Αναγνωσταρά διά του οποίου ενέκρινα να στολίσω, συν τοις άλλοις το
ποίημα τούτο.
36) Ως προς τα έργα ουδεμία διαφορά υπάρχει μεταξύ του Μιαούλη και
Κανάρη. Διότι ο μεν πρώτος κατώρθωσεν όσα εν τη σημ. 34. είδομεν ο
δε δεύτερος ο νέος Κυναίγειρος, Κανάρης ήτο είς των τολμηροτέρων
ναυτικών της επαναστάσεως.
37) Τα εν Σαλώνοις και Γουδουνίτζη και Βασιλικοίς δάση και όρη
ερώτησον, αναγνώστα ίνα μάθης τα κατορθώματα του τρομερού τούτου
γερολέοντος των δύο βουνών της Οίτης, εξ ου και το επώνυμον αυτού
έλαβε.
38) Φροσύνη. Η γυνή αύτη ήκμαζε εις το κάλλος κατά το 1800 εν
Ιωαννίνοις, όπου βεβαίως ήτο αδύνατον να μείνη άγνωστος τω Αλή-
Πασσά. Γαβριήλ ο Γκάγκας θείος της και μητροπολίτης εν Λαρίσση
μαθών ότι η τίγρις της Ηπείρου εσκόπει την διαφθοράν αυτής
παρθένου εισέτι ούσης, συνέζευξεν αυτήν μετά Δημητρίου τινός
πλουσίου εμπόρου. Δύο τέκνα άρρενα ήσαν ο καρπός του γάμου τούτου,
ότε ο Δημήτριος χάριν εμπορίου μετέβη εις Βενετίαν. Ο πρεσβύτερος
του Αλή υιός Μουκτάρης ιδών κατά τύχην την Ευφροσύνην ετρώθη υπό
φλογερού προς αυτήν έρωτος και επεχείρησε διά μυρίων τεχνασμάτων
να δελεάση την σωφροσύνην αυτής. Τέλος έντρομα τα Ιωάννινα έμαθον
την αισχύνην της Ελληνίδος, ήτις ένεκα του τυφλού προς τον
Μουκτάρην έρωτος εγκατέλιπε και τα δύο της τέκνα λιμοκτονούντα εις
τας οδούς των Ιωαννίνων. Ο γηραλέος της Ηπείρου λέων μαθών τα
γενόμενα, παρέστη αντεραστής του υιού αυτού, τον οποίον και
έστειλε προς τον τότε ηγεμονεύοντα Σελίμ προς βοήθειαν κατά τινος
αντάρτου Σατράπου Αδριανουπόλεως. Νύκτωρ δε μετά του φίλου του
Ταχήρ εισέρχεται εις τον κοιτώνα της Ευφροσύνης, όπου μη δυνάμενος
να ελκύση την συμπάθειαν αυτής διά των ικεσιών κατέφυγεν εις την
εκβίασιν και διατάττει τους σωματοφύλακάς του να λάβωσιν αυτήν και
ετέρας δεκαεπτά γυναίκας Ελληνίδας νεονύμφους και να τας πνίξωσιν
εις την λίμνην των Ιωαννίνων. Άπασαι επνίγησαν. Η Ευφροσύνη
λιποθυμεί καθ' οδόν και εκπνέει, αλλά και νεκρά εβυθίσθη εις τα
ύδατα της λίμνης. Τρικυμίας δε επελθούσης εξεβράσθησαν πολλά των
πτωμάτων, εν οις και το της Ευφροσύνης, της και Κυρά Φροσύνης
επικαλουμένης, εις την ακτήν, το οποίον υπό των συγγενών και φίλων
αυτής ετάφη εις την παρά την λίμνην μονήν των Αναργύρων.
Μεταφέρομεν τον αναγνώστην εις τον Αριστ. Βαλαωρίτην και εις το
υποσημειούμενον δημώδες άσμα.
Τ' ακούσατε τί γίνηκε 'ς τα Γιάννινα 'ς τη λίμνη,
Που πνίξανε τσ' αρχόντισες με την Κυρά Φροσύνη;
Άλλη καμμιά δεν τώβαλε το λιαχουρί φουστάνι.
Πρώτ' η Φροσύνη τώβαλε κ' εβγήκε 'ς το σεργιάνι.
Δεν σ' τώλεγα Φροσύνη μου, κρύψε το δαχτυλίδι,
Γιατ' αν το μάθ' ο Αλή-Πασσάς θε να σε φάη το φείδι;
Αν ήστε Τούρκοι αφήστε με, χίλια φλωριά σας δίνω.
Σύρτε με 'ς το Μουχτάρ πασσά δυο λόγια να του κρίνω.
Πασσά μου, πούσαι, πρόβαλε, τρέξε να με γλυτώσης
Μέρωσε τον Αλή-Πασσά και δώσε ό,τι να δώσης
Εις το βεζύρη τα φλωριά, τα δάκρυα δεν περνάνε.
Και 'σένα μ' άλλαις δεκαφτά τα ψάρια θα σας φάνε.
Χίλια καντάρια ζάχαρη θα ρίξω μες τη λίμνη
Για να γλυκάνη το νερό να πιή η Κυρά Φροσύνη.
Φύσα βορριά, πικρέ βορριά, για ν' αγριέψη η λίμνη
Να βγάλη ταις αρχόντιτσαις με την Κυρά Φροσύνη.
Άλλοι λέγουσιν ότι ο Αλής έπνιξε την Ευφροσύνην, διότι η νύμφη
αυτού και σύζυγος του Μουχτάρη έπεσεν ικέτις εις τους πόδας του
πενθερού της παρακαλούσα αυτόν να πνίξη την Ευφροσύνην ίνα μη
συχνάζη εις αυτήν ο Μουχτάρης, όστις ένεκα του προς την Ευφροσύνην
έρωτος σπανίως έμενεν εν τω χαρεμίω του. Επληροφορήθη δε η χανούμ
του Μουχτάρη τον προς την Ευφροσύνην έρωτά του έκ τινος δακτυλίου
το οποίον ο Αλής είχε δωρήση τη νύμφη του, ο δε Μουχτάρης
αφαιρέσας αυτόν, τον προσέφερε δώρον τη ερωμένη του, ήτις έδωσεν
αυτόν είς τινα γραίαν, ίνα το πωλήση. Κατά τύχην δ' αύτη επώλησεν
αυτόν εις την σύζυγον του Μουχτάρη, ήτις εγνώρισε το δακτύλιόν
της. Πιθανωτέρα όμως φαίνεται η γνώμη του Αρ. Βαλαωρίτου.
39) Μουχτάρ-Πασάς. ο πρεσβύτερος υιός του Αλή των Ιωαννίνων, όστις
και εν τη ανωτέρω σημειώσει παρίσταται. Λέγουσιν ότι ο Μουχτάρης
επανελθών εκ της εκστρατείας εις ην είχε πέμψει αυτόν ο πατήρ του
και μαθών τον θάνατον της Ευφροσύνης του εν τη μανία αυτού ώμωσεν
εκδίκησιν κατά του πατρός του. Αλλά τον Αλή δεν κατέπληττον τα
τοιαύτα και μετ' ολίγον νέαι ασέλγειαι, νέα κακουργήματα απέσβεσαν
εκ της καρδίας του Μουχτάρη την μνήμην της Ευφροσύνης. Ήτο ο
Μουχτάρης Πασσάς της Άρτης και του Μαλακασίου, ως και εκ του
ακολούθου χειρογράφου, όπερ παρ' εμοί διατελεί, καθίσταται δήλον.
Εδικοί μου Μπαλάνο Πάλη, Θεοχάρη Νικολάου, Νικολό Λουργιώτη και
Γιάννη Κώνστα, βλέποντες το Μπουγιουρδί μου να κοιτάξητε την
διαφοράν, οπού έχει ο Σπύρος Μπαρτζόκα σερακιώτης με τον
Χριστόφορον Γούναρην Αρτινόν, και να μη προχωρίσητε αφιλοπροσώπως
κατά το δίκαιον, και να μου το κάμιτε Ηφαντέ με αναφοράν σας· να
τους τελειώση μίαν ώραν αρχήτερα εξαποφάσεως.
Ιωάννινα 15 Φεβρουαρίου 1818.
Σημ. Ετήρησα την ορθογραφίαν του πρωτοτύπου.
40) Λέγουσιν ότι ο Αλή-Πασσάς είχε περίφημον Αραβικόν ίππον
μελανόν (καράν).
41) Η ωραία αύτη φημιζομένη Βασιλική του Αλή-Πασσά εγεννήθη εν
Πλεσιβίτση χωρίω (της Χαονίας) της επαρχίας Φιλιατών. Υποπτευθείσα
η Υψηλή Πύλη τω 1800 ότι εντός του ειρημένου χωρίου υπήρχον τα
κιβδηλοποιεία, τα καταπληρώσαντα τω καιρώ εκείνω ψευδών νομισμάτων
την Τουρκίαν ήρχισε να το επαγρυπνή. Από την διαταγήν ταύτην
ωφεληθείς ο Αλής κατέκαυσε μίαν ημέραν το χωρίον αφήρπασε κάθε
πολύτιμον σκεύος του και κατέσφαξε πλήθος κατοίκων. Πρώτον θύμα
έπεσεν ο πατήρ της Βασιλικής, χριστιανός κατά τινας δε και ιερεύς.
Έντρομος η θυγάτηρ, ένδεκα μόνον ετών τότε, ερρίφθη εις τας
αγκάλας του πρώτου διαβάτου Τούρκου φωνάζουσα «Βοήθεια! Κύριε!
εκλαυθμύριζεν, ο πατήρ μου δεν υπάρχει πλέον υπερασπίσου μας!
τίποτε κακόν δεν επράξαμεν προς τον Βεζύρην διά να μας σφάξη
ούτως· η μήτηρ μου ομοίως δεν έπραξε κακόν· είμεθα πτωχά παιδιά
και παραδιδόμεθα εις χείρας σου· μεσίτευσον προς τον Βεζύρην διά
την ζωήν μας, ίσως έχεις και του λόγου σου μητέρα και παιδιά...» Ο
γλυκύς τόνος της Βασιλικής η αγγελική καλλονή της το εύκαμπτον
ανάστημά της κατεπράυνον τον άγριον λέοντα, όστις την ήκουεν. Ήτο
ο ίδιος της Ηπείρου Σατράπης. Έσφιγξε την νεανίδα εις τας αγκάλας
του και διέταξε την παύσιν της σφαγής, μετακομίσας αυτήν και την
μητέρα της εις Ιωάννινα. Αλλόκοτον πράγμα! πώποτε δεν την εβίασε
ν' αλλάξη θρησκείαν· την ανέδειξε δε βασίλισσαν του χαρεμίου· και
η περιβόητος Βασιλική, ήτις εδάμασε και εχαλίνωσε διά της
ηπιότητος, των αρετών και της θρησκευτικής διαγωγής της τα πάθη
του Νέρωνος της Ηπείρου και ελύτρωσεν από του θανάτου τόσας και
τόσας κεφαλάς χριστιανών, δεν είνε άλλη ή αύτη. Ήτο μικρά το
ανάστημα πλην τελείας αναλογίας· ήτο εξ εκείνων των γυναικών, τας
οποίας οι Ευρωπαίοι επονομάζουσιν Αφροδίτας των κόλπων· η όψις του
προσώπου αυτής ήτο σιτόχρους και διαυγής ως τον ωχρόν μαργαρίτην,
οι οφθαλμοί της μέλανες και κλαδωτοί, αι οφρείς αυτής καμπταί και
σβεννόμεναι προς τους κροτάφους. Το δε τελειότερον πάντων επί της
μικράς ταύτης γυναικός ήτο η τρυφερά λεπτότης του τε ποδός και της
χειρός· της χειρός λέγομεν εκείνης, ής τινος οι ελεφάντινοι
δάκτυλοι, ως ψευδείς, εφαίνοντο ότι ήθελον συνθλασθή αν ήγγιζέ τις
αυτούς. Λέγουσι δε ότι μετά τον θάνατον του Αλή-Πασσά απεσύρθη εις
το υποστατικόν Βονίλα και εκείθεν εις Κωνσταντινούπολιν. Ο κ.
Walsh, όστις την εγνώρισε την ονομάζει ωραίαν και κομψήν τω όντι
γυναίκα, ήτις μετεχειρίσθη όλην την επί του Αλή επιρροήν της
πάντοτε εις αγαθοεργίας. Ήτο, προσθέτει, αποσυρμένη εις την
μοναξίαν της κατοικίας της και ποτέ δεν εξήρχετο, πάμπτωχος δε εις
τοιούτον βαθμόν, ώστε ο πατριάρχης ήνοιξε κατάλογον συνδρομών, ίνα
τη προμηθεύση τα προς το ζην· ο ίδιος συγγραφεύς προσθέτει ότι την
23 Φεβρουαρίου 1822 έφθασε και η κεφαλή του Αλή-Πασσά εις
Κωνσταντινούπολιν εντός κιβωτίου.
42) Περί της ωραίας ταύτης Βλαχόπαιδος δημοσιεύω όσα εκ της
χρονογραφίας του κ. Αραβαντινού εφιλοπόνησα. Ότε κατά το έτος 1816
ο Αλή-Πασσάς διέβαινεν εξ Άρτης εις Ιωάννινα, ιδών πλησίον του
Καρβασαρά την ωραίαν Δέσπω, θυγατέρα του περιβοήτου αρματωλού
Λιακάτα (κατ' άλλους Λιακατά) και τρωθείς εξ έρωτος, ήρπασεν αυτήν
και ενέκλεισιν εις τον γυναικωνίτην του. Αλλά τοιαύτη υπήρξεν η
φρίκη της ωραίας νεάνιδος και τοσαύτη η σεμνότης της, ώστε πριν ή
μολυνθή υπό του άρπαγος, την δεκάτην ημέραν της αρπαγής της,
απεβίωσε. Τοσούτον δ' έρωτα προς αυτήν έσχεν ο τύραννος, ώστε και
μετά την αποβίωσίν της, διετήρησεν εξιδιασμένην εύνοιαν προς τους
συγγενείς της.
Ιδού και το δημώδες περί αυτής άσμα:
Μέσα 'ς το κάστρο, 'ς τα ψηλά σεράγια του Βεζύρη.
Οπούχε χίλιαις πέρδικες κλεισμέναις κ' ελαλούσαν
Ήφεραν και μια πέρδικα, πέρδικα πλουμμισμένη.
Οπού την εκυνήγησαν 'ς ταις στάναις του Λιακάτα
Κι' όλαις αι πέρδικες λαλούν, κ' εκείνη δε λαλούσε.
— Δέσπω, γιατί δε μας μιλάς, γιατί είσαι κακιωμένη;
Έμπα και στρώσε τον οντά, άλλαξε τα στρωσίδια.
Νάρθω κ' εγώ και να σε ιδώ, και να σε κουβεντιάσω.
— Εγώ Πασσά μ' δεν κάκιωσα, εγώ, Πασσά μ' δεν ξέρω
Πώς στρώνονται τα στρώμματα, πώς βάνουν τα στρωσίδια.
Γιατ' είμαι τσιούπρ' απ' τα μανδριά και μόν' και μόν' γνωρίζω,
Να βόσκω αρνιά και πρόβατα, το γάλα τους να αρμέγω.
Να πλέχω χοντροτσούρεπα, να φκιάνω και γιαγούρτι.
ΑΣΜΑ ΤΡΙΤΟΝ
Η ΚΟΛΑΣΙΣ
Κυτάζω τον κατήφορο.
Βαθειά, βαθειά 'ςτόν πάτο
Της γης, μέσα 'στά Τάρταρα
Απλόνονται αντάρα.
Κι' όλο μαυρίλα 'φαίνονταν,
Τι φρίκη! . . . Τι τρομάρα! . . .
Και μια βοή — 'σάν ποταμιού —
Ακούω εκεί κάτω.
Θόρυβος μέγας γίνονταν,
Και ταραχή μεγάλη.
Ακούω μαύρους στεναγμούς,
Ακούω μοιρολόγια.
Ακούω και κλαψήματα,
Και λόγια, πόνου λόγια.
Κι' ανατριχίλα μ' έπιασε!
Και μ' έπιασε μια ζάλη!
Κυτάζω· 'σάν τα Τάρταρα
Ήταν βαθειά. Και όμως
Μια 'πιθυμία μ' έλαβε,
Να πάω να κυτάξω
Τι είναι. Πώς να καταβώ; . . .
Θα πέσω . . . Να πετάξω; . . .
Κομμάτια ήθελα γενώ
'Στόν πάτο . . Ω! τι τρόμος! . . .
Και ήθελα να κατεβώ,
Και ήθελα να φύγω.
Ο φόβος μου μ' εκράταε.
Με σπρώχν' η 'πιθυμία.
Και τέλος κάμνω απόφασι,
Κάμνω δοκιμασία
Να καταβώ· παρεμπρός
Προυχώρησα ολίγο.
Εκεί που βράχος μελανός
Κατέβαινε ως κάτου,
Ένα σκαλίδι κύταξα
Παρέκει· κατεβαίνω
Σε μονοπάτι. Τρίβολα,
Πέτραις, κρημνούς διαβαίνω.
Γλυστράω, πέφτω και βαρώ
'Σ τους βράχους, 'στά πλευρά του.
Κατέβαινα και μ' έλιπεν
Ένας ολίγος δρόμος,
Κ' εκεί ακούω μια φωνή
Διαβολική να σκούζη,
'Σα μέγ' αγριογούρουνο
'Σ τους λόγκους του να γρούζη.
Κρυά τρεμούλα μ' έπιασε
Μια φρίκη, ένας τρόμος.
Για να γυρίσω 'θέλησα.
Ήμουν προχωρημένος.
Έκαμα τέλος 'πόφασι,
Να καταβώ ακόμα.
Κατέβηκα· και Δαίμονα
Βλέπω, από το στόμα
Να βγάζη φλόγαις. Έμεινα
Αχνός, δειλός, σκιαγμένος.
Τον σκιάζομαι! Τον σκιάζομαι!
Σκιάζομαι μη με κάψη
Μ' εκείν' τη φλόγα πώβγαζεν
Απ' το βαθύ του στόμα.
Τον σκιάζομαι! Το πρόσωπό
Μου άλλαξε το χρώμα,
Και την καρδιά μου άρχισεν
Ο φόβος να την βάψη.
Εκείνος φεύγει. Προχωρώ
Μέσα σε λόγκο μαύρο,
'Σάν το βαθύ το σύγνεφο
Ν' αστράψη 'τοιμασμένο.
Φωναίς, σαν βουβουνίσματα.
Ακούω, και προσμένω
Την αστραπή. Και γλίγωρα
Φεύγω τον πάτο ναύρω.
Ο λόγκος δεν τελείωνε.
'Σ τη μέση του ποτάμι
Νερά με φλόγες κύλαε,
Με μια βοή μεγάλη,
Και τα νερά 'σάν αίματα
Κόκκινα ήταν. Πάλι
Εκεί τρομάρα μ' έπιασε,
Κ' έτρεμα 'σάν καλάμι.
Ήταν πλατύ. Αντίπερα
Να πάω, να περάσω
Δεν 'πόρεγ' αν δεν έμπαινα
'Πό μέσα του. Και 'μπαίνω.
Και 'μπαίνω ως τα γόνατα.
'Σ την άκρη πέρα 'βγαίνω,
Κ' εκεί είδα άλλον δαίμονα
Μαύρον ωσάν το ράσο.
Εκείνος μ' είδε· φώναξε,
Τι θέλω, τι ζητάω·
Κ' εγώ τον απεκρίθηκα:
« Αδέλφι μου, δεν 'ξέρω
» Εδώ κ' εγώ πού 'βρίσκομαι·»
Μούπε: «Σ' αυτό το μέρο
» Δεν 'ξέρεις πως τ' Αλή-Πασσά (1)·
» Τη φυλακή φυλάω;...»
« — Τ' Αλή πασσά!.. — «'Σ τη 'θύμησι
Μόνον τ' ονόματός του
Το μέτωπο μου ίδρωτας
Με μιας 'σκέπασε κρύος.
« Τις είσαι;» Τον ηρώτησα.
» Και 'ς τ' όνομά σου ποίος;»
» Του Εωσφόρου(2), φώναξε,
» Είμαι ο πρώτος υιός του.»
Και τον επαρακάλεσα,
Να πάω να μ' αφίση.
'Σ τ' Αλή-Πασσά τη φυλακή·
Μ' αφίνει, και πηγαίνω,
Πριν φθάσω 'ς τον Αλή-Πασσά
Θύραις εφτά διαβαίνω,
Και 'ς την εβδόμη 'στάθηκα
Ν' ακούσω του την κρίσι (3).
'Ψηλά, ψηλά καθόντανε
Τρεις Δαίμονες μεγάλοι.
'Μπροστά τους ο Αλή-Πασσάς
Κ' η Χάμκω (4) του κοντά του,
Και 'πίσω η γυναίκα (5) του,
Τα δυο του τα παιδιά (6) του,
Κι' από τα παλληκάρια του
Μια συντροφιά μεγάλη.
Ιουσούφ Αράπης(7), ο μπαμπάς.
Τ' Αλή-Πασσά, ο Ταχήρης(8).
Κι' ο Βελή Γκέκας(9), το σκυλί.
Του λέγουν οι Δαιμόνοι:
« Αλή-Πασσά! τι έκαμες
»'Σ τον κόσμο; Πόσοι φόνοι
» Εγίνηκαν 'ς το βίο σου; ...»
Και λέγει ο Βεζύρης:
« Πρώτα και πρώτα 'σκότωσα
» Την Εμηνέ, αφέντες,
» Την Εμινέ, την πρώτη μου
» Γυναίκ'· αυτό το χέρι
» Μες 'ς τα χιονάτα στήθια της
» Έμπηξε το μαχαίρι.
» Κ' ύστερα τόσην κλεφτουριά,
» Τόσους πολλούς λεβέντες.»
« Τους Γαρδικιώταις (10) έσφαξα,
» Ρήμωσα το Γαρδίκι,
» Της Χάμκως της μανούλας μου
» Το λόγο για ν' ακούσω.
» Κατώρθωσα τη Ρούμελη(11),
«'Σ το δάκρυ να τη λούσω.
» Το Σούλι (12)· τώφκιασα ερμιά.
» Να βόσκουνε οι λύκοι.
« Του Δράκου Γρίβα βλέπω 'μπρός
» Τ' ωχρόλευκο κεφάλι·
» Με καταριέται το ψυχρό
» Ακόμα με τα χείλη.
» Το Βελή Γκέγκα έστειλα
» Μες 'ς τον Άι-Βασίλι (13)·
» Κ' έσφαξε τόσους χριστιανούς
» Με τη σκληρή του πάλη.»
« Τα δένδρα 'πό την Ήπειρο
» Ακόμα μ' ενθυμούνται
» Τάπειανα, και ξηραίνονταν
«'Σ τα χέρια μου τα φύλλα,
» Γιατ' ήταν από αίματα
» Βαμμένα. Μια μαυρίλα
» Ήμουν του κόσμου. Τα βουνά,
» Κι' αυτά με καταριούνται.»
« Γιατί, γιατί τα γύμνωσα
» Από τους λεβεντάδες,
» Τους κλέφταις(14) τους, τους τρομερούς
» Έπνιξα τη Φροσύνη,
» Μαζή με άλλαις δεκαφτά
«'Σ τα Γιάννινα 'ς τη λίμνη.
» Εγώ, εγώ και ο Ταχήρ
» Είμαστε οι φονειάδες.»
« Ποιος 'χάλασε το Χόρμοβο (15);
» Της Δέσπως του Λιακάτα
» Ποιος άλλος της εζήλεψε
» Την ωμορφιά τη τόση;
» Την 'πήρα 'ς το χαρέμι μου
» Κι' απέθανε. Και πόσοι,
» Και πόσοι άλλοι 'πέθαναν
«'Σ του βίου μου τη στράτα;!»
« Όπου αυτά τα πόδια μου
» Πατούσανε, ο τόπος,
» Ο τόπος 'πό το φόβο του
» Εσειόνταν. Τα λιθάρια
» Που πάταγαν, αφέντιδες,
» Αυτά μου τα ποδάρια
» Ραγίζονταν, σκορπιόντανε,
» Και τάπιανεν ο κόπος.»
« Συρέτε να ρωτήσητε
» Τον Πίνδο με τα χιόνια.
» Αν είδεν από μένανε
» Αγριώτερο λοντάρι(16).
» Απέθανα· και φύτρωσε
«'Στήν Ήπειρο χορτάρι
» Όλο δροσούλα και ζωή.
» Ήλθαν τα χελιδόνια.»
« Ενόσω ζούσα 'πλάκωνε
» Την Ήπειρο σκοτάδι,
» Τον ουρανό της 'σκέπαζε
» Σύγνεφο θολωμένο,
» Και το φεγγάρι πρόβαλλε
» Τη νύχτα 'ματωμένο,
» Χειμώνας μαύρος ήμουνα,
» Ήμουνα μαύρο βράδυ.»
« Απέθανα κ' ήλιος λαμπρός
«'Στήν Ήπειρο προβαίνει,
«'Σκορπίσθηκε το σύγνεφο,
» Ελάμψανε τ' αθέρια,
» Και το φεγγάρι 'πρόβαλε
» Γελούμενο, τ' αστέρια
» Εβγήκαν, άμα 'πώθανεν
» Ο υιός του Τεπελένι.»
« Μ' εφύλαγαν 'ς το κάστρο τους
» Τα Γιάννινα, τα μαύρα,
» Κ' εγώ 'σάν τίγρις έτρωγα
» Τα τέκνα, τα παιδιά της.
» Ακόμα σκούζ' η Αρβανιτιά
» Την τόση την ερμιά της.
» Όπου το χέρι άπλωνα,
» Άναφτε φλόγα, λαύρα.»
« Απέθανα. Τρων ήσυχα
» Τα Γιάννινα το δείπνο.
» Η μάνα χαίρει το παιδί,
» Γιατί δε θα το χάση.
» Μες 'ςτο κρεββάτι σφίγγονται
» Τα νιόνυφα. Η πλάσι
» Εύρε την ησυχία της,
» Εύρε τον γλυκόν ύπνο.»
« Ενόσω 'ζούσα, ποιος γονιός
» Έχαιρε τα παιδιά του;
» Από ποιο σπήτι μπόρεγε
» Ν' ακούεται τραγούδι;
» Ποιόν είδα και δε 'μάρανα;
» Και το μικρό λουλούδι!
» Ποιος νειός είδε 'ς την αγκαλιά
» Την αγαπητικιά του;»
« Κ' οι Τούρκοι αυτοί με σκιάζονται,
» Κι' αυτοί οι συγγενείς μου.
» Ρωτάτε τα παιδάκια μου,
» Ρωτάτε το Μουχτάρη,
» Και το Βελή ποιος τάφαγε!
» Μ' ελέγανε λιοντάρι
» Όλοι μου η Αρβανητιά,
» Κι' αυτ' οι καταστροφείς μου!»
« Σουλτάν Μαχμούτ με διέταξε,
» — Φορμή κ' εγώ ζητούσα — ,
«'Σ της Πλησιβίτσας το χωριό,
» Τ' άστατο να προσέχω.
» Κ' εγώ που τίγριδος καρδιά
» Κ' εδώ ακόμα έχω
» Το ερημόνω. Η Βασιλική
» Εκεί μ' ήλθε θρηνούσα.»
« Έπεσε μες 'ς τα πόδια μου.
» — Αφέντη μου! μου λέγει,
» Λυπήσου! τον πατέρα μου
» Μπροστά μου, μες 'ς τα 'μάτια
» Εσφάξανε οι Τούρκοι σου,
» Τον έκαμαν κομμάτια — .
» Μ' ωμίλαε κ' η δύστυχη
» Δεν έπαυσε να κλαίγη.»
« Την 'πήρα 'ς το χαρέμι μου.
» Και πρώτη τήνε 'φκιάνω
» Την είχα 'σάν κορίτσι μου,
» Την είχα 'σάν παιδί μου.
» Μ' εφίλει· μου 'μαλάκωνε
» Την άγρια ψυχή μου
» Μου 'φαίνονταν 'σάν άγγελος
«'Πό τον θεό, 'πό πάνω.»
« Πόσους ανθρώπους 'γλύτωσε
» Μ' ένα γλυκό της λόγο;
» Πόσους ανθρώπους 'γλύτωσε
«'Πό την σκληρή κρεμάλα;
» Μ ένα της λόγο ρωτικό
» Πόσα κακά μεγάλα
» Επρόφτανε; και μ' έκαμνε
» Το βίο μου να τρώγω!»
» Απέθανα· κ' εγλύτωσεν
» Από εμέ κ' εκείνη.
» Απέθανε· Καλογραιά
» Επήγε 'ς τη Βονίλα(17).
«'Σ την εκκλησιά κ' ενδύθηκε
» Σε μαύρα ράσου φύλλα.
» Από την λίμνη 'γλύτωσε
'Σάν την Κυρά Φροσύνη.»
« — Άλλο τίποτ', Αλή-Πασσά,
«'Σ τον κόσμο τ' έχεις κάμει; —
» — Ω, το χειρότερο κακό
» Μου ήταν η ασεβεία.
» Τούρκαλος ήμουν και καμμιά
» Δεν 'πίστευσα θρησκεία,
» Ούτε Ραβίνο, ούτε Παππά,
» Ούτε και τον Ιμάμη.»
« Ούτε Μωάμεθ, και Χριστό,
» Ούτε Μωσή. Εγώ μόνο
» Ενόμιζα ότι ήμουνα
« Θεός του κόσμου όλου.
» Ποτέ δεν 'πήγα σ' εκκλησιά
» Και 'ς το τζαμί καθόλου
» Δεν επροσκύνησα παρά
«'Σ τον κόρο και 'ς το φόνο.»
« Ποιος άλλος απετόλμησε
» Να 'βρίση το Θεό του (18);
» Ποιος άλλος την θρησκεία του,
» Την πίστιν του να ρίξη
«'Σ τους σκύλους. Και 'ς τα φονικά,
«'Σ τα αίματα να πνίξη,
» Να πνίξη, τη λατρεία του
» Προς τον ανώτερό του.»
« Επίστευα ότι Θεός
» Ήμουνα της Ηπείρου,
» Και ο Χριστός 'ς τα Γιάννινα.
«'Σ τον κόσμο άλλος Μεσσίας
» Ότι η Χάμκω τη 'μορφή
» Πήρε της Παναγίας,
» Και ότι δεν θ' απέθνησκα,
» Θα ζω μέχρις απείρου.»
« Πλην τώρα, τώρα πίστεψα,
» Ότι ένας υπάρχει,
» Και θα υπάρχη. Ένας Θεός.
» Του κόσμου, Παντοκράτωρ,
» Ύψιστος, Παντοδύναμος
» Άγιος Πανδαμάτωρ
» Ότι αυτός θα διοική
» Τον κόσμο και θα άρχη!»
« Κι' αμέσως ο πανάθλιος
» Με δακρυσμένο 'μάτι
» Εσήκωσε τα χέρια του
«'Σ τον ουρανό και λέγει:
» Θεέ! ... Μεγαλοδύναμε! ...
» Ποιος άνθρωπος δεν φταίγει;
» Να με σχωρέσης, ένανε
» Φρικτό σου 'παναστάτη.»
« Το ξεύρω ότι Σ' έβρισα
» Και ότι τ' όνομά Σου.
» Πανάγιε, το 'πάτησα
» Μετανοιωμένος τώρα
«'Βρίσκομ' εδώ 'ς την Κόλασι.
» Την άχαρη τη χώρα.
» Συχώρησέ με!. . . Έσπλαχνος
«'Σ τα κλαϋματά μου στάσου!»
« Και Σε και τη Μητέρα Σου,
« Και Σε και τον Υιό Σου
» Σας έβρισα, Σας έκαμα
» Μηδαμινούς 'μπροστά μου.
» Τώρα σ' αυτή την Κόλασι,
» Και 'ς τα μαρτύριά μου
» Το μετανοιόνω· Λάτρης Σου
» Γένομαι ο εχθρός Σου!»
« Ελέησόν με, Κύριε! ...
» Άλλο δεν είχε κρίνει,
Κι' ακούετ' ένα βρονταριό,
'Φάνηκε μια μαυρίλα,
Κ' ύστερα φλόγ' ανάλαμψε.
Τι κρύα ανατριχίλα!...
Κι' ακούσθηκε: «&Αλή-Πασσά!..
» Καλά παθαίνεις! ..»
Σβύννει.&
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΟΥ Γ' ΑΣΜΑΤΟΣ
1) Αλή-Πασάς ο περιβόητος ούτος της Ηπείρου Σατράπης εγεννήθη εις
το ευτελές και πτωχόν χωρίον Τεπελένι της Ηπείρου. Τα νεανικά
αυτού έτη διήλθεν εις την ποιμενικήν ζωήν επί των ορέων της
πατρίδος του.
2) Εωσφόρον αποκαλούσι τον αρχηγόν και πρώτον των Δαιμόνων.
3) Ενταύθα ο Αλή-Πασσάς παρίσταται διηγούμενος τα επί του βίου του
κακουργήματα και βιοπραγίας του και τυπτόμενος υπό της συνειδήσεώς
του μετανοεί και πίπτει εις την ευσπλαγχνίαν και το έλεος του
Θεού.
4) Χάμκω η μήτηρ του Αλή-Πασσά.
5) Η Εμινέ την οποίαν έν τινι παραφορά αυτού εφόνευσεν ιδίαις
χερσίν
6) Ο Μουκτάρης και ο Βελής.
7) Ισούφ-Αράπης ο σκληρότερος και απανθρωπότερος πάντων των
οπλαρχηγών του τυράννου. Ούτος είχεν υπηρετήσει εις τον πατέρα του
Βεζύρου και παρακολουθήσας τρόπον τινα την τύχην του Αλή, είχεν
αποκτήση επί του πνεύματος αυτού μεγάλην επιρροήν. Ο Αλής
προσηγόρευεν αυτόν διά του χαριστικού «μπαμπά» και εσέβετο ως
πατέρα.
8) Ο μέγας αστυνόμος του Αλή, ο αναδεχόμενος την εκτέλεσιν των
φόνων των κρυπτών, ο δεσμοφύλαξ, ο φίλος, ο σύμβουλος.
9) Αλβανός όστις υπό την υπηρεσίαν του Αλή απέκτησε φήμην μεγάλην
διώκων τους κλέπτας. Ήτο τολμηρότατος, αιμοχαρής και άκαμπτος,
Τούτον εφόνευσεν ο Κατσαντώνης, εις την παρά την Κρύαν Βρύσιν
συμπλοκήν.
10) Ότε κατά το έτος 1746 επετέθη κατά των Γαρδικιωτών, αίφνης
συνελήφθη αιχμάλωτος η Χάμκω, η τρομερά εκείνη Εριννύς, μετά την
πυρπόλησιν της εν Τεπελενίω οικίας του Ισλάμ βέη, θείου του Αλή,
και την κατασφαγήν αυτού, υπό τινος Χορμοβίτου Τσαούση Πρίφτη, και
παραδοθείσα εις τους Γαρδικιώτας έπαθε δεινήν τινα ύβριν ης δεν
ίσχυσε ζώσα να λάβη την δέουσαν ικανοποίησιν. Εξήκοντα περίπου έτη
είχον παρέλθη από της ημέρας εκείνης μέχρι της ώρας καθ' ην ο Αλής
βοών &βρας& (πυρ) εξεφώνει το βιαιφόνον της σφαγής σύνθημα. Και
όμως, αν οι γονείς ήμαρτον, επέπρωτο να δώσωσι δίκας τ' αθώα
τέκνα, διότι και κατ' αυτήν την στιγμήν καθ' ην η έχιδνα παρέδιδε
το μεμολυσμένον αυτής πνεύμα, άφινε κληρονομίαν τω Αλή την
κατασφαγήν και την κατερήμωσιν του Γαρδικίου. Ο δε Αλής μέχρι
τέλους της ζωής αυτού διετήρει θρησκευτικόν σέβας προς την Χάμκων,
λέγων ότι προς αυτήν ήτο οφειλέτης του τοσούτου μεγαλείου και της
δόξης του.
11) Τας διαφόρους της Στερεάς Ελλάδος κατερημώσεις ευρήσει ο
αναγνώστης εν τη χρονογραφία του κυρ. Π. Αραβαντινού. Ταύτας
εθεώρησα χάριν της συντομίας περιττόν να σημειώσω ενταύθα.
12) Επί των τραχέων κορυφών του Τομάρου (Ολίτζικας) εντός αγρίων
δρυμώνων κείται η Λάκκα άθροισμα πολλών χωρίων, ων πρωτεύει το
Σούλι ή Κακοσούλι, εξ ου ανεβλάστησαν τοσούτοι ένδοξοι ήρωες των
χρόνων της επαναστάσεως. Δεν είχεν εισέτι εξέλθη η φλοξ της
επαναστάσεως ότε ο Βεζύρης των Ιωαννίνων έστρεψε την οργήν του
κατά του Σουλίου, του οποίου τον στρατόν απετέλουν ολίγοι, αλλ'
ανδρείοι στρατιώται. Τα πολεμεφόδια τότε τοις έλλειψαν, ύδωρ δεν
είχον, τροφάς δεν είχον· ιδού θέσις της εσχάτης απελπισίας.
Απεφάσισαν αι γυναίκες εξήκοντα τον αριθμόν, αι μη δυνάμεναι να
εξακολουθήσωσι πλέον την οδοιπορίαν να ριφθώσιν κάτω των βράχων
και να φονευθώσι κάλλιον ή να πέσωσι εις τους οδόντας των
αιμοχαρών λύκων, οίτινες τας εδίωκον· οποία σκηνή!! εκ του ποδός
εσφενδόνιζον πρώτον αι δυστυχείς μητέρες τα βρέφη των κάτω εις τα
βάραθρα· εκρατήθησαν έπειτα εκ των χειρών, έπλεξαν με ακανθίνους
στεφάνους τας κεφαλάς των και ορχούμεναι μία κατόπιν της άλλης
εκρημνίζοντο. Ακολούθως οι Τούρκοι έστρεψαν τα όπλα προς το χωρίον
Ρινιάσαν, την παλαιάν Ελάτειαν, επτά ώρας μακράν του Σουλίου και
πλησίον της θαλάσσης, εις την οποίαν εγνώριζον ότι κατώκουν είκοσι
περίπου Σουλιωτικαί οικογένειαι. Δυστυχία ανέλπιστος! Εκεί δεν
ήσαν ειμή αι γυναίκες μόνον και τα τέκνα των· οι άνδρες έλειπον
όλοι εις τον πόλεμον, ήρχισαν οι δήμιοι ενώπιον των αόπλων τούτων
πλασμάτων να παίζωσι την ρομφαία των. Ο θρήνος ήτο σπαραξικάρδιος,
τον παραλείπω, και τελειόνω με την ηρωικήν πράξιν της περιφήμου
Δέσπως. Κατώκει αύτη εις τον πύργον της, του Δαμουλά λεγόμενον,
και ήτο χήρα του Γεωργίου Μπότση· ήτο γυνή πεντήκοντα πέντε ετών,
ηλιοκαυμένη και νευρώδης, ως κλέφτης των Αγράφων· είχε δύο
θυγατέρας, την Τασσώ τεσσαράκοντα ετών και την Κίτσαν τριάκοντα
πέντε, αίτινες είχον υιούς και θυγατέρας εγγάμους. Ιδούσα την
απροσδόκητον σφαγήν, συνήθροισε την οικογένειάν της, και εκ των
παραθύρων του πύργου εκράτησε διά πολλήν ώραν τον πόλεμον· συν
τούτοις εφόνευσεν αρκετούς, και, ότε δεν υπήρχε πλέον ελπίς
σωτήριος, έλαβεν έν κιβώτιον φυσεκίων, διέταξεν όλους να το
πλησιάσωσι, και με μίαν δάδα ενεταφιάσθησαν εις τον κρότον και τον
καπνόν. Τούτο δεικνύει και το ακόλουθον δημώδες άσμα.
Αχός βαρύς ακούεται, πολλά τουφέκια πέφτουν
Μήνα σε γάμο ρίχνονται, μήνα σε χαροκόπι;
Ουδέ σε γάμω ρίχνουνται, ουδέ σε χαροκόπι.
Η Δέσπω κάνει πόλεμο με νύφαις και μ' αγγόνια.
Αρβανιτιά την πλάκωσε 'ς του Δαμουλά το πύργο
« — Γιώργαινα ρίξε τάρματα· δεν είν' εδώ το Σούλι.
» Εδώ είσαι σκλάβα του Πασσά, σκλάβα των Αρβανίτων.
» — Το Σούλι κιαν προσκύνησε κι' αν τούρκεψεν η Κιάφα
» Η Δέσπω δεν το έκανε, η Δέσπω δεν το κάνει.
» Δαβλί 'ς το χέρι άρπαξε κόραις και νύμφαις κράζει.
« — Σκλάβαις Τουρκών μη γίνωμε' παιδιάμ' αγκαλιαστήτε»
Χίλια φυσέκια ήταν εκεί· αυτή φωτιά τους βάνει,
Και τα φουσέκια ανάψανε κι' όλαις φωτιά γενήκαν.
13) Τούτο συνέβη κατά την νύκτα του Πάσχα του έτους 1798. Όρθρου
βαθέος, απεβιβάσθησαν οι φονείς εις την Χαονίαν και ετράπησαν προς
το ερημοκλήσιον του Αγίου Βασιλείου, εν ω πάντες οι πιστοί
ανυπόπτως εώρταζον την ανάστασιν του λυτρωτού. Διό και ξιφήρεις οι
Αλβανοί, εις αόπλους και προσευχομένους εμπεσόντες, διέφθειραν
άπαντας από νηπίου μέχρι γέροντος.
14) Μετά την απόπειραν της επαναστάσεως του 1770 ο ζυγός επανήλθεν
έτι βαρύτερος· τότε τα υψηλά όρη εκαλύφθησαν από την νεολαίαν
όλην. Ούτοι ονομάζονται Κ λ έ φ τ α ι. Το επάγγελμα των κλεφτών
εσχημάτισεν ίδιον είδος ανεξαρτησίας. Εις τους κλέφτας τούτους
πρέπει ν' αποδώσωμεν και την απόπειραν της επιτυχούς του 1821
επαναστάσεως.
15) Εις την ιδίαν των Γαρδικιωτών τιμωρίαν κατετάχθησαν και οι
Χορμοβίται, οίτινες ηνάγκασαν τον αδάμαστον λέοντα της Ηπείρου να
εγκαταλείψη το Τεπελένιον, την Ππελιούσκα, την Λιαπουρίαν και την
Τοτσκαρίαν.
16) (Λεοντάρι) Ασλάνι. Έχαιρεν ο τύραννος ακούων επαναλαμβανομένην
υπό των εχθρών και φίλων αυτού την πολύκροτον εκείνην προσηγορίαν,
δι' ης εξισούτο προς τον βασιλέα των θηρίων.