17) Ημίσειαν ώραν έξωθεν των Ιωαννίνων επί της εις Άρταν αμαξιτής

κείται το υποστατικόν Βονίλα εν ώ και ναός του Αγίου Ιωάννου του

Βαπτιστού. Εκεί λέγουσιν ότι απεσύρθη η Βασιλική μετά τον θάνατον

του Αλή-Πασσά.

18) Περί τούτου παραπέμπομεν τον αναγνώστην εις τα Ποιήματα του

Αρ. Βαλαωρίτου.

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

«Λυκαυγές είναι η νεότης.

»Και ο Έρως την χρυσώνη.

»Αλλ' εξαίφνης 'ξημερώνει

»Και ο άνθρωπος δεν ζη.»

Γ. ΠΑΡΑΣΧΟΣ

ΑΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

Νυξ είναι. Βρέχει. Παγερός

Βορράς μυκάται πέραν.

Μελάγχολος υπέρ ποτε,

Μολύβδου βαρυτέραν,

Εστήριξα την κεφαλήν

Εις χείρα νωχελή.

Τον ασθενή μου κάλαμον

Εις την μεμβράνην πάλλω,

Και αναμνήσεις παιδικάς

Προτίθεμαι να ψάλω.

Κελάδησον τα έπη μου,

Ω Μούσα! ευμελή.

Αλλοίμονον! Ως ο βορράς

Εκ' εις τα δένδρα πνέει,

Ως το νερόν του ρύακος

Χόρτων εν μέσω ρέει,

Και ο χρόνος τανυσίπτερος

Και φθίνει και περά.

Και ως η ναυς, η πλέουσα,

Υδραύλακας αφίνει

Ούτως ο χρόνος προχωρεί,

Αφίνων, ως εκείνη,

Τας αναμνήσεις ίχνη του

Μυθώδη, ζοφερά.

Ήτο Αυγή· και έλαμπον

Του έαρος τα κάλλη.

Αστέρες, άλλοι έσβεννον,

Κ' εφεγγοβόλουν άλλοι.

Και, ως σαπφείρινος στοά,

Η στέγη τ' ουρανού

Διέλαμπε, το δώμα της

Νέφος ουδέν σκιάζον,

Μόνον το φως του λυκαυγούς

Εφαίνετο λευκάζον,

Και υπ' αυτό ελεύκαζε

Κ' η άκρα του βουνού.

Εκ των ανθέων, πανταχού,

Ανέβαιν' ευωδία.

Τα κελαδήματα πτηνών

— Η θεία υμνωδία —

Ηκούοντο, κ' η πρωινή

Η αύρα δροσερά

Έπαιζε, ψιθυρίζουσα

Εις τα πλατέα φύλλα

Των πλαταμώνων, κ' υπ' αυτά

Κρυμμέν' η Φιλομήλα,

Έψαλλε, κελαδήματα

Τονίζουσ' αλγηρά.

Ρύαξ, γοργός, κατέβαινεν

Από κρημνώδους βράχου,

Μετά μεγάλου φλοισβισμού,

Ροής πολυταράχου,

Και κάτω, κάτω έπιπτε

Με μέγαν πλαταγμόν.

Πέραν δ' αυτού, εις φύλλωμα

Μηλέας κυρτοκλάδου,

Οι λιγυροί ηκούοντο

Λυγμοί καλλικελάδου

Τρυγόνος, ήτις έχυνε

Ρεμβώδη στεναγμόν.

Μακράν που, τάπης, χλοερός

Ως σμάραγδος ηπλούτο.

Εκεί, όπου τ' ολόγυμνον,

Βουνόν εταπεινούτο,

Και όπου βράχοι μέγιστοι

Υψούντο γηραιοί.

Εκεί, των βράχων μεταξύ

Καλύβη αχυρίνη

Εφαίνετο, και παρ' αυτήν

Εφλοίσβει ψυχρά κρήνη.

Την κρήνην πέριξ σταύλοι τρεις

Εκύκλουν αραιοί.

Μάνδρα των σταύλων κάτωθεν

Εκτείνετο ευρεία.

Εντός αυτής εβέλαζον

Μικρά, λευκά, αρνία.

Πλησίον των μητέρων των.

Και προς το χλοερόν.

Εξήρχοντ' οροπέδιον.

Ενώ εις τον αιθέρα

Γλυκείας έχυνε φωνάς

Ποιμένος η φλογέρα.

Κ' είς άλλος πέραν,

Έψαλλε· το δ' άσμα θλιβερόν.

Εγώ, παρά τον ρύακα.

Μετά του Βασιλείου

Καθήμεν' υπό την σκιάν

Πτελέας παχυσκίου,

Των νεαρών μας καρδιών

Ηνοίγομεν ρεμβοί

Τας θύρας· περί παιδικών

Συνωμιλούμεν χρόνων,

Ενώ η όψις της Αυγής,

Άνωθεν των δρυμώνων,

Της πανσελήνου ήρχιζε

Το φέγγος να θαμβοί.

Μοι διηγείτο μυστικώς

Τον τότε έρωτά του

Μετά νεάνιδος ξανθής.

Ωραίας παραστάτου·

Και εξεθείαζεν αυτής

Τα κάλλη τα αβρά.

Προς άγγελον ουράνιον

Αυτήν παρομοιάζων.

Κ' ενίοτε, ενίοτε

Βαρύαλγος στενάζων,

Αντήχει εις τ' απόκρημνα

Του ρύακος πλευρά.

Εξαίφνης τότε, πόρρωθεν,

Φωνής ηκούσθη ήχος

Οξύς, κ' εκ στήθους φλογερού

Εξήρχετο ο στίχος:

« — Είναι σκληρά, ως σίδηρος,

» Της νέας η καρδιά! — »

Κ' εφάνη προσερχόμενος

Ρέμβος τις νεανίας,

Μέλος και ούτος της τριπλής

Εκείνης μας φιλίας.

Είναι η φωνή του Περικλή,

Εκείνου η λαλιά.

Έψαλλεν ο ταλαίπωρος,

Κ' εμέμφετο βαρέως,

Νεάνιδα αναίσθητον

Κ' εστέναζε βαθέως,

Με δακρυσμένον, θολερόν,

Ρεμβώδη οφθαλμόν.

Συνωφρυώθη αιφνηδόν

Το γαύρον μέτωπόν του,

Έπαυσε ψάλλων. Έγεινεν

Ωχρόν το πρόσωπόν του,

Κ' εκτύπα η καρδία του

Τον έσχατον παλμόν.

Αλλοίμονον! Ως ο βορράς

Εκ' εις τα δένδρα πνέει,

Ως το νερόν του ρύακος

Χόρτων εν μέσω ρέει,

Και ο Χρόνος τανυσίπτερος

Και φθίνει, και περά.

Και, ως η ναυς, η πλέουσα,

Υδραύλακας αφίνει,

Ούτως ο Χρόνος προχωρεί

Αφίνων, ως εκείνη,

Τας αναμνήσεις ίχνη του

Μυθώδη, ζοφερά.

Υπέρ ποτε ωμίλησα,

Λίαν εκτεταμένως,

Και σας ζητώ, ω φίλοι μου,

Συγγνώμην επομένως·

Α!...είναι ακατάσχετος

Των πόνων η ορμή!...

Είναι έν φάσμα νύκτιον.

Είναι υπνοβασία.

Όνειρον είναι η τρυφερά

Των νέων φαντασία!

Των ηδονών αντίληψις

Είναι σφοδρά, θερμή!...

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟΝ

ΛΥΡΙΚΟΝ

« Όταν το σώμα καθεύδη.

» Ο νους εγρηγόρει...»

(Ιπποκράτης)

ΑΦΙΕΡΟΥΤΑI

ΤΑΙΣ ΝΕΑΝΙΣΙΝ

Εις σας! νεάνιδες, εις σας! ω τρυφεραί παρθένοι,

Αφιερώ το έργον μου αυτό, το Ποίημά μου.

Δέξασθε, ω ωραίαι μου, αυτό· και τ' όνομά μου,

Πάντοτε ανεξάλειπτον 'ς το στόμα σας ας μείνη!. . .

Κ. Δ ΚΡΟΥΣΤΑΛΛΗΣ

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟΝ

Νύχτωσε ο Μάρτης· κ' έφεγγε

Του Απριλιού η πρώτη.

Έφεγγε 'μέρα ζηλευτή,

'Σάν μια παρθένα λατρευτή,

Που την χρυσόν' η νιότη,

Κοντά 'ς το γλυκοχάραγμα,

Που τα βουνά γελούνε,

Πέφτει της νύχτας η δροσιά,

Κ' αρχίζουν όλα τα πουλιά,

Να γλυκοκελαϋδούνε.

Σε μιας μυρτιάς το ρίζωμα

'Κοιμώντανε μια κόρη,

Λευκή, 'σάν κρίνος, γαλανή.

Πούχε την κόμη καστανή,

Και κάτασπρα εφόρει.

Έν αηδόνι έξαφνα

'Ψηλά της, 'ς το κεφάλι.

Μέσα 'ς τα φύλλα τα πυκνά,

Αρχίνησε γλυκά, γλυκά.

Κι' αρμονικά να ψάλλη.

'Σ το λάλημα του αηδονιού

Ξυπνάει λαχταρισμένη

Η κόρη. Γύρω, 'ςτά κλαδιά,

Κυτάει, και μες απ' την καρδιά

Έν «Αχ!..» βαρύ της βγαίνει.

« Αχ!.. Τι τρομάρα 'φώναξε

» Τι όνειρο που είδα!...

«'Σ τη βρύσι πήγαινα νερό

» Να πάρω 'λίγο, δροσερό·

» Και 'πήγαινα μ' ελπίδα»

« Μ' ελπίδα για να τον ευρώ

«'Σ τα στήθηα να τον σφίξω,

» Και 'ς ένα φίλημα γλυκό

«'Σ το στόμα του το ερωτικό,

» Τον έρωτα να πνίξω.»

« Τον έρωτα, που μ' έβαλε

» Τη φλόγα 'ς την καρδιά μου,

» Που μ' άναψε τα τρυφερά,

» Τα στήθηα μ' άσβεστα πυρά·

» Και καιν τα 'σωθικά μου.»

« 'Σ το δρόμο μ' όλα τα κλαριά

» Βογγούσαν 'σάν να λέγαν:

» — Άχαρη! .. 'πέθανεν, αυτός,

» Ο φίλος σου, ο λατρευτός —

» Και τα πουλιά να κλαίγαν.»

« Να κλαιν, με μαύρα δάκρυα,

» Και να 'μοιρολογάνε·

» — 'Πέθανε! — Μ' έλεγαν κι' αυτά,

» Και κλαίγαν 'μοιρολοστικά,

» Αντί να κελαϋδάνε.»

« Φθάνω 'ς τη βρύσι· η άμοιρη

» Δεν πρόφθασα 'ς το ένα,

«'Σ το ένα δέξιο της πλευρό

» Για να κυτάξω, και νεκρό

» Τον είδα· Ωιμένα!...»

« Ω! 'σάν τρελλή ερρίχτηκα.

«'Στά στήθηα του απάνω.

» Τα ξεθλυκόνω. Τι να ιδώ;

» Αχ!..αίμα αρχίνησα ζεστό

» Σ τα χέρια μου να πιάνω.»

« Προσπάθησα η δύστυχη,

» Πνοή για να του δόσω

«'Σ το στόμα του με τα φιλιά,

» Δεν 'μπόρεσα ουδέ λαλιά

» Για να του ξεστομώσω.»

« Τον ψάχνω τότε 'ς την καρδιά...

» Ωχ! έπαυσε να πάλλη!

» Τον 'φώναξα δεν με λαλεί,

» Τον 'κάλεσα δεν με καλεί,

» Τότ' έγεινα άλλη για άλλη.

« Αχ!..τότε τον κατάλαβα.

» Πώς ήτον σκοτωμένος.

» Τον άφησα 'ς την ερημιά.

» Και τρέχω ναύρω το φονιά·

» Μα ο φονιάς κρυμμένος.»

« 'Κεί, 'σάν τρελλή που έτρεχα

» Έν φάντασμα 'μπροστά μου,

» Αρχίνησε με ανθρωπινή,

» Και 'σάν εκείνου την φωνή

» Να μ' είπη τ' όνομά μου.»

« Ανθούλα! μ' είπε, 'σάν τρελλή

«'Στήν ερημιά τι τρέχεις;

» Ποιόνε ζητάς 'ς την ερημιά; —

» — 'Σ εμέ, του λέγω, γνωριμιά

» Πούθ' έλαβες; πού θ' έχεις; — »

« Μου λέγει; — Είμαι η σκιά

» Του εραστού σου Φώτου

» Μ' εσκότωσεν ο Δημητρός,

«'Κειός ο μεγάλος μου εχθρός,

» Απάνω 'ς το θυμό του.»

« — Ο Δημητρός! — εφώναξε, —

» — Η ζήλια μ' απαντάει,

» Τον εκατάντησε φονιά,

» Και το μαχαίρι 'ς την καρδιά.

» Μου έμπηξε 'ς το πλάι — »

« — Ποια ζήλια; — τον ηρώτησα.

» — Η ζήλια απ' την αγάπη,

» Πούχα 'ς σένα, Ανθή, εγώ

» Μου λέει και δάκρυ ένα γοργό

» Του γλύστρησε απ' το μάτι.»

« 'Σ το λόγο του λιπόθυμη

» Πως έπεσα μου 'φάνη·

» Κ' εξύπνησα λαχταριστή.

» Για δες ιδέα ζαλιστή

» Ονείρατα που φκιάνει.»

ΚΩΝΣΤ. Δ. ΚΡΥΣΤΑΛΛΗ

ΗΠΕΙΡΩΤΟΥ ΠΡΟΣΦΥΓΟΣ

Ο ΚΑΛΟΓΗΡΟΣ

ΤΗΣ

ΚΛΕΙΣΟΥΡΑΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ

ΕΠΥΛΛΙΟΝ

« Η καρδία μου θα πάλλη

πάντοτε υπέρ της Ηπείρου.»

Βαλαωρίτης

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Την σκοτεινήν νύκτα, καθ' ην μέλλουσιν οι Μεσολογγίται εν ταις

εκκλησίαις, κατά την συνήθειαν, να εωρτάσωσι την Γέννησιν του

Ιησού Χριστού, τα Αλβανικά του Ομέρ πασά στίφη κινούνται κατά της

πόλεώς των. Πιστεύει ακατάληπτα ήδη τα προχώματα ο Βρυώνης και

είναι πλήρης πεποιθήσεως πλέον περί της επιτυχίας του· αλλ'

ανελπίστως το Μεσολόγγιον σώζεται· το σώζει . . . ο &Καλόγηρος της

Κλεισούρας&. Ο Σπυρίδων Τρικούπης, πατήρ, ως γνωστόν, του παρ'

ημίν γ' Πρωθυπουργού, διηγούμενος εν τη περιφήμω Ιστορία του μετά

δραματικής αφελείας την κατά την νύκτα εκείνην απαλλαγήν του

Μεσολογγίου, σημειοί εν τέλει περί του σωτήρος αυτού, ότι ήτο

Ηπειρώτης, Ιωαννίτης μάλιστα γνήσιος, και δίδει και πληροφορίας

τινάς, ότι &καλόγηρος& ετελείωσε τον βίον του εν εξωκκλησίω τινί

μικρώ παρά την είσοδον της &Κλεισούρας του Μεσολογγίου& προς το

μέρος του Αγρινίου.

Επί των χαμηλών εκείνων τειχών του μικρού Μεσολογγίου εκρέμοντο αι

κλείδες της Ελλάδος απάσης. Εάν έκτοτε το Μεσολόγγιον έπιπτεν

ήθελεν αποπνιγή όλον το μέγα εκείνο έργον της Επαναστάσεως εν τοις

σπαργάνοις και η Ελλάς ου μόνον τότε θα κατερημούτο, αλλά και θα

κατείχετο όλη υπό των Τούρκων εισέτι και νυν. Το Μεσολόγγιον όμως

εσώθη τη θεία συνάρσει και έκτοτε το ασήμαντον και ανήκουστον

όνομά του εγένετο περίδοξον και περιφανές εν Ανατολή και Δύσει.

Σώσας δε το Μεσολόγγιον κατά την απαισίαν εκείνην νύκτα &ο

Καλόγηρος της Κλεισούρας&, έσωσε την Ελλάδα ολόκληρον. Δεν

οφείλεται λοιπόν και εις τούτον η τιμή η προσήκουσα τω Καραϊσκάκη,

τω Βότσαρη, τω Κολοκοτρώνη, τω Οδυσσεί, τω Διάκω και πάσι τοις

ενδοξοτέροις του Αγώνος εκείνου ιεροφάνταις; Το Μεσολλόγιον

μάλιστα ώφειλεν υπέρ πάντα άλλον να τιμήση αυτόν και δι'

ανδριάντος.

Και όμως, νυν μεν ουδέ καν είνε γνωστόν ακριβώς πού απέθανε

τουλάχιστον, ποία χώματα καλύπτουσι τα ιερά οστά του, απαράλλακτα

όπως αμφισβητείται ή αγνοείται σχεδόν παντελώς η θέσις, ένθα ο

αθάνατος Διάκος έπεσεν ηρωικώς παρά τας Θερμοπύλας και άλλοι

ομότιμοι ήρωες αλλαχού. Τοιαύτη η σημασία και η τιμή η απονεμομένη

υπό των συγχρόνων μας Ελληνοπαίδων προς τους μεγάλους εκείνους

προμάχους της Ελευθερίας μας! Τότε δε, ότε αι της Επαναστάσεως

εγράφοντο ιστορίαι και σημειώσεις, ουδείς ανεμνήσθη του σωτήρος

του Μεσολλογίου, ειμή ο Τρικούπης μόνος· και ούτος ατελώς και εν

περιλήψει, αφού και ο ίδιος &άγνωστον& τον άνδρα αποκαλή. Σημειοί

μεν ότι ήτο Ιωαννίτης, ότι εγεννήθη εκεί, όπου εγεννήθησαν ο

Πύρρος και ο Σκενδέρβεης, ο Μπούας και ο Τζαβέλλας, ο Βότσαρης και

ο Σαμουήλ, ο Κωλέττης και ο Στουρνάρης, και ο Σίνας και οι

Ζωσιμάδαι και ο Αβέρωφ και οι Ζάππαι και τόσοι άλλοι περίφημοι

άνδρες λαμπρύναντες και διά του χρυσίου και διά της ανδρείας και

διά της μεγαλοφυίας αυτών την Ελλάδα· εν τη χώρα εκείνη, ην οι

σήμερον αποκαλούσι μεν &εύανδρον&, αλλά στέργουσι συγχρόνως ακόμη

να την ατενίζωσι δούλην και οσημέραι απονεκρουμένην· εκ ποίων όμως

γονέων εγεννήθη ούτος, πώς ανετράφη πώς έζησε, πώς ευρέθη τότε εν

Μεσολογγίω ουδέν αναφέρει ο Τρικούπης.

Τούτο προτίθεμαι κυρίως διά του επυλλίου μου τούτου να φέρω εις

φως, καθ' όσον ηδυνήθην εκεί, εν Ιωαννίνοις, ευρισκόμενος ακόμη να

πληροφορηθώ, από τριετίας ήδη, αφού ανέγνωσα την Ιστορίαν του

Τρικούπη, ερευνών ανά τα σεβαστά και πολύτιμα λείψανα της

μεγαλουργού γενεάς της Επαναστάσεως, μοναχούς και ποιμένας του

Πίνδου και πολίτας των Ιωαννίνων γεραρούς, εν οις και τον

αείμνηστον διδάσκαλον Σπυρίδωνα τον Μανάρην. Ιδέ, συντόμους, πάσας

τας πληροφορίας μου ταύτας εν τω ποίματι· ενταύθα τούτο μόνον

σημειώ, ότι η οικογένεια του Γιαννιώτη, ης εκείνος, Κωνσταντίνος

ονομαζόμενος πρώην, ήτο βλαστός, σώζεται εισέτι εγκαυχομένη διά

την αρχαιότητά της εν Ιωαννίνοις. Είχε δε αδελφόν ο Κωνσταντίνος

ένα των αοιδών του Αλή πασά.

&Ο καλόγηρος της Κλεισούρας τον Μεσολογγίου& ανήκει εις την

επίζηλον ηρωικήν εκείνην εποχήν, καθ' ην ο Έλλην έζη διά την τιμήν

και διά το Γένος, απέθνησκε δε διά τον Χριστόν και διά την

Πατρίδα,......διά την δόξαν, διά τραγούδι. Ως τραγούδι τοιούτον

ίσως δεν είνε κατάλληλον δι' εκείνον το παρόν ποίημά μου.

Εν Αθήναις, κατ' Οκτώβριον του 1889.

Κ. Δ. ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ

Ηπειρώτης

Ο ΚΑΛΟΓΗΡΟΣ

ΤΗΣ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ

«Η καρδία μου θα πάλλη

πάντοτε υπέρ της Ηπείρου».

ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ

Α'.

Ω, πού με φέρεις, μάγισσα και πλάνα φαντασία!

...............................................

Μη, μη με πας 'ς τα Γιάννινα! Εκεί με κυνηγούνε

Οι Τούρκοι να με πιάσουνε, το αίμα μου να πιούνε.

Άφσε μ' εδώ, 'ς τα ελεύθερα βουνά, 'ς την Αιτωλία.

Νάτην η ράχη Αλιτσά· κάθομαι 'ς την κορφή της,

Με ζώνει το θυμάρι της και το κοντό κλαρί της·

Βλέπω από 'δώθε του Ζυγού τα δασωμένα ράχια·

Πέρα του Βάλτου τα βουνά όλο γκρημνούς και βράχια·

Η λίμναις τ' Αγγελόκαστρου και τ' Αγρινιού εκεί κάτω·

'Σάν νάνε ασήμι αστράφτουνε κατακαμπίς χυμένο

Το Μεσολόγγι δείξε μου τώρα.... ω, νάτο — νάτο,

'Σ ένα καστέλι χαμπηλό 'ς την άκρα εκεί κλεισμένο·

Νάτην εκεί κ' η Κλείσοβα και τάλλα τα νησιά του,

Και τώμορφο τ' Αντιλικό νάτο κι' αυτό σιμά του.

Να κ' η Κλεισούρα η 'ξακουστή 'ς τα πόδια μου προστά μου

Βλέπω απ' απάνω, απ' την κορφή, τον τρίσβαθο βυθό της,

Κι' ανατριχιάζω ολάκερος, λυγώνεται η καρδιά μου.

Παρέκει ένα 'ρημόκλησο φαίνεται 'ς το πλευρό της,

Θαμμένο μέσ' τα χώματα και καταχαλασμένο.

Ποιος ξέρει ποιος το χάλασε, ποιο χέρι αφωρισμένο!

Δεν έχει ούτ' ένα 'κόνισμα, ούτε καντήλα μία,

Μέσα του δεν ακούγεται η θεία λειτουργία,

Και δεν μυρίζουν γύρα του τα μοσχολίβανά του·

Μόνο την άνοιξι γλυκά λαλούν εκεί τ' αηδόνια,

Και χύνουν τ' αγρολούλουδα μοσχοβολιαίς περίσσαις

Και μουρμουρίζουν τα κλαριά, και τραγουδούν η βρύσαις,

Και αιώνια το φωτίζουνε της νύχτας τ' άστρα αιώνια.

Άλλον καιρό ήτον κι' αυτό 'ς τα νειάτα, 'ς τη ζωή του.

Μέσ' 'ς τα κλαριά του ανάμεσα ασπρούδιζε η μορφή του,

Είχε καμπάνα 'ς τ' ώμορφο 'ψηλό καμπαναριό του,

Κάθε διαβάτης έκαμνε περνώντας το σταυρό του·

Νυχτόημερα το φώτιζαν τότες χρυσά καντήλια,

Ασημωμέναις έλαμπαν η 'λίγαις του εικόνες,

Και γέροντας καλόγηρος ανάδευε 'ς τα χείλια

Πότε τροπάρια και ψαλμούς, πότε γλυκούς κανόνες,

Και πότε τ' αργυρόχρυσο κουνώντας θυμιατό του

Μ' ευλάβεια του θυμιάτιζε το θόλο τον κυρτό του.

Ήτον εκείνος ο καιρός καιρός του &εικοσιένα!& . . .

Πούν' τα χρόνια τώρ' αυτά! χρόνια χαριτωμένα,

Χρόνια εκείνα λεβεντιάς, ανδρειωμένα χρόνια,

Χρόνια που κάθε όνειρο, κάθε χρυσή ελπίδα,

Και κάθε δάκρυ έλαμπε για μια. . . . για την Πατρίδα!

Χρόνια, που εμείς τα θάψαμαν σκληρά, σε καταφρόνια.

Την άσπρη φουστανέλλα μας την έλυωσε 'σάν χιόνι

Ο ήλιος ο Ευρωπαϊκός, κι' αν κάπου—κάπου ασπρίζη,

'Σάν χιόνι ασπρίζει σε βουνού λακκιά που δεν το 'γγίζει

Καμμιά αχτίδα του ηλιού και βρίσκεται δεν λυώνει.

Πούν' τα τραγούδια τα εθνικά, τα κλέφτικα τραγούδια!

'Σταίς ερημιαίς που φύτρωσαν χάνονται, σαν λουλούδια.

Πούν' τα τσαρούχια! Ιδέτε τα! τάχομαι πεταγμένα.

Τα φλωροκαπνισμένα μας τάρματα κρεμασμένα

'Στού Παρνασσού, 'ςτού Όλυμπου, 'ςτού Πίνδου τα πρινάρια

Σκουριάζουν τώρα 'ς ταις βροχαίς, και μόνο ανάρηα — ανάρηα

Κανένα αναταράζεται ξυπνάει 'ς τον Ψηλορείτη!

Άκου .... και τώρα εβρόντησε. Για σου, καϋμένη Κρήτη!

Ταράξου συ και δείξε τους 'ς τη Δύσι, 'ς την Ευρώπη,

Πώς όλοι δεν κοιμώμαστε, . . . φυλάει καραούλι

Ο γέρω-Ψηλωρείτης σου, αν Πίνδος και Ροδόπη

Κοιμώνται, αν το γέρικο κοιμάται ακόμα Σούλι . . .,

Αχ, δεν κοιμάται . . . 'ρήμαξε!! .

Εκείναις ήτανε χρονιαίς ελληνικαίς αλήθεια·

Τότ' έβραζε ζεστή καρδιά 'ς ανδρειωμένα στήθηα!

Β'.

Μούσα, 'ς εκείνα φέρε με τα τιμημένα χρόνια.

...................................................

Παίρναν ν' ανθίζουν τα κλαριά, να λυώνουνε τα χιόνια,

Καθάριος, ασυγνέφιαστος ο ουρανός να λάμπη.

Τα πλοία, οι βράχοι, η λαγκαδιαίς, βουνά μαζύ και κάμποι

Με χόρτα να στολίζωνται και μ' ώμορφα λουλούδια,

Και το ξανθό βοσκόπουλο γλυκά να λέη τραγούδια·

Γλυκά κ' η πέρδικες λαλούν, και πλειο γλυκά τ' αηδόνια,

Κι' απ' τα μακρυά τους χειμαδιά, γυρνούν τα χελιδόνια.

Απρίλης ήταν, άνοιξι, Θεού χαρά, γλυκάδα,

Και χρόνια, αλήθεια χαλασμού, χρόνια για την Ελλάδα,

Αλλά και χρόνια ελευθεριάς με κλέφταις, με ξεφτέρια.

Άπλωσε η νύχτα το βαθύ σκοτάδι της 'ς τη φύσι,

Και 'σαν διαμάντια ελάμπανε 'ς τον ουρανό τ' αστέρια,

Το φεγγαράκι χαρωπό φωτάει το 'ρημοκκλήσι,

'Στά κορφοβούνια του Ζυγού από βραδύς βγαλμένο·

Φυσάει τ' αγέρι της νυχτιάς 'ς τα φύλλα μυρωμένο,

Κεκείνα σειούνται, κ' οι ίσκοι τους 'ς της εκκλησιάς τους τοίχους,

Διαβαίνουν 'σάν φαντάσματα· καίν' μέσα τα καντήλια,

Κι' ο γέροντας Καλόγηρος με τα χλωμά του χείλια

Ψαίλνει για τον Εσπερινό με λυγωμένους ήχους.

.............................................

Σταυροκοπιέται· απόψαλε και βγαίνει 'ς την αυλή,

Θωράτε τον. Παράκαιρα τον γέρασαν οι πόνοι.

Τ' ανδρειωμένο του κορμί, πούνε σκυφτό πολύ.

Η πίκραις του το λύγισαν, οι πόνοι όχι οι χρόνοι.

Οι ίδιοι πόνοι αυλάκωσαν βαθειά το μέτωπό του,

Που απ' το φως του φεγγαριού 'σαν κορυφή φωτίζεται,

'Σάν κορυφή 'ψηλού βουνού, κι' ασπρίζει 'ς τον λαιμό του

Ξέπλεγη και 'ς τους ώμους του η πλεξίδα κυματίζεται.

Κι' ανάμεσ' από τα κλαριά φαίνεται 'ς το φεγγάρι

'Σάν να τινάζη γέρικο τη χαίτη του λιοντάρι.

Το 'μάτι του χύνει αστραπαίς ας είνε γερασμένο·

Κι' όταν αναστενάζουνε τα λάσια του τα στήθηα.

'Σάν να μουγγρύζη ακούγεται σύγνεφο φορτωμένο.

Ποιος ξέρει τι να κρύβεται και 'ς αυτουνού τα βύθηα,

Τι πίκρα, τι παράπονο! Πάντα κρυμμένος πόνος

Μέσ' 'ς την καρδιά είνε κρυφό μαχαίρι, είνε φόνος·

Κι' αυτός δεν έχει σύντροφο να του το 'μολογάη,

Όταν τον συνεπαίρνη αυτό κ' έτσι να του περνάη·

Κ' αν τα πλατειά του κάποτε δακρύζουν βλέφαρά του,

Όχι, δεν ξεθυμαίνουνε τα στήθηα κ' η καρδιά του,

Ιδέτε τον, δεν κάθεται, μέσα 'ς τα δένδρα 'μπήκε·

'Σ ένα 'ποκάτω έσκυψε, κάτι 'ς αυτό θα βρήκε·

Ακόμα δεν σηκώθηκε· ιδέτε τον,....τι κάνει;

Μη το μακρύ του χύθηκε του δόλιου κομπολόγι;

Μήνα παράδες τώπεσαν; μην' τώπεσε λιβάνι;

Τον βλέπω...να σφογγίζεται κι' ακούω μοιρολόγι.

Κλαίει! Τι κλαίει αυτός εκεί; Καλόγηρος να κλαίη!

Και τίνος το βλαμμένο αυτό το μοιρολόγι λέει;..

Ακούω·.. λόγια καθαρά: — Ελένη μου, παιδιά μου,

Αγαπημένα Γιάννινα! — Ω, τι ακούν' τ' αυτιά μου!..

..................................................

..................................................

..................................................

Μεμιάς φωναίς κι' αλαλαγμός από το Μεσολόγγι.

Και μια μεγάλη αναλαμπή, οπού βουνά και λόγγοι

Λάμπουνε 'σάν να καίγονται, τον κόβουνε το κλάμα

Του γέρου του Καλόγηρου. Μα κ' αν ορθός πετιέται

Και βλέπει προς την Κλείσοβα, ό,τι από 'κεί 'γροικέται

Κανένα δεν του φαίνεται παράξενο και θιάμα,

Γ'.

Αμέτρητα ο Κιουταχής σέρνει μαζύ του ασκέρια,

Και κατηβαίνει απ' τα βουνά του Πίνδου 'ς την Ελλάδα

'Σάν μαύρα σύγνεφα βαρηά, που σβύνουνε τ' αστέρια

Και κάθε αχτίδα φεγγαριού και κάθε αντηλιάδα,

'Σάν σύγνεφο που ανοίγει

Τους τρίσβαθους τους κόρφους του κι' ό,τι κι' αν εύρη πνίγει,

Και του Μεχμέτ Αλή πασά ο νιος απ' το Μωρηά,

Ο Ιβραήμ ο Αραπάς, πηδάει 'ς τη Στερηά,

'Σάν κύμα της πατρίδας του, της Μπαρμπαριάς το κύμα.

Που όθε περνάει ατέλειωτον λάκκον ανοίγει, μνήμα.

Μα κάπου—κάπου βρίσκεται 'ς του πελάου το στρώμα

Κάθε θεόχτιστο κοντρί, κανένας μέγας βράχος,

Βράχος θαλασσομάχος,

Που κάθε κύμα πώρχεται με αφρισμένο στόμα

Για να πνίξη 'ς το βυθό το σχίζει, το σκορπάει,

Και ξεγδαρμένο, σκέλεθρο, κομμάτια αυτό βογγάει.

Ο βράχος μένει ατάραχος, ορθός, ξεσκεπασμένος.

'Σάν νάνε στοιχειωμένος,

Κι' ορθό βαστάει το μέτωπο, 'περήφανο, αγριεμένο

Το Μεσολόγγι το μικρό, κ' εκείνο στοιχειωμένο,

Ατάραχο 'ςτά Τούρκικα τα κύματα βαστιέται.

Χουμάει τ' ασκέρι απάνω του, τσακίζεται, σκορπιέται.

Χούμησε ως τώρα τρεις φοραίς, και πάλι τώρα, πάλι

Για να χουμήση εσήκωσε ολόρθο το κεφάλι.

Είνε πασάδες τώρα δυο κι αμέτρητα τ' ασκέρια.

Ο Ιμβαήμ κι ο Κιουταχής. Μα και το Μεσολόγγι

Κρύφτει 'ς τα μετερίζια του, 'σάν σε σπηληαίς, ξεφτέρια.

Και κάπου—κάπου ακούγονται και κανονιώνε βόγγοι.

Τώρα το κύμα είνε τρανό, είνε βαρειά η μαυρίλα·

Το Μεσολόγγι είνε μικρό. Εκείθε ανατριχίλα.

Κ' εδώθε φόβος πλημμυρεί κ' ελπίδα την καρδιά.

Από στερηά και πέλαγο το ζώνουν ολονένα,

Πώς ζώνουν τ' Άστρο σύγνεφα βαρηά και πυκνωμένα,

Κι' από τα παλληκάρια του γερεύουν τα κλειδιά.

Άστρο κ' εκείνο ήτανε τότες για την Πατρίδα,

Για την Ελλάδα έλαμπε χρυσή εκείνο ελπίδα.

Χρόνος ακέρηος πέρασε που τώχουνε κλεισμένο,

Και τον γυρεύουν τα κλειδιά, το θέλουνε δεμένο.

Όσο κι αν έχης 'ς τη σπηληά κλεισμένο το λιοντάρι,

Δεν τώχεις και 'ς τα χέρια σου. Και τ' άξιο παλληκάρι,

Που πολεμάει για του Χριστού την Πίστι, για Πατρίδα.

Όσο που νοιώθει 'ς την καρδιά αίμα και μια ρανίδα,

Δεν σου τη δίνει την τιμή, που είνε...τάρματά του

Κ' ένα κοτρώνι να βρεθή αν τύχη από 'μπροστά του·

Όσο που 'λίγο να κρυφτή, είνε με μιας λιοντάρι,

Που αν 'δή, κλεισμένο 'ς τη σπηλιά, την υστερνή του ώρα.

Χύνεται 'σάν την αστραπή, κι αλληά 'ς εκειόν που πάρη!

Εκείνοι που φυλάγουνε το Μεσολόγγι τώρα

Έχουνε τείχια γύρα τους και αίμα 'ς την καρδιά τους.

Αίμα καθάριο, ελληνικό, που δίνει 'ς τα ποδάρια

Φτερά, τσιλίκι 'ς την καρδιά, και σαν θεριά, λιοντάρια,

Σπιθοβολάει θεόφοβη η φλογερή 'ματιά τους.

Ένα δεν έχουν μοναχά, ένα στερεύοντ' όλοι, ....

Ψωμί, μπαρούτι, βόλι.

Τώρα τους σώθηκε η τροφή κ' έχουν ακέρηον μήνα,

Όπου με πείνα πέρασαν. Πείνα! .. Συ ξέρεις πείνα,

Ω Ήπειρός μου, τι θα 'πή, που πέντε τώρα χρόνια

Κοντά μέσ' 'ς τ' άλλα της πικρής σκλαβιάς σου καταφρόνια

Κι' από την πείνα δέρνεσαι· κι ακόμα ποιος το ξέρει

Ως πότε θε να την βαστάς!.. Ας σ' έχουν 'ς το λαιμό τους

Αυτοί που ακόμα σε κρατούν 'ς το Τούρκικο το χέρι

Κάθε βαρειά σου στεναξιά να πέση απανουθειό τους

Βαρειά κατάρα 'γκαρδιακή! Και κάθε μοιρολόγι,

Οπού για σένα κλαίμ' εμείς, τα έρμα τα παιδιά σου,

Μέσ' 'ς την καρδιά τους σάρακας να γίνη να τους τρώγη!

Αχ! πότε, μάνα μας γλυκειά, την τρυφερή αγκαλιά σου

Ασπροντυμένη, ελεύθερη, μάνα, 'ς εμάς θ' ανοίξης,

Να μας φιλήση ελεύθερο το ολόγλυκό σου στόμα,

Κ' ελεύθερη την ώμορφη θωριά σου να μας δείξης!..

Πότε θα ιδούμε ανθόστρωτο το ιερό σου χώμα!

Πότε τη γαλανόλευκη θα ιδώ να κυματίζη

'Σ το Σούλι και 'ς τον Πίνδο μου, τάστρα 'ψηλά να 'γγίζη

Ναρθούμε, 'ς τη σημαία σου να μαζωχτούμε όλοι,

Και να κινήσωμε, γλυκειά μανούλα, για τη Πόλι!..

Πεινάς! Ο κόσμος τώμαθε, και όμως τα παιδιά σου

Πεθαίνουν ολονένα,

Πεθαίνουν...πεινασμένα!

Άλλα τους λόγγους πήρανε και τα 'ψηλά βουνά σου,

Και 'σάν τ' αγρίμια ζούν' εκεί 'ς τα σπήληα 'ς τα λιθάρια,

Και με τομάρια ντύνονται, τρέφονται με χορτάρια.

Στο Μεσολόγγι έφαγαν μπαρούτι για ψωμί.

Αλλά δεν δίνουν τα κλειδιά, δεν δίνουν την τιμή.

Δ'.

Χρόνος ακέρηος πέρασε, που τώχουνε ζωμένο.

Και του γυρεύουν τα κλειδιά, το θέλουνε πεσμένο.

Το Μεσολόγγι αν πέση,

Πρέπει η Ελλάδα ολάκερη τα μαύρα να φορέση.

......................................................

Αν δείχνει ακόμα αταραξιά, 'περφάνεια 'ς τον οχτρό του,

Με την καρδιά του τρώγεται, το δόλιο, μαραζιάζει,

Γιατ' όσο η 'μέραις απερνούν αυξαίνει το κακό του.

Του κόσμου ταις κακομοιριαίς η πείνα του σωριάζει.

Και το θερίζει ο θάνατος άσπλαχνα κάθε 'μέρα·

Νεκροταφείο έγεινε κι' αρρώστεια πέρα — πέρα.

Το Μεσολόγγι...κλάψτε το! θα πέση, δεν βαστάει,

Και κλάψετε μαζύ μ' αυτό και την Ελλάδα ακέρηα·

'Σ ολίγο μόνη μέσα του η Δόξα θα γυρνάη,

Η Δόξα, η αθάνατη 'σάν τα λαμπρά τ' αστέρια.

— Ψωμί, μπαρούτι, βόλι,

Ψωμί! — φωνάζουν όλοι

Και δυο τους μένουν μοναχά, δυο απόφασαις να κάνουν.

Ή να τα δώσουν τα κλειδιά, ή όξω να χουμήσουν,

Κ' όσοι σωθούνε να σωθούν κι' οι άλλοι να πεθάνουν

Απ' του οχτρού τους το σπαθί, σκλάβοι παρά να ζήσουν.

Το παλληκάρι το καλό δεν δίνη τάρματά του,

Το Μεσολόγγι το ιερό δεν δίνει τα κλειδιά του.

Εσείς! εσείς που κλείσαταν λεοντάρι 'ς τη σπηληά,

Δεν παραδίνεται, θα βγη, κι' αλληά 'ς εσάς αλληά!

Νύχτα θα βγουν. Ω, τι βραδειά, τι νύχτα ήτον εκείνη!

'Σ τ' αστέρια απάνου έφταναν τα κλάματα κ' οι θρήνοι

Εδώ χωρίζει ο γέροντας πατέρας το παιδί του,

Εκεί ο νηός την ώμορφη την αγαπητική του,

Αλλού η μανάδες παίρνουνε 'ς τους ώμους τα μικρά τους,

Κλαίγουν αυταίς το χωρισμό, σκούζουν και τα παιδιά τους

Κ' είν' όλοι 'ς ταις γιορτιάτικαις ντυμένοι φορεσιαίς τους,

Λες και σε γάμο 'κίνησαν, λες παν' σε πανηγύρι.

Τ' αστέρια μέσ' 'ς τα σύγνεφα κρύβουνε ταις θωριαίς τους,

Και κλαίγει τώρα ο ουρανός πώλαμπε 'σάν ζαφείρι.

Βγαίνουν. 'Μπροστά-'μπροστά κινούν τα γυναικόπαιδά τους,

Και 'πίσω-'πίσω η λυβεντιά ζωμένοι τάρματά τους.

Απ' ταις γυναίκες κι' απ' ταις νηαίς, νηαίς 'σάν Μαϊού λουλούδια,

Πολλαίς τ' αντρίκια εντύθηκαν και πάνε...με τραγούδια!

Τέτοιαις γυναίκες θέλω εγώ το χώμα μας να βγάζη,

Νάνε 'ς τον έρωτα γλυκειαίς, λεβένταις 'ς το τσαπράζι!

Η νηαίς πάνε μαζύ με νηούς. Α! τι χαρά, τι ζήλεια,

Με της πατρίδας τον οχτρό, μέσ' 'ς τ' ασκεριού τη μέση,

Ο νηός να πολεμάη,

Και νάχη πλάι — πλάι

Την κόρη της αγάπης του, κι' αν βαρεθή, κι' αν πέση.

Να τόνε κλαιν τα μάτια της, να τον φιλούν' τα χείληα!!

Νάτην, αρχίζει η &έξοδος&. 'Ξυπνούν' του οχτρού τ' ασκέρια,

Και η φωναίς κι ο αλαλαγμός ακούγονται 'ς τ' αστέρια.

Όσοι γλυτώσαν, γλύτωσαν. Τους άλλους σκοτωμένους

Μέσα 'ς τα Τούρκικα κορμιά, αγνώριστους, θαμμένους,

Θε να τους κλάψη αύριο η αυγή με τη δροσιά της.

Το Μεσολόγγι έπεσε, και όλη κινδυνεύει

Να πέση τώρα η Ελλάς· με την απελπισιά της

Άγρια και με το φόβο της 'μερόνυχτα παλεύει.

Το Μεσολόγγι το πατεί, το παίρνει ο Τούρκος τώρα·

Ελάτε να του κλάψωμε την υστερνή του ώρα!

Έργα Ποιήματα - Πεζά Τόμος Πρώτος · 第 4 / 9 段