ήχο.
Και δεν μου τραγουδάς γλυκά, πόνους, φλογέρα, χύνεις!
Μια μέρ' αυτή πάει 'ς το χωριό.. - Σαν έλειψε απ' εμπρός μου
Σκοτείνιασ' ουρανός και γη, ανατολή και δύσι.
Κ' έννοιωοα τότε αβάσταχτον, πάρα βαρύν τον πόνο.
Με συνεπήρε η φλόγα του και πέρασ' απ' τον νου μου
Σαν έρθη η κόρη την αυγή να της το μολογήσω...
Περνούν τρεις μέραις, - τρεις χρονιαίς για εμέ, - και δεν εφάνη.
Και μια φαρμακωμένη αυγή μώρχετ' ένας δικός της,
Και παίρνει το κοπάδι της και πάει κι' αυτός και φεύγει
Ακαρτεράω ακόμα εγώ, ναρθή μια μέρα η κόρη,
Για να της πω το ντέρτι μου, τον πόνο της αγάπης.
Είπα 'ς τ' αστέρια τ' ουρανού, 'ς της νύχτας το φεγγάρι,
'Στον ήλιο τον χρυσόλαμπρο, 'ςτ' αηδόνια και 'ςτ' αγέρι
Να μου την φέρουν μιαν αυγή, και δεν μ' ακούει κανένα.
Νυχτόημερα παρακαλώ Αγίους και Παναγία,
Τάζω ασημένια τάματα, και δεν μ' ακούν κ' εκείνοι.
Αν μου το έφερνες εσύ, σ' εχρύσωνα φλογέρα!..
Ξάφνου η φλογέρα εσώπασε και σβυέται το τραγούδι.
Τα φουντωτά κοντόκλαδα μεριάζουνε μπροστά του,
Και 'ς το γοργό αναμέριασμα κάποιο κορμί προβάλλει.
Μην είνε Λάμια του γιαλού και της ερμιάς Νεράιδα;
Μην είνε του βουνού Ξωθιά και Μάγισσα της βρύσης;...
Κόφτ' η φλογέρα τον ηχό κι' ο νηός ορθός φωνάζει:
— Αν είσαι του βουνού Ξωθιά και Μάγισσα της βρύσης,
Γύρνα και κρύψου 'ςτής σπηλαίς και κρύψου 'ςτά νερά σου,
Και μη πατάς τον τόπο μου, μην έρχεσαι 'ς εμένα,
Γιατ' έχω γκόλφι και σταυρό, κι αγάπη 'ςτήν καρδιά μου.
— Δεν είμαι Λάμια τον γιαλού και της ερμιάς Νεράιδα,
Ούτε και του βουνού Ξωθιά και Μάγισσα της βρύσις,
Μόν' είμαι η πρώτη αγάπη σου κ' αγάπη σου η αιώνια.
Φωτιά να κάψη τα φλωριά, τα γρόσια του γονιού μου,
Λύκος να φάη τα πρόβατα κ' εκείνον τ' αγριοπούλια.
Το χωρισμό σου δε φτουρώ, και δε βαστάω τον πόνο....
'Στήν αγκαλιά σου πάρε με, αν μ' αγαπάς ακόμα,
Κ' έλα να φύγουμε μακρυά, να πάμε 'ς άλλον τόπο.
Αχώριστοι να ζούμε οι δυο, με μια καρδιά, μια αγάπη.
Να περπατούμε της ερμιαίς, τ' απάτητά τα δάση,
Πούναι τα γάργαρα νερά, τ' αμάζευτα λουλούδια,
Που κελαϊδούν ανύποπτα η πέρδικες, τ' αηδόνια.
Από τον κόσμο να χαθή, να σβύση τ' όνομά μας,
Κι' ο κόσμος πάλι να χαθή, να σβύση απ' την καρδιά μας.
Κ' η ταιριασμένη αγάπη μας νάν' ένας κόσμος άλλος.
Να πάρουμ' από της μυρτιαίς, να πάρουμ' απ' της δάφναις.
Να πλέξουμε μια χαμηλή μόνο για εμάς καλύβα.
Αγαπημένοι, αχώριστοι, μονάχοι μας να ζούμε,
Κι' αν θα χαθούμε, πάλ' οι δυο μαζί μας να χαθούμε...
.....................................................
Κάποιος διαβάτης με καιρό διαλάλησε μια μέρα,
Ότι σ' απόκρυφην ερμιάν εύρε χρυσή φλογέρα.
Η ΚΑΤΑΡΑ
— Μάνα, πάρ' της ευχαίς και τ' άγια λείψανα,
Τι δεν μπορούν να γειάνουν την αρρώστεια μου.
Δεν είν' ούτε από πόνον ούτε από Ξωθιαίς.
Τρεις χρόνους αγαπούσα κόρην ώμορφη,
Και λόγο δεν της πήρα, κι' ουδέ φίλημα.
Μια μέρα 'ςτό ποτάμι την απάντησα·
Της κρένω, δε μου κρένει, κι' ουδέ με τηρά,
Της ρίχνω ένα λουλούδι, δεν το δέχτηκε,
Της ρίχνω το μαντήλι, κρυφοθύμωσε...
Με συνεπήρε ο πόνος, μάνα, κι' ο καϋμός·
Πεζεύω, 'ςτά πλατάνια δένω τ' άλογο
Κι αρπαχτικά την πιάνω και την φίλησα.
Βαρειά μ' εκαταράσθη σαν μου ξέφυγε:
— Να ξηραθούν τα χέρια που μ' αγκάλιασαν,
Να μαραθούν τα χείλια που μ' εφίλησαν!...
Άκουσες την αρρώστεια, μάνα, γειάνε με.
— Φλόγα, φωτιά να πέση 'ς την καρδούλα της,
Να ζωντανέψ' η αγάπη η σιδερένια της,
'Στούς δρόμους να κινήση και 'ς τα τρίστρατα,
Ναρθή 'ς την αγκαλιά σου σαν θεότρελλη!...
Το λόγο δεν απόειπε, δεν απόσωσε.
Κ' επιάσθηκε η κατάρα, κ' ήρθε η λυγερή
Με ξανοιγμένους κόρφους, μ' απλωτά μαλλιά,
Κι' ολοβροντά την πόρτα σαν θεότρελλη.
Τ' αρρώστου η μάν' ανοίγει· κ' η θεότρελλη
'Στήν αγκαλιά του πέφτει και φιλεί και κλαίει.
Έγειανε ο νηός, κ' η κόρη πήρε πληρωμή
Καθάριο δαχτυλίδι κι' όλο μάλαμμα.
Η ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΡΑ ΚΙ' Ο ΒΑΣΙΛΗΑΣ
κ. Γ. Δροσίνη.
Μια λυγερή 'ς τον αργαλειό υφαίνει τα προικιά της.
Βάν' ασημένιον αργαλειό κ' υφάδια μεταξένια,
Βάν' σαΐταις μάλαμμα και φιλτισένια χτένια,
Κι' αγάλια-αγάλια ύφαινε και ψιλοτραγουδούσε.
Από το βρόντο τ' αργαλειού κι' απ' τον ηχό της κόρης
Ο ήλιος εσταμάτησε, δεν πάει να βασιλέψη.
Και καταριέται η εργατειά κ' οι ξενοδουλευτάδες
Κ' έρχονται και φωνάζουνε και λεν του βασιληά τους,
Ή να γιατρέψη το κακό που εγείνηκε 'ς τη χώρα
Κι' ο ήλιος εσταμάτησε, ή θε να τον σκοτώσουν.
Ο βασιληάς στέλνει ρωτά μια μάγισσα μεγάλη.
— Μάγισσα, ποιο είνε το κακό, που εγείνηκε 'ς τη χώρα,
Κι' ο ήλιος εσταμάτισε, δεν πάει να βασιλέψη;
— Κάνα κακό δεν έγεινε 'ς τη χώρα, βασιληά μου.
Μια λυγερή 'ς τον αργαλειό υφαίνει τα προικιά της,
Πώχει ασημένιον αργαλειό κ' υφάδια μεταξένια,
Πώχει σαΐταις μάλαμμα και φιλτισένια χτένια.
Κάθε που ρίχτει σαϊτιά λέει κ' ένα τραγούδι,
Κι' από το βρόντο τ' αργαλειού κι' απ' τον ηχό της κόρης
Ο ήλιος εσταμάτισε, δεν πάει να βασιλέψη.
Πάει και πέφτει ο βασιληάς 'ς της λυγερής τα πόδια
— Πάψε, κόρη, τον αργαλειό, πάψε και το τραγούδι,
Γιατ' απ' το βρόντο τ' αργαλειού κι' απ' τον γλυκό ηχό σου
Ο ήλιος εσταμάτησε, δεν πάει να βασιλέψη,
Και καταριέται η αργατειά κι' οι ξενοδουλευτάδες,
Κ' ήρθαν μέσ' ς τα παλάτια μου και σκούζουν και φωνάζουν
Ή να γιατρέψω το κακό, ή θα με θανατώσουν.
— Κι' αν πάψω εγώ τον αργαλειό, κι' αν πάψω το τραγούδι,
Ποιος θα μου υφάνη τα προικιά και τα μεταξωτά μου;
— Εγώ θα βάλω γλήγορα υφάντραις να τα υφάνονν.
Εγώ θα στείλω προξενιά, γυναίκα να σε πάρω.
Του παλατιού βασίλισσα, κυρά μου να σε κάμω.
Ο ΓΑΜΟΣ
— Του ποιου ν' το συμπεθεριακό, του ποιου 'ν' αυτό το ψίκι
Που κατεβαίνει απ' τα βουνά πεζούρα και καββάλλα
Με τα ψιλά τα φλάμπουρα, με τα διπλά παιγνίδια.
Με τα τραγούδια τα πολλά, με τα βαρειά τουφέκια.
Σαν να εσηκώθη ο βασιληάς κ' εσύναξε τ' ασκέρια
Κι' όλον τον κόσμο εκάλεσε να πάη να πολεμήση;
— Ο Φλώρος κάνει τη χαρά, παντρεύει τον υγιό του,
Τον γυιό του τον μονάκριβο, τον μοσκαναθρεμμένο,
Κι' όλον τον κόσμο εκάλεσε κι' όλο τ' αρχοντολόγι.
Τρεις χρόνους γράφαν τα προικιά και τρεις τ' απανοπρίκια,
Και τρεις οπού συντάζονταν κ' εκάλναγαν τον κόσμο.
Πάν' τα παιγνίδια από μπροστά τα βλάμπουρ' από 'πίσω.
Κι' αράδι' αράδ' από κοντά πάνουν οι συμπεθέροι.
Και μέσ' 'ςτό ψίκι ανάμεσα πάν' ο γαμπρός κ' η νύφη,
Καββάλλα 'ς άλογα ψαριά και χρυσοσελλωμένα.
Λάμπουν τ' ασήμια του γαμπρού και τα χρυσά της νύφης
Κ' η λαμπερή τους η ωμορφιά, σαν ήλιος, σαν φεγγάρι.
Δεξιά ζερβιά παίζουν νουνός και βλάμης τ' άλογά τους,
Κι' όλο κυττάν τα νηόγαμπρα κι' όλο χαμογελούνε.
Πάει ο γαμπρός σαν αητός, ορθός, καμαρωμένος,
Κ' η νύφη πάει σαν πέρδικα, γλυκειά, χαμηλομμάτα.
Ακολουθάν' οι νηοί κ' η νηαίς και βλέπουν και ζηλεύουν,
Κ' η ζήλεια βγαίνει απ' την καρδιά κ' ιδρώνει μέσ' 'ς τα μάτια,
Και σαν αχτίδα πέτεται απώνα μάτι 'ς άλλο
Κι' από μια 'ς άλληνε καρδιά, κ' εκεί γεννιέται αγάπη.
Κι' όσο που νάρθη άλλ' άνοιξι, κι' όσο να κλείση ο χρόνος
Απώνα γάμο δυο και τρεις και τρίδιπλοι φυτρώνουν.
Βγαίνει 'ςτήν πόρτα να δεχθή τη νύφη ο γέρω-Φλώρος
Και χύνει σίκλους στο κρασί, το ρύζι χούφταις χύνει.
Τήνει φιλεί 'ςτά μάγουλα, τήνε φιλεί 'ςτά μάτια,
Κι' εύχεται καλορροίζικα κ' εύχεται γεννητσούρια.
'Σταίς μαρμαρόστρωταις αυλαίς πεζεύει όλο το ψίκι.
Όξω το στρώνουν 'ςτό χορό και μέσα στεφανώνουν.
Και 'ςτά τραγούδια τα πολλά και 'ςτά πολλά τουφέκια,
Άλλοι χρυσαίς δίνουν ευχαίς κι' άλλοι καλωτυχίζουν:
— Χαρά 'ςτά δυο τα νηόγαμπρα, χαρά και 'ςτούς γονηούς
τους! . . .
Η ΠΟΔΙΑ ΤΗΣ ΜΑΡΙΩΣ
κ. Α. Προβελεγγίω
Πλέν' η Μαριώ 'στόν ποταμό, πλένει ταις φορεσιαίς της.
Κι' η ωμορφιαίς της λάμπουνε, κι' αστράφτουν 'στό κορμί της
Αράδες τ' ασημόκουμπα κι' αράδες τα γιουρτάνια,
Και 'ςτά καθάρια τα νερά τα πόδια της ασπρίζουν
Σαν νάναι με τριαντάφυλλα και γάλα ζυμωμένα.
Περνούν εκείθε πιστικοί και κυνηγοί διαβαίνουν,
Κι' άλλοι την λεν Λιογέννητη, άλλοι την λεν Νεράιδα.
Πέρασε κ' ένας σταυραετός, πέρασε απάνω-απάνω,
Και σαν να 'νοιάστηκε κι' αυτός την ωμορφιά της κόρης,
Χαμήλωσε ως τον ποταμό κ' αρπάζει την ποδιά της,
Τη λαχουριά της την ποδιά, τη χρυσοκεντημένη,
Πούχε ξομπλιάσει απάνω της τον ουρανό με τάστρα.
Και σκούζ' η άμοιρη Μαριώ και κλαίει την ποδιά της.
Ο σταυραετός μεσουρανίς χάθηκε μέσ' 'ς ταστέρια.
Με 'λίγες μέραις ύστερα ταράχτηκεν η χώρα,
Παγάνα πήραν τα χωριά τον βασιληά ανθρώποι
Και δείχνουνε 'ςταίς λιγεραίς ποδιά γεμάτη αστέρια,
Και 'ς όποιας πιάση το κορμί, κι' όποια την 'πή δική της,
Εκείνη θα την πάρουνε μαζή τους 'ςτό παλάτι.
Πέρασαν-πέρασαν χωριά του βασιληά οι ανθρώποι,
Δείχνοντας τη χρυσή ποδιά, κι' ούτε κ' ευρέθη κόρη
Να της ταιριάζει 'ςτό κορμί και να την 'πή δική της.
Και 'ςτής Μαριώς παν' το χωριό και δείχνουνε 'ςταίς κόραις
Αράδα-αράδα την ποδιά, και την γνωρίζουν όλαις.
Μέσα ςταίς άλλαις έρχεται και της Μαριώς η αράδα,
Και κοκκινίζει από χαρά και παίρνει και την ζώνει.
Τήνε γνωρίζουνε με μιας του βασιληά οι ανθρώποι,
Και τήνε παίρνουνε μαζή, την φέρνουν 'ςτό παλάτι
Παίρνουν αυτοί το τάμα τους, και ο βασιληάς την κόρη.
ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΞΕΝΗΤΕΙΑΣ
Ανάθεμά σε, ξενητειά, με τα φαρμάκια πώχεις!
Θα πάρω έναν ανήφορο να βγω σε κορφοβούνι,
Να βρω κλαράκι φουντωτό και ριζιμιό λιθάρι,
Να βρω και μια κρυόβρυσι, να ξαπλωθώ 'ςτόν ίσκιο,
Να πιω νερό να δροσισθώ, να πάρω 'λίγη ανάσα,
Ν αρχίσω να συλλογισθώ της ξενητειάς τα πάθη.
Να ειπώ τα μαύρα ντέρτια μου και τα παράπονά μου.
Άνοιξε θλιβερή καρδιά και πικραμένο αχείλι.
Βγάλε κάνα χαμόγελο και πες κάνα τραγούδι.